South Automobile Group LLC κ.α. ν. Sergeevich διαχειριστής εκκαθαριστής της εταιρείας Taganrog Automobile Plant LLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 1456/2017, 18/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A521 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1456/2017 Μεταξύ:
- South Automobile Group LLC
- Belozerova XXXXX XXXXX ως παραλήπτης και Διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Yusarievich Paramonov Εναγόντων και
- XXXXX XXXXX Sergeevich διαχειριστής εκκαθαριστής της εταιρείας Taganrog Automobile Plant LLC
- Stoba Trading Ltd
- Cerim Trading Ltd
- XXXXX Liskovsi
- XXXXX Yurievich Paramonov Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 09.11.2018 Ημερομηνία: 18.11.2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4 - Αιτητές: κ. Α. Γεωργίου για Μάριο Γεωργίου και Συνεργάτες. Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μ. Κούμας για Στέλιο Αμερικάνο & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.03.2017, με την καταχώριση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος, οι Ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε βάρος των Εναγομένων. Στις 29.09.2017, καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4, οι οποίοι στις 07.04.2017 εμφανίστηκαν στη διαδικασία, με την Υπεράσπιση τους που καταχώρησαν στις 24.10.2017, προβάλουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Ειδικότερα, προκρίνουν ότι : «(α) Το παρόν δικαστήριο αποστερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης. (β) Το παρόν δικαστήριο αποστερείται δικαιοδοσίας επί των επίδικων θεμάτων και/ή η ισχυριζόμενη βάση αγωγής και/ή τα κατ' ισχυρισμό αγώγιμα δικαιώματα αφορούν τα δικαστήρια της Ρωσίας και/ή τα κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα και/ή γεγονότα που διεπράχθησαν στο εξωτερικό και/ή λόγω πολλαπλότητας των διαδικασιών και/ή κατάχρησης διαδικασίας και/ή δικαστικής αρωγής (comity) και/ή δημόσιας τάξης. (γ) Το παρόν δικαστήριο δεν είναι το πλέον κατάλληλο και/ή αρμόδιο (FORUM ΝΟΝ CONVENIENS) να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθ' ότι τα Ρωσικά δικαστήρια είναι τα πλέον αρμόδια να το πράξουν. (δ) Τα γεγονότα της παρούσης αποτελούν δεδικασμένο σε διάφορες υποθέσεις ενώπιον των ρωσικών δικαστηρίων. (ε) Η υπόθεση δεν δύναται να προχωρήσει, καθώς δεν έχει επιδοθεί ακόμη στους εναγομένους 1 και 5.» Στις 09.11.2018, ένα περίπου χρόνο μετά την Απάντηση εκ μέρους των Εναγόντων στην Υπεράσπιση των ως άνω Εναγομένων, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.11.2017, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 στηριζόμενοι στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.2, Δ.48 Θ.1, 2
(1), 3 και 9(ο) και Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, προώθησαν την υπό συζήτηση αίτηση με την οποία επιζητούν όπως τα ως άνω ζητήματα που προκρίνουν στην υπεράσπισή τους ως προδικαστικές ενστάσεις, προδικαστούν και/ή αποφασιστούν κατά προτεραιότητα πριν από την ακρόαση της αγωγής. Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του δικηγόρου XXXXX Μιχαηλίδη, ίδιας ημερομηνίας. Ο ως άνω ομνύων, ένας εκ των δικηγόρων των ως άνω Εναγομένων - Αιτητών, είναι ταυτόχρονα και Διοικητικός Σύμβουλος και/ή Μέτοχος των εναγομένων εταιρειών 2 και
- Τούτο, ως ο ίδιος αιτιολογεί, στα πλαίσια των υπηρεσιών που προσφέρει σε αλλοδαπούς πελάτες του. Προκρίνοντας τη θέση ότι στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των πλευρών η επίδικη διαφορά αφορά περιουσιακά στοιχεία Ρωσικής εταιρείας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και στην οποία Εκκαθαριστής/Διαχειριστής έχει διοριστεί ο Εναγόμενος 1, υποδεικνύει παράλληλα ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι ένα από τα θέματα που απασχολούν «είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν προτεραιότητα έναντι των εναγόντων σε στοιχεία του ενεργητικού κινητής περιουσίας του εναγομένου 1». Τα ως άνω θέματα, προκρίνει, αποφασίστηκαν τελεσίδικα από τα Ρωσικά Δικαστήρια, τα οποία έδωσαν προτεραιότητα στους Εναγομένους 2, 3 και 4 στα ως άνω περιουσιακά στοιχεία. Παραπέμπει προς τούτο σε αριθμό αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων. Αντίθετα με την προβαλλόμενη από τους Ενάγοντες θέση, ότι δηλαδή στις διαδικασίες που εκκρεμούσαν στην Ρωσία δεν μπορούσε να εγερθεί ζήτημα απάτης, παραπέμπει σε επισημάνσεις Ρωσικού Εφετείου ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη δόλου και/ή απάτης ως επίσης, εάν υπήρχε, θα ήταν καθήκον του Εναγομένου 1 - Διαχειριστή να καταγγείλει κάτι τέτοιο στη Ρωσική Αστυνομία ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο προκύπτουν σχετικά ποινικά αδικήματα, πράγμα που ο τελευταίος δεν έπραξε. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, υποστηρίζει, δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν ισχυρισμούς για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδή παράσταση, σημειώνοντας ότι τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί των Εναγόντων έχουν λάβει χώρα στη Ρωσία και όλη η μαρτυρία επί του θέματος βρίσκεται στη Ρωσία. Πέραν του ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής, υποστηρίζει, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι η κατάλληλη έδρα (Forum) για να εκδικαστεί η υπό συζήτηση υπόθεση, την οποία χαρακτηρίζει καταχρηστική και άδικη προς τους Εναγομένους 2, 3 και
- Τα ως άνω προδικαστικά σημεία, υποδεικνύει, αποτελούν αμιγώς νομικά θέματα ενώ τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται βρίσκονται ήδη στα δικόγραφα. Τυχόν εκδίκαση τους κατά προτεραιότητα θα είναι χρήσιμη για τη δικαιοσύνη, περισώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο, δικηγορικά και άλλα έξοδα, αφού η επίλυση τους μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής χωρίς να χρειαστεί οποιαδήποτε περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης. Μια πλειάδα λόγων Ένστασης περιλαμβάνει η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση στην υπό συζήτηση αίτηση των Εναγομένων 2, 3 και
- Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: «
- Τίθεται τόσο ως λόγος ένστασης όσο και ως προδικαστικό σημείο το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή είναι θνησιγενής και/ή άκυρη εξ υπαρχής καθότι (α) καταχωρίστηκε από δικηγόρο ο οποίος διορίστηκε παράτυπα ως δικηγόρος των Εναγομένων υπ' αρ. 2, 3 και 4, καθότι διορίστηκε από πρόσωπο το οποίο ασκεί συγκρουόμενα καθήκοντα αναφορικά με τους Εναγόμενους υπ' αρ. 2, 3 και 4, με μόνο σκοπό να αντλήσει κεφάλαια από το δεσμευμένο δυνάμει παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερομηνίας 28/03/2017, λογαριασμό της Εναγόμενης υπ' αρ. 3 και (β) διότι στην ειδοποίηση πρόσθετου δικηγόρου ημερομηνίας 19/09/2018 που καταχώρισε το δικηγορικό γραφείο Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες αναφορικά με την αντιπροσώπευση της Stoba, της Cerim και του Liskovski επισυνάπτονται έντυπα διορισμού του ίδιου του κύριου Μάριου Γεωργίου προσωπικά και όχι του δικηγορικού γραφείου του κύριου Γεωργίου το οποίο καταχώρισε την εν λόγω ειδοποίηση.
- Ο διορισμός του δικηγορικού γραφείου του κύριου Μάριου Γεωργίου και Συνεργάτες (το «Δ.Γ.Μ.Γ.») και/ή του κύριου Μάριου Γεωργίου προσωπικά έγινε τεχνηέντως και παράτυπα καθότι ο κύριος Μιχαηλίδης, ο οποίος είναι ο δικηγόρος ο οποίος ανέλαβε την εκπροσώπηση των Εναγομένων 2, 3 και 4 από την αρχή της διαδικασίας, χρησιμοποίησε την διπλή ιδιότητα του στην παρούσα περίπτωση και από την μια ως δικηγόρος των Εναγομένων υπ' αρ. 2, 3 και 4 φαίνεται να συμφώνησε να ομοδικήσει με το Δ.Γ.Μ.Γ. ή με τον κύριο Μάριο Γεωργίου προσωπικά και από την άλλη ως αξιωματούχος των Εναγόμενων υπ' αρ. 2 και 3 φαίνεται να εργοδότησε το Δ.Γ.Μ.Γ. ή τον κύριο Μάριο Γεωργίου προσωπικά, δήθεν για την παροχή υπηρεσιών από κάποιο από αυτούς ως πρόσθετος δικηγόρος, με απώτερο στόχο την παράνομη και μεθοδευμένη άντληση κεφαλαίων από το λογαριασμό της Εναγόμενης υπ' αρ. 3 ο οποίος είναι δεσμευμένος δυνάμει παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερομηνίας 28/03/2017, δήθεν ως πληρωμή για τις υπηρεσίες του κύριου Μάριου Γεωργίου.
- Η επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι ούτε ο κύριος Μιχαηλίδης ούτε ο κύριος Γεωργίου παραθέτουν οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας που να καταδεικνύει τις οδηγίες του Εναγόμενου υπ' αρ. 4 για την περαιτέρω αντιπροσώπευση του και από το γραφείο του κύριου Γεωργίου.
- Η επίδικη αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court), είναι καταπιεστική και ενοχλητική.
- Η επίδικη αίτηση των Εναγόμενων υπ' αρ. 2, 3 και 4 είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήριχτη και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία επί του θέματος.
- Τα σημεία των οποίων επιδιώκεται η προδικαστική εκδίκαση με την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018, δεν είναι θέματα τα οποία αποτελούν προδικαστικές ενστάσεις σε νομικά σημεία («preliminary point of law») και/ή δεν ερείδονται επί μη-αμφισβητούμενων και/ή παραδεκτών γεγονότων τα οποία να παρουσιάζονται από τη δικογραφία και/ή δεν αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και/ή δεν υπάρχουν προγενέστερες αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν επί της ουσίας της διαφοράς και οι οποίες να είναι τελεσίδικες, δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων και ιδιότητας διαδίκων, δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων, τα επίδικα θέματα δεν ηγέρθησαν σε οποιαδήποτε προγενέστερη Δικαστική διαδικασία ούτε και θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εγερθούν.
- Η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή προωθείται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθότι δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τα γεγονότα και/ή δεν ερείδεται επί κοινού πραγματικού υποβάθρου και/ή δεν υφίσταται κοινό παραδεκτό υπόβαθρο όπως απαιτείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία επί του θέματος.
- Η επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και/ή μεγάλη καθυστέρηση και/ή χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς την καθυστέρηση αυτή και/ή δεν καταχωρίστηκε εντός εύλογου χρόνου ως ορίζει η δικαστική πρακτική και/ή η νομολογία επί του θέματος και/ή ενώ τα δικόγραφα έχουν ολοκληρωθεί από τις 22/11/2017 και/ή η προδικαστική εκδίκαση οποιουδήποτε σημείου δεν έχει ζητηθεί στον Τύπο 25 ο οποίος καταχωρίστηκε από τον δικηγόρο των Εναγόμενων υπ' αρ. 2, 3 και 4 κύριο Μιχάλη Μιχαηλίδη.
- Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη υπό την έννοια ότι τα ζητήματα τα οποία τίθενται σε αυτή θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία. Επίσης, η επίδικη αίτηση δεν δικαιολογείται από τα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας («on the face of the record") και άρα είναι καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί.
- Οι εγειρόμενες στην επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 προδικαστικές ενστάσεις, δεν είναι επί νομικών σημείων αλλά περιέχουν μαρτυρία και πολύπλοκα γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και να αποφανθεί και να προβεί σε σχετικά ευρήματα και δεν μπορούν να προδικαστούν. Το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει επί των σημείων που εγείρονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του κύριου Μιχαηλίδη που την υποστηρίζει, κατόπιν της παράθεσης σχετικής μαρτυρίας κατά το ορθό στάδιο της διαδικασίας ήτοι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τη Διαταγή 33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Οι προδικαστικές ενστάσεις που αναφέρονται στην επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 στερούνται νομικού και/ή πραγματικού υπόβαθρου και/ή συνιστούν αόριστους και/ή ατεκμηρίωτους και/ή γενικούς και ακροσφαλείς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να εγείρονται ελλείψει οποιασδήποτε τεκμηρίωσης και/ή αναφοράς του πραγματικού υποβάθρου και να προωθούνται ως προδικαστικές ενστάσεις.
- Η επίδικη αίτηση ημερομηνίας 09/11/2018 πρέπει να απορριφθεί αφού η ένορκη δήλωση του κύριου Μιχάλη Μιχαηλίδη της ίδιας ημερομηνίας, η οποία την υποστηρίζει, είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή γενική και/ή αόριστη και δεν συνάδει με τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη Διαταγή 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία και τους σχετικούς κανόνες δικηγορικής δεοντολογίας, αφού, μεταξύ άλλων: i. Ο κύριος Μιχαηλίδης ανεπίτρεπτα, λειτουργεί υπό τη διπλή ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα γεγονότων. Ο κύριος Μιχάλης Μιχαηλίδης ο οποίος ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την επίδικη αίτηση και ο οποίος παραθέτει μαρτυρία με την εν λόγω ένορκη δήλωση του, όπως φαίνεται από το Δικαστηριακό φάκελο και όπως παραδέχεται ο ίδιος στην παράγραφο υπ' αρ. 5 της ένορκης δήλωσης του, είναι ο δικηγόρος των Αιτητών στην παρούσα διαδικασία. Πέραν τούτου όμως, όπως επίσης διατείνεται στις παραγράφους υπ' αρ. 2, 3 και 4 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 09/11/2018 είναι και μάρτυρας γεγονότων, αφού ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τα γεγονότα υπό την ιδιότητα του ως παροχέας υπηρεσιών (fiduciary services provider) και/ή ως αξιωματούχος και/ή μέτοχος των εν λόγω Εναγομένων. Συνεπώς, ο κύριος Μιχαηλίδης, κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται και ως χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος αλλά και ως μάρτυρας γεγονότων. ii. Λανθασμένα ο κύριος Μιχαηλίδης στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 09/11/2018 διατείνεται στην παράγραφο υπ' αρ. 4 αυτής ότι προσφέρει στον Liskovski τις ίδιες υπηρεσίες που προσφέρει στην Stoba και τη Cerim αφού ο Liskovski είναι φυσικό πρόσωπο. iii. Ο κύριος Μιχαηλίδης, ως δικηγόρος των Εναγόμενων υπ' αρ. 2, 3 και 4 ορκίστηκε σε ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει αίτηση η οποία καταχωρίστηκε από δικηγόρο ο οποίος παρουσιάζεται ως πρόσθετος δικηγόρος για τους Εναγόμενους υπ' αρ. 2,3 και 4, δηλαδή δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την παρούσα υπόθεση μαζί με τον κύριο Μιχαηλίδη και από δικηγόρο ο οποίος λαμβάνει οδηγίες από τον κύριο Μιχαηλίδη ως αξιωματούχο των Εναγόμενων υπ' αρ. 2 και
- Η επίδικη Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει στην παραβίαση της νομικής αρχής ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση για οποιοδήποτε ζήτημα, όπως νομολογήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια.
- Ο ισχυρισμός των Αιτητών περί ακαταλληλότητας του παρόντος Δικαστηρίου («forum non convenience") είναι νομικά αβάσιμος και αστήριχτος και δεν έχει εφαρμογή και/ή το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί δικαιοδοσία με βάση τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τη νομολογία του του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των Κυπριακών Δικαστηρίων και δεν υπάρχει άλλο προσφορότερο Δικαστήριο προς εκδίκαση της ουσίας της παρούσας υπόθεσης.
- Οι Εναγόμενοι υπ' αρ. 2, 3 και 4 κωλύονται και/ή εμποδίζονται (estopped) από του να επικαλούνται τους ισχυρισμούς περί δήθεν έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή ότι δήθεν τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι ο καταλληλότερος χώρος («forum non convenience") για την καταχώριση και εκδίκαση της παρούσας αγωγής, καθότι εθελούσια αποδέχθηκαν και έθεσαν τους εαυτούς τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού ουδέποτε καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, ούτε και ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο το σκοπό και ήγειραν τους ισχυρισμούς τους περί δήθεν νομικών σημείων τα οποία θα πρέπει να δικαστούν προδικαστικά, στην Υπεράσπιση τους.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι ο καταλληλότερος χώρος («forum convenience") για την καταχώριση και εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή ο χώρος με τον οποίο η Αγωγή έχει την πιο πραγματική και ουσιαστική διασύνδεση («the action has the most real and substantial connection"), αφ' ης στιγμής, μεταξύ άλλων, οι δύο κύριες εταιρείες που εμπλέκονται στην απάτη και συνομωσία με τον Paramonov είναι η Stoba και η Cerim οι οποίες είναι Κυπριακές εταιρείες, οι οποίες διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς σε Κυπριακές τράπεζες, στους οποίους αποστέλλονταν χρήματα από την TagAZ και/ή από τους οποίους αποξενώθηκαν τα εν λόγω χρήματα προς τρίτες εταιρείες και/ή φυσικά πρόσωπα. Επίσης, άλλες Κυπριακές εταιρείες εκχώρησαν δήθεν δάνεια που έδωσαν στην TagAZ, προς τη Stoba και/ή τη Cerim. Επιπλέον, περιουσιακά στοιχεία και/ή εταιρείες από τα οποία επωφελείται ο Εναγόμενος υπ' αρ. 5 (ο «Paramonov») και/ή η οικογένεια του στο εξωτερικό, ανήκουν στη Cerim και/ή τη Stoba, οι οποίες επίσης ελέγχονται από τον Paramonov.
- Τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία και με βάση τον Κανονισμό (EE) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
- Οι Εναγόμενοι υπ' αρ. 2, 3 και 4 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ευθύνονται αλληλέγγυα και ξεχωριστά με τον Εναγόμενο υπ' αρ. 5 έναντι των θυμάτων τους, ήτοι τις Ενάγουσες, για τη ζημιά που προκλήθηκε σε αυτές και/ή όλοι οι Εναγόμενοι φέρουν αστική ευθύνη έναντι των θυμάτων τους ήτοι τις Ενάγουσες, αλληλέγγυα και ξεχωριστά, για συνομωσία και απάτη και συνεπακόλουθα τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να αρνηθούν δικαιοδοσία.
- Το Δικαστήριο το οποίο είναι τόσο κατά τόπον αλλά και καθ' ύλη αρμόδιο και/ή το οποίο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αφού, μεταξύ άλλων: (α) Οι Εναγόμενες υπ' αρ. 2 και 3 (η «Stoba» και η «Cerim» αντίστοιχα) είναι Κυπριακές εταιρείες με το ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο στην Κύπρο και εισέπραξαν διάφορα ποσά από την TagAZ αφού διενεργήθηκαν διάφορες πληρωμές από την TagAZ προς την Stoba και τη Cerim, σε τραπεζικούς λογαριασμούς που αυτές διατηρούν στην Κύπρο. Οι εν λόγω πληρωμές έγιναν με βάση εικονικές συμβάσεις και στα πλαίσια ενός καλά ενορχηστρωμένου σχεδίου όλων των Εναγόμενων μεταξύ άλλων για να καταλήξουν τα χρήματα πίσω στον Paramonov και/ή σε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτόν, μέσω της Stoba και της Cerim τις οποίες ελέγχει και των οποίων τελικός δικαιούχος είναι ο Paramonov. (β) Επιπρόσθετα, διάφορες εταιρείες οι οποίες παρουσιάζονται να ενήργησαν ως δανειστές της TagAZ ήτοι η Gothika Trading Ltd, η Ziptex Overseas Ltd, η Silverose Trailing Ltd και η Transgood Enterprises Ltd και οι οποίες επίσης παρουσιάζονται να είχαν εκχωρήσει τα δικαιώματα τους από τα εν λόγω ισχυριζόμενα δάνεια στην Stoba και/ ή στη Cerim, είναι Κυπριακές εταιρείες και τα ισχυριζόμενα δάνεια είχαν κατ' ισχυρισμό εκχωρηθεί στην Stoba και/ή τη Cerim στην Κύπρο. Οπόταν φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι αιτίες αγωγής και/ή η βάση της αγωγής συντελέστηκαν και στην Κύπρο. (γ) Περιουσιακά στοιχεία και/ή εταιρείες στο εξωτερικό, των οποίων ο Paramonov είναι τελικός δικαιούχος, ελέγχονται από τον Paramonov δια μέσω προσώπων τα οποία λαμβάνουν εντολές και/ή οδηγίες από τον Paramonov και/ή οικογενειακών προσώπων του Paramonov και τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και/ή εταιρείες ανήκουν στη Cerim και/ή τη Stoba, οι οποίες επίσης ελέγχονται από τον Paramonov και των οποίων επίσης ο Paramonov είναι τελικός δικαιούχος. (δ) Ο Paramonov ελέγχει και/ή είναι απώτερος δικαιούχος (Ultimate Beneficial Owner) της Stoba, της Cerim και της TagAZ και ελέγχει τον Liskovski οι οποίοι ενήργησαν συνωμοτικά μαζί με τον Paramonov και/ή τους οποίους χρησιμοποίησε ο Paramonov για να αποξενώσουν παράνομα και/ή δόλια και/ή απατηλώς, περιουσία που ανήκει στην TagAZ και στον Paramonov, μέσω των Κυπριακών εταιρειών, σε μια προσπάθεια τους να στερήσουν με συνωμοτικό, απατηλό και δόλιο τρόπο από τους πιστωτές της TagAZ την αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και να επωφεληθεί ο Paramonov. (ε) Τα αγώγιμα δικαιώματα και/ή η βάση της αγωγής των Εναγουσών εναντίον των Εναγομένων υπ' αρ. 2, 3 και 4 προκύπτουν και στην Κύπρο και οι Εναγόμενες υπ' αρ. 2 και 3 είναι Κυπριακές εταιρείες. (στ) Οι Εναγόμενες υπ' αρ. 2 και 3 αλλά και ο Εναγόμενος υπ' αρ. 4 διέπραξαν το αδίκημα της συνωμοσίας και της απάτης μαζί και από κοινού με τον Paramonov.
- Οι ισχυρισμοί του κύριου Μιχαηλίδη ότι δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο υπ' αρ. 1 και/ ή στον Εναγόμενο υπ' αρ. 5 είναι παντελώς ανυπόστατοι, λανθασμένοι, ψευδείς και ουδόλως αποτελούν θέμα το οποίο εμπίπτει στα πλαίσια της διαδικασίας της παρούσας αίτησης.
- Δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου ή πολλαπλότητας οποιωνδήποτε διαδικασιών και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία για την εκδίκαση προδικαστικώς των σημείων τα οποία τίθενται στην επίδικη αίτηση και δεν ικανοποιούνται οι πρόνοιες των Θεσμών 1 και 2 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Τα αγώγιμα δικαιώματα και/ή η βάση της αγωγής των Εναγουσών εναντίον των Εναγομένων υπ' αρ. 2, 3 και 4 δεν αφορούν την οποιαδήποτε διαδικασία στη Ρωσία που αναφέρει ο κύριος Μιχαηλίδης και οι Εναγόμενοι υπ' αρ. 2, 3 και 4 δεν παρέθεσαν οποιοδήποτε ισχυρισμό με τον οποίο να καταδεικνύεται ότι η διαδικασία στην Κύπρο αφορά οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό διαδικασία στη Ρωσία από τις διαδικασίες που αναφέρει ο κύριος Μιχαηλίδης, οπόταν δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα του ισχυριζόμενου δεδικασμένου και/ή της ισχυριζόμενης πολλαπλότητας διαδικασιών ή κατάχρησης της διαδικασίας ή δικαστικής αρωγής (comity) ή ζητήματος δημόσιας τάξης.
- Τα ζητήματα και γεγονότα στην παρούσα αγωγή δεν αποτελούν δεδικασμένο και δεν είναι ζητήματα τα οποία αναφέρονται και/ή για τα οποία παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στη Ρωσία ούτε και αποτελούν επίδικα θέματα στη Ρωσία ούτε και οποιοδήποτε Δικαστήριο στη Ρωσία κλήθηκε να αποφασίσει επί αυτών ούτε και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εκδόθηκε επί αυτών. Επίσης, τα ζητήματα και γεγονότα στην παρούσα αγωγή δεν είναι θέματα τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν και/ή να αποφασιστούν ούτε και τέθηκαν, ούτε και αποφασίστηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης της TagAZ ή οποιασδήποτε έφεσης, μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα. Τα ζητήματα στην παρούσα αγωγή αφορούν τη συνομωσία μεταξύ των Κυπριακών εταιρειών, την TagAZ, τον Liskovski, τον Paramonov και άλλα πρόσωπα και τον έλεγχο των εν λόγω εταιρειών και προσώπων από τον Paramonov με σκοπό την δόλια, παράνομη και απατηλή αποξένωση περιουσιακών του κεφαλαίων και/ή περιουσιακών κεφαλαίων της TagAZ, με την μεταφορά τους στην Κύπρο, όπως αναλυτικώς αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, με απώτερο σκοπό να ζημιώσουν οι πιστωτές της TagAZ και του Paramonov και να επωφεληθεί ο Paramonov. Ουδέποτε δημιουργήθηκε θέμα δεδικασμένου ούτε και οι Ενάγουσες κωλύονται ούτε και εμποδίζονται από του να εγείρουν και/ή να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
- Οι αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων οι οποίες δεν ενεγράφησαν και αναγνωρίστηκαν στην Κύπρο, ουσιαστικά δεν υφίστανται στη χώρα μας οπόταν το Δ.Γ.Μ.Γ. και κύριος Μιχαηλίδης δεν μπορούν να στηρίζονται στις ισχυριζόμενες αποφάσεις οι οποίες τίθενται στην Ε.Δ. Μιχαηλίδη και να τις χρησιμοποιούν ως σαν να έχουν ισχύ στην Κύπρο. Περαιτέρω οι ισχυριζόμενες αποφάσεις που αναφέρει ο κύριος Μιχαηλίδης δεν είναι επιδεκτικές αναγνώρισης.
- Οι Αιτητές και ο κύριος Μιχαηλίδης στην Ε.Δ. Μιχαηλίδη δεν παρουσίασαν τις αιτίες αγωγής (causes of action), τα επίδικα θέματα (issues) και τις νομικές βάσεις αγωγής, σε κάθε Ρωσική υπόθεση οι οποίες παρατίθενται στην Ε.Δ. Μιχαηλίδη αλλά αρκούνται σε απλή αναφορά στη σχετική διαδικασία, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να καθοδηγηθεί ως προς τις εν λόγω αιτίες αγωγής (causes of action), τα επίδικα θέματα (issues) και τις νομικές βάσεις αγωγής στις Ρωσικές διαδικασίες και να τις συγκρίνει με οποιεσδήποτε αντίστοιχες στην παρούσα αγωγή, αφού οι ισχυριζόμενες Ρωσικές αποφάσεις δεν αναγνωρίστηκαν στη Κυπριακή Δημοκρατία και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 αναφορικά με το Ρωσικό Δίκαιο.» Η XXXXX Επιφανίου, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, με την ένορκη της δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, ημερομηνίας 08.02.2019, αφού εξηγεί την εμπλοκή της στην υπόθεση και την εξουσιοδότηση της να προβεί σε αυτή, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι τα σημεία των οποίων επιδιώκεται η προδικαστική εκδίκαση δεν ερείδονται επί μη αμφισβητούμενων ή παραδεκτών γεγονότων, ούτε αφορούν αμιγώς νομικά θέματα, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξεταστούν κατά το στάδιο της ουσίας της αγωγής και ότι είναι αναγκαίο να παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία επί τούτων. Αποτελεί καταληκτική της εισήγηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά ανυπόστατη, αβάσιμη και αστήριχτη, ως επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που οι σχετικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί αλλά και η νομολογία θέτει για έγκρισή της. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ζητήματα ουσίας που απασχολούν στην παρούσα, είναι αναγκαίο να σημειωθεί πως το Δικαστήριο δεν παραβλέπει την εισήγηση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση, ως παράτυπη, αντικανονική και εξ' υπαρχής άκυρη θα πρέπει αφεύκτως, ως θνησιγενείς, να απορριφτεί. Τούτο, ως προκρίνουν, καθότι καταχωρήθηκε από δικηγόρο ο οποίος παράτυπα διορίστηκε ως δικηγόρος των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τον ως άνω κ. Μ. Μιχαηλίδη ενώ τα έντυπα διορισμού που επισυνάπτονται στην ειδοποίηση πρόσθετου δικηγόρου από τις εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες απευθύνονται στον δικηγόρο Μάριο Γεωργίου προσωπικά και όχι στο δικηγορικό γραφείο του τελευταίου (Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες) που καταχώρησε την ως άνω ειδοποίηση. Σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνουν, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που να καταδεικνύει τις οδηγίες του Εναγομένου 4 για την περαιτέρω αντιπροσώπευσή του από το γραφείο του δικηγόρου Μ. Γεωργίου. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την Δ.16 θ.11 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει μαζί με το σημείωμα εμφάνισης ενός δικηγόρου σε μια διαδικασία για λογαριασμό ενός εναγομένου, να παρουσιάζεται στον Πρωτοκολλητή και η τυποποιημένη γραπτή εξουσιοδότηση (retainer) προς τούτο από τον συγκεκριμένο διάδικο. Τούτο ασφαλώς, με την επιφύλαξη η καταχώρηση της εξουσιοδότησης να γίνει αργότερα, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και ως οι οδηγίες του ως προς τον ακριβή χρόνο. Ταυτόχρονα θα πρέπει να σημειωθεί ότι στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, δεν υπάρχει ρητή πρόνοια που να προνοεί την αναγκαιότητα να ακολουθούνται τα πιο πάνω και στην περίπτωση που αναλαμβάνει την εκπροσώπηση ενός εναγομένου άλλος δικηγόρος εις αντικατάσταση του προηγούμενου ή όταν προστίθεται και άλλος δικηγόρος στην εκπροσώπησή του. Τούτο βέβαια γίνεται, ως θέμα καλής πρακτικής (βλ. Christakis Christoforou Ttofaros v. Niki E. Vassiliou and Others
(1970)1 C.L.R. 17). Όπως εξ' άλλου σημειώνεται στη σελ. 74 του τόμου 36 της Αγγλικής σειράς συγγραμμάτων Halsbury's Law's of England: «The solicitor's authority to act for his client arises from his retainer, and thus is confined to transacting the business to which the retainer extends or impliedly extends». Άλλωστε ως υπεδείχθη στην υπόθεση Τούλλα Τρύφωνος το γένος Κυρ. Μακρίδη v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, ημερ. 27.03.2018 (απόφαση πλειοψηφίας), η ως άνω αρχή βρίσκει έρεισμα σε νομολογία στην οποία και παραπέμπει ενώ είναι διάχυτη στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, παρά το γεγονός ότι ταυτόχρονα επισημάνθηκε η απόφαση στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ v. Lakis Georgiou Construction Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A411, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2012, ημερ. 06.09.2016 (απόφαση πλειοψηφίας) με την οποία αποφασίστηκε ότι η μεταγενέστερη καταχώρηση διοριστήριου εγγράφου επιδρά διορθωτικά, προς αποκατάσταση της σημειωθείσας παρατυπίας. Παρά τις ως άνω γενικότερες επισημάνσεις και αναφορές, γεγονός παραμένει ωστόσο ότι το ζήτημα της εξουσιοδότησης ενός δικηγόρου να ενεργεί για κάποιο διάδικο μπορεί να αμφισβητηθεί με την καταχώρηση ξεχωριστής επί τούτου αίτησης και όχι μέσω των δικογράφων (βλ. Demetriou v. Lloyd' s Underwriters
(1982)C.L.R. 711). Ως υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, στις σελ. 183 - 184 υπό τον τίτλο "Unauthorised Appearance": «If a solicitor appears for a defendant without his knowledge or authority, the defendant has a clear right to have the appearance vacated (Re Gray; Gray v. Coles [1891], 65 L.T. 743, in that case on motion; in Yonge v. Toynbee, [1910] 1 K.B. 215, C.A., and The Neptune, [1919] P. 21, on summons; in Simmons v. Liberal Opinion', [1911] 1 K.B. p. 968, on application in Court at conclusion of trial).» Ομοίως, στην υπόθεση Daimler & Co v. Continental Tyre Co Ltd
(1916)2 A.C. 307, στο λόγο της οποίας γίνεται αναφορά στην υπόθεση Ρέας Ανδρονίκου και άλλος v. Επιτροπής του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, ημερ. 24.02.2016 (αποφάσεις πλειοψηφίας και μειοψηφίας), επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά η θέση ότι το ζήτημα του διορισμού δικηγόρων (στην περίπτωση εκείνη δικηγόρων του ενάγοντα) θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο προώθησης σχετικής επί τούτου αίτησης, παρά την υπόδειξη για την δυνατότητα του Δικαστηρίου, σε κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, να εξετάσει το ζήτημα ακόμα και αυτεπάγγελτα κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, όταν διαπιστώνει ότι ο ενάγοντας είναι αδύνατο να έδωσε τέτοια εξουσιοδότηση, (π.χ επειδή είναι ανήλικος ή εκ του νόμου εμποδίζεται να πράξει τούτο) πραγματικότητα που δεν ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση. Όπως υποδείχθηκε από τον Lord Parker of Waddington στην ως άνω Αγγλική απόφαση : « ... It is true that a question whether the plaintiff's solicitor has or has not been validly retained is in general brought before the Court by motion to which the solicitor is made a party. But when the Court in the course of an action becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it ought not to allow the action to proceed. It clearly would not do so in the case of an infant plaintiff, and I can see no difference in principle between the case of an infant and the case of a company which has no directors or other officers capable of giving instructions for the institution of legal proceedings.». Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως προβλέπεται στην Δ.27 θ.1 και 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και επεξηγηθεί από την νομολογία των Δικαστηρίων μας. (Βλ. Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, In Re Hjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, Stylianides v. Paschalides
(1985)1 C.L.R. 49). Η ως άνω πρόνοια των Διαδικαστικών Κανονισμών τίθεται σε εφαρμογή μόνο όταν υπάρχει ξεκάθαρη ή αποδεκτή δέσμη γεγονότων τα οποία είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, παραμένοντας για το τελευταίο απόφαση μόνο σε σχέση με το νομικό ή τα νομικά σημεία. Προκαταρκτικό νομικό σημείο είναι δυνατό να εκδικαστεί μόνο πάνω στη βάση ξεκάθαρου παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. (Βλ. Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 σελ. 571 και επ., Ανδρέας Πιερίδης v. Kevork Keshishian κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 224 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225). Αποτελεί βασική αρχή ότι μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Δ.27, τα οποία θα είναι είτε εν όλο είτε εν μέρει καθοριστικά για την αντιδικία μεταξύ των διαδίκων. Όπως έχει σημειωθεί από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην υπόθεση Greenock Navigation v. Tradex
(1988)1 C.L.R. 709, παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα είναι ανεπιθύμητο να διασπάται η δίκη, μπορεί να δικαιολογηθεί η ακρόαση σοβαρών νομικών ζητημάτων προκαταρκτικά της δίκης, εφ' όσον η επίλυση τους δεν συναρτάται με αμφισβητούμενα γεγονότα αφενός και θα ήταν λυσιτελής ως προς ένα ή περισσότερα επίδικα θέματα αφ' ετέρου. Η νομολογία των Δικαστηρίων μας, υποδεικνύει ότι η διαταγή για προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να γίνεται σε απλές και καθαρές περιπτώσεις, ασκούμενη πάντα με φειδώ, αφού το Δικαστήριο εξετάσει αν το εγειρόμενο ζήτημα είναι αμιγώς νομικό θέμα με αναφορά σε γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και καταγράφονται στην αγωγή. Όπου τα γεγονότα χρειάζεται να φωτιστούν με μαρτυρία, είναι ορθότερο και θα πρέπει να ακολουθηθεί η κανονική διαδικασία δικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς, ως οι πρόνοιες της Δ.33 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν. Των ως άνω λεχθέντων δεν πρέπει ταυτόχρονα να διαλανθάνει της προσοχής η σημαντική επισήμανση στην πιο πάνω Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική, σελ. 571-573, πως καθ' ην έκταση συντρέχουν οι προϋποθέσεις, η επίλυση ενός προδικαστικού θέματος είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά ενδείκνυται ενόψει των πλεονεκτημάτων που ενέχει για την απονομή της δικαιοσύνης. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης εξάλλου, αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 CLR 370). Σκοπός της Δ.27 είναι ασφαλώς η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση ή ουσιαστικού μέρους της αχρείαστη. Είναι γι' αυτό το λόγο που έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι ο ενδεικνυόμενος χρόνος για την υποβολή αιτήματος ως το υπό συζήτηση είναι ο χρόνος ορισμού της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή εν πάση περιπτώσει εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Οι συνήγοροι δεν θα πρέπει να περιμένουν μέχρι την ημερομηνία ακρόασης για να προτάξουν παρόμοιας φύσης αίτημα, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης και προκαλώντας έξοδα. (Βλ. Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the Stylianos Madriotis
(1963)2 C.L.R. 167). Παραμένοντας στο ζήτημα του χρόνου, ως έχει ήδη σημειωθεί, η πλευρά των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση υποδεικνύει ότι η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο, επισημαίνοντας παράλληλα το γεγονός πως ούτε στον Τύπο 25, που καταχωρήθηκε από τον δικηγόρο των ως άνω Εναγομένων - Αιτητών, ζητήθηκε η προδικαστική εκδίκαση οποιουδήποτε σημείου. Υποδεικνύοντας ότι το αίτημα θα έπρεπε να καταχωρηθεί άμεσα μετά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων, υποστηρίζει ότι η ως άνω εξέλιξη θα πρέπει σοβαρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σφραγίζοντας εξ΄ αρχής την τύχη της. Η ως άνω θέση των Καθ΄ ων η αίτηση, με τον απόλυτο τουλάχιστο τρόπο που φαίνεται να προβάλλεται, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Είναι γεγονός, στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να προωθείται παρόμοιο αίτημα, αιτήσεις αυτής της μορφής δεν θα πρέπει να αφήνονται να λειτουργούν ως ανάχωμα για τη μη πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων των πολιτών ούτε να προωθούνται κατά τρόπο καταχρηστικό. Εξακολουθεί ωστόσο να αποτελεί τούτο ζήτημα που εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη βάση πάντα των γεγονότων και των ιδιαίτερων περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό εξέταση υπόθεση. Είναι αυταπόδεικτο ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο τον τρίτο - ανεξάρτητο παρατηρητή, το γεγονός ότι η υπόθεση, ενόψει ενδιάμεσων διαδικασιών αλλά και της δυσκολίας που προέκυπτε στην επίδοση της αγωγής στους Εναγομένους 1 και 5, παρά την συμπλήρωση των δικογράφων σε σχέση με τους Εναγομένους 2, 3 και 4, σε καμία περίπτωση δεν είχε προγραμματιστεί για σκοπούς ακρόασης επί της ουσίας. Έχοντας υπόψη την γενικότερη εξέλιξη της διαδικασίας και τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, παρά την ως άνω εκδηλωθείσα δικονομική συμπεριφορά των Εναγομένων 2, 3 και 4 σε σχέση με τον χρόνο προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτή δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στα όρια της κατάχρησης των διαδικασιών εκ μέρους των ως άνω Εναγομένων, ούτε η ως άνω δικονομική συμπεριφορά των τελευταίων σε σχέση με τον χρόνο που επέλεξαν να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση, από μόνης της, επέδρασε αρνητικά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου για γρήγορη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων. Είναι γεγονός ότι κατά επανάληψη έχει υπογραμμιστεί από τη Νομολογία των Δικαστηρίων μας το ανεπιθύμητο της διπλής ιδιότητας δικηγόρου, ο οποίος, πέραν από την ιδιότητα του ως τέτοιος, συμμετέχει σε μια δικαστική διαδικασία και ως μάρτυρας γεγονότων. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ο κ. Μιχαηλίδης, ο οποίος ως υπέδειξε αποτελεί ταυτόχρονα και στέλεχος - αξιωματούχο των Εναγομένων εταιρειών 2 και 3, επέλεξε να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό συζήτηση αίτησης. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω πρακτική, να εξακολουθεί δηλαδή ο κ. Μιχαηλίδης να εμφανίζεται σαν δικηγόρος των Εναγομένων ενώ παράλληλα να προσφέρει τη μαρτυρία του προς υποστύλωση των θέσεων των Εναγομένων εταιρειών 2 και 3, επικαλούμενος έστω το γεγονός ότι αποτελεί Διοικητικό Σύμβουλο και/ή Μέτοχο των τελευταίων, δεν φαίνεται να είναι η πλέον ενδεδειγμένη από δεοντολογικής σκοπιάς, (βλ. Δημητρίου κ.α. v Sidorenko
(2011)1(B) A.A.D. 1095) έχοντας κατά νου ότι τον δικονομικό χειρισμό και την παρουσίαση της αίτησης ανέλαβε άλλος δικηγόρος που στο μεταξύ εμφανίστηκε στη διαδικασία ομοδικώντας με τον κ. Μιχαηλίδη για τους Εναγομένους - Αιτητές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η ως άνω συμπεριφορά, σε αυτό τουλάχιστο το στάδιο, δεν φαίνεται να επηρέασε την έκβαση της υπόθεσης, κρίνεται ότι δεν είναι ικανή, από μόνη της, να οδηγήσει στις καταλυτικές συνέπειες που η πλευρά του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων εισηγείται, οδηγώντας αυτοδικαίως και αυτόματα στην απόρριψη της αίτησης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση επιζητείται από την πλευρά των αιτητών να επιλυθούν προδικαστικά, ανάμεσα σε άλλα, θέματα δεδικασμένου που ως υποστηρίζουν προκύπτουν σε σχέση με ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Τούτο, ως προβάλλουν, ενόψει τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων Ρωσικών δικαστηρίων. Κώλυμα λόγω δεδικασμένου είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) αλλά και σε σχέση με το επίδικο θέμα (issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120 και Halsbury' s Laws of England, 5th Ed., Vol. 12, par. 1169). Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι υπάρχει προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητάς τους, ταύτιση επιδίκων θεμάτων, ενώ μπορεί να αφορά επίδικα θέματα που όχι μόνο ηγέρθηκαν σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία αλλά και όσα θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εγερθούν σε αυτήν (Κατσελλή Γιαννούλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 585). Στην υπό εξέταση περίπτωση, επί του συζητούμενου, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου η ύπαρξη αριθμού αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων. Γεγονός παραμείνει ωστόσο ότι οι ως άνω αποφάσεις, για τις οποίες γίνεται αναφορά από τον ομνύοντα Μ. Μιχαηλίδη, αφενός δεν φαίνεται να έχουν εγγραφεί και αναγνωριστεί στη Δημοκρατία ως τέτοιες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη βεβαίωση όχι μόνο της ύπαρξης και της εγκυρότητας τους, ακόμα και της τελεσιδικίας τους (βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία Besuno, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση αρ. 269/2009, ημερ. 20.02.2014), και αφετέρου δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ανάλογη και ειδική για τα πιο πάνω ζητήματα μαρτυρία αναφορικά με τα ισχύοντα στη Ρωσική έννομη τάξη, πραγματικότητα που αφήνει το ζήτημα ανοικτό. Ομοίως, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με ανάλογη και αναγκαία προς τούτο μαρτυρία, η οποία θα επέτρεπε εκ των προτέρων την υιοθέτηση της θέσης των Αιτητών ότι η ουσιαστική διαφορά που η παρούσα υπόθεση αφορά - όπως αυτή εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης - στο σύνολό της, έχει απασχολήσει ή καλυφθεί κατά τον πιο πάνω τρόπο από τις εν λόγω Ρωσικές αποφάσεις. Ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατάλληλη μαρτυρία σε σχέση με το Ρωσικό Δίκαιο και διαδικασίες, η οποία θα επέτρεπε την υιοθέτηση της θέσης ότι τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής θα μπορούσαν πράγματι να εγερθούν στα πλαίσια των Ρωσικών διαδικασιών. Αντίθετα, έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι φανερό ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί, σε αυτό το στάδιο, αν τα θέματα και νομικά ζητήματα τα οποία ηγέρθησαν στο πλαίσιο των ως άνω Ρωσικών διαδικασιών ταυτίζονται με αυτά που εγείρονται, προωθούνται και απασχολούν στην παρούσα αγωγή. Είναι εξάλλου φανερό ότι δεν υπάρχει ταύτιση των διαδίκων της παρούσας αγωγής και της ιδιότητας τους με τους διαδίκους που κατά περίπτωση φαίνεται να αφορούν οι Ρωσικές δικαστικές αποφάσεις. Ο σκοπός άλλωστε ο οποίος επιδιώκεται μέσω της παρούσας από τις Ενάγουσες και οι θεραπείες που επιζητούνται, είναι προφανές ότι διαφέρουν από το σκοπό των διαδικασιών στις οποίες αναφέρονται οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, παραπέμποντας στις Ρωσικές διαδικασίες. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα του δεδικασμένου, ως προβάλλεται τούτο από την πλευρά των Αιτητών, είναι φανερό ότι τούτο, έχοντας κατά νου μόνο τις δικογραφημένες θέσεις των πλευρών, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ασφαλούς δικαστικής κρίσης από αυτό το πρώιμο στάδιο. Πρόκειται άλλωστε για ζήτημα που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν φαίνεται να αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα τα οποία ξεκάθαρα προκύπτουν από την δικογραφία αλλά να διασυνδέεται και με πραγματικά γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω σχετική μαρτυρία, για να μπορέσει το τελευταίο να τοποθετηθεί επί τούτου. Ούτε το ζήτημα της δικαιοδοσίας και/ή ακαταλληλότητας του Δικαστηρίου λόγω αναρμοδιότητας να επιληφθεί δικαστικά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ως τέθηκε από τους Αιτητές, φαίνεται να μπορεί να απασχολήσει προδικαστικά στην υπό συζήτηση περίπτωση. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως αναδύονται από τις δικογραφημένες θέσεις των πλευρών, καταδεικνύουν αναμφίβολα μια πολυπλοκότητα τόσο στην εξέλιξη τους όσο και στο ρόλο του καθενός από τους διαδίκους και δη τους Εναγομένους σε αυτά. Είναι φανερό ότι σε σχέση με ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά, τη στάση, το ρόλο και την εμπλοκή κάθε εναγομένου στην εξέλιξη των γεγονότων, δεν υπάρχει κοινά αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων. Γεγονός παραμένει ότι από τους Ενάγοντες αποδίδονται στους Εναγόμενους συγκεκριμένοι τρόποι συμπεριφοράς, αντίδρασης και εμπλοκής στην ισχυριζόμενη σε βάρος τους συνομωσία και γενικότερα στην εξαπάτηση τους, κατά τρόπο που η αποσαφήνιση του ρόλου που ο κάθε ένας διαδραμάτισε στην εξέλιξη των γεγονότων είναι πρωτίστως αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να τοποθετηθεί και για το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Η δικαστική τοποθέτηση εξάλλου για το ζήτημα της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στην υπό συζήτηση περίπτωση, προϋποθέτει, εκ των πραγμάτων, όχι μόνο να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα γεγονότων αλλά και στη βάση τούτων να τοποθετηθεί σε περίπλοκα και ενίοτε ασαφή νομικά ζητήματα, πραγματικότητα που δεν επιτρέπει στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του μέσω των δικογραφημένων θέσεων των πλευρών να πράξει σε αυτό το στάδιο, με την ασφάλεια που απαιτείται. Τα πιο πάνω, πέραν του γεγονότος ότι η δικονομική συμπεριφορά των ως άνω Εναγομένων - Αιτητών (οι δύο εκ των οποίων αποτελούν Κυπριακές εταιρείες) όχι μόνον να συμμετάσχουν ανεπιφύλακτα στη διαδικασία, συγκατατιθέμενοι μάλιστα όπως προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον τους καταστούν απόλυτα, αλλά και ποικιλοτρόπως λαμβάνοντας μέρος σε αυτήν, πότε προωθώντας αίτηση για τροποποίηση των συγκεκριμένων διαταγμάτων και πότε συμμετέχοντας στη κλήση του Δικαστηρίου για οδηγίες προς τον σκοπό περαιτέρω προγραμματισμού και προώθησης της υπόθεσης, αποτελούν συμπεριφορές που θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να καταδείξουν οικειοθελή υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το προτεινόμενο εξάλλου προς προδικαστική επίλυση ζήτημα της μη δυνατότητας προώθησης της αγωγής, καθ΄ ην έκταση αυτή δεν έχει επιδοθεί στους Εναγομένους 1 και 5, πέραν από το γεγονός ότι επί του θέματος της επίδοσης ή όχι της αγωγής στον Εναγόμενο 5 υπάρχει διάσταση θέσεων, δεν έχει καν εξηγηθεί στο Δικαστήριο γιατί, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η εξέτασή του προδικαστικά θα εξυπηρετούσε τους στόχους που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει η Δ.27 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, συνολικά θεωρούμενων, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί και η Νομολογία των Δικαστηρίων μας θέτει για την εκδίκαση των ζητημάτων που προκρίνονται από την πλευρά των Αιτητών, προδικαστικά. Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο