Χρυσοστόμου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 297A/2019, 20/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A533 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 297Α/2019 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/65όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ:
- XXXXX Χρυσοστόμου
- XXXXX Χρυσοστόμου Μαυρονικόλα Αιτητών-Εφεσειόντων -και- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 20.11.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για καθ' ης η αίτηση: κα Ρ. Ολυμπίου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ότι επιδιώκεται από την πλευρά των Αιτητών - Εφεσειόντων με την προώθηση από μέρους τους της υπό συζήτηση Αίτησης - Έφεσης, είναι η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» η οποία έχει αποσταλεί σύμφωνα με το Μέρος VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), αναφορικά και σε συνάρτηση με το ενυπόθηκο ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής 4/6X5, Φ/Σχ. 21/53W1, Τμήμα 4, Τεμ.5X7 στην Έγκωμη, Λευκωσίας, ως αυτό ειδικότερα περιλαμβάνεται και περιγράφεται στην Υποθήκη με αριθμό ΥXXXX/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Περαιτέρω, αξιώνεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται γενικότερα η διαδικασία εκποίησης του ως άνω ακινήτου που δρομολογήθηκε στη βάση των διατάξεων του μέρους VIA του ως άνω νόμου, ως επίσης απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσονται αντισυνταγματικές, άκυρες, άνευ νομικής ισχύος και εσφαλμένες, τόσο η ως άνω ειδοποίηση ΙΑ όσο και ειδοποίηση ΙΒ. Ομοίως, αξιώνεται όπως κηρυχτούν αντισυνταγματικές και άκυρες οι τροποποιήσεις των άρθρων 44Α - 44Γ του Ν.9/1965, δυνάμει του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28, 30, 35, 82 και 144 του Συντάγματος. Πέντε συνολικά λόγοι έφεσης προκρίθηκαν από την πλευρά των Αιτητών - Εφεσειόντων. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «Α. Εκκρεμεί αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύσει στην Καθ' ης η αίτηση να προωθεί την διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Β. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις και δεν έχουν επιδοθεί στις Αιτήτριες. Γ. Κατά παράβαση του άρθρου 44Γ
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, η Ειδοποίηση Τύπου «I» δεν συνοδεύτηκε από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αλλά από μία υποτυπώδη σύνοψη στην οποία δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες για το πώς υπολογίστηκαν τα οφειλόμενα χρέη, και ως εκ τούτου, αυτή καθίσταται παράνομη και τα ρηθέντα χρέη δεν εδύναντο μετέπειτα να γίνουν το αντικείμενο της απαίτησης των Ειδοποιήσεων του Τύπου «ΙΑ». Δ. Λόγω αντισυνταγματικότητας του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί που παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητριών και συγκεκριμένα το δικαίωμα στην ακίνητη ιδιοκτησία άρθρο 23, το δικαίωμα στην ισότητα άρθρο 28 και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο άρθρο 30 του Συντάγματος. Η αναδρομική ισχύς των άρθρων 44Β και 44Γ του Ν.9/1965 είναι αντισυνταγματική διότι επιτυγχάνει εκ των υστέρων (ex post facto) νομικά αποτελέσματα σε σχέση με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητριών. Ε. Λόγω αντισυνταγματικότητας του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί που παραβιάζει την αρχή και/ή το δόγμα της διάκρισης των εξουσιών.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Χρυσοστόμου, (εφεσείοντα αρ.1) ημερομηνίας 19.07.
- Ο ως άνω ομνύων, παραπέμποντας γενικότερα στη συνεργασία των εφεσειόντων με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στη δανειοδότηση της οποίας οι εφεσείοντες έτυχαν από την τελευταία και την υποθήκευση του ως άνω ακινήτου προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν στο πλαίσιο της ως άνω συνεργασίας, σημειώνει παράλληλα το γεγονός ότι στις 19.07.2019, οι εφεσείοντες έχουν καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή εναντίον της ως άνω τράπεζας, στο πλαίσιο της οποίας, μεταξύ άλλων, καταγγέλλουν την παράλειψη της τελευταίας να συνεργαστεί μαζί τους και να προβεί σε αναδιάρθρωση των λογαριασμών τους. Παρά τις προσπάθειες που οι εφεσείοντες κατέβαλαν και τις συγκεκριμένες προτάσεις που υπέβαλαν προς το σκοπό της αναδιάρθρωσης, η εφεσίβλητη τράπεζα, προκρίνει, δρομολόγησε σε βάρος τους διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/1965 αποστέλλοντας σχετικές ειδοποιήσεις. Επαναλαμβάνοντας και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους λόγους έφεσης που προβάλλονται στην αίτηση - έφεση, προβάλλει καταληκτικά τη θέση ότι το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» και κατ' επέκταση την ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη τράπεζα εμφανίστηκε στη διαδικασία, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Αριθμός λόγων ένστασης προτάσσονται από την πλευρά της, μέσω των οποίων επιχειρείται απάντηση στις αιτιάσεις των εφεσειόντων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται πως: «
- Η υπό κρίση γενική αίτηση έφεσης είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη καθότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να επιτραπεί η έκδοση των Επίδικων Διαταγμάτων.
- Οι ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» έχουν δεόντως αποσταλεί και επιδοθεί στους Αιτητές και η διαδικασία για τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή αρ.1 ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα σε πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
- Οι ειδοποιήσεις «Τύπος I» και «Τύπος ΙΑ» πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής καλούμενος ως ο «ο Νόμος»).
- Η ύπαρξη μονομερούς ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος από μέρους των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση που εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης ή αναστολής της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή αρ.1 με πλειστηριασμό βάση των διατάξεων του τροποποιηθέντος νομοθετικού πλαισίου του Νόμου.
- Οι αξιούμενες θεραπείες και/ή τα αιτητικά υπό Α - Στ, ως καταγράφονται στην Επίδικη Αίτηση δεν μπορούν να επιτύχουν, καθώς το μοναδικό ένδικο διάβημα που δύνανται να λάβουν οι Αιτητές μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι η καταχώριση Γενικής Αίτησης Έφεσης με σκοπό τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» και όχι η έκδοση γενικού απαγορευτικού διατάγματος ή διατάγματος που να κηρύσσει αντισυνταγματικό το Νόμο. Εναλλακτικά και/ή με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών των Αιτητών, καθώς η μόνη ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία είναι η καταχώρηση Γενικής Αίτησης Έφεσης για ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» στη βάση συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης, διαδικασία η οποία δεν προσφέρεται για την αναζήτηση άλλου είδους θεραπειών.
- Η κατάσταση λογαριασμού που επιδόθηκε στους Αιτητές είναι ορθή σε ότι αφορά το περιεχόμενο της και δεν αποσείεται το βάρος αποδείξεως που φέρουν οι Αιτητές περί του αντιθέτου. Εν πάση περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ».
- Δεν υπάρχει εκ του Νόμου καθορισθείσα ερμηνεία και/ή πρόνοια ως προς το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, επομένως καμία υποχρέωση δεν ανατίθεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση για να προβούν σε επίδοση οποιασδήποτε επιπρόσθετης κατάστασης και/η περαιτέρω λεπτομερούς παράθεσης δεδομένων.
- Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή αρ.1 ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από τους Καθ' ων η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που τους παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα τους, καθώς επίσης και με βάση την ισχύουσα Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερομηνίας 06/03/2009 του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή αρ.1 (στο εξής καλούμενη ως η «Επίδικη Σύμβαση Υποθήκης»).
- Τυχόν εξέταση της συμβατότητας του Νόμου 9/1965 με το Κυπριακό Σύνταγμα δεν θα οδηγήσει σε επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς και/ή ο έλεγχος της συμβατότητας του Νόμου 9/1965 με το Κυπριακό Σύνταγμα δεν είναι απαραίτητος για τη διεκπεραίωση της Γενικής Αίτησης Έφεσης και/ή τα Δικαστήρια δεν παρέχουν γνωματεύσεις επί θεμάτων συνταγματικότητας.
- Άνευ βλάβης του λόγου ένστασης υπ' αρ. 11, δεν προκύπτει ασυμβατότητα των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν. 9/1965, ως τροποποιείται από καιρού εις καιρόν, με το Κυπριακό Σύνταγμα, ούτε αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρουν οι Αιτητές στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης.
- Οι νομολογιακώς καθιερωμένες αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση έτσι ώστε να κλονίζεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και/ή οι Αιτητές δεν αποσείουν το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης.
- Ούτε στην Αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ.1 που τη συνοδεύει παρατίθεται το αιτιολογικό υπόβαθρο και/ή επεξηγείται επαρκώς ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας του επίδικου Νόμου, ως τροποποιείται από καιρού εις καιρόν, έτσι ώστε να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού και να εκθεμελιώνεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Ο νόμος είναι ευθυγραμμισμένος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή τυχόν έγκριση των αιτημάτων των Αιτητών θα παραβιάσει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση στην ιδιοκτησία, ως της έχει παραχωρηθεί δια της σύναψης της Επίδικης Σύμβασης Υποθήκης με τον Αιτητή αρ.
- Δεν προκύπτει και δεν στοιχειοθετείται εκ μέρους των Αιτητών καμία παραβίαση της αρχής της ισότητας ως κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Κυπριακού Συντάγματος.
- Δεν προκύπτει και δεν στοιχειοθετείται εκ μέρους των Αιτητών καμία παραβίαση του άρθρου 30 του Κυπριακού Συντάγματος το οποίο προασπίζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
- Η αναδρομική ισχύς του Νόμου είναι καθόλα νόμιμη και δεν επηρεάζει κανένα αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα των Αιτητών, το οποίο προϋπήρχε. Το δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση να προχωρήσουν με διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή αρ.1 προϋπήρχε από την συνομολόγηση της Επίδικης Σύμβασης Υποθήκης, ενώ η τροποποιηθείσα νομοθεσία παρέχει επιπρόσθετα το δικαίωμα στους Αιτητές να αποταθούν στο Δικαστήριο με σκοπό την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, ως έπραξαν εν προκειμένω.
- Δεν προσκομίζεται επαρκής μαρτυρία η οποία να κλονίζει πέραν πάσης αμφιβολίας το τεκμήριο της συνταγματικότητας του Νόμου και ούτε εξειδικεύεται το πώς ο επίδικος Νόμος συγκρούεται με έκαστο νομοθέτημα που παρατίθεται στη νομική βάση, ώστε να είναι εφικτή η παράθεση επιχειρηματολογίας εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση.
- Δια της συνομολόγησης της Επίδικης Σύμβασης Υποθήκης από τον Αιτητή αρ.1 παραχωρήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση το δικαίωμα εκποίησης του βεβαρημένου ακινήτου του Αιτητή αρ. 1, με οποιοδήποτε τρόπο οι Καθ' ων η Αίτηση επιλέξουν.
- Δεν προκύπτει και δεν στοιχειοθετείται εκ μέρους των Αιτητών καμία παραβίαση της αρχής και/ή του δόγματος της διάκρισης των εξουσιών.» Ο XXXXX Βανέζης, λειτουργός όπως δηλώνει στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εφεσίβλητης τράπεζας, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει επίσης σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, απορρίπτοντας τις θέσεις και αιτιάσεις που προκρίνονται από τους εφεσείοντες και εισηγούμενος καταληκτικά την απόρριψη της Αίτησης - Έφεσης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί θέση της πλευράς των εφεσειόντων ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις που επιδόθηκαν στην πλευρά τους - της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» περιλαμβανομένης - ως αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που ενσωματώθηκαν στο σχετικό νόμο μέσω του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, θα πρέπει σωρευτικά να παραμεριστούν, καθ' ην έκταση οι σχετικές τροποποιήσεις παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα των εφεσειόντων, ειδικότερα αυτά που κατοχυρώνονται στα άρθρα 23, 28, 30, 35, 82 και 144. Η αναδρομική ισχύς των ως άνω τροποποιήσεων του νόμου, υποδεικνύεται, έχει σαν αποτέλεσμα την επέμβαση του νόμου σε ήδη υπάρχουσες διαδικασίες, παραβιάζοντας συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εφεσειόντων κατά τον τρόπο που προβάλλεται στη ένορκη δήλωση του Μάριου Χρυσοστόμου. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, παρά μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε απασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128 ). Ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485). Αναδύεται ταυτόχρονα από τη νομολογία των δικαστηρίων μας ότι διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας διατάξεων νόμου, οφείλει να καθορίσει επακριβώς τα άρθρα του νόμου που αμφισβητεί και τη συνταγματική διάταξη στην οποία κατά την άποψή του αυτά προσκρούουν. Ως υποδείχτηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. (Βλ. επίσης Οικονόμου ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676 και Μαυρογένης ν. Βουλής κ.α. (Αρ.3) 1996
(1)Α.Α.Δ. 315 και Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων). Η ενασχόληση κατά προτεραιότητα με την ως άνω εισήγηση της πλευράς των εφεσειόντων κρίνεται σκόπιμη και ωφέλιμη για σκοπούς της παρούσας. Η τοποθέτηση του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι δεν θα αποτελούσε ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά από μόνη της δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, καθιστώντας εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με τα άλλα, ειδικότερα ζητήματα που προωθούνται από την πλευρά των αιτητών. Το Δικαστήριο, ευθυγραμμισμένο πάντως με την καλά καθιερωμένη νομολογία επί του ζητήματος, θα απασχολήσουν ζητήματα επί του συζητούμενου που έχουν τεθεί με τον δέοντα τρόπο ενώπιων του. Στο πλαίσιο της απόφασης μου, στην Αίτηση - Έφεση 108/209, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 18.07.2019, είχα την ευκαιρία, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα, να τοποθετηθώ για το ζήτημα της «αναδρομικότητας», όπως αυτό προβάλλεται και στην παρούσα περίπτωση από την πλευρά των εφεσειόντων, ζήτημα που προκρίθηκε από την ίδια ευπαίδευτη συνήγορο που και σε εκείνη την περίπτωση εκπροσωπούσε τους αιτητές - εφεσείοντες. Με κάθε σεβασμό, διατηρώντας τις ίδιες θέσεις επί του ζητήματος, τις επαναλαμβάνω ενθέτοντας τις και στην παρούσα. Ως σημειώθηκε στην τοποθέτηση του Δικαστηρίου: «Είναι γεγονός ότι η γενική αρχή δικαίου, αναγνωρίζει ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν, μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες δεν καλύπτονται από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Χριστοφίδης v. Πατίχης
(2002)1 (Α) AAΔ 245 και Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) ΑΑΔ 1670). Συνακόλουθα, η αναδρομική ισχύς του νόμου, από μόνη της, δεν οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι το νομοθέτημα είναι αντισυνταγματικό. Σημειώνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο νομοθέτης μέσω του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, αλλά και προγενέστερου τροποποιητικού νόμου, ήτοι του Ν.142(Ι)/2014, ρητά και κατηγορηματικά έχει προσδώσει αναδρομικότητα στις διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965. Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών - εφεσειόντων, η εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν φαίνεται από μόνη της να προκαλεί οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εφεσειόντων ως προβάλλεται από την πλευρά τους. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στις Υποθήκες με αρ. ΥXXXXX/2007, ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2009, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, διέθεσαν τη συγκεκριμένη ακίνητη τους περιουσία, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της τράπεζας για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των ως άνω από μακρού χρόνου ενυπόθηκων ακινήτων, προς ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους, το οποίο, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, έχει ήδη καταστεί υπερήμερο. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα των ιδιοκτητών όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί και καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους τους της παραχώρησης των ως άνω ακινήτων τους για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε βεβαίως οποιοδήποτε κεκτημένα δικαιώματα των εφεσειόντων. Η έγερση και μόνο των αγωγών υπ' αρ. 5504/2013 και 4651/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δεν αποκρυσταλλώνει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα για τους εφεσείοντες (δες κατ' αναλογία Republic v Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419). Είχα την ευκαιρία σε υποθέσεις του είδους να υποδείξω, (βλ. μεταξύ άλλων Αρ. Αίτησης - Έφεσης 437/2018 απόφαση ημερ. 21.03.2019, Ε.Δ. Λευκωσίας και Αρ. Αίτησης - Έφεσης 275/2018 απόφαση ημερ. 18.09.2018, Ε.Δ. Λευκωσίας) όπως και άλλοι αδελφοί μου δικαστές, ως εντοπίστηκε τούτο από την ευπαίδευτη συνήγορο που εμφανίζεται για την εφεσίβλητη τράπεζα, θέση που επαναλαμβάνω και στα πλαίσια της παρούσας, ότι μέσω άρθρων που ενσωματώθηκαν στο μέρος VIA του Ν.9/1965, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση των ιδιοκτητών τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα, ως ειδικότερα προκρίνει η πλευρά των εφεσειόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση.». Όπως και στην αμέσως πιο πάνω υπόθεση, και στην υπό συζήτηση περίπτωση εντοπίζεται ότι στο ίδιο το Έγγραφο Υποθήκης, (τεκμήριο αρ.1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση - Έφεση), ειδικότερα στον όρο αριθμός 4, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προβεί σε οποιαδήποτε πώληση του ενυπόθηκου κτήματος: «. είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε απευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, ..». Οι συμβαλλόμενοι ενυπόθηκοι οφειλέτες δηλαδή, ευθύς εξ αρχής συνομολόγησαν, γνώριζαν και προφανώς αποδέχονταν τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων αν το επιθυμεί και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τους ίδιους. Συνακόλουθα, η προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 μέσω ιδιωτικής πώλησης απευθείας χωρίς την εμπλοκή του κτηματολογίου, φαίνεται εξ αρχής να είναι απόλυτα σύμφωνη με τους όρους των υποθηκών που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες παραχώρησαν. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί, πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίηση του με τον τροποποιητικό νόμο 142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του Μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς απαραίτητα εμπλοκή του Δικαστηρίου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Όπως επισημάνθηκε στην πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.09.2019, όπου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μέσω του οποίου να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη τράπεζα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία των εφεσειόντων που βαρυνόταν με αριθμό υποθηκών, σημείωσε ότι: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Η ενσωμάτωση των ως άνω άρθρων στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να προσβάλλει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που διασφαλίζονται στα άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος, ενώ η προβαλλόμενη θέση περί παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, κατά τον τρόπο που εισηγείται τούτο η πλευρά των εφεσειόντων, δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί. Έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του νόμου, η θέση πως με τη θέσπιση τους η Βουλή των Αντιπροσώπων παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας, κατά τον γενικό έστω τρόπο που εισηγούνται οι εφεσείοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ομοίως, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η προβαλλόμενη θέση περί παραβίασης του άρθρου 30 του Συντάγματος με την εισαγωγή των σχετικών άρθρων στο νόμο. Πολλαπλά δικονομικά μέσα και διαβήματα παρέχονται στους εφεσείοντες, επιτρέποντας τους να επιζητήσουν ενώπιον των Δικαστηρίων θεραπείες σε σχέση με τα ζητήματα που τους απασχολούν στα πλαίσια της όποιας διαφοράς έχουν με την τράπεζα. Άλλωστε, η εκκρεμούσα ως άνω αγωγή που δρομολογήθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου με την προώθηση και μόνο της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965. Ήδη ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής Αρ. 1883/2019 που οι εφεσείοντες καταχώρισαν σε βάρος της τράπεζας, οι ίδιοι δρομολόγησαν αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου. Υπό το σύνολο όσων στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισαγωγή στο συγκεκριμένο μέρος του νόμου των άρθρων που επικεντρώθηκαν οι εφεσείοντες, δεν επιδρούν καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους ως η πλευρά των τελευταίων υποστηρίζει, επιβάλλοντας κατά τον τρόπο που εισηγούνται την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ξεκάθαρες είναι οι πρόνοιες του ως άρθρου 44Γ
(3)του Ν.9/1965. Σε περίπτωση που υφίσταται ένας από τους έξι λόγους που κατά τρόπο περιοριστικό παρατίθενται σε αυτό, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη καθώς και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Πρόκειται δηλαδή για διαδικασία με εξ αρχής προσδιορισμένο και περιορισμένο σκοπό, αφού στο πλαίσιο της, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο κατά πόσο ισχύει ένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο σχετικό νόμο λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Με δεδομένη την ως άνω πρόνοια του νόμου, οποιοιδήποτε λόγοι έφεσης ή παράπονα που εκφράζουν οι εφεσείοντες - αιτητές στο πλαίσιο του υπό συζήτηση δικονομικού τους διαβήματος κατά της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», στην έκταση που αυτοί δεν άπτονται ζητημάτων που κατά το πιο πάνω άρθρο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης σε Έφεση του είδους, εκ των πραγμάτων και καθ' ην έκταση δεν περιλαμβάνονται ή συσχετίζονται με τους καθορισμένους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», ως εξαντλητικά αυτοί απαριθμούνται και προβλέπονται στο νόμο, δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικό αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεδομένη είναι η δυνατότητα προβολής οποιονδήποτε τέτοιων ζητημάτων στα πλαίσια ανάλογων ένδικων μέσων, ως τούτο διασφαλίζεται και από το άρθρο 44Β
(3)του Ν.9/1965. Των ως άνω λεχθέντων και παρά το γεγονός ότι λόγοι έφεσης που αφορούν την επίδοση, τον τύπο, το περιεχόμενο και εγκυρότητα ή νομιμότητα της ειδοποίησης Τύπος «Ι» και της κατάστασης λογαριασμού που επισυνάπτεται σε αυτή δεν περιλαμβάνονται στους λόγους έφεσης που εξαντλητικά διαλαμβάνονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο ειδοποιήσεων που προηγούνται της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» θα πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο, υπό την έννοια του ότι τούτο είναι δυνατόν να επηρεάσει είτε την αναγκαιότητα η ως άνω ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» να πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, είτε τη δέουσα επίδοση της, για παράδειγμα εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, οι εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών επί του συζητούμενου, δεν μπορούν επίσης να υιοθετηθούν. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου καταδεικνύεται ότι η σχετική ειδοποίηση Τύπος «Ι» που έχει προηγηθεί, συμπληρωμένη στον ορθό τύπο και με το ορθό περιεχόμενο, δεόντως και νομότυπα φαίνεται να έχει επιδοθεί στους εφεσείοντες σε χρόνο πολύ προγενέστερο των τριάντα
(30)ημερών που τίθεται ως προθεσμία για τη νομότυπη επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», με την τελευταία να έχει επίσης επιδοθεί σε χρόνο προγενέστερο των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία του προγραμματισμένου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακίνητου που περιγράφεται στην υποθήκη ΥXXXX/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ο οποίος έχει καθοριστεί για την 20.11.2019 μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ.. Σε σχέση με τη μορφή και το περιεχόμενο που πρέπει να έχει το έγγραφο που συνιστά «κατάσταση λογαριασμού» που συνοδεύει την ειδοποίηση Τύπος «Ι» για τους σκοπούς του άρθρου 44Γ
(1)του νόμου, ζήτημα που ειδικότερα απασχόλησε την πλευρά των εφεσειόντων, παρεμβάλλεται ότι στο σχετικό νόμο δεν καθορίζεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος τύπος για το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει η κατάσταση λογαριασμού. Οι μόνες προϋποθέσεις που τίθενται είναι ότι το συγκεκριμένο έγγραφο θα πρέπει να αναφέρει το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, τους τόκους και τα έξοδα για την είσπραξη του. Πρέπει δηλαδή, με σαφήνεια να γνωστοποιείται μέσω του στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και εξόδων που θα πρέπει να καταβληθούν στον ενυπόθηκο δανειστή εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση η σχετική ειδοποίηση Τύπος «Ι» φαίνεται πράγματι να συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού η οποία τελεί σε σύμπνοια με τις σχετικές πρόνοιες του νόμου και στην οποία παρατίθενται, περιγράφονται και επεξηγούνται όλα εκείνα τα στοιχεία που ο νόμος καθορίζει ως αναγκαία και αιτούμενα, με τους ενυπόθηκους δανειστές να μην αξιώνουν οποιαδήποτε έξοδα. Ομοίως, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» φαίνεται επίσης να επιδόθηκε δεόντως στους εφεσείοντες κατά τρόπο που να συνάδει με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Σύγκριση της σχετικής ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που επιδόθηκε, με τον αντίστοιχο τύπο που παρατίθεται στο σχετικό δεύτερο παράρτημα του νόμου, καταδεικνύει ότι αυτή συντάχθηκε στον ορθό τύπο και με το προβλεπόμενο περιεχόμενο. Η προώθηση εκ μέρους των εφεσειόντων της αγωγής Αρ. 1883/2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δεν θα μπορούσε, από μόνη της, να ανακόψει την διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965, πολύ περισσότερο να εντάξει αυτόματα την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το πιο πάνω μέρος του νόμου στα όρια της κατάχρησης. Ούτε διαπιστώνονται στην συγκεκριμένη περίπτωση στοιχεία κακοπιστίας εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας. Η τελευταία, ως ενυπόθηκος δανειστής καθ' όλα δικαιωματικά φαίνεται να προωθεί τα συμφέροντα της και να διεκδικεί θεραπείες εκτός Δικαστηρίου, μέσω θεσμοθετημένων διαδικασιών που η νομοθεσία της παρέχει. Ομοίως, η δρομολόγηση εκ μέρους των εφεσειόντων στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής που οι ίδιοι δρομολόγησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δεν μπορεί από μόνο του να λειτουργήσει ως ανάχωμα για την προώθηση της ως άνω διαδικασίας εκποίησης στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την έκδοση σχετικού διατάγματος, πραγματικότητα που ο ίδιος ο νόμος αναγνωρίζει ως ένα από τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν στον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης (άρθρο 44Γ
(3)(δ)). Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά των εφεσειόντων δεν έχει καταδείξει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους ακύρωσης - όπως αυτοί καταγράφονται, προσδιορίζονται και οριοθετούνται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965 - δυνάμενοι να ακυρώσουν την επίδικη ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» και κατ' επέκταση τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων που αυτή αφορά. Συνακόλουθα, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο