Χρυσοστόμου κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1883/2019, 19/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A526 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1883/2019 Μεταξύ:
- *** Χρυσοστόμου
- *** Μαυρονικόλα Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 19.7.19 για Απαγορευτικά Διατάγματα Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ε. Ασσιώτου, για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Ολυμπίου, για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων των οποίων η ουσία έγκειται στο να απαγορεύσουν την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας του Ενάγοντος 1, βάσει της Υ.212./09 και του Μέρους VIΑ του Ν.9/
- Οι Ενάγοντες αποτελούν ανδρόγυνο και δέχονται στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 ότι παρέλαβαν την προβλεπόμενη Ειδοποίηση ΙΑ στις 24.6.19 και 1.7.19, με την οποία προγραμματίστηκε πλειστηριασμός για τις 20.11.
- Βέβαια, όπως είναι αντιληπτό, η αίτηση αυτή καταχωρίστηκε στις 19.7.19 με αναφερόμενο τότε στόχο να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα επειγόντως για να καταχωριστεί η προβλεπόμενη έφεση εναντίον της ειδοποίησης. Δεν αμφισβητείται όμως το αναφερόμενο από την Εναγόμενη ότι εν τέλει την ίδια μέρα, 19.7.19, καταχωρίστηκε και η έφεση υπ' αρ. 297Α/19 από τους Ενάγοντες, προφανώς χωρίς την επίκληση σχετικού λόγου έφεσης. Ούτως ή άλλως κατά την εξέταση της παρούσας στο αρχικό στάδιο, ήτοι στις 22.7.19, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί, εξ ου και έχει καταστεί πλέον διά κλήσεως. Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R.557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ.248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ.201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ.331/17, ημερ.21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ.16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Εξέταση προϋποθέσεων Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση επισημαίνεται πως οι Ενάγοντες δεν έχουν μέχρι στιγμής καταχωρίσει την έκθεση απαίτησης τους. Στη γενική οπισθογράφηση καταγράφουν 11 συνολικά αξιώσεις αρκετές εκ των οποίων αφορούν αναγνωριστικές αποφάσεις για την έκνομη συμπεριφορά της Εναγομένης ενώ συμπεριλαμβάνεται και αξίωση για ακύρωση όλων των συμφωνιών, καθώς και αξίωση για αποζημιώσεις για αντισυμβατική συμπεριφορά, οι οποίες σε συνδυασμό με όσα αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση συνιστούν αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής για τις οποίες, εάν επιτύχουν θα δικαιούνται σε αντίστοιχη θεραπεία. Όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας, στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Ενάγων 1 εξηγεί ότι η υποθήκη έχει εγγραφεί σε οικόπεδο, επί του οποίου όμως ο ίδιος και η Ενάγουσα 2 έχουν ανεγείρει το σπίτι τους το οποίο αποτελεί την οικογενειακή εστία αφού σε αυτό διαμένουν με τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Όπως ο ίδιος εξηγεί, ο αρχικός προϋπολογισμός για την ανέγερση της πιο πάνω κατοικίας ήταν €900.000 και κατόπιν διευθέτησης τους με την Εναγόμενη δανείστηκαν το ποσό αυτό στη βάση τριών σχετικών συμφωνιών κατά τον Φεβρουάριο, Ιούνιο και Δεκέμβριο του 2009, λαμβάνοντας κάθε φορά το ποσό των €300.000 ενώ κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 απαιτήθηκε η χορήγηση ενός ακόμα ποσού ύψους €50.000 βάσει επίσης σχετικής συμφωνίας (Τεκμήρια 4-7). Βασικά πρόκειται για τις τέσσερις επίδικες συμφωνίες, τις οποίες στην ένσταση της Εναγομένης καταγράφει ο λειτουργός της κ. Βανέζης. Όπως επιβεβαιώνεται από τις συμφωνίες των τεσσάρων στεγαστικών δανείων η πρώτη δόση είχε καταστεί πληρωτέα στις 28.3.09 και μετά τη χορήγηση όλου του ποσού (των €950.000) αυτή ανήλθε συνολικά στο ποσό των €5.363 μηνιαίως. Ο Ενάγων 1 προβάλλει πως το πλάνο και η επιθυμία του ζεύγους ήταν όπως τα πιο πάνω χορηγηθέντα ποσά εξοφλούντο μέσω πώλησης άλλων ακινήτων, ιδιοκτησίας είτε της Ενάγουσας 2 είτε των γονέων της, μετά από συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ τους και με τα αδέλφια της. Τα εισοδήματα του ζεύγους ήταν €6.000 μηνιαίως περίπου και λαμβάνοντας οικονομική βοήθεια από τους γονείς της Ενάγουσας 2 πλήρωναν αρχικά τις δόσεις τους και προσπαθούσαν να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους, αφού τα οικογενειακά εισοδήματα δεν ήταν αρκετά για να καλύπτουν τις δόσεις και τα τρέχοντα έξοδα τους. Προβάλλει ο Ενάγων 1 ότι μόνο σε δύο περιπτώσεις, ήτοι τον Ιούνιο του 2016 και Φεβρουάριο, Μάρτιο του 2017 εγκρίθηκαν αναστολές πληρωμής των δόσεων και προσθέτει πως παρά το πλάνο τους για αποπληρωμή μέσω πώλησης ακινήτων, η οικονομική κρίση επηρέασε και τις πωλήσεις ακινήτων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον ενώ παράλληλα μειώθηκε και το οικογενειακό εισόδημα, οπότε είχαν πραγματική αδυναμία καταβολής των υποχρεώσεων τους. Για αυτό διευθέτησαν συνάντηση με την Εναγόμενη ζητώντας χρόνο για την πώληση δύο ακινήτων (της Ενάγουσας 2) και διαζευκτικά εισηγήθηκαν την παραχώρηση των ακινήτων αυτών στην Εναγομένη. Είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντος 1 πως ενόσω ευρίσκοντο σε συζητήσεις η Εναγόμενη προχώρησε στην αποστολή Ειδοποιήσεων Τύπου Θ, οπότε και οι Ενάγοντες απάντησαν με επιστολή δικηγόρων ημερ. 29.8.18 (Τεκμήριο 8). Βασικά, με την εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 8, οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν την αδυναμία πληρωμής των δόσεων, υποστηρίζουν ότι καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες για πώληση ακινήτων για να καταβληθεί «ένα σημαντικό ποσό στα δάνεια τους» και ότι υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον από προτιθέμενους αγοραστές για «κάποιο ακίνητο» και ζητούσαν τρίμηνη πίστωση χρόνου για να εξαντλήσουν τις προσπάθειες πώλησης καταλήγοντας ότι αν αυτό δεν επιτευχθεί θα επανέρχοντο με άλλη συγκεκριμένη πρόταση η οποία «πιθανόν» να περιελάμβανε και την παραχώρηση ακινήτου. Η Εναγόμενη μέσω του κ. Βανέζη προβάλλει πως οι καθυστερήσεις είχαν αρχίσει από το 2014 και συνεχίζουν μέχρι σήμερα, ότι οι Ενάγοντες από το 2014 παρέλειπαν να απαντήσουν σε τηλεφωνήματα, ότι ακύρωναν προγραμματισθείσες συναντήσεις, ότι δεν απέστελλαν τα ζητηθέντα έγγραφα σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση και ότι συνεπεία αυτών η Εναγόμενη τερμάτισε τους λογαριασμούς και υποχρεώθηκε να αποστείλει τις Ειδοποιήσεις Θ, Ι και ΙΑ. Αξίζει να σημειωθεί πως στην επιστολή τους ημερ. 29.8.18 οι ίδιοι οι Ενάγοντες δηλώνουν ευθαρσώς πως παρά το ότι κατέχουν ακίνητη περιουσία, εντούτοις το ύψος των εισοδημάτων τους δεν αρκεί για να πληρώνουν δόση η οποία θα καλύπτει το κεφάλαιο και τους τόκους («ούτε καν τους τόκους»), καθώς και ότι η αδυναμία αυτή ήταν κάτι που σίγουρα θα γνώριζε η Εναγομένη κατά τον χρόνο παραχώρησης των δανείων, αφού είχε ενημερωθεί ότι η εξόφληση θα γινόταν από το προϊόν πώλησης ακινήτων. Αυτή η θέση βέβαια εμφανίζεται αντιφατική ως προς τον ισχυρισμό ότι καταβάλλοντο οι δόσεις και κυρίως τείνει να επιβεβαιώσει τον κ. Βανέζη πως οι καθυστερήσεις χρονολογούντο από πολύ πιο παλιά. Είναι δε γεγονός πως οι ίδιοι οι Ενάγοντες επισυνάπτουν απάντηση της Εναγομένης ημερ. 3.10.18 (Τεκμήριο 9) στην οποίαν η τράπεζα αναφέρει πως ναι μεν θα προχωρούσε με διαδικασία εκποίησης αλλά πως ήταν διατεθειμένη να εξετάσει οποιαδήποτε πρόταση για εξώδικο συμβιβασμό. Όντως στις 27.3.19 η Εναγόμενη εξέδωσε και επέδωσε την Ειδοποίηση Ι με την οποία απαίτησε την καταβολή ποσού €903.982,56 συν τόκους 2,23% προσαυξημένο κατά 2,50% από 1.1.19 (Τεκμήριο 10). Οι Ενάγοντες απάντησαν με επιστολή ημερ. 6.5.19 (Τεκμήριο 11) δηλώνοντας τη δεδομένη ανέκαθεν επιθυμία τους για εξεύρεση λύσης, την ετοιμότητα τους να καταβάλουν άμεσα €300.000 υπό τον όρο όμως ότι (
- i)θα αφαιρούντο οι παράνομες χρεώσεις, (
- ii)θα γινόταν αναδιάρθρωση με ένα φιλικό επιτόκιο, (iii) θα καταβάλλοντο για τα επόμενα πέντε έτη μόνον οι τόκοι και (
- iv)τα υπόλοιπα θα εξοφλούντο στη λήξη της πενταετούς περιόδου μέσω πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, εκτός της ενυπόθηκης, κάτι για το οποίο γίνονταν ήδη υπερπροσπάθειες, ως ανέφεραν. Η Εναγόμενη με δική της επιστολή ημερ. 30.5.19 (Τεκμήριο 13) απάντησε ότι η πρόταση δεν γινόταν αποδεκτή ως είχε υποβληθεί, ότι παρέμενε στη διάθεση των Εναγόντων για υποβολή νέας αναβαθμισμένης πρότασης και ότι θα διεκδικούσε το λαβείν της βάσει της νομοθεσίας. Ακολούθησε και νέα επιστολή των Εναγόντων ημερ. 19.6.19 (Τεκμήριο 14) με την οποίαν εισηγήθηκαν: (
- i)Να καταβληθούν άμεσα οι €300.000. (
- ii)Να δοθεί εξάμηνη περίοδος χάριτος εντός της οποίας θα καταβάλλοντο άλλες €300.000 για τις οποίες καταβάλλοντο προσπάθειες δανεισμού από άλλες πηγές ή μέσω πώλησης άλλων ακινήτων. (iii) Αφού αφαιρούντο όλες οι υπερχρεώσεις θα εισηγούντο αναδιάρθρωση του υπολοίπου με επιτόκιο και δόση τα οποία θα συμφωνούντο. Όσον αφορά τη συνέχεια, φαίνεται από το Τεκμήριο 15 πως ακολούθησε μια τηλεφωνική επικοινωνία και μετά επιδόθηκε η Ειδοποίηση ΙΑ για την οποία διαμαρτυρήθηκαν οι Ενάγοντες αναφέροντας ότι θα λάμβαναν τα κατάλληλα δικαστικά μέτρα, πλην όμως μέσω συνηγόρων υπεβλήθη νέα πρόταση (Τεκμήριο 15) στις 5.7.19 με την οποία εισηγήθηκαν: (
- i)Να καταβάλουν άμεσα τις €300.000 αλλά με ταυτόχρονη απόσυρση της Ειδοποίησης ΙΑ και αντίστοιχου μέρους της υποθήκης. (
- ii)Να δεσμευτούν όπως καταβάλουν άλλες €300.000 μέχρι τέλος Ιανουαρίου του 2020 και αν δεν το πράξουν να εκδοθεί νέα Ειδοποίηση ΙΑ και (iii) Το συνολικό ποσό των €600.000 ως ανωτέρω να αφαιρεθεί από το σύνολο των υποχρεώσεων τους, ήτοι προσωπικών και εταιρικών (της οικογενειακής εταιρείας Ioncon Ltd). Η Εναγόμενη απάντησε στις 9.7.19 πως η αντίληψη της ήταν πως η υπό εξέταση πρόταση θα περιελάμβανε: (
- i)Άμεση καταβολή €300.000 μέχρι 30.7.19 και εξάλειψη μιας άλλης υποθήκης, ήτοι τις Υ.2./10 και αναβολή του πλειστηριασμού μέχρι 30.1.20. (
- ii)Καταβολή άλλων €300.000 μέχρι 30.12.19 και (iii) Αναδιάρθρωση του εναπομένοντος υπολοίπου με παράλληλη παρουσίαση εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν ικανότητα πληρωμής. Με δική τους επιστολή ημερ. 11.7.19 οι Ενάγοντες δέχθηκαν τους πιο πάνω όρους, προβάλλοντας όμως ότι ο προγραμματισθείς πλειστηριασμός θα έπρεπε να ακυρωθεί (με την πληρωμή) και αν οι ίδιοι δεν συμμορφώνοντο με τη συμφωνία τότε θα έπρεπε να εκδοθεί και αποσταλεί νέα Ειδοποίηση ΙΑ για νέο πλειστηριασμό. Με νεότερη επιστολή ημερ. 18.7.19 οι Ενάγοντες, διαφοροποιώντας τη θέση τους, επανέλαβαν μεν την εισήγηση για άμεση καταβολή του ποσού των €300.000 αλλά τούτο προκειμένου να ανασταλεί ο πλειστηριασμός, προσθέτοντας ότι σε περίπτωση που η Εναγομένη δεν ικανοποιείτο από τα εισοδήματα τους, θα της παραχωρούσαν το ακίνητο στο Τσέρι. Αυτό υπό τον όρο ότι θα διενεργηθεί νέα εκτίμηση από ανεξάρτητο εκτιμητή (δεδομένου ότι ως ήταν γνωστό η Εναγόμενη δεν συμφωνούσε πως αυτό άξιζε €300.000), οπότε με την καταβολή άλλων €300.000 στις 31.12.19 το υπόλοιπο θα καθίστατο βιώσιμο και λειτουργικό. Όπως καταφανώς συνάγεται από την ένορκη δήλωση των Εναγόντων, δεν προωθούνται με ανάλογο μαρτυρικό υλικό όλες οι αιτίες αγωγής οι οποίες πιθανόν να εντοπίζονται στη γενική οπισθογράφηση. Ειδικότερα δεν φαίνεται σε οποιαδήποτε περίπτωση να επιδιώκεται ακύρωση είτε των βασικών είτε των παρεπόμενων συμβάσεων. Αντιθέτως οι ίδιοι οι Ενάγοντες δηλώνουν ως «ξεκάθαρο» πως ποτέ δεν αρνήθηκαν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους (§30 της έ/δ). Ούτε θέτουν, μέσω μαρτυρίας κατάλληλης να αξιολογηθεί για σκοπούς της παρούσας, οποιοδήποτε ζήτημα επιτοκίων ή άλλων υπερχρεώσεων. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για οποιαδήποτε συγκεκριμένα ποσά τα οποία κατά τη γνώμη τους θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τους λογαριασμούς. Βασικά συνάγεται εμφανώς πως το σαφές αίτημα τους είναι όπως η Εναγόμενη «εξαντλήσει τις προσπάθειες για αναδιάρθρωση» προτού προχωρήσει στην εκποίηση. Είναι στα πλαίσια αυτά που οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν πως δεν είναι πρόθεση τους να μην εξοφλήσουν την Εναγόμενη (§31 της ε/δ) και ρητώς ζητούν από το Δικαστήριο όπως τους δώσει αυτή την ευκαιρία για να σώσουν το σπίτι τους. Το βασικό παράπονο των Εναγόντων και η μόνη προωθούμενη πλέον ως αιτία αγωγής είναι η συμπεριφορά της Εναγομένης, στην οποία καταλογίζουν ότι δεν συνεργάζεται και δεν τους έχει προτείνει δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης βάσει της Οδηγίας και του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας. Στην παρούσα περίπτωση η ισχύουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν η περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015, ΚΔΠ107/15 (και όχι η αντίστοιχη του 2013, ΚΔΠ315/13) καθώς και ο Κώδικας Συμπεριφοράς, ο οποίος τη συνοδεύει ως Παράρτημα 2. Η Οδηγία αυτή όντως εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του άρθρου 41 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66
(1)/97. Η ευθύνη παρακολούθησης και εφαρμογής της συγκεκριμένης Οδηγίας ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα η οποία αναμφίβολα μέσω άλλης Οδηγίας έχει την εξουσία να εξετάσει καταγγελίες παραβάσεων βάσει του άρθρου 41Α του ίδιου Νόμου και να επιβάλει ενδεχομένως διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα. Η γενική προσέγγιση αναδιάρθρωσης καταγράφεται στο άρθρο 4 του Κώδικα
(2015)και περιλαμβάνει βασικά πέντε στάδια ως εξής:
- Αποτελεσματική Επικοινωνία με τον Δανειολήπτη.
- Λήψη οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη.
- Αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη.
- Μελέτη των κατάλληλων επιλογών αναδιάρθρωσης.
- Παρουσίαση των λύσεων αναδιάρθρωσης στον δανειολήπτη.
- Διαδικασία επίλυσης διαφορών. Είναι σημαντικό πως σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα τα ΑΠΙ οφείλουν να είναι σε θέση να αποδεικνύουν στην Κεντρική Τράπεζα την πλήρη συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες του Κώδικα και εντός των πλαισίων αυτών να τηρούν ολοκληρωμένο αρχείο για όλες τις επικοινωνίες, ενέργειες, αξιολογήσεις, εγκρίσεις και συναφή νομικά έγγραφα για περίοδο έξι ετών μετά τη λήξη της συνεργασίας. Από δικής της πλευράς η Εναγόμενη, μέσω της ένορκης δήλωσης της υποστηρίζει κάπως γενικόλογα ότι δεν έχει παραβιάσει οποιαδήποτε πρόνοια καθότι είναι οι Ενάγοντες οι οποίοι δεν παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα για σκοπούς αξιολόγησης τους και δεν προχώρησαν στην υποβολή μιας ολοκληρωμένης πρότασης διευθέτησης για να μπορεί να τύχει αξιολόγησης. Αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί στην παρούσα είναι πως πρόκειται για ιδιάζουσα περίπτωση στην οποία διαφαίνεται κάποιου είδους απροθυμία από πλευράς Εναγομένης να παραθέσει με την ένσταση της οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο σχετικά με τις επικοινωνίες, τις πληροφορίες που έχουν ληφθεί από τους Ενάγοντες, τις αξιολογήσεις που έγιναν και τις τυχόν εγκρίσεις. Είναι καθόλα ενδεικτικό πως δεν έχει επισυνάψει ούτε ένα έγγραφο στην ένσταση της και κυρίως το ότι επισημαίνει συνεχώς τη μη υποβολή πρότασης από πλευράς Εναγόντων. Ο Κώδικας όμως στο άρθρο 8 προνοεί πως τα ΑΠΙ είναι που οφείλουν (i) να προτείνουν βιώσιμες λύσεις αναδιάρθρωσης, (ii) να εξετάζουν τη βιωσιμότητα ως τον βασικό παράγοντα με σκοπό την αποφυγή νομικών διαδικασιών και τη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, (iii) να διασφαλίζουν ότι ο δανειολήπτης παρέχει όλες τις σχετικές οικονομικές πληροφορίες και (iv) να παρέχουν μια σειρά από διαθέσιμες λύσεις αναδιάρθρωσης από το εύρος των επιλογών, καθώς και τεκμηριωμένη επεξήγηση και τις επιπτώσεις κάθε πρότασης. Δεν παραγνωρίζω καθόλου το ότι ο εποπτικός και διοικητικός έλεγχος των ΑΠΙ ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό αποκλείει εκ προοιμίου την έκδοση αναγνωριστικής ή δηλωτικής δικαστικής απόφασης για ένα τέτοιο θέμα. Είναι χρήσιμο εκ πρώτης όψεως να γίνει παραπομπή στα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Declaratory Orders», P.W. Young, 1975, σελ.82, §908 («There have been many cases where the courts have acted to grant a negative declaration, that is a declaration that the defendant had no right to do what he claimed»). Ούτε παραγνωρίζω τα λεχθέντα στη Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρησματοδοτήσεις Δημόσια εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.1331 περί του ότι οι παραβάσεις εγκυκλίων συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών, εκτός αν μετατραπούν σε ρητή απαγόρευση με νομοθετική ρύθμιση. Από την άλλη όμως θα πρέπει εν τέλει να συνεκτιμηθεί και το ότι η Οδηγία στην παρούσα περίπτωση έλαβε τη μορφή κανονιστικής διοικητικής πράξης. Έχω την άποψη, στη βάση της υπόθεσης Recnex Trading Ltd (ανωτέρω), πως αυτό το θέμα συνιστά το ουσιώδες αμφισβητούμενο ζήτημα της υπόθεσης, το οποίο δεν πρέπει να επιλυθεί στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο αλλά θα πρέπει να αφεθεί για εξέταση κατά την ακρόαση της ουσίας όταν θα είναι δυνατή και επιτρεπτή η εις βάθος εξέταση. Η επίλυση του επί του παρόντος, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση, σίγουρα θα απέβαινε βλαπτική για τα δικαιώματα ενός των διαδίκων όσον αφορά την αγωγή. Υπό την πιο πάνω έννοια καταλήγω ότι, αν και ισχνή, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτές, υφίσταται διακριτή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να λεχθεί ότι εάν αφεθεί να προχωρήσει ο πλειστηριασμός του ακινήτου, αναμφίβολα αυτό θα αποκτηθεί από τρίτο πρόσωπο και μετά βεβαιότητος δεν θα μπορεί να αποδοθεί μελλοντικά. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όμως η διαπίστωση συνδρομής των τριών βασικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση ή οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ.Ε75/2015, ημερ.7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ.292/10, ημερ.20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (έμφαση δοθείσα υπό του παρόντος Δικαστηρίου). Στην παρούσα περίπτωση και παρά τα όσα αρχικά εισηγούντο στις επιστολές τους οι Ενάγοντες, εν τέλει στις 18.7.19 δέχθηκαν να καταβάλουν τις €300.00 για να ανασταλεί ο πλειστηριασμός (και όχι να ακυρωθεί) και αφού μέχρι 31.12.19 καταβάλουν ακόμα €300.000 σε συνδυασμό με την παραχώρηση του ακινήτου στο Τσέρι θα προέκυπτε βιώσιμη λύση για το υπόλοιπο. Είναι για αυτό που διαζευκτικά προς τα απαγορευτικά διατάγματα αιτούνται έστω την αναστολή για κάποια εύλογη προθεσμία, αναγνωρίζοντας εμμέσως πως αν δεν επιτευχθεί κάποια διευθέτηση θα προωθηθεί η εκποίηση χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η Εναγόμενη. Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων κρίνεται πως αναμφίβολα οι συνέπειες από την πραγματοποίηση του πλειστηριασμού στις 20.11.19 θα είναι δυσμενέστερες για τους Ενάγοντες δεδομένου ότι θα έχουν απολέσει την οικία τους. Από την άλλη πλευρά με την τυχόν αναστολή του πλειστηριασμού η Εναγόμενη δεν θα υποστεί τέτοιου είδους μόνιμες συνέπειες δεδομένου ότι στην πραγματικότητα θα πρόκειται για αναβολή της εκποίησης για κάποιο χρονικό διάστημα μετά το πέρας του οποίου θα έχει το δικαίωμα να συνεχίσει τη διαδικασία (ή και να αρχίσει νέα εάν το επιλέξει). Θεωρώ πως ο ισοζυγισμός των ιδιαίτερων αναγκών της περίπτωσης επιβάλλει την αναστολή μέχρι τις 31.12.19 καθότι η πορεία αυτή ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι Ενάγοντες θα πρέπει να εκμεταλλευτούν το διάστημα αυτό κατά τον τρόπο που έχουν οι ίδιοι εισηγηθεί. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω ο προγραμματισθείς για τις 20.11.19 πλειστηριασμός αναβάλλεται και η αρξάμενη διαδικασία εκποίησης αναστέλλεται μέχρι τις 31.12.19 οπότε δύναται να συνεχιστεί τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Ζ
(2)του Ν.9/65 νοουμένου ότι δεν έχει για οποιονδήποτε λόγο ακυρωθεί η επιδοθείσα Ειδοποίηση ΙΑ. Επιδικάζονται έξοδα €600 συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης τα οποία να συμψηφιστούν με την αξίωση της Εναγομένης. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο