MAVANEL LTD ν. Μωσαϊκός κ.α., Αρ. Αγωγής: 895/2018, 4/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A500 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 895/2018 Μεταξύ: MAVANEL LTD Εναγόντων και
- XXXXX Μωσαϊκός
- XXXXX Κασουρής Εναγομένων Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κάιζερ Για τους Εναγόμενους: κ. Χατζηχριστοφή ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την εμπορία φθαρτών και φρούτων στην δημοτική χονδρική αγορά στη Λευκωσία. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €1.126,14 «ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή άλλως πως», πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, μετά από παραγγελία και/ή εντολή και/ή συμφωνία που συνήψαν με τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους με πίστωση είδη του εμπορίου τους σε συμφωνηθείσα και/ή εύλογη και/ή τρέχουσα τιμή. Οι Εναγόμενοι παρέλαβαν και αποδέχτηκαν τα προϊόντα τα οποία ήταν της απολύτου αρεσκείας τους και ανέλαβαν να πληρώσουν την αξία τους στους Ενάγοντες. Σε σχέση με τις διενεργηθείσες συναλλαγές οι Ενάγοντες εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια τα οποία παραδόθηκαν στους Εναγόμενους και διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού η οποία κατά τον Απρίλιο του 2016 παρουσίαζε υπόλοιπο εκ €2.626,
- Σε διάφορες ημερομηνίες οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι της οφειλής τους το συνολικό ποσό των €1.500, με τρόπο ώστε να παραμένει υπόλοιπο εκ €1.126,14 το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και αρνούνται την αξίωσή τους. Προβάλλουν ότι οι ίδιοι ουδέποτε υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων ούτε και συμβλήθηκαν προσωπικά με αυτούς. Δεν παρέλαβαν οποιαδήποτε προϊόντα και/ή τιμολόγια από τους Ενάγοντες και δεν προχώρησαν σε οποιαδήποτε πληρωμή προς αυτούς. Ως εκ τούτου, ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Από την πλευρά των Εναγόντων δεν καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι με δεδομένη την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 2.4.2018 και του ύψους της απαίτησης των Εναγόντων, το οποίο δεν ξεπερνά τις €3.000, η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία της υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων χωρίς οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες να αντεξεταστεί. Έτσι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων των δυο πλευρών οι οποίοι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι δυο πλευρές σημειώνω τα εξής: Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων καταχωρήθηκαν δυο ένορκες δηλώσεις του κ. XXXXX Κουρουφέξη ημερομηνίας 11.4.2019 και 16.4.
- Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο. Στην ένορκη δήλωσή του ο κ. Κουρουφέξης (Μ.Ε.) αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και είναι εξουσιοδοτημένος να καταθέσει προς υποστήριξη της υπόθεσής τους. Στην ένορκη δήλωση ο κ. Κουρουφέξης επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων παραδόθηκαν στους Εναγομένους 1 και 2 διάφορα προϊόντα συνολικής αξίας €2.624,
- Για τις εν λόγω αγορές εμπορευμάτων οι Ενάγοντες εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια, τα πρωτότυπα των οποίων παράδωσαν στους Εναγόμενους, και τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού οι Εναγόμενοι κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των €1.500 με τρόπο ώστε μέχρι σήμερα να παραμένει υπόλοιπο εκ €1.126,
- Για την υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 κατατέθηκε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 κ. XXXXX Μωσαϊκού (Μ.Υ) που, ως αναφέρει, προβαίνει στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους του Εναγομένου 2 ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό. Στην ένορκή του δήλωση ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει τις θέσεις της υπεράσπισης περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης των Εναγομένων 1 και 2 με τους Εναγόντες υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Επισημαίνει δε ότι από την πλευρά των Εναγόντων δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο που να δεικνύει την ύπαρξη τέτοιας σχέσης όπως για παράδειγμα τα αντίγραφα των τιμολογίων που κατ' ισχυρισμό εκδόθηκαν επ' ονόματι των Εναγομένων, κατάσταση λογαριασμού που δήθεν τηρείτο ή τις αποδείξεις πληρωμής του συνολικού ποσού €1.500 που ως οι ισχυρισμοί των Εναγόντων καταβλήθηκε έναντι του οφειλόμενου ποσού. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλέπε Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Στα πλαίσια δε αυτά, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις τους. Κρίνω δε σκόπιμο να σημειώσω ότι η εκδίκαση της υπόθεσης με συνοπτικό τρόπο, ήτοι μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» των διατάξεων της Δ.30 Θ.5
(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, αποδέχομαι την εκδοχή της υπεράσπισης ως αυτή προωθήθηκε μέσα από την μαρτυρία του Εναγομένου 1 και απορρίπτω αυτήν των Εναγόντων ως αποτυπώνεται στην ένορκη δήλωση του κ Κουρουφέξη για τους ακόλουθους λόγους: Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ. Κουρουφέξη διαπιστώνω σημαντικές αδυναμίες. Συγκεκριμένα, ο κ. Κουρουφέξης επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων χωρίς, ωστόσο, να προσκομίσει οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει τις θέσεις του, ενώ τούτο ήταν επιβεβλημένο έχοντας υπόψη ότι η πλευρά της υπεράσπισης αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης με τους Ενάγοντες. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ανέμενε ότι ο μάρτυρας των Εναγόντων θα παρουσίαζε:
(1)τα τιμολόγια τα οποία κατ' ισχυρισμό εκδόθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων,
(2)την κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο από τους Ενάγοντες,
(3)τις αποδείξεις πληρωμής του ποσού των €1.500 που κατ' ισχυρισμό καταβλήθηκε έναντι του λογαριασμού,
(4)οποιεσδήποτε επιστολές με τις οποίες ενδεχόμενα κοινοποιήθηκε η κατάσταση λογαριασμού ή οχλήθηκαν οι Εναγόμενοι για αποπληρωμή των οφειλομένων. Τίποτα από όλα αυτά δεν παρουσιάστηκε ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του κ. Κάιζερ περί επισύναψης των τιμολογίων στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί μαρτυρία, σε αυτήν δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε έγγραφο αλλά παρατίθεται αριθμός τιμολογίων που εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες. Σημαντικό είναι επίσης να λεχθεί ότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Κάιζερ συμφώνησε με τη σχετική υπόδειξη του Δικαστηρίου ως προς τούτο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ. Κουρουφέξη, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν ανέφερε καν τη θέση που κατέχει στους Ενάγοντες ώστε να καταδείξει την όποια εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης, παρατηρώ ότι δεν έπεισε για τις θέσεις του και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αντίθετα, κρίνω ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 είναι πειστικό και παρουσιάζει συνοχή και λογική, με τρόπο ώστε η μαρτυρία του να γίνει αποδεκτή στην ολότητα της. Τα όσα πρόβαλε ο μάρτυρας συνάδουν απόλυτα με τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης, ενώ δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε αδυναμία, έλλειψη ή άλλη ένδειξη που να αποδυναμώνει ή να θέτει υπό αμφισβήτηση τα όσα αναφέρονται στην ένορκή του δήλωση. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1, το Δικαστήριο εξάγει ανάλογα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν έχοντας υπόψη τη συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας πιο πάνω. Έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, ως αυτά προσδιορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις των δύο πλευρών και με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως καταγράφονται αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεσή τους, στον απαιτούμενο βαθμό (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Επαναλαμβάνεται ότι από την πλευρά των Εναγόντων δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει τη θέση τους περί ύπαρξης συμφωνίας με τους Εναγόμενους 1 και 2 για προμήθεια προϊόντων, την έκδοση τιμολογίων για ό,τι αυτή αξίζει (βλέπε Demil Imports Exports Ltd v. Ζηνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462), την τήρηση κατάστασης λογαριασμού ή την από μέρους των Εναγομένων πληρωμή του ποσού των €1,500 έναντι του χρέους τους. Αντίθετα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εναγόμενου 1 η οποία έγινε αποδεκτή, ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση υπήρξε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 με τρόπο ώστε να μην μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε οφειλή τους προς τους Ενάγοντες. Κρίνω, τέλος, σκόπιμο να σημειώσω ότι παρά το ότι στην παράγραφο 9(Α) της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά σε απαίτηση δυνάμει αναγνώρισης χρέους, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση‑Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο