Μέλιου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή της Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 17(Ι)/2013 και/ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 4188/2015, 7/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A507 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4188/2015 Μεταξύ: XXXXX Μέλιου Ενάγοντα και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή της Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 17(Ι)/2013και/ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Χ. Αλεξάνδρου και κ. Χατζηπέτρος Για την Εναγόμενη 1: κ. Ν. Παπανδρέου Για την Εναγόμενη 2: κα. Κ. Πολυβίου Για την Εναγόμενη 3: κα. Θ. Ραφτοπούλου Για την Εναγόμενη 4: κα Ζ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Α. H ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Τον Μάιο του 2010 ο Ενάγων αγόρασε από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ογδόντα
(80)αξιόγραφα στην τιμή των €1.000,00 το κάθε ένα. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ενάγεται ως Εναγόμενη 1 μέσω του διαχειριστή της και στο εξής θα καλείται ως «η Λαϊκή Τράπεζα». Στις 31.8.2015 ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή προβάλλοντας ότι τα γεγονότα που διέπουν την αγορά των επίδικων αξιογράφων καθιστούν τη συμφωνία αγοράς τους άκυρη ή ακυρώσιμη. Αξιώνει δε την ακύρωση της συμφωνίας απόκτησης των αξιογράφων, επιστροφή του ποσού που κατέβαλε και αποζημιώσεις. Α. 1 Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα σε σχέση με την Λαϊκή Τράπεζα Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας ήταν πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας και διατηρούσε σε αυτήν καταθέσεις οι οποίες αποτελούσαν τις επί σειρά ετών αποταμιεύσεις του. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ενάγοντας δεν κατείχε εξειδικευμένες και/ή τυπικές γνώσεις περί επενδύσεων και/ή χρηματοοικονομικών συστημάτων και/ή συναφών οικονομικών πρακτικών, γεγονός το οποίο η Λαϊκή Τράπεζα και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι αυτής γνώριζαν. Αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι κατά ή περί το 2010 η Λαϊκή Τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της με δόλιο και/ή παράνομο τρόπο και/ή παραπλανητικά και/ή δια ψευδών παραστάσεων τον έπεισε και/ή τον εξώθησε και/ή τον προέτρεψε να τερματίσει πρόωρα το γραμμάτιο που διατηρούσε με σκοπό να αγοράσει αξιόγραφα κεφαλαίου που εξέδωσε. Παρασυρόμενος και/ή δολίως προτρεπόμενος εκ των διαβεβαιώσεων και/ή ψευδών παραστάσεων επί το ότι:
(1)επρόκειτο να κατέθετε τα χρήματα του σε γραμμάτιο πενταετούς διάρκειας,
(2)με σταθερό επιτόκιο 7%,
(3)όπου το κεφάλαιο και ο τόκος είναι απόλυτα εξασφαλισμένα και
(4)σε περίπτωση που χρειαζόταν τα χρήματα του θα μπορούσε να ενεχυριάσει τα αξιόγραφα για σκοπούς εξασφάλισης πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παραχωρούνταν χωρίς έξοδα διευθέτησης και/ή άλλα έξοδα και επιβαρύνσεις, ο Ενάγοντας προέβηκε στην αγορά των επίδικων αξιογράφων. Είναι δε η θέση του Ενάγοντα ότι η Λαϊκή Τράπεζα απέκρυψε από αυτόν ότι υπήρχε κίνδυνος παρουσίασης αυξομειώσεων και/ή διακυμάνσεων της αξίας των αξιογράφων όπως και ότι τα αξιόγραφα έχουν δευτερεύουσα προτεραιότητα σε περίπτωση διάλυσης και/ή αφερεγγυότητας της. Ο Ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την πώληση των επίδικων αξιογράφων η Λαϊκή Τράπεζα και/ή οι υπάλληλοι αυτής ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007 και της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ καθότι παρέλειψαν να τον ενημερώσουν και να του επεξηγήσουν πλήρως και επαρκώς τους κινδύνους που ενείχε η αγορά αξιογράφων καθώς επίσης γιατί παρέλειψαν να διασφαλίσουν ότι τα αξιόγραφα είναι συμβατά και κατάλληλα για αυτόν. Παράλληλα, ότι οι υπάλληλοι της Λαϊκής Τράπεζας που είχαν επικοινωνία με τον Ενάγοντα αναφορικά με τα αξιόγραφα, δεν κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά και/ή δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο που τηρείται και δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να είναι σε θέση και να νομιμοποιούνται να παρέχουν επενδυτικές συμβουλές. Επιπρόσθετα, ότι η Λαϊκή Τράπεζα και/ή οι υπάλληλοι αυτής σκόπιμα απέκρυψαν και/ή υποβάθμισαν τους κινδύνους που ενείχε η αγορά αξιογράφων και ότι ουδέποτε του δόθηκε το σχετικό ενημερωτικό δελτίο και οι αιτήσεις και/ή συμφωνίες αγοράς των επίδικων αξιογράφων. Τέλος, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Λαϊκή Τράπεζα παρέλειψε να εφαρμόσει πολιτική αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων εφόσον κατά τον χρόνο προώθησης των αξιογράφων έδινε κίνητρα στους υπαλλήλους της προς το σκοπό αυτό ενώ την ίδια στιγμή υποβάθμιζε την υποχρέωση προστασίας των πελατών της η οποία έπρεπε να υπερτερεί των δικών της συμφερόντων. Στη βάση των πιο πάνω ο Ενάγοντας αξιώνει την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η σύμβαση αγοράς αξιογράφων, επιστροφή του ποσού των 80,000 και απόδοση αποζημιώσεων. Α. 2 Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα σε σχέση με την Εναγόμενη 2 Αναφορικά με την Εναγόμενη 2 (η οποία στο εξής θα καλείται ως η «Τράπεζα Κύπρου»), ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 104/2013 η οποία εκδόθηκε κατά ή περί την 29.3.2013 δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 17(Ι)/2013, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή τίτλοι ιδιοκτησίας και/ή δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις και/ή συμφωνίες αγοράς αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία και υπέχει υποχρέωση επιστροφής του ποσού των €80,000 και/ή αποζημίωσης του. Α. 3 Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα σε σχέση με την Εναγόμενη 3 Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής η Εναγόμενη 3 θα καλείται ως η «Κεντρική Τράπεζα») περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την εποπτεία των τραπεζών, τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και την εποπτεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα. Αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι η Κεντρική Τράπεζα εκτέλεσε πλημμελώς τα εποπτικά της καθήκοντα και ότι στα πλαίσια αυτά ενήργησε αμελώς αφού:
(1)ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Λαϊκή Τράπεζα και/ή τον παράνομο και/ή παράτυπο τρόπο διάθεσης και προώθησης των αξιογράφων, δόλια και/ή σκόπιμα και/ή κακόπιστα επέτρεψε και/ή αδιαφόρησε ως προς τούτο,
(2)δεν έλαβε τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι μέθοδοι προώθησης που εφαρμόζονταν από την Λαϊκή Τράπεζα κατά τη διάθεση των αξιογράφων βρίσκονταν εντός των πλαισίων των προνοιών των σχετικών νόμων, κανονισμών και οδηγιών,
(3)δεν παρείχε επαρκή εποπτεία και/ή αμέλησε και δεν εντόπισε εγκαίρως τις δόλιες μεθόδους που χρησιμοποιούσε η Λαϊκή Τράπεζα και επέτρεψε την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και/ή συμβουλών κατά παράβαση των προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007 και των σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών και κανονισμών και
(4)αμέλησε και/ή ουδέποτε εναρμόνισε και/ή εφάρμοσε την ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ και κατά παράβαση αυτής δεν επόπτευσε και/ή επόπτευσε αμελώς τη θέσπιση κανονισμών προς αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων της Λαϊκής Τράπεζας με τα συμφέροντα των πελατών της και/ή με σκοπό να εξασφαλιστεί υψηλή ποιότητα στην εκτέλεση των συναλλαγών των επενδυτών και η ακεραιότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Να σημειωθεί ότι από την πλευρά του Ενάγοντα δεν εγείρεται οποιαδήποτε θέση ως προς τη νομιμότητα ή την ορθότητα της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχής Εξυγίανσης για την έκδοση του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013 στο οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Α.4 Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα σε σχέση με την Εναγόμενη 4 Τα όσα προβάλλονται αναφορικά με την Κεντρική Τράπεζα και την ανεπαρκή εποπτεία της Λαϊκής Τράπεζας ισχύουν, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, και σε σχέση με την Εναγόμενη
- Ως εκ των πιο πάνω και σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας αξιώνει από τις Εναγόμενες 3 και 4 αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστηκε. Β. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1-4 Β. 1 Η υπεράσπιση της Λαϊκής Τράπεζας Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε η Λαϊκή Τράπεζα αναφέρει ότι είναι εταιρεία που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατέχει άδεια για διεξαγωγή εργασιών τραπεζικού ιδρύματος. Ενόψει δε της υπαγωγής της σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 94/2013, δεν δύναται να προβαίνει σε ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι δυνάμει του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013 τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και καθορισμένες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με αποτέλεσμα, από την ημερομηνία μεταβίβασης, η Τράπεζα Κύπρου ως το αποκτών πρόσωπο, να υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμια και υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί. Σημειώνεται, ωστόσο, πως τα αξιόγραφα και το μετοχικό κεφάλαιο δεν αποτελούν μέρος των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Αναφορικά με την απαίτηση του Ενάγοντα, η Λαϊκή Τράπεζα αναφέρει ότι κατά ή περί την 13.4.2010 εξέδωσε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο για προσφορά και έκδοση στο άρτιο μέχρι 200,000 αξιόγραφων κεφαλαίου αόριστης διαρκείας, ονομαστικής αξίας €1,000 το κάθε ένα, τα οποία προσφέρονταν στο άρτιο σε πρόσωπα που θα υπέβαλλαν αίτηση ύψους τουλάχιστον €50,
- Το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο διατίθετο σε ενδιαφερόμενους επενδυτές. Ως ημερομηνία έκδοσης των αξιογράφων καθορίστηκε η 14.5.
- Σύμφωνα με το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο τα αξιόγραφα θα έφεραν τόκο προς 7% ο οποίος θα καταβαλλόταν στο τέλος κάθε περιόδου τόκου, η οποία έληγε την 31ην Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30ην Σεπτεμβρίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους αντίστοιχα. Περαιτέρω, στις 28.5.2010 η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε Ενημερωτικό Δελτίο για την εισαγωγή 250,455 αξιόγραφων ονομαστικής αξίας €1,000 το κάθε ένα στην αγορά εταιρικών χρεογράφων του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής «Χ.Α.Κ.»). Το Ενημερωτικό Δελτίο έτυχε της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Τόσο στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο όσο και στο Ενημερωτικό Δελτίο υπάρχουν ρητές και σαφείς αναφορές στους κινδύνους που απέρρεαν από τυχόν επένδυση σε αξιόγραφα. Πιο συγκεκριμένα γινόταν, μεταξύ άλλων, αναφορά στο ενδεχόμενο απώλειας του συνόλου ή μέρους της επένδυσης καθώς και στο ότι τα αξιόγραφα δεν είναι εξασφαλισμένα σε περίπτωση διάλυσης της Λαϊκής Τράπεζας, ότι η αποπληρωμή τους θα ακολουθεί σε προτεραιότητα την πληρωμή των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας έναντι των καταθετών και άλλων πιστωτών της και ότι τα αξιόγραφα σε τέτοια περίπτωση θα έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Λαϊκής Τράπεζας. Αποτελεί θέση της Λαϊκής Τράπεζας ότι περί την 10.5.2010 ο Ενάγοντας αυτόβουλα αποτάθηκε σε αυτήν για απόκτηση αξιόγραφων κεφαλαίου και προς τούτο, κατόπιν μελέτης και εξέτασης του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου που εκδόθηκε στις 13.4.2010, συνήψε σχετική συμφωνία με την Λαϊκή Τράπεζα με ελεύθερη συναίνεση. Η Εναγόμενη Τράπεζα αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί απάτης και/ή δόλου και/ή παραπλάνησης και/ή καταδολίευσης και/ή ψευδών παραστάσεων και περαιτέρω προβάλλει ότι η ανάμειξή της περιορίστηκε στην πληροφόρηση για την έκδοση των αξιόγραφων. Ουδέποτε η Λαϊκή Τράπεζα και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι της παρείχαν οποιασδήποτε φύσεως επενδυτικές και/ή χρηματοοικονομικές και/ή άλλες συμβουλές προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα και ουδέποτε ανέλαβαν οποιονδήποτε συμβουλευτικό ρόλο έναντι αυτών αναφορικά με τα αξιόγραφα. Όλες οι σχετικές πληροφορίες για τα αξιόγραφα και οι σχετικοί κίνδυνοι καθώς και τα πλεονεκτήματα που απέρρεαν από την αγορά και εγγραφή αξιόγραφων της Λαϊκής Τράπεζας επ' ονόματι του περιλαμβάνονταν στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και αργότερα στο Ενημερωτικό Δελτίο τα οποία βρίσκονταν στη διάθεση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου επιθυμούσε να τα μελετήσει. Ο ρόλος της Λαϊκής Τράπεζας ήταν αυτός του εκδότη των αξιόγραφων και υπό αυτή την ιδιότητα παρουσιαζόταν σε όλα τα έγγραφα κατά τη διάθεση των αξιόγραφων. Η Λαϊκή Τράπεζα και οι αντιπρόσωποι αυτής ουδέποτε παρείχαν και/ή παρουσιάζονταν να παρέχουν οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες. Ενόψει δε της υπογραφής σειράς εντύπων από τον Ενάγοντα όπου αναγνώρισε τους σχετικούς κινδύνους, ο τελευταίος κωλύεται να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και να ζητά ακύρωση της συμφωνίας που συνήψε με αυτήν. Τέλος, από την πλευρά της Λαϊκής Τράπεζας προβάλλεται ότι η αγωγή έχει εγερθεί πρόωρα αφού δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η διαδικασία εξυγίανσης της. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση Υπεράσπισής της η Λαϊκή Τράπεζα εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες δεν προωθήθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων ή άλλως πως. Για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτές. Β. 2 Η υπεράσπιση της Τράπεζας Κύπρου Στην Έκθεση Υπεράσπισης της η Τράπεζα Κύπρου εγείρει προδικαστική ένσταση προβάλλοντας ότι σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013 που εκδόθηκε στις 29.3.2013 με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.17(Ι)/2013, ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, καθώς και σύμφωνα με τα Διατάγματα που ακολούθησαν αυτό (Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερ. 21.4.2013, Κ.Δ.Π. 156/2013, ημερ. 14.5.2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερ. 30.7.2013), συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των εν λόγω Διαταγμάτων. Η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντα δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν αποτελεί διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο. Αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και/ή λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάσει ανταλλάγματος σε αυτήν δυνάμει των αναφερόμενων διαταγμάτων. Η προδικαστική ένσταση προβάλλεται και ως ουσιαστική υπεράσπιση και σε αυτή τη βάση η Τράπεζα Κύπρου ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον της ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η Τράπεζα Κύπρου αναφέρει ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε και αποδέχτηκε τους όρους που περιέχονται στο ειδικό έντυπο αίτησης για αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας για αγορά αξιόγραφων κεφαλαίου αξίας €80,000 καθώς και τους όρους που συνοδεύουν την εν λόγω αίτηση και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής, και συνεπώς κωλύεται από το να προβαίνει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης (estoppel by deed). Κατά την υπογραφή της εν λόγω αίτησης, ο Ενάγοντας υπέγραψε μεταξύ άλλων βεβαίωση βάσει της οποίας δήλωσε ότι έχει τις γνώσεις να προβεί στην αξιολόγηση της επίδικης επένδυσης, ότι αποδέχεται το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και τους σχετικούς όρους και ότι η επίδικη αίτηση είναι ανέκκλητη και δεσμευτική γι' αυτόν. Β.
- Η υπεράσπιση της Κεντρικής Τράπεζας Στην Έκθεση Υπεράσπισης της η Κεντρική Τράπεζα εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Μεταξύ άλλων προβάλλεται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς επίσης ότι η οποιαδήποτε απαίτηση του Ενάγοντα για αποζημίωση σε σχέση με την έκδοση του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013 είναι πρόωρη, αφού δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η διαδικασία εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Μόλις ολοκληρωθούν τα μέτρα εξυγίανσης, η Λαϊκή Τράπεζα θα τεθεί υπό εκκαθάριση και το προϊόν από την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων θα διανεμηθεί στους πιστωτές και τους μετόχους της με βάση τη σειρά προτεραιότητας που αναφέρεται στη σχετική νομοθεσία. Παράλληλα, εγείρεται προδικαστική ένσταση επί τω ότι το όποιο τυχόν αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί καθώς επίσης ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι ασαφείς και αόριστοι και δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν γεγονότα επαρκή προς υποστήριξη οποιασδήποτε βάσης αγωγής. Ανεξαρτήτως των προδικαστικών ενστάσεων, η Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται στη διαδικασία εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας και τονίζει ότι με βάση το Διάταγμα δυνάμει της Κ.Δ.Π.104/2013, δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου οι υποχρεώσεις που παρουσιάζονταν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και παραμένουν στα βιβλία της τελευταίας. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της Κεντρικής Τράπεζας περιγράφεται ο τρόπος λειτουργίας και οι αρμοδιότητες της, ενώ παράλληλα η Κεντρική Τράπεζα αρνείται όλες μαζί και κάθε μία ξεχωριστά τις λεπτομέρειες πλημμελούς εποπτείας και ελέγχου και/ή αμέλειας και/ή βαριάς αμέλειας που τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι άσκησε τον εποπτικό της έλεγχο με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και προέβη στις ανάλογες ενέργειες σε σχέση με όλες τις απαραίτητες διαδικασίες. Αρνείται ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια κατά την άσκηση του καθήκοντος εποπτείας και/ή ότι παρέλειψε να θέσει τις κατάλληλες διαδικασίες για ικανοποίηση των προνοιών του Νόμου 144(Ι)/2007 και/ή των σχετικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών και/ή Κανονισμών, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα. Η Κεντρική Τράπεζα άσκησε τα καθήκοντα της με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και τις ευρωπαϊκές οδηγίες, περιλαμβανομένων των καθηκόντων της σε σχέση με τις υποχρεώσεις των τραπεζών για αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων και επαγγελματική δεοντολογία. Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει περαιτέρω ότι εάν ο Ενάγων όντως προέβη σε οποιαδήποτε αγορά αξιόγραφων και/ή οποιωνδήποτε άλλων χρηματοοικονομικών μέσων και/ή σε οποιαδήποτε άλλη επένδυση, αυτό ήταν αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης και της δικής του επενδυτικής απόφασης και έγινε με δική του ευθύνη. Οι νομικές υποχρεώσεις της Κεντρικής Τράπεζας περιορίζονταν, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, στην εποπτεία των τραπεζών, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, και όχι στον καθημερινό έλεγχο ενός εκάστου υπαλλήλου, εκπροσώπου, διοικητικού συμβούλου ή οποιουδήποτε άλλου νόμιμου αντιπροσώπου των τραπεζών. Επιπρόσθετα, η υποχρέωση εποπτείας δεν περιλαμβάνει την εκπροσώπηση της Κεντρικής Τράπεζας σε κάθε παράρτημα, διεύθυνση ή άλλο τμήμα ή υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, ούτε και περιλαμβάνει την υποχρέωση προσωπικού ελέγχου μίας έκαστης συναλλαγής στην οποία προέβαινε ή θα προέβαινε η Λαϊκή Τράπεζα και/ή η Τράπεζα Κύπρου κατά την άσκηση των εργασιών τους. Σε κάθε περίπτωση, η Κεντρική Τράπεζα δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσον ο Ενάγοντας λάμβανε ή είχε λάβει από την Λαϊκή Τράπεζα και/ή την Τράπεζα Κύπρου επενδυτική συμβουλή. Αναφέρεται, επίσης, ότι η έκδοση αξιόγραφων και/ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων από την Λαϊκή Τράπεζα και/ή την Τράπεζα Κύπρου αποσκοπούσαν στην ενίσχυση των πρωτοβάθμιων και/ή δευτεροβάθμιων κεφαλαίων και του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των εν λόγω τραπεζών και δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα. Η μόνη εμπλοκή της Κεντρικής Τράπεζας κατά το στάδιο έκδοσης των αξιόγραφων και/ή χρεογράφων της Λαϊκής Τράπεζας και/ή της Τράπεζας Κύπρου ήταν η επιβεβαίωση ότι τα αξιόγραφα πληρούσαν τα κριτήρια για κατηγοριοποίηση τους στο πρωτοβάθμιο και/ή δευτεροβάθμιο κεφάλαιο των τραπεζών, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τους εποπτικούς κανόνες και/ή τις οδηγίες κεφαλαιακής επάρκειας. Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται ότι ο Ενάγοντας έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και προβάλλει ότι και εάν ακόμα είχε υποστεί ζημιά, αυτή προκλήθηκε εξαιτίας πράξεων και/ή ενεργειών και/ή παραλείψεων του. Τέλος, προβάλλεται ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η υπογραφή των διαφόρων εγγράφων δεν αποτελούσε τυπικό θέμα και ότι θα δεσμευόταν από τους όρους αυτών. Τέλος, από την πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας προβάλλεται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης εφόσον έχει εισπράξει τόκους από τα επίδικα αξιόγραφα και/ή δεν υφίσταται πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής και/ή ο Ενάγοντας έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα του και σε κάθε περίπτωση στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί πλήρης αποκατάσταση των μερών. Β.
- Η υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 Στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 4 εγείρεται προδικαστική ένσταση περί μη αποκάλυψης οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης η Εναγόμενη 4 αναφέρει ότι η οποιαδήποτε συμβατική σχέση υπήρχε μεταξύ του Ενάγοντα και της Λαϊκής Τράπεζας και/ή της Τράπεζας Κύπρου δεν ήταν εις γνώση της και/ή δεν όφειλε να την γνωρίζει. Η όποια συμφωνία ενδεχόμενα συνάφθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Λαϊκής Τράπεζας αποτελεί ιδιωτικής φύσης συναλλαγή για την οποία ουδεμία γνώση είχε η Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου έχουν οριστεί ως ανεξάρτητες εποπτικές αρχές για την αδειοδότηση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των κυπριακών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες και δεν υπόκεινται σε έλεγχο από το Υπουργείο Οικονομικών ή άλλο αξιωματούχο του κράτους. Η Κυπριακή Δημοκρατία ουδεμία αρμοδιότητα και/ή ανάμειξη είχε στην έκδοση αξιογράφων η οποία διενεργείται κατ' αποκλειστικότητα από τον εκδότη τους που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Λαϊκή Τράπεζα. Γ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Ενάγοντας κάλεσε έξι μάρτυρες. Από την πλευρά της Λαϊκής Τράπεζας κατέθεσαν επτά μάρτυρες, ενώ για την υπεράσπιση της Κεντρικής Τράπεζας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Οι Εναγόμενες 2 και 4 δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψή του στα πλαίσια της παρούσας. Ό,τι κρίνεται αναγκαίο είναι η παράθεση των κύριων θέσεων που κάθε μάρτυρας πρόβαλε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σημειώνονται τα ακόλουθα: Γ.
- Η μαρτυρία του Ενάγοντα Ο Ενάγοντας κ XXXXX Μέλιος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Ε. 1 και για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας στον κλάδο της μηχανολογίας και από το 1990 ξεκίνησε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση τουβλοποιΐας, Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ. Είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας αυτής και ασχολείται με τα μηχανολογικά, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στα οικονομικά θέματα. Ήταν πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας από το 1990 και συνεργαζόταν με αυτήν διατηρώντας διάφορους λογαριασμούς δανείων και καταθέσεων, τον αριθμό των οποίων δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε λογαριασμό γραμματίου ύψους €80.000,00 στη ΣΠΕ Στροβόλου, ποσό το οποίο προόριζε για τις σπουδές του γιου του ο οποίος ήταν τότε ηλικίας δεκαέξι ετών. Λόγω του ότι δεν ήταν ευχαριστημένος με την εξυπηρέτηση της ΣΠΕ Στροβόλου, επιθυμούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο μεταφοράς του γραμματίου του σε μια άλλη τράπεζα. Δεδομένης της καλής συνεργασίας που είχε με την Λαϊκή Τράπεζα στο παρελθόν, επισκέφθηκε για το σκοπό αυτό το υποκατάστημα του Αγίου Μάμαντος στη Λευκωσία στις 7.5.
- Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μετέβαινε στο συγκεκριμένο υποκατάστημα. Εκεί συνομίλησε με την κα XXXXX Μιχαήλ (η οποία στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασία κατέθεσε ως Μ.Υ.2) στην οποία ανέφερε το ενδιαφέρον του για μεταφορά των χρημάτων του στην Λαϊκή Τράπεζα. Τότε, η Μ.Υ.2 του ανέφερε ότι υπάρχει μια καταπληκτική ευκαιρία την οποία προσφέρει η Λαϊκή Τράπεζα όπου αντί για γραμμάτιο ενός έτους θα μπορούσε να γίνει προθεσμιακή κατάθεση και τα χρήματά του να είναι δεσμευμένα για πέντε χρόνια, λαμβάνοντας, ωστόσο, ψηλότερο επιτόκιο, ήτοι 7%. Όπως διευκρίνισε η Μ.Υ.2, το επιτόκιο ήταν ιδιαίτερα ψηλό λόγω της πενταετούς διάρκειας του γραμματίου. Όταν ο Ενάγοντας της ανέφερε ότι τα χρήματα προορίζονταν για τις σπουδές του γιου του, η Μ.Υ.2 του ανέφερε ότι η προθεσμιακή αυτή κατάθεση θα μπορούσε να δεσμευτεί προς απόκτηση δανείου, καθώς επίσης ότι με την πάροδο των πέντε ετών θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει πίσω τα χρήματά του. Τον διαβεβαίωσε, μάλιστα, ότι μόνο εάν «χρεοκοπούσε» η τράπεζα θα έχανε τα λεφτά του. Στα πλαίσια της συζήτησης που είχαν, η Μ.Υ.2 τόνισε ότι το εν λόγω σχέδιο προσφερόταν για μειωμένο χρονικό διάστημα και θα έληγε εντός των επόμενων τριών ημερών. Αφού ο Ενάγοντας συζήτησε το θέμα με τη σύζυγό του, αποφάσισε να προχωρήσει με το προτεινόμενο σχέδιο και έτσι την επόμενη μέρα επισκέφτηκε τη ΣΠΕ Στροβόλου προκειμένου να αποσύρει τα χρήματά του. Αφού έλαβε επιταγή στο όνομά του για το ποσό των €80.000,00 (Τεκμήριο 1), στις 10.5.2010 επισκέφθηκε εκ νέου την Μ.Υ.2 παραδίδοντάς της την επιταγή, η οποία και κατατέθηκε για το σκοπό αυτό (Τεκμήριο 2). Την ίδια στιγμή ο Ενάγοντας υπέγραψε διάφορα έγγραφα τα οποία του υποδείχθηκαν από την Μ.Υ.2, χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο τους. Να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέτασή του από την κα Παπανδρέου, ο Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του επί των εγγράφων που του υποδείχθηκαν (αρχικά τα έγγραφα κατατέθηκαν σε δέσμη ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση και στη συνέχεια ως Τεκμήρια 30, 31 και 32) και ισχυρίστηκε ότι η ημερομηνία 26.4.2010 που φέρουν τα εν λόγω έγγραφα δεν αναγράφηκε από τον ίδιο, η δε υπογραφή του τέθηκε επί αυτών χωρίς να του επεξηγηθεί το περιεχόμενό τους. Πρόσθεσε πως η κα Μιχαήλ του υποδείκνυε το σημείο όπου έπρεπε να υπογράψει και ο ίδιος υπέγραφε χωρίς να διαβάσει οτιδήποτε ή να ζητήσει χρόνο για να τα μελετήσει. Τον Οκτώβριο του 2012, οπότε και δεν εισέπραξε τους τόκους από την κατάθεσή του, μετέβηκε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας προκειμένου να διερευνήσει το θέμα. Εκεί πληροφορήθηκε ότι τα «αξιόγραφα», όπως του αναφέρθηκε, δεν θα λάμβαναν τόκο. Ο ίδιος διερωτήθηκε τι είναι τα αξιόγραφα και ακολούθησε μια συζήτηση στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος επέμεινε ότι τα χρήματά του αποτελούσαν προθεσμιακή κατάθεση. Δεν έλαβε κάποια ξεκάθαρη απάντηση, πλην, όμως, διαβεβαίωθηκε ότι το μέτρο ήταν προσωρινό και το κεφάλαιο του ασφαλές. Ακολούθως, ο Ενάγοντας προέβηκε σε διάφορες ενέργειες προκειμένου να διαπιστώσει τι ακριβώς είχε γίνει, οπότε και ανακάλυψε ότι τα χρήματά του είχαν επενδυθεί στην αγορά αξιογράφων και δεν ήταν κατατεθειμένα σε προθεσμιακή κατάθεση. Μετά από προτροπή του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επιστολή ημερομηνίας 16.5.2013 (Τεκμήριο 3) όπου περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε τα επίδικα αξιόγραφα και ζητά την παρέμβασή του. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας σημείωσε ότι στην εν λόγω επιστολή εκ λάθους αναφέρει το όνομα «XXXXX Οδυσσέως» ως το πρόσωπο με το οποίο είχε συζήτηση σε σχέση με το θέμα εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας (σημ.: η κα XXXXX Οδυσσέως κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Υ.1). Και τούτο γιατί κατά τις διάφορες συναντήσεις που γίνονταν μεταξύ των μελών του Συνδέσμου, το όνομα της κας XXXXX Οδυσσέως είχε αναφερθεί ως το «υπεύθυνο άτομο στον τομέα των αξιογράφων». Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Ενάγοντας κατέγραψε το όνομα της κας Οδυσσέως στην εν λόγω επιστολή, παρόλο που, όπως ανέφερε, ουδέποτε την συνάντησε, ούτε και συνομίλησε μαζί της. Μέχρι σήμερα δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή ημερομηνίας 16.5.2013 (Τεκμήριο 3). Ο Ενάγοντας αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 1, 2 και
- Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα αποτέλεσε θέση της Λαϊκής Τράπεζας ότι αυτός ουδέποτε συναντήθηκε με την κα Μιχαήλ, η οποία σε κάθε περίπτωση ουδεμία σχέση είχε με την προώθηση αξιογράφων του 2010, θέση την οποία ο Ενάγοντας απέρριψε κατηγορηματικά. Στο στάδιο της αντεξέτασης υποδείχθηκε στον Ενάγοντα η επιστολή του δικηγορικού γραφείου Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ημερομηνίας 28.6.2012 προς την Λαϊκή Τράπεζα (η επιστολή κατατέθηκε αρχικά ως Τεκμήριο Ε προς αναγνώριση και μετέπειτα ως Τεκμήριο 36). Η εν λόγω επιστολή παρουσιάζεται να αποστάληκε μεταξύ άλλων προσώπων και εκ μέρους του Ενάγοντα και υποδείχθηκε σε αυτόν ώστε να διαψευσθεί η θέση του περί ενημέρωσης που έλαβε τον Οκτώβριο του 2012 ότι ήταν κάτοχος αξιογράφων. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε επισκέφθηκε το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο και ουδέποτε έδωσε οδηγίες για την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Όπως ανέφερε, το όνομά του ενδεχομένως να δόθηκε στο συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο από τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων όπου είναι μέλος. Δεύτερη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η κα XXXXX Γιατρού (Μ.Ε. 2), η οποία εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Κώστα Μελά, το οποίο χειρίζεται, ως ανέφερε, εκατοντάδες υποθέσεις αξιογράφων εκπροσωπώντας κατόχους αξιογράφων. Σκοπός της μαρτυρίας της κας Γιατρού ήταν να ενισχυθεί η θέση του Ενάγοντα ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες να συντάξει και αποστείλει εκ μέρους του την επιστολή ημερομηνίας 28.6.2012 (Τεκμήριο 36). Και τούτο γιατί σύμφωνα με την Μ.Ε.2, η πιο πάνω επιστολή παρουσιάζεται να έχει σταλεί εκ μέρους προσώπων που είναι πελάτες του δικηγορικού γραφείου του κ. Κώστα Μελά και οι οποίοι ουδέποτε έδωσαν στο γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες σχετική εξουσιοδότηση. Στα πλαίσια αυτά η κα Γιατρού κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή του κ Κώστα Μελά προς το δικηγορικό γραφείο Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ημερομηνίας 10.1.2018 (Τεκμήριο 5) στην οποία γίνεται αναφορά στο γεγονός αυτό καθώς επίσης στην πρόθεση των πελατών του γραφείου του να προβούν σε καταγγελία στην Αστυνομία και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η εν λόγω επιστολή - Τεκμήριο 5 - αποστάληκε, ως ανέφερε η μάρτυρας, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο κ. Αντώνης Δημητρίου (ένας εκ των δικηγόρων που εμφανιζόταν κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους του Ενάγοντα) με τον κ. Μελά. Με βάση τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.2, δύο πελάτες του γραφείου όπου εργάζεται, ήτοι ο κ XXXXX Μαραθοβουνιώτης και ο κ XXXXX Φιλιππίδης, επιβεβαιώνουν την μη παροχή τέτοιας εξουσιοδότησης στο γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες με ηλεκτρονικά μηνύματα τους προς την κα XXXXX Ασσιώτου, επίσης δικηγόρο στο γραφείο του κ Κώστα Μελά, ημερομηνίας 11.1.2018 και 12.1.2018 (τα δυο ηλεκτρονικά μηνύματα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6). Έτερος πελάτης του γραφείου, ήτοι ο κ. Γιαλλουρίδης, ανέφερε το γεγονός αυτό σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το γραφείο του κ. Μελά και έχει αποστείλει σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει. Και οι τρεις πελάτες στους οποίους αναφέρθηκε είναι μέλη του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων. Η Μ.Ε.2 αντεξετάστηκε μόνο από την συνήγορο της Λαϊκής Τράπεζας και η αντεξέταση αυτή υιοθετήθηκε από τη συνήγορο της Κεντρικής Τράπεζας. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο κ XXXXX Αντωνίου, επίσης κάτοχος αξιογράφων. Το όνομά του παρουσιάζεται στην επιστολή του δικηγορικού γραφείου Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ημερομηνίας 28.6.2012 (Τεκμήριο 36), χωρίς, αυτός να έχει δώσει την εξουσιοδότησή του. Σχετικά με το θέμα, προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Το ίδιο έπραξε και ο Ενάγοντας. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο από την συνήγορο της Λαϊκής Τράπεζας. Ο κ XXXXX Χριστοφόρου (Μ.Ε. 4) παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα ως εμπειρογνώμονας επί χρηματοοικονομικών θεμάτων που άπτονται ζητημάτων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αλλά και ως ειδικός ώστε να περιγράψει τη φύση των αξιογράφων και τις υποχρεώσεις των ατόμων που προωθούν τα αξιόγραφα σε τρίτα πρόσωπα. Ο Μ.Ε.4 είναι κάτοχος πτυχίου BA in Accounting & Finance. Στο παρόν στάδιο είναι λειτουργός στο Χ.Α.Κ. και είναι μέλος σε διάφορα επαγγελματικά σώματα, όπως, μεταξύ άλλων, στο Ινστιτούτο Επαγγελματιών Λογιστών και στον Οργανισμό για το ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Για κάποιο χρονικό διάστημα είχε αποσπασθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Έχει εικοσαετή πείρα στον χρηματοοικονομικό τομέα και καθ' όλα αυτά τα χρόνια έχει παρακολουθήσει και παραδώσει διάφορα σεμινάρια στον τομέα αυτό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στις πρόνοιες και την ερμηνεία της νομοθεσίας που αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δη στο Νόμο 144(Ι)/2007 και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως «Mifid». Ερωτηθείς ως προς τη φύση των αξιογράφων κεφαλαίου ο μάρτυρας παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αναφορές στο Ενημερωτικό Δελτίο (Τεκμήριο 7) και υποστήριξε ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο χρηματοοικονομικό προϊόν λόγω της χρονικής του διάρκειας, της μεταβολής της αξίας του σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και της μεταβολής του επιτοκίου. Τόνισε περαιτέρω ότι οι κάτοχοι αξιογράφων δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε συνελεύσεις, μερίσματα και στην κερδοφορία και εξήγησε την διαφορά μεταξύ μετοχών και αξιογράφων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.4, κατά το 2010 η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε δυο σειρές αξιογράφων - Σειρά 1 και Σειρά 2 - με βάση το Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σκοπός της έκδοσης των αξιογράφων αυτών ήταν η ενίσχυση της κεφαλαιουχικής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 7, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι το Ενημερωτικό Δελτίο θα έπρεπε να επεξηγηθεί στον εν δυνάμει επενδυτή έτσι ώστε οι όροι του να γίνουν αντιληπτοί και κατανοητοί προτού προβεί στην αγορά των αξιογράφων. Ο δε βαθμός επεξήγησης εξαρτάτο από το κατά πόσον ο επενδυτής είναι επαγγελματίας ή όχι. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι κάθε ενδιαφερόμενος επενδυτής όφειλε να μελετήσει το σχετικό ενημερωτικό δελτίο προτού προχωρήσει καθότι σε αυτό καταγράφονταν οι διάφοροι κίνδυνοι που ενείχε η αγορά αξιογράφων. Αποτέλεσε, επίσης, θέση του μάρτυρα ότι η έκδοση και προώθηση αξιογράφων είναι δυνατή μόνο μέσω ενημερωτικού δελτίου και όχι στη βάση εμπιστευτικού πληροφοριακού μνημονίου ως το Τεκμήριο 33 (σε εκείνο το στάδιο είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση), το οποίο ο μάρτυρας δεν είχε δει προηγουμένως. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η προώθηση χρηματοοικονομικών προϊόντων μπορεί να γίνει μόνο από πιστοποιημένα πρόσωπα (το δημόσιο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Πέραν από την πιστοποίηση του προσώπου το οποίο παρέχει την επενδυτική συμβουλή το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να προβεί σε διάφορους ελέγχους σε σχέση με το επενδυτικό προφίλ του πελάτη το οποίο θα πρέπει να σκιαγραφήσει. Με αναφορά σε σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής ESMA (European Securities And Markets Authority), η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, ο μάρτυρας εξήγησε την έννοια του όρου «επενδυτική συμβουλή», και επεσήμανε πως όταν ένα πρόσωπο αναφέρει σε δυνητικό επενδυτή ότι τα αξιόγραφα αποτελούν ευκαιρία κατάλληλη για τον ίδιο παρέχει σε αυτόν επενδυτική συμβουλή. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο θέμα της αναστολής πληρωμής τόκου σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει σχετική προς τούτο πρόνοια στο Ενημερωτικό Δελτίο και σε κάθε περίπτωση τούτο ήταν επιτρεπτό και επιβεβλημένο λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην αγορά. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με την συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμών επενδυτή που αφορά στον Ενάγοντα (η εν λόγω κατάσταση είχε κατατεθεί αρχικά ως Τεκμήριο Στ προς αναγνώριση και ακολούθως ως Τεκμήριο 34). Όπως εξήγησε, ο ίδιος είχε σχεδιάσει τη συγκεκριμένη κατάσταση και όπως εξήγησε χρησιμοποιείται από τις δημόσιες εταιρείες για τους δικούς τους σκοπούς αφού λάβουν τα στοιχεία από το ηλεκτρονικό σύστημα του Χ.Α.Κ. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο τήρησης του συστήματος από το Χ.Α.Κ. και υπέδειξε ότι η κάθε εταιρεία (στην προκειμένη περίπτωση η Λαϊκή Τράπεζα) έχει πρόσβαση σε αυτό μόνο σε σχέση με δικά της προϊόντα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αλλοίωσης των στοιχείων. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Ε. 4 παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο με τίτλο «Έκθεση Ειδικού Ελέγχου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας» που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα (Τεκμήριο 10) και επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς την τότε Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 13.9.2013 (Τεκμήριο 11). Τα έγγραφα αυτά τέθηκαν στην κατοχή του από άλλη διαδικασία και καμία εμπλοκή ή ανάμειξη είχε στην ετοιμασία τους. Σύμφωνα με την Έκθεση (Τεκμήριο 10), οι διαδικασίες και πρακτικές που εφάρμοσε η Λαϊκή Τράπεζα για προώθηση των αξιογράφων κατέληγαν άμεσα ή έμμεσα στην παροχή επενδυτικής συμβουλής στους πελάτες. Κρίθηκε, συνεπώς, από την Κεντρική Τράπεζα ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν έθεσε τις κατάλληλες διαδικασίες για να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του Νόμου και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης την επιστολή ημερομηνίας 13.9.2012 (Τεκμήριο 11) του τότε Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Ειδική Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας με την οποία η τελευταία ενημερωνόταν ότι δεν θα επιβληθεί οποιοδήποτε διοικητικό πρόστιμο για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας. Ο Μ.Ε. 4 αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 1 και
- Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι το Ενημερωτικό Δελτίο είχε τύχει της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (η σχετική επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 28.5.2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Σύμφωνα δε με ανακοινώσεις ημερομηνίας 15.6.2010 και 30.7.2010 (Τεκμήρια 13 και 14) το Χ.Α.Κ. ανακοίνωσε ότι αποδέχθηκε την εισαγωγή των αξιογράφων (τόσο της Σειράς 1 όσο και της Σειράς 2) που εξέδωσε η Λαϊκή Τράπεζα κατά το
- Με ανακοίνωση του ημερομηνίας 2.4.2013 (Τεκμήριο 16) το Χ.Α.Κ. ανακοίνωσε την αναστολή διαπραγμάτευσης των τίτλων της Λαϊκής Τράπεζας και ακολούθως με ανακοίνωση ημερομηνίας 19.7.2013 (Τεκμήριο 17) την διαγραφή τους. Πέμπτη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η κα XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Ε.5). Η μάρτυρας εργάζεται στο αρχείο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Μ.Ε. 5 επιχείρησε, κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων του Ενάγοντα, να καταθέσει έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως με θέμα «Η Λειτουργία των Θεσμών του Χρηματοοικονομικού Συστήματος» ημερομηνίας Μαΐου 2014 (Έγγραφο 1). Η κατάθεση της έκθεσης δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο. Κατατέθηκαν, ωστόσο, ως Τεκμήριο 21 τα αποστενογραφημένα πρακτικά της ίδιας Επιτροπής ημερομηνίας 10.7.2012, 16.7.2012, 30.7.2012, 4.9.2012, 23.10.2012 και 27.11.
- Να σημειωθεί ότι τα πρακτικά παρουσιάστηκαν από τη μάρτυρα κατόπιν άδειας που, ως ανέφερε, δόθηκε από τη διευθύντρια των κοινοβουλευτικών επιτροπών μέσω του Προέδρου της Βουλής (η επιστολή της Γενικής Διευθύντριας της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 10.1.2018 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 και αποστάληκε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων του Ενάγοντα με επιστολές τους ημερομηνίας 28.12.2017 και 8.1.2018 που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 20). Σκοπός της κατάθεσης των πρακτικών (Τεκμήριο 21) ήταν, σύμφωνα με τη συνήγορο του Ενάγοντα, να καταδειχθεί ότι κατά τις συνεδρίες της αναφερόμενης Επιτροπής της Βουλής ήταν παρόντες εκπρόσωποι όλων των Εναγομένων και, όπως διαφαίνεται (σύμφωνα πάντα με τη θέση του Ενάγοντα), η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε από το τέλος του 2010 ότι υπήρχαν παράπονα από διάφορα πρόσωπα περί παραπλάνησής τους κατά την προώθηση των αξιογράφων. Περαιτέρω, προκείμενου να καταδειχθεί ότι κατά την πώληση αξιογράφων δίνονταν προμήθειες στα υποκαταστήματα σε περίπτωση αύξησης των πωλήσεων (σχετικές είναι οι σελίδες 30 και 32 των πρακτικών ημερομηνίας 16.7.2012). Η Μ.Ε.5 αντεξετάστηκε μόνο από την συνήγορο της Λαϊκής Τράπεζας, τονίζοντας ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα σε οποιαδήποτε από τις συνεδριάσεις αυτές. Τελευταίος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο κ. XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.6). Ο Μ.Ε.6 είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων και εκτελεί χρέη ταμία. Ο σύνδεσμος ενεγράφη στις 30.11.2012, ήτοι μετά την αναστολή πληρωμής τόκων από τις τράπεζες (το πιστοποιητικό εγγραφής του συνδέσμου ως σωματείο δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.6 αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργειες του Συνδέσμου με στόχο την εξεύρεση εξωδικαστικής λύσης για το θέμα των αξιογράφων και σε συναντήσεις που γίνονταν στα πλαίσια αυτά με διάφορους φορείς. Ως ανέφερε, μετά από παρότρυνση της Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο σύνδεσμος ζήτησε από τα μέλη του να καταγγείλουν σε συγκεκριμένους θεσμούς τις περιπτώσεις παραπλάνησης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την πώληση των αξιογράφων. Υπό την ιδιότητα του ως ταμίας του συνδέσμου ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του τρία έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 23, 24 και
- Το Τεκμήριο 24 παρουσιάζεται να αποστάληκε από τον κ. XXXXX Κουννή, τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο της Λαϊκής Τράπεζας, προς τους διευθυντές των υποκαταστημάτων. Πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.6.2010 με θέμα «ΕΠΕΙΓΟΝ - Αξιόγραφα Κεφαλαίου 2010 (Σειρά 2)» με το οποίο ανακοινώνεται η απόφαση της ανώτατης διεύθυνσης της Λαϊκής Τράπεζας για αύξηση της προμήθειας πώλησης από 5% σε 10% και διπλή αναπροσαρμογή του στόχου των καταθέσεων, τόσο για υφιστάμενες όσο και για νέες καταθέσεις οι οποίες θα μετατρέπονταν σε αξιόγραφα. Το Τεκμήριο 25 αποτελεί έγγραφο που είχε αποσταλεί στα μέλη του προσωπικού της Λαϊκής Τράπεζας και αφορούσε τις απαντήσεις που θα έπρεπε να δίδονται από τους λειτουργούς σε ερωτήσεις επενδυτών αναφορικά με την κεφαλαιακή επάρκεια και οικονομική θέση της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία παρουσιαζόταν ως ικανοποιητική. Αποτέλεσε θέση του Μ.Ε.6 ότι τα Τεκμήρια 24 και 25 παραδόθηκαν στο Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων από τον κ. XXXXX Ζαβρό, αφυπηρετήσαντα υπάλληλο της Λαϊκής Τράπεζας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε θέση Διευθυντή (το έγγραφο με τίτλο «εξουσιοδότηση» του κυρίου Ζαβρού ημερομηνίας 12.7.2017 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.6 ανέφερε ότι εργαζόταν στην υπηρεσία της Λαϊκής Τράπεζας για σαράντα χρόνια και αφυπηρέτησε από τη θέση του Διευθυντή Α' στον τομέα Εμπορικών Επιχειρήσεων. Είχε και ο ίδιος αγοράσει αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας, εναντίον της οποίας έχει καταχωρήσει αγωγή η εκδίκαση της οποίας είχε ξεκινήσει κατά το χρόνο της κατάθεσής του στο Δικαστήριο. Αναφερόμενος στα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το περιεχόμενό τους. Ο Μ.Ε. 6 αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Λαϊκής Τράπεζας και η αντεξέταση υιοθετήθηκε από την συνήγορο της Κεντρικής Τράπεζας. Γ. 2 Η μαρτυρία της Λαϊκής Τράπεζας Ως έχει ήδη σημειωθεί, η Λαϊκή Τράπεζα κάλεσε επτά μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε η κυρία XXXXX Οδυσσέως η οποία για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β). Ως ανέφερε, εργοδοτήθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα το 2003 και παρέμεινε στην υπηρεσία της μέχρι και τον Μάρτιο του
- Έκτοτε βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζα Κύπρου. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Λαϊκή Τράπεζα εργοδοτείτο ως Personal Banker, με έδρα το υποκατάστημα Στροβόλου στη Λευκωσία, το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Στροβόλου και Ομήρου στη Λευκωσία. Ήταν υπεύθυνη του τομέα Στροβόλου στο οποίο υπάγονταν περί τα 14 καταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων και το υποκατάστημα Αγίου Μάμαντος στη Λευκωσία. Από τον Φεβρουάριο του 2005 ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για το Καθήκον υπ' αριθμό 4 της σχετικής κλίμακας με τίτλο «Διαχείριση Χαρτοφυλακίου Πελατών» (το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 26). Τούτο προκύπτει και από το δημόσιο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων που εντοπίζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλέπε Τεκμήρια 8 και 27). Ανάμεσα στα καθήκοντά της κατά τον επίδικο χρόνο ήταν να ενημερώνει ενδιαφερόμενους επενδυτές σε σχέση με επενδυτικά προϊόντα και σχέδια που εξέδιδε η Λαϊκή Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων και των αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης
- Σε αυτή τη βάση, αν και είχε τη μόνιμη έδρα της στο κατάστημα Στροβόλου, επισκεπτόταν συχνά τα καταστήματα του τομέα της για να συναντήσει πρόσωπα που εκδήλωναν ενδιαφέρον να επενδύσουν σε προϊόντα της Λαϊκής Τράπεζας. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το υποκατάστημα του Αγίου Μάμαντος. Τούτο, βέβαια, ίσχυε μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 οπότε και υπήρξε αλλαγή στα καθήκοντά της. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Μ.Υ.1 επεσήμανε ότι στη βάση του πιστοποιητικού επαγγελματικής ικανότητας (Τεκμήριο 26) είχε τη δυνατότητα να παρέχει επενδυτικές συμβουλές για οικονομικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων και αξιογράφων. Παρ' όλα αυτά, ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο καθότι η συγκεκριμένη ενέργεια ήταν εκτός της εμβέλειας των καθηκόντων της στην Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη ρητή εντολή της Λαϊκής Τράπεζας, η ίδια όφειλε να μην πράττει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμβουλή ή προτροπή ή ενθάρρυνση για αγορά επενδυτικών προϊόντων της. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η μάρτυρας ανέφερε ότι τα αξιόγραφα έκδοσης 2010 εκδόθηκαν με βάση το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 13.4.2010 (Τεκμήριο 33). Ως προς τη διαδικασία υποβολής αιτήματος για αγορά αξιογράφων σημείωσε ότι με την εκδήλωση ενδιαφέροντος από κάποιο επενδυτή, ζητείτο από την Marfin CLR (Financial Services) Ltd, που ήταν ο διευθυντής έκδοσης του μνημονίου, να αποστείλει στο υποκατάστημα που εξυπηρετούσε τον ενδιαφερόμενο επενδυτή ή στο υποκατάστημα Στροβόλου όπου εργαζόταν η ίδια, αύξοντα αριθμό για την υποβολή αίτησης αγοράς αξιογράφων στο όνομα του εκάστοτε ενδιαφερόμενου επενδυτή, το Ενημερωτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο με το όνομα και τον αύξοντα αριθμό επενδυτή και έντυπο υποβολής αίτησης αγοράς αξιογράφων επίσης με το όνομα και αύξοντα αριθμό επενδυτή. Τα έγγραφα αυτά παραδίδονταν στον ενδιαφερόμενο επενδυτή για μελέτη και σε περίπτωση που αυτός αποτείνετο στο υποκατάστημα, το υποκατάστημα επικοινωνούσε με την ίδια με σκοπό τη διευθέτηση συνάντησης με τον πελάτη. Κατά τη συνάντηση αυτή η μάρτυρας διενεργούσε διαδικασία κατηγοριοποίησης πελάτη και παρέδιδε σχετικό έγγραφο με κατάταξη σε ιδιώτη πελάτη, επαγγελματία πελάτη ή επιλέξιμο αντισυμβαλλόμενο, ανάλογα με την περίπτωση. Συνομιλούσε, μάλιστα, με τον πελάτη για να διαπιστώσει εάν αυτός ήταν συμβατός με την αγορά αξιογράφων αφού λάμβανε ενημέρωση αναφορικά με το επάγγελμα και τη μόρφωση του αλλά και προηγούμενες επενδυτικές συναλλαγές του και το είδος αυτών. Την ίδια στιγμή επεξηγούσε στον ενδιαφερόμενο επενδυτή τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων έκδοσης 2010 και επεσήμανε τους κινδύνους που ενείχε η αγορά τους. Προσπάθεια της ήταν να γίνει αναφορά στους κινδύνους αυτούς με απλή και κατανοητή γλώσσα και στα πλαίσια αυτά ανέφερε στους ενδιαφερόμενους επενδυτές ότι τα αξιόγραφα θα διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο οπότε η αξία τους θα μεταβαλλόταν με βάση την εκάστοτε τιμή διαπραγμάτευσης, ότι ήταν αορίστου διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και χωρίς υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας για εξαγορά τους, ότι σε περίπτωση μείωσης του δείκτη κεφαλαιουχικής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας υπήρχε το ενδεχόμενο μη πληρωμής τόκου, και τέλος, ότι σε περίπτωση διάλυσης της τράπεζας οι επενδυτές θα έχαναν όλο το κεφάλαιο που επένδυσαν και θα προηγούνταν μόνο έναντι των μετόχων. Περαιτέρω, παρέπεμπε τον κάθε επενδυτή στο περιεχόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου όπου καταγράφονταν όλοι οι κίνδυνοι και συνέστηνε μελέτη του περιεχομένου του και λήψη επενδυτικής ή νομικής συμβουλής. Νοουμένου ότι ο ενδιαφερόμενος επενδυτής επιθυμούσε να προχωρήσει και εφόσον η ίδια διαπίστωνε ότι δεν ήταν συμβατός με την αγορά αξιογράφων, τον προειδοποιούσε ως προς τούτο παραδίδοντάς του σχετικό γραπτό μήνυμα. Όποιος επενδυτής επιθυμούσε να προχωρήσει στην αγορά αξιογράφων παρά την προειδοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας υπέγραφε σχετικό έντυπο διαβεβαιώνοντας την Λαϊκή Τράπεζα ότι παρά την προειδοποίησή που έλαβε αναγνωρίζει τους κινδύνους και επιθυμεί να προχωρήσει στην αγορά αξιογράφων. Ακολούθως, παρέδιδε στον ενδιαφερόμενο επενδυτή έγγραφο με τίτλο «Επιστολή Συναίνεσης» και έγγραφα με τίτλο «σύνοψη πολιτικής και διαδικασιών σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων (MIFID)» και «Σύνοψη Πολιτικής Εκτέλεσης Εντολών» (βλέπε Τεκμήρια 28(α) και 28(β)). Εάν ο ενδιαφερόμενος επενδυτής εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται, προχωρούσε στη συμπλήρωση και υπογραφή εντύπου αίτησης όπου συμπεριλαμβάνονταν οι όροι της συμφωνίας αγοράς αξιογράφων. Στα πλαίσια συμπλήρωσης της αίτησης ο επενδυτής έπρεπε να δηλώσει τα στοιχεία του αριθμού μερίδας επενδυτή στο Χ.Α.Κ. Έτσι, εάν ο επενδυτής είχε τέτοια μερίδα, συμπληρωνόταν ο αριθμός αυτής στο έντυπο. Σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε να ανοίξει μερίδα στο Χ.Α.Κ. και να τους ενημερώσει για τον αριθμό. Όπως, επίσης, εξήγησε, κάποιοι ενδιαφερόμενοι επενδυτές ανέφεραν ότι επιθυμούσαν να μιλήσουν με τον λογιστή ή τον δικηγόρο τους για να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν και ελάμβαναν όλα τα έγγραφα και επέστρεφαν σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να υπογράψουν. Κάποιοι δεν επανέρχονταν ποτέ, ενώ κάποιοι άλλοι υπέγραφαν αυθημερόν. Η μάρτυρας τόνισε ότι η ίδια δεν επωφελήθηκε οικονομικά ή άλλως πώς από τη διάθεση αξιογράφων σε οποιοδήποτε πρόσωπο και τόνισε ότι ουδέποτε ανέφερε σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο επενδυτή ότι τα αξιόγραφα ήταν «καταπληκτική ευκαιρία», ούτε τα παρουσίασε ως προθεσμιακή κατάθεση. Η μάρτυρας δεν θυμόταν τον Ενάγοντα προσωπικά. Παραπέμποντας, ωστόσο, στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 30, 31 και 32 και φέρουν την υπογραφή του Ενάγοντα και ημερομηνία 26.4.2010, υποστήριξε ότι με δεδομένη την υπογραφή και τη σφραγίδα της επί αυτών είχε οπωσδήποτε συναντήσει τον Ενάγοντα και ακολουθήσει την πιο πάνω αναφερόμενη διαδικασία σε σχέση με αυτόν. Στα πλαίσια αυτά παραδόθηκε στον Ενάγοντα αντίγραφο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου (Τεκμήριο 33) στο οποίο αναφέρεται το όνομά του και ο αύξων αριθμός 1540, που σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρείτο αναγραφόταν και στο έντυπο αίτησης που επίσης υπέγραψε ο Ενάγοντας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να εντοπίσει το έντυπο αίτησης που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο Ενάγοντας για την αγορά των επίδικων αξιογράφων τούτο δεν κατέστη εφικτό. Παρουσίασε, όμως, ως Τεκμήριο 29 δέσμη δέκα αντιγράφων αιτήσεων αγοράς αξιογράφων που δόθηκαν και υπογράφηκαν σε δέκα άλλες διαφορετικές περιπτώσεις, τονίζοντας ότι το εν λόγω έντυπο ήταν τυποποιημένο και δινόταν στην ίδια μορφή σε όλους τους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Πρόσθεσε ότι χωρίς την υποβολή της αίτησης αυτής, η αγορά αξιογράφων δεν ήταν δυνατή. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας (σημ: η μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο από την συνήγορο του Ενάγοντα) επανέλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε και που είδε τον Ενάγοντα. Τόνισε, βέβαια, ότι τα έγγραφα με τύπο και περιεχόμενο ως τα Τεκμήρια 30 - 32 υπογράφονταν μόνο εάν και εφόσον συναντούσε τον ενδιαφερόμενο επενδυτή και προέβαινε στη συγκεκριμένη διαδικασία. Ερωτηθείσα αναφορικά με το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Κουννή ημερομηνίας 22.6.2010 (Τεκμήριο 24), η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε το συγκεκριμένο μήνυμα, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν απευθυνόταν σε αυτή. Ως δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η κυρία XXXXX Μιχαήλ (Μ.Υ.2), η οποία ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας κατά την περίοδο 2000 -
- Σήμερα εργάζεται στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Αποτέλεσε θέση της Μ.Υ.2 ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένη στη θυγατρική εταιρεία της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι την εταιρεία Marfin CLR (Financial Services) Ltd (η οποία προηγουμένως ονομαζόταν Λαϊκή Επενδυτική), πελάτες της οποίας ήταν νομικά και όχι φυσικά πρόσωπα. Τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας βρίσκονταν στην οδό Λόρδος Βύρωνος στη Λευκωσία και ουδεμία σχέση είχε με το υποκατάστημα του Αγίου Μάμαντος της Λαϊκής Τράπεζας. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι κατά την περίοδο από τέλος Μαρτίου μέχρι και τέλος Απριλίου 2010 απουσίαζε με άδεια ασθενείας λόγω χειρουργικής επέμβασης. Μετά την επιστροφή της από την άδεια ασθενείας είχε ενισχύσει το Investment Banking με την ηλεκτρονική αποστολή των μνημονίων στα υποκαταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία ήταν αριθμημένα και έφεραν το όνομα του πελάτη. Ουδέποτε, όμως, επισκέφθηκε τα υποκαταστήματα για το σκοπό αυτό. Η εξυπηρέτηση φυσικών προσώπων ουδέποτε ήταν στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές της. Πρόσθεσε ότι από το 2005 ήταν πιστοποιημένη να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Με αναφορά στο Τεκμήριο 8, υπέδειξε ότι από 27.7.2009 μπορούσε να προσφέρει υπηρεσίες του καθήκοντος 6, ήτοι αναδοχή ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων, και του καθήκοντος 4, ήτοι διαχείρισης χαρτοφυλακίου (βλέπε αρ. 2501 και 3273 στο Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με την Μ.Υ.2, τον Νοέμβριο του 2011 μετακινήθηκε από το τμήμα Investment Banking στο υποκατάστημα Αγίου Μάμαντος στη Λευκωσία όπου στεγαζόταν με τον περιφερειακό διευθυντή (σχετική επιστολή της διευθύντριας διοικητικών υπηρεσιών Διεύθυνσης Ανθρώπινου Προσωπικού ημερομηνίας 31.10.2011 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33Α). Ανάμεσα στα καθήκοντά της στη συγκεκριμένη θέση ήταν η παρακολούθηση των καταστημάτων που υπάγονταν στη δυτική περιφέρεια. Παράλληλα, ενεργούσε ως product specialist, και ήταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν οι πελάτες όταν ενδιαφέρονταν να προβούν σε συγκεκριμένη επένδυση. Δεν ασχολείτο, όμως, με την προώθηση επενδυτικών προϊόντων. Κατά τον Μάιο 2010 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το υποκατάστημα του Αγίου Μάμαντος, ούτε οποιαδήποτε αρμοδιότητα που αφορούσε στην πώληση και προώθηση αξιογράφων. Δεν γνωρίζει τον Ενάγοντα και ουδέποτε συνεργάστηκε μαζί του. Η Μ.Υ. 2 αντεξετάστηκε μόνο από τη συνήγορο του Ενάγοντα. Η κυρία XXXXX Παπαδημητρίου κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Σήμερα εργάζεται στην χρηματιστηριακή εταιρεία Cisco ως λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στο back office, στο τμήμα εγγράφων. Η εταιρεία Cisco είναι θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου και το 2015 απορρόφησε τις εργασίες της Marfin CLR (Financial Services) Ltd, όπου και εργαζόταν κατά τα έτη 2009 -
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Μ.Υ.3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 34 τη συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμών επενδυτή που αφορά τον Ενάγοντα (το έγγραφο αυτό είχε κατατεθεί αρχικά ως Τεκμήριο Στ προς αναγνώριση) και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο εκτυπώθηκε το έγγραφο και τι αναφέρεται σε αυτό. Τόνισε ότι το πρόγραμμα με το όποιο συνδέθηκε για να εκτυπώσει τη συγκεκριμένη κατάσταση τυγχάνει χειρισμού από το Χ.Α.Κ. και η ίδια έχει πρόσβαση σε αυτό για σκοπούς θέασης και μόνο (view only), χωρίς δυνατότητα αλλαγής ή τροποποίησης των στοιχείων που τηρούνται στο σύστημα. Από το μητρώο στο οποίο έχει πρόσβαση μπορεί να εντοπίσει μόνο τις μετοχές που διατηρεί ο Ενάγοντας στην Λαϊκή Τράπεζα και όχι σε οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 34, στις 21.9.2012 ο Ενάγοντας κατείχε 62.252 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας. Περαιτέρω, κατά την περίοδο 4.11.2010 - 21.9.2012 ο Ενάγοντας είχε πραγματοποιήσει αγορά μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας Equity Connect Ltd. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσον η αγορά των μετοχών αυτών έγινε με οδηγίες του Ενάγοντα ή όχι. Ερωτηθείσα για την ανάμειξη της Marfin CLR (Financial Services) Ltd στο θέμα των αξιογράφων, η μάρτυρας ανέφερε ότι η εταιρεία παρείχε βοήθεια στους πελάτες να ανοίξουν επενδυτική μερίδα στο Χ.Α.Κ. σε περίπτωση που δεν διατηρούσαν ήδη. Η Μ.Υ. 3 αντεξετάστηκε μόνο από τη συνήγορο του Ενάγοντα. Ο κύριος XXXXX Καφάς ήταν ο τέταρτος μάρτυρας της Λαϊκής Τράπεζας (Μ.Υ.4). Ως ανέφερε, από το 2013, οπότε η τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης, εργάζεται στη διαχείριση της Λαϊκής Τράπεζας. Ήταν στην υπηρεσία της Λαϊκής Τράπεζας κατά την περίοδο 1988 -
- Τα καθήκοντά του σήμερα περιλαμβάνουν τον χειρισμό των δικαστηριακών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ είναι υπεύθυνος για τον εντοπισμό εγγράφων και την παραχώρηση πληροφοριών και οδηγιών στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Λαϊκή Τράπεζα στις διάφορες υποθέσεις. Από τον Μάιο και Ιούνιο του 2010 μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 ήταν διευθυντής ελέγχου εξωτερικού και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση αξιογράφων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε στα πλαίσια των καθηκόντων του στη Διαχείριση της Λαϊκής Τράπεζας, κατά το έτος 2010 η Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε σε δυο εκδόσεις αξιογράφων. Η πρώτη έγινε το Μάιο του 2010 με βάση το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο (Τεκμήριο 33) και η δεύτερη τον Ιούνιο του 2010 με βάση το Ενημερωτικό Δελτίο (Τεκμήριο 7). Και οι δυο σειρές αξιογράφων εισάχθηκαν στο Χ.Α.Κ., και το Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (η επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με την έγκριση του Ενημερωτικού Δελτίου ημερομηνίας 28.5.2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12) χρησιμοποιήθηκε για την εισαγωγή και των δυο σειρών στο Χ.Α.Κ. Από πληροφορίες που έλαβε από λειτουργούς της Marfin CLR, το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο είχε επίσης κοινοποιηθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κος Καφάς αναφέρθηκε και στο θέμα της πληρωμής τόκου από τα αξιόγραφα επισημαίνοντας ότι κατά την υπογραφή της αίτησης αγοράς αξιογράφων ο κάθε επενδυτής επέλεγε κατά πόσον οι τόκοι θα εισπράττονταν με κατάθεση ή με επιταγή. Αναφέρθηκε επίσης στην τελευταία ημερομηνία καταβολής τόκων για τα αξιόγραφα του 2010, ήτοι τις 30.6.2012, και κατέθεσε ως Τεκμήριο 38 επιστολές της Λαϊκής Τράπεζας προς την Κεντρική Τράπεζα ημερομηνίας 22.5.2012 και 21.6.2012 αναφορικά με το θέμα. Ως Τεκμήριο 39 κατατέθηκε ανακοίνωση της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 13.3.2013 για ακύρωση πληρωμής τόκων. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η Κεντρική Τράπεζα απάντησε στις επιστολές ημερομηνίας 22.5.2012 και 21.6.2012, παρόλα αυτά υποστήριξε ότι η ανάκληση πληρωμής τόκων ήταν σε γνώση της Κεντρικής Τράπεζας. Πρόσθεσε ότι με βάση τα αρχεία που τηρούνται στην Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 35), ο Ενάγων έλαβε, υπό την ιδιότητα του κατόχου αξιογράφων, τόκους εννέα φορές για εννέα τριμηνίες για συνολικό ποσό €10.607,
- Ο Μ.Υ.4 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 24 και 25 και υπέδειξε ότι πρόκειται για εσωτερικές εγκυκλίους της Λαϊκής Τράπεζας και ότι και ο ίδιος είχε παραλάβει το Τεκμήριο
- Τόνισε, ωστόσο, ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν ιδιοκτησία της Λαϊκής Τράπεζας. Τέλος, ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από διάφορους λειτουργούς της διαχείρισης και τον ίδιο προσωπικά, δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί η αίτηση του Ενάγοντα για απόκτηση των επίδικων αξιογράφων. Ο Μ.Υ. 4 αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους του Ενάγοντα και της Κεντρικής Τράπεζας. Ο κύριος XXXXX Χατζησπύρου κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Εργάζεται στο Τμήμα Εκκαθάρισης Χρηματιστηριακών Συναλλαγών του Χ.Α.Κ. από το 1999 και στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε ως Τεκμήριο 40 την κίνηση λογαριασμού του Ενάγοντα στο Χ.Α.Κ. Ο μάρτυρας επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εκτυπώθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ανέφερε ότι σε αυτό τυγχάνουν καταγραφής στοιχεία από το 2001, οπότε και το Χ.Α.Κ. ανέλαβε την τήρηση του μητρώου αυτού. Χρησιμοποιώντας τον αριθμό ταυτότητας του Ενάγοντα εντόπισε τα συγκεκριμένα στοιχεία. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι επενδυτική μερίδα για τον Ενάγοντα υπήρχε πριν το
- Με βάση το Τεκμήριο 40 φαίνεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες από το 2001 μέχρι το 2014 έγιναν συναλλαγές εκ μέρους του Ενάγοντα μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου Equity Connect Ltd, όπως και προσυμφωνημένη συναλλαγή, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε στο πάτωμα του Χ.Α.Κ. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η χρηματιστηριακή εταιρεία Equity Connect Ltd προέβαινε στις συγκεκριμένες πράξεις κατόπιν εντολών του Ενάγοντα ή με βάση πληρεξούσιο έγγραφο για διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Ο Μ.Υ. 5 αντεξετάστηκε μόνο από τη συνήγορο του Ενάγοντα. Ως Μ.Υ.6 κατέθεσε ο κύριος XXXXX Λέφας ο οποίος εργάζεται στο γραφείο του διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας από το Μάρτιο του
- Ασχολείται με τον χειρισμό των δικαστηριακών υποθέσεων και παρέχει βοήθεια στον Μ.Υ.4 σε σχέση με τις αγωγές κατόχων αξιογράφων εναντίον της Τράπεζας. Διετέλεσε υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι το 2013 σε διάφορες θέσεις. Υπήρξε διευθυντής υποκαταστήματος στη Λακατάμεια και στα πλαίσια αυτά ασχολείτο με την ανάπτυξη εργασιών του καταστήματος, την προώθηση προϊόντων και τον συντονισμό προσωπικού. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.6 κατάθεσε ως Τεκμήριο 41 έγγραφο που αποτελεί κατάσταση των λογαριασμών του Ενάγοντα στην Λαϊκή Τράπεζα (το έγγραφο αυτό είχε αρχικά κατατεθεί ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση), επεξηγώντας ότι οι λογαριασμοί αυτοί αφορούσαν σε καταθέσεις, δάνεια, τρεχούμενους λογαριασμούς και πιστωτικές κάρτες. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ο Ενάγοντας ήταν πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας πριν από το
- Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι σε σχέση με τους λογαριασμούς αυτούς ο Ενάγοντας εξυπηρετείτο από το υποκατάστημα των Λατσιών, το κατάστημα της Λαϊκής Χρηματοδοτήσεις και το Τμήμα Καρτών. Να σημειωθεί ότι κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 41 αποτελεί μέρος του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου και περιλαμβάνει στοιχεία που επίσης αποτελούσαν μέρος του αρχείου της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία η Τράπεζα Κύπρου έχει στην κατοχή της δυνάμει του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/
- Αναφορικά με τα Τεκμήρια 24 και 25 ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο κύριος Ζαβρός ουδέποτε έλαβε εξουσιοδότηση από την Λαϊκή Τράπεζα για παράδοση αυτών σε οποιοδήποτε πρόσωπο και επεσήμανε ότι τόσο η σύμβαση εργοδότησης των λειτουργών της Λαϊκής Τράπεζας όσο και η σύμβαση που υπέγραψαν κατά την αποχώρησή τους περιλάμβαναν πρόνοια εμπιστευτικότητας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι προμήθειες στις οποίες γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 24 και δίνονταν στα υποκαταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας αποτελούσαν μέθοδο αξιολόγησης των διευθυντών των υποκαταστημάτων και δεν ήταν χρηματικές. Λαμβάνονταν, όμως, υπόψη στα πλαίσια της ανέλιξής τους. Ο Μ.Υ. 6 αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους του Ενάγοντα και της Κεντρικής Τράπεζας. Τελευταίος μάρτυρας της Λαϊκής Τράπεζας ήταν η κύρια XXXXX Κίζη (Μ.Υ.7), δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης και Πελίδης που εκπροσωπεί την Λαϊκή Τράπεζα στην παρούσα υπόθεση. Η μάρτυρας κατέθεσε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγορικών γραφείων Γεωργιάδη και Πελίδη και Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες (Τεκμήριο 42), η οποία και διαβιβάστηκε από την ίδια στον Μ.Υ.6 (Τεκμήριο 43). Δεν γνωρίζει οτιδήποτε αφορά στο περιεχόμενο αυτής της αλληλογραφίας και η εμπλοκή της περιορίστηκε στα πιο πάνω. Η Μ.Υ. 7 αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο του Ενάγοντα. Γ.
- Η μαρτυρία της Κεντρικής Τράπεζας Πρώτη μάρτυρας της Κεντρικής Τράπεζας ήταν η κα XXXXX Κυριακίδου (Μ.Υ. 8). Για τους σκοπούς της μαρτυρίας της η Μ.Υ. 8 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Γ). Εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα από το 1984, ενώ από τον Οκτώβριο του 1991 μέχρι σήμερα εργάζεται στη Διεύθυνση Ρύθμισης και Εποπτείας Τραπεζών. Ανάμεσα στα καθήκοντά της κατά το 2010 ήταν η αξιολόγηση της συμβατότητας των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών με τις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και των Μεγάλων Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων Κ.Δ.Π. 463/2006, όπως τροποποιήθηκε με τις Κ.Δ.Π. 328/2007 και Κ.Δ.Π. 140/
- Όπως ανέφερε η μάρτυρας, η Οδηγία αποτελούσε εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2006/48/ΕΕ, γνωστή ως CRD (Capital Requirements Directive). Σύμφωνα με την Μ.Υ. 8, όταν μια τράπεζα προτίθετο να εκδώσει νέα μέσα κεφαλαίου, όπως αξιόγραφα ή μετοχές, απέστελλε στο Τμήμα Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας τους κύριους όρους του εν λόγω μέσου και ζητούσε αξιολόγηση σε σχέση με τη συμβατότητα των όρων για σκοπούς της συμπερίληψης του μέσου αυτού στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας, όπως αυτά ορίζονται στην Οδηγία. Η αξιολόγηση από μέρους της Κεντρικής Τράπεζας περιλάμβανε την σύγκριση των υποβληθέντων όρων με τις απαιτήσεις της Οδηγίας και, όπου χρειαζόταν, η Κεντρική Τράπεζα υπέβαλλε εισηγήσεις για τροποποιήσεις, ούτως ώστε οι όροι να είναι ευκρινείς και να ανταποκρίνονται πλήρως με τις πρόνοιες της Οδηγίας και να δύνανται να ταξινομηθούν στην αιτούμενη κατηγορία ιδίων κεφαλαίων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της έκδοσης των αξιόγραφων του 2010, η Λαϊκή Τράπεζα είχε στείλει τους προκαταρκτικούς κύριους όρους με επιστολή της ημερομηνίας 31.3.2010 (Τεκμήριο 44) με την οποία ενημέρωνε την Κεντρική Τράπεζα για την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της να προβεί στην πιο πάνω έκδοση αξιόγραφων και υπέβαλλε αίτημα για την κατηγοριοποίηση της νέας έκδοσης ως αξιόγραφα κεφαλαίου που δύνανται να περιληφθούν στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της τράπεζας. Το Τμήμα Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας αξιολόγησε τους υποβληθέντες προκαταρκτικούς όρους ελέγχοντας κατά πόσον ήταν συμβατοί με την παράγραφο 3 της Οδηγίας και τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στο Παράρτημα XII αυτής. Για το σκοπό αυτό, το τμήμα συμβουλεύθηκε και τις σχετικές Κατευθυντήριες Γραμμές που είχε εκδώσει η CEBS (Committee of European Banking Supervisors) στις 10 Δεκεμβρίου 2009, όπως απαιτείτο από το άρθρο 1
(10)της Τροποποιητικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2009/111/ΕΕ (CRD II - νέο άρθρο 63α
(6)). Ακολούθως, από την πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας διαβιβάστηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα διάφορες εισηγήσεις για διορθώσεις και αναδιατυπώσεις, προκειμένου τα εν λόγω αξιόγραφα να καταστούν συμβατά για σκοπούς συμπερίληψης στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της τράπεζας και η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολή ημερομηνίας 12.4.2010 υπέβαλε τους αναθεωρημένους όρους στη Διεύθυνση Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας. Με επιστολή του ημερομηνίας 13.4.2010 το Τμήμα Εποπτείας πληροφόρησε την Λαϊκή Τράπεζα ότι τα εν λόγω αξιόγραφα δύνανται να περιληφθούν στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της μέχρι το ποσοστό του 35% (οι επιστολές ημερομηνίας 12.4.2010 και 13.4.2010 κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 45). Όπως ανέφερε η μάρτυρας, οι αρμοδιότητές της περιορίζονταν στην αξιολόγηση της συμβατότητας των όρων έκδοσης των αξιογράφων και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο θέμα της εποπτείας της Λαϊκής Τράπεζας κατά την προώθηση αυτών. Η Μ.Υ. 8 αντεξετάστηκε σε περιορισμένη έκταση από τον συνήγορο του Ενάγοντα. Ο κ XXXXX Τρικούπης, ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ.9, εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα από τον Σεπτέμβριο του
- Κατέχει πτυχίο Λογιστικής και είναι εγκεκριμένος λογιστής στο Ινστιτούτο Λογιστών της Αγγλίας και Ουαλίας και μέλος του Συνδέσμου Λογιστών Κύπρου. Από το 2000 μέχρι σήμερα εργάστηκε σε διάφορα τμήματα της Κεντρικής Τράπεζας, ενώ σήμερα κατέχει τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού και είναι επικεφαλής της Υπηρεσίας Μακροπροληπτικής Επίβλεψης του Τμήματος Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας. Κατά το 2007 εργαζόταν στο Τμήμα Εποπτείας και Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων και τα καθήκοντα του περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο της συμμόρφωσης των τραπεζών με τις διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου 144(Ι)/
- Επίσης, κατά την ίδια περίοδο ασκούσε καθήκοντα γραμματέα της επιτροπής των επικεφαλείς των εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα της Δημοκρατίας, μέλος της οποίας ήταν ο εκάστοτε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο εκάστοτε Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ο εκάστοτε Έφορος Ασφαλίσεων και ο εκάστοτε Επικεφαλής της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Ήταν επίσης μέλος της εξεταστικής επιτροπής που είχε συσταθεί με αρμοδιότητα την έκδοση πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εμπλοκή που είχε στην ετοιμασία του νομοσχεδίου για την εναρμόνιση της νομοθεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 που είναι γνωστή ως Οδηγία MiFID. Στα πλαίσια αυτά και μετά από την ετοιμασία του βασικού νομοσχεδίου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών μια τεχνική ομάδα στην οποία είχε ανατεθεί η ευθύνη μεταφοράς της MiFID στο εθνικό δίκαιο. Εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας στην ομάδα αυτή ήταν ο ίδιος και είχε επικεντρωθεί στις εποπτικές αρμοδιότητες που θα είχε η Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του νόμου, καθώς επίσης στις υποχρεώσεις που θα είχαν τα πιστωτικά ιδρύματα που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες. Πέραν από την μεταφορά της MiFID στην εθνική νομοθεσία ο Μ.Υ.9 είχε την ευθύνη για την ετοιμασία των δύο Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, ήτοι της Οδηγίας για τις Προϋποθέσεις Παροχής Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων από τις Τράπεζες Κ.Δ.Π.557/2007 και της Οδηγίας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων Κ.Δ.Π.558/2007, οι οποίες μεταφέρουν άρθρα της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο εθνικό δίκαιο όσον αφορά τις οργανωτικές υποχρεώσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους καθορισμένους όρους που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω Οδηγίας. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.9 έκανε αναφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε η Κεντρική Τράπεζα πριν από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν 144(Ι)/2007, αλλά και μετέπειτα, με σκοπό την ενημέρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τις πρόνοιες του Νόμου, την Οδηγία MIFID και τις δυο πιο πάνω αναφερόμενες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και την προκήρυξη και διενέργεια εξετάσεων για την πιστοποίηση προσώπων που εργάζονταν στα πιστωτικά ιδρύματα και επρόκειτο να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες (οι επιστολές ημερομηνίας 20.12.2007 με τις οποίες ενημερώθηκαν οι τράπεζες για τις δυο Οδηγίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 47 και η επιστολή ημερομηνίας 14.6.2011 για τροποποίηση της Κ.Δ.Π.557/2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 48). Σε σχέση με τη διαδικασία πιστοποίησης των προσώπων που επιθυμούσαν να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τη διενέργεια εξετάσεων, οι τράπεζες ενημερώθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 14.5.2008 (Τεκμήριο 69), ακολούθως αποφασίστηκαν κάποιες αλλαγές (Τεκμήριο 70) και στη συνέχεια προκηρύχθηκαν εξετάσεις (βλέπε Τεκμήριο 71). Αναφερόμενος στον εποπτικό ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του Νόμου 144(Ι)/2007 για την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους XII από τις τράπεζες, ο Μ.Υ.9 υποστήριξε ότι στα πλαίσια αυτά λήφθηκαν συγκεκριμένα μέτρα. Ειδικότερα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε εγκύκλιο ημερομηνίας 15.11.2007 που συνέταξε ο ίδιος (Τεκμήριο 46) και είχε αποσταλεί από την Κεντρική Τράπεζα προς όλες τις τράπεζες με την οποία τονίστηκε πως η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο εφόσον γίνεται αποκλειστικά μέσω υπαλλήλων που κατέχουν το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας. Επιπλέον, με την συγκεκριμένη εγκύκλιο ζητήθηκε από την κάθε τράπεζα να γνωστοποιήσει στην Κεντρική Τράπεζα διάφορες πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με τα επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχει και τα ονόματα των στελεχών που ασχολούνται με την παροχή τέτοιας υπηρεσίας. Όλες οι τράπεζες, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, συμμορφώθηκαν με αυτήν. Στα πλαίσια των εποπτικών της καθηκόντων με βάση το Νόμο 144(Ι)/2007, η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε στις τράπεζες διάφορες Εγκυκλίους (βλέπε Τεκμήρια 52, 54, 56, 57, 59 και 61) και άλλες επιστολές (βλέπε Τεκμήριο 58 και 62), ανταποκρίθηκε σε απορίες και ερωτήματα των τραπεζών, διοργάνωσε σεμινάρια (σχετικά τα Τεκμήρια 50 και 51), προέβηκε σε επιτόπιους ελέγχους και εξέτασε στοιχεία και καταστάσεις που υποβλήθηκαν από τις τράπεζες. Σε γενικότερο πλαίσιο, βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τις τράπεζες για αυτό το σκοπό τόσο πριν όσο και μετά την εφαρμογή του Νόμου. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.9 ότι η εποπτεία από πλευράς της Κεντρικής Τράπεζας γινόταν επί συνεχούς βάσης και κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Τόνισε επίσης ότι ήταν αδύνατο και ανέφικτο για την Κεντρική Τράπεζα και τους λειτουργούς της να βρίσκονται συνεχώς δίπλα από τις τράπεζες για να ελέγχει τις ενέργειες του, ούτε και ήταν αυτός ο ρόλος της. Σε ό,τι ιδιαίτερα αφορά στην Λαϊκή Τράπεζα και τον έλεγχο συμμόρφωσής της με το Νόμο 144(Ι)/2007, ο Μ.Υ. 9 ανέφερε ότι κατά την περίοδο 2008-2012 διενεργήθηκαν τρεις επιτόπιοι έλεγχοι. Ο πρώτος επιτόπιος έλεγχος έλαβε χώρα στην Ελλάδα το 2009 για ολόκληρο τον όμιλο επειδή την συγκεκριμένη χρονική στιγμή αρκετές από τις δραστηριότητες του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας βρίσκονταν στην Ελλάδα. Παρόλο που ο έλεγχος διενεργήθηκε στην Ελλάδα, εν τούτοις ελέγχθηκαν και οι πολιτικές που εφάρμοζε η τράπεζα σε επίπεδο ομίλου, δηλαδή και στην Κύπρο. Επρόκειτο για ένα προγραμματισμένο έλεγχο και η εφαρμογή της MiFID αποτελούσε μέρος του ελέγχου που έγινε, αφού η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ήταν εκ των δραστηριοτήτων του ομίλου Λαϊκής. Ο δεύτερος επιτόπιος έλεγχος έγινε στην Κύπρο και κάλυψε τα τμήματα Private Banking, Treasury και Κανονιστικής Συμμόρφωσης της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία, σύμφωνα με πληροφόρηση που είχε η Κεντρική Τράπεζα, εμπλέκονταν ή σχετίζονταν με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ο έλεγχος αυτός ήταν ειδικός και σκοπό είχε την επιθεώρηση της συμμόρφωσης της τράπεζας με τις απαιτήσεις του Νόμου 144(Ι)/2007 και των δύο Οδηγιών που είχε εκδώσει η Κεντρική Τράπεζα. Αποτέλεσμα του δεύτερου ελέγχου ήταν να διαπιστωθεί αριθμός αδυναμιών από πλευράς της Λαϊκής Τράπεζας και για το λόγο αυτό έγιναν συστάσεις για λήψη διορθωτικών μέτρων ώστε να προσαρμοστούν οι εσωτερικές διαδικασίες και συστήματα με τις απαιτήσεις των Νόμων και των οδηγιών. Τα ευρήματα του δεύτερου ελέγχου και οι συστάσεις της Κεντρικής Τράπεζας καταγράφονται στην επιστολή της προς την Λαϊκή Τράπεζα ημερομηνίας 28.4.2011 (Τεκμήριο 64). Η Λαϊκή Τράπεζα απάντησε στην Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 23.5.2011 (Τεκμήριο 73). Ο τρίτος έλεγχος διεξήχθη τον Ιούλιο με Σεπτέμβριο του 2012, με αφορμή τα παράπονα που λήφθηκαν για πρώτη φορά από την Κεντρική Τράπεζα από κατόχους αξιόγραφων αμέσως μετά την ανακοίνωση που εξέδωσε η Λαϊκή Τράπεζα στις 21.6.2012 με την οποία ενημέρωνε το κοινό ότι θα σταματήσει την καταβολή τόκου σε σχέση με τα αξιόγραφα που είχε εκδώσει η ίδια. Ο εν λόγω ειδικός έλεγχος αφορούσε αποκλειστικά τη διαπίστωση και αξιολόγηση των πολιτικών, πρακτικών και διαδικασιών που ακολουθούνταν κατά την προώθηση της διάθεσης των αξιόγραφων, με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσον η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής και, εάν ναι, κατά πόσον κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας τηρήθηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Η Λαϊκή Τράπεζα ενημερώθηκε για τον έλεγχο με την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 20.7.2012 (Τεκμήριο 65). Ο έλεγχος αυτός κάλυψε και το δίκτυο καταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας και τη Διεύθυνση Λιανικής Τραπεζικής, η οποία ήταν υπεύθυνη για τη λειτουργία των καταστημάτων, διότι από τα παράπονα που υποβλήθηκαν διαφαίνετο ότι η προώθηση των αξιόγραφων προς ιδιώτες πελάτες και καταθέτες της τράπεζας γινόταν μέσω του δικτύου των καταστημάτων της τράπεζας. Όπως ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.9, μόλις λήφθηκαν τα πρώτα παράπονα από κατόχους αξιόγραφων για την μη καταβολή των τόκων (σχετικό το Τεκμήριο 39), η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε ανακοίνωση ημερομηνίας 30.8.2012 (βλέπε Τεκμήριο 66) με την οποία ενημέρωσε το κοινό ότι μέσα στα πλαίσια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων βάσει του Νόμου 144(Ι)/2007 θα εξετάσει τα στοιχεία που περιέχονται στα παράπονα κατά την υπό εξέλιξη εποπτική εξέταση των διαδικασιών και πρακτικών που ακολουθούνται από τις τράπεζες κατά τη διάθεση και προώθηση των αξιόγραφων. Περαιτέρω σημείωσε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε εξουσία ή αρμοδιότητα εξέτασης και/ή παροχής θεραπείας σε σχέση με παράπονα πελατών. Τα δε παράπονα που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιήθηκαν για σχεδιασμό του επιτόπιου ελέγχου αναφορικά με τα τμήματα και τα καταστήματα που θα ετύγχαναν επιθεώρησης καθώς και ως πηγή πληροφόρησης για τις πρακτικές και διαδικασίες που είχε εφαρμόσει η Λαϊκή Τράπεζα για την προώθηση της διάθεσης των αξιόγραφων της. Το αποτέλεσμα του τρίτου επιτόπιου ελέγχου που διεξάχθηκε σε σχέση με την Λαϊκή Τράπεζα περιέχεται στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που ετοιμάστηκε από την Κεντρική Τράπεζα και στάληκε στην Λαϊκή Τράπεζα με την επιστολή ημερομηνίας 17.10.2012 (βλέπε Τεκμήριο 67 - σχετικό και το Τεκμήριο 10). Η Λαϊκή Τράπεζα απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 13.11.2012 (βλέπε Τεκμήριο 74). Η τελική απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας επί του πιο πάνω ελέγχου περιέχεται στην επιστολή της προς την Λαϊκή Τράπεζα ημερομηνίας 26.9.2013 (Τεκμήριο 68 - σχετικό και το Τεκμήριο 11) και όπως αναφέρεται σε αυτήν, με βάση τα συμπεράσματα της επιτόπιας επιθεώρησης, τεκμηριώθηκε ότι τα μέτρα που έλαβε η Λαϊκή Τράπεζα ήταν ανεπαρκή για να διασφαλίσουν την μη παροχή, άμεσα ή έμμεσα, της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά τη διάθεση των αξιόγραφων κατά παράβαση προνοιών του Νόμου και της Οδηγίας Κ.Δ.Π.558/
- Κατά τον έλεγχο δεν εξετάστηκε κατά πόσον είχε παρασχεθεί οποιαδήποτε άλλη επενδυτική υπηρεσία πέραν της επενδυτικής συμβουλής. Ο Μ.Υ.9 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διενέργεια του ελέγχου αυτού και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον κατά την ετοιμασία της πιο πάνω έκθεσης λήφθηκε υπόψη οποιοδήποτε παράπονο του Ενάγοντα. Κληθείς να σχολιάσει την αναφορά ότι «έχουμε γίνει δέκτες καταγγελιών ότι τράπεζες χρησιμοποιούν πρακτικές κατά την προώθηση εκδόσεων, οι οποίες δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις του Νόμου» στην επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 19.1.2011 (Τεκμήριο 61), ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε σύσκεψη των επικεφαλείς των εποπτικών αρχών του Χρηματοοικονομικού Τομέα (στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος) το Νοέμβριο του 2010, ο τότε Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Χαραλάμπους ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους ότι έλαβε προφορικά, γενικά και αόριστα παράπονα ότι οι τράπεζες προωθούσαν χρηματοοικονομικά μέσα χωρίς να ακολουθείται η ορθή διαδικασία. Τα παράπονα δεν αναφέρονταν σε συγκεκριμένη τράπεζα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Κεντρική Τράπεζα ήρθε σε τηλεφωνική επαφή με τις τράπεζες, οι οποίες και την διαβεβαίωσαν για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας. Ταυτόχρονα, αποστάληκε και σχετική Εγκύκλιος επιστολή (Τεκμήριο 61) και ακολούθως διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η έκδοση αξιογράφων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία. Υπάρχει, ωστόσο, ενδεχόμενο παροχής τέτοιας υπηρεσίας κατά την προώθηση των αξιογράφων ανάλογα με την περίπτωση και τα γεγονότα αυτής. Ο Μ.Υ. 9 αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους του Ενάγοντα και της Λαϊκής Τράπεζας. Τελευταίος μάρτυρας για την Κεντρική Τράπεζα ήταν ο κ XXXXX Βλάμης (Μ.Υ. 10) ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Κεντρικής Τράπεζας από τον Απρίλιο του
- Από τον Ιούλιο του 2014 εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης (η οποία μετονομάστηκε σε Τμήμα Εξυγίανσης), που ασχολείται με την προετοιμασία, σχεδιασμό και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης σε πιστωτικά ιδρύματα. Τα καθήκοντά του στο τμήμα αυτό περιλαμβάνουν την ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης σε προληπτική βάση, την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης που είναι σε ισχύ, την παροχή τεχνοκρατικής υποστήριξης στην Αρχή Εξυγίανσης, τη μεταφορά Κοινοτικών Οδηγιών και κατευθυντήριων γραμμών στην εγχώρια νομοθεσία και τη συμμετοχή του σε ομάδες εργασίας και επιτροπές οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν θέματα εξυγίανσης. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.10 αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π.94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 τα οποία προβλέπουν για την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και εξήγησε ότι κατά την εφαρμογή του προαναφερόμενου μέτρου εξυγίανσης, η Αρχή Εξυγίανσης έπρεπε να εφαρμόσει και πράγματι εφάρμοσε τις γενικές αρχές εξυγίανσης που ρητά προβλέπονται στο άρθρο 3
(2)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, όπως ίσχυε κατά τον Μάρτιο του 2013. Ειδικότερα ανέφερε ότι σύμφωνα με τις πρώτες δύο γενικές αρχές που προβλέπονται από το εν λόγω άρθρο 3
(2), οι μέτοχοι του υπό εξυγίανση ιδρύματος επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές και οι πιστωτές επωμίζονται ζημιές μετά τους μετόχους σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που ρητά προβλέπεται στο άρθρο 4 του ίδιου Νόμου. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.10 ότι με βάση το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα τροποποιητικά Διατάγματα Κ.Δ.Π. 133/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας, με την εξαίρεση των όσων αναφέρονται στο Παράρτημα I του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013. Ειδικότερα ο μάρτυρας υποστήριξε ότι με βάση την παράγραφο 5
(2)του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013, οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας οι οποίες μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου περιλάμβαναν τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την παροχή έκτακτης ρευστότητας προς αυτήν από την Κεντρική Τράπεζα και τις υποχρεώσεις της έναντι των ασφαλισμένων καταθετών. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου που εξέδωσε κατά καιρούς η Λαϊκή Τράπεζα, εμπίπτουν, σύμφωνα με τον Μ.Υ.10, στις υποχρεώσεις που μέχρι σήμερα παραμένουν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας ως υποχρεώσεις της και δεν έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου για τους λόγους που εξήγησε. Τέλος, ως ανέφερε ο Μ.Υ.10, η Λαϊκή Τράπεζα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, εφόσον δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί το μέτρο της πώλησης των εργασιών της. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, η Λαϊκή Τράπεζα θα τεθεί υπό εκκαθάριση και το προϊόν από την πώληση των εναπομείναντων περιουσιακών της στοιχείων θα διανεμηθεί στους πιστωτές και τους μετόχους της σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που αναφέρεται στη σχετική νομοθεσία. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση ως προς το χρονικό διάστημα που απαιτείται για ολοκλήρωση της εξυγίανσης, ο μάρτυρας απάντησε πως κατά την ημερομηνία της παρουσίασης του στο Δικαστήριο είχαν ολοκληρωθεί τα πλείστα ζητήματα και αναμενόταν η διευθέτηση κάποιων διαδικαστικών ζητημάτων ώστε στη συνέχεια να προχωρήσει η διαδικασία εκκαθάρισης και κατ' επέκταση η διανομή των εσόδων στους πιστωτές με τη σειρά που προβλέπει ο νόμος. Ο Μ.Υ. 10 αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο του Ενάγοντα. Δ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι παρουσίασαν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους προωθώντας τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων ήταν βοηθητικές προς το Δικαστήριο το οποίο τις έχει μελετήσει. Δεν θα προχωρήσω σε σύνοψη των θέσεων που προώθησαν οι συνήγοροι. Αναφορά στα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται επίσης υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Προτού προχωρήσω περαιτέρω κρίνω ορθό να σημειώσω ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι περιορισμένα. Και τούτο γιατί το κυριότερο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγοντας απέκτησε τα επίδικα αξιόγραφα, θέμα το οποίο θα κριθεί στη βάση της μαρτυρίας του ίδιου του Ενάγοντα και των Μ.Υ. 1 και Μ.Υ. 2. Για το λόγο αυτό θα ασχοληθώ αρχικά με την μαρτυρία των τριών αυτών προσώπων και ακολούθως με όλους τους υπόλοιπους μάρτυρες. Εξ' αρχής παρατηρώ ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα επί τω ότι:
(1)είχε συνάντηση με την Μ.Υ. 2 για σκοπούς μεταφοράς των χρημάτων του στην Λαϊκή Τράπεζα,
(2)ότι ουδέποτε συναντήθηκε με την Μ.Υ.1,
(3)ότι δεν γνώριζε τι υπέγραφε και
(4)ότι εξ' όσων είχε αντιληφθεί τα χρήματα του κατατέθηκαν σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, κρίνεται απορριπτέα. Η μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με τα πιο πάνω παρουσίαζε αστάθεια και σύγχυση σε βαθμό που να μην μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά γεγονότα γενικά και ειδικά τα γεγονότα που αφορούσαν στην απόκτηση των επίδικων αξιογράφων από αυτόν. Και εξηγώ: Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας επέμεινε πως το πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε με την Μ.Υ. 2 και ότι ουδέποτε είδε ή συνάντησε την Μ.Υ. 1 για οποιοδήποτε σκοπό. Δεν αποδέχομαι αυτή τη θέση. Και τούτο λαμβάνοντας υπόψη ότι στην επιστολή που είχε αποστείλει στον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 16.5.2013 (Τεκμήριο 3) προκειμένου να εκφράσει το παράπονο του ως προς την εξαπάτηση του, αναφέρει με τρόπο ξεκάθαρο ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε συναντηθεί ήταν η Μ.Υ.
- Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω επιστολή: «...........................................Στις 7.5.2010 είχα συνάντηση με λειτουργό της Marfin Laiki Bank κα Σύλβια Οδυσσέως στο παράρτημα του Αγίου Μάμαντος, με θέμα συζήτησης τη μετατροπή της προθεσμιακής μου κατάθεσης σε Μη Μετατρέψιμα Αξιόγραφα έκδοσης
- Τα εν λόγω αξιόγραφα όπως μου είχε αναφερθεί ήταν πενταετούς διάρκειας και θα απέφεραν επιτόκιο της τάξης του 7% και για το οποίο θα μου απέστελλαν επιταγή ανα τριμηνία. Μου είχε διευκρινίσει επίσης πως η ψηλή του απόδοση οφειλόταν αποκλειστικά στην πενταετή του δέσμευση προσθέτοντας πως το κεφάλαιο θα μπορούσε να υποθηκευτεί προς απόκτηση δανείου. .......................................... Πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι κατά τη συνάντηση μου με την κυρία Οδυσσέως δεν είχα σε καμία περίπτωση ερωτηθεί για το προφίλ μου σαν επενδυτής ή για το αν ήμουν διατεθειμένος να αναλάβω οποιοδήποτε κίνδυνο που θα μπορούσε να διακατέχει αυτή μου η πράξη. Αν μου είχε λεχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι πιθανότητες να προχωρούσα σε μια τέτοια κίνηση θα ήταν ανύπαρκτες. .........................................» Στην πιο πάνω επιστολή ουδεμία αναφορά γίνεται στο όνομα της Μ.Υ. 2 ή σε συνάντηση που είχε με αυτήν. Αντίθετα, ο Ενάγοντας αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε συνάντηση που είχε με την Μ.Υ 1, δηλώνοντας το όνομά της δυο φορές. Η δικαιολογία που προβλήθηκε από τον Ενάγοντα στα πλαίσια αυτά, ήτοι ότι στις διάφορες συναντήσεις του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων είχε αναφερθεί ότι «υπεύθυνη» του τομέα των αξιογράφων ήταν η κα Οδυσσέως, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 3, όπου προβάλλεται συγκεκριμένη θέση περί συνάντησης με την Μ.Υ. 1 χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο της Μ.Υ.
- Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.6, ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, δεν ερωτήθηκε σχετικά με το θέμα αυτό προκειμένου να ενισχύσει (ενδεχομένως) την επί τούτου θέση του Ενάγοντα. Τα όσα πρόβαλε ο Ενάγοντας σε σχέση με την αναφορά του ονόματος της κας Οδυσσέως στην επιστολή Τεκμήριο 3 έρχονται, μάλιστα, σε πλήρη αντίθεση με την απάντηση που έδωσε στην κα. Παπανδρέου όταν αυτή του υπέβαλε ότι ουδέποτε συνάντησε την Μ.Υ.2, λέγοντας ότι ουδέποτε θα ενέπλεκε άδικα κάποιο άτομο. Όπως, όμως ο ίδιος δέχθηκε, στην επιστολή Τεκμήριο 3 υποστηρίζει ότι συναντήθηκε με την κα Οδυσσέως ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση αναφορικά με την ύπαρξη της υπογραφής και σφραγίδας της κας XXXXX Οδυσσέως στα έγγραφα που υπέγραψε και δη στο Τεκμήριο
- Η αναφορά του ότι όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (ημερομηνία, υπογραφή, σφραγίδα) τέθηκαν στο έγγραφο αφού έθεσε την υπογραφή του παρέμεινε μια αόριστη θέση χωρίς ο Ενάγοντας να επεξηγήσει γιατί έθετε την υπογραφή του σε μη συμπληρωμένα έγγραφα. Η δε προσπάθειά του να επικαλεστεί προς τούτο καταγγελία που κατ' ισχυρισμό υπέβαλε στην Αστυνομία, δεν βοήθησε την υπόθεσή του εφόσον δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με την καταγγελία αυτή (πότε έγινε, σε ποιον έγινε και τι αφορούσε). Κρίνεται, μάλιστα, σκόπιμο να σημειωθεί ότι σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι «μου έδειξε σε αυτό το έγγραφο να υπογράψω και τίποτε άλλο, δεν είδα αν είχε το όνομα XXXXX Οδυσσέως, ούτε ημερομηνίες είδα, ούτε τίποτα, απλώς υπέγραψα». Ο Ενάγοντας δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι στη βάση των όσων του είχαν λεχθεί από τους αντιπροσώπους της Λαϊκής Τράπεζας ο ίδιος θεωρούσε ότι επρόκειτο να δημιουργήσει μια προθεσμιακή κατάθεση και ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι κατείχε αξιόγραφα τον Οκτώβριο του
- Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, στην επιστολή ημερομηνίας 16.5.2013 (Τεκμήριο 3) δεν αναφέρει τη φράση «προθεσμιακή κατάθεση» που κατά κόρον χρησιμοποίησε κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώ το παράπονο του έγκειται στο ότι δεν του επεξηγήθηκαν πλήρως οι κίνδυνοι που ενείχε αυτή του η πράξη. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο πως στην επιστολή αναφέρει ότι το θέμα της συζήτησης του με την Μ.Υ. 1 ήταν «η μετατροπή προθεσμιακής του κατάθεσης σε Μη Μετατρέψιμα Αξιόγραφα έκδοσης 2010», και όχι η μεταφορά των χρημάτων στη Λαϊκή Τράπεζα. Η δε θέση που πρόβαλε επί τούτου, ήτοι ότι ο Σύνδεσμος Κατόχων Αξιογράφων είχε δώσει στα μέλη ένα προσχέδιο της επιστολής όπου γινόταν αναφορά σε διάφορες ορολογίες που όφειλαν να συμπεριλάβουν στην επιστολή που θα απέστελλαν, δεν κρίνεται πειστική. Δεύτερον, υπογράφοντας το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 31, ο Ενάγοντας δήλωσε πως έχει προειδοποιηθεί ότι δεν διαθέτει γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που συνδέονται με την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας και ότι παρόλα αυτά επιθυμεί να προχωρήσει με την εν λόγω συναλλαγή. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο ίδιος υποστήριξε ότι απλά δεν διάβασε τα έγγραφα στα οποία έθεσε την υπογραφή του. Παρομοίως, ο Ενάγοντας υπέγραψε αίτηση για αγορά αξιογράφων με περιεχόμενο ως η δέσμη των αιτήσεων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Η εν λόγω αίτηση τιτλοφορείται «ΕΙΔΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ MARFIN POPULAR BANK PUBIC CO LTD ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ €1,000 ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΤΙΟ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΟΒΑΛΟΥΝ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΣΟ €50,000». Η αίτηση απευθύνεται προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής Τράπεζας και σε αυτήν ο υπογράφων την αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: «Με την παρούσα αιτούμαι/στε, σύμφωνα με το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 13 Απριλίου 2010 συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Όρων Έκδοσης Αξιογράφων Κεφαλαίου που παρατίθενται σε αυτό, την αγορά και την εγγραφή στο όνομά μου/μας Αξιογράφων Κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd όπως καθορίζονται πιο κάτω και αναλαμβάνω/ουμε να δεχθώ/ούμε αυτά τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου ή οποιονδήποτε μικρότερο αριθμό Αξιογράφων Κεφαλαίου ο οποίο θα μου/μας κατανεμηθεί, στην τιμή των €1.000 ανά Αξιόγραφο Κεφαλαίου ονομαστικής αξίας €1.000». Στην τρίτη σελίδα της αίτησης υπάρχει ενυπόγραφη βεβαίωση περί αποδοχής του περιεχομένου του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και αναγνώριση ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να αποδεχθεί την αίτηση ή να ικανοποιήσει το αίτημα ολικώς ή μερικώς. Η τελευταία σελίδα τιτλοφορείται «Σημαντικές Πληροφορίες για τη Συμπλήρωση της Αίτησης για Αξιόγραφα Κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd» και σε αυτήν καταγράφονται πληροφορίες για την διαδικασία υποβολής αιτήσεων, του τρόπου πληρωμής και της διαδικασίας παραχώρησης. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα δεν αποτελούν έγγραφα τα οποία θα υπογράφονταν σε περίπτωση δημιουργίας προθεσμιακής κατάθεσης. Πρόκειται επίσης για ολιγοσέλιδα έγγραφα τα οποία ο Ενάγοντας μπορούσε και είχε την ευκαιρία να μελετήσει προτού υπογράψει. Οι δε αναφορές τις οποίες έχω επισημάνει πιο πάνω είναι εμφανέστατες με τρόπο ώστε να μην μπορώ να αποδεχθώ ότι δεν αντιλήφθηκε την φύση της συναλλαγής. Τρίτον, κατά την περίοδο 30.9.2010 - 31.3.2012 ο Ενάγοντας έλαβε μέσω ταχυδρομείου εννέα τραπεζικές επιταγές σε σχέση με τον τόκο των αξιογράφων όπου υπήρχε ρητή αναφορά με έντονα γράμματα (bold letters) σε «Πληρωμή Τόκων Αξιογράφων Κεφαλαίου 2010» (βλέπε Τεκμήρια 4 και 35). Επομένως, δεν παρουσιάζεται λογική η θέση του ότι απλά προέβαινε σε κατάθεση των σχετικών επιταγών σε λογαριασμό που διατηρούσε χωρίς να διαβάζει τα όσα αναγράφονται στα σχετικά έντυπα που αποστέλλονταν. Τέταρτον, κληθείς να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να ήταν αναγκαία η καταγραφή μερίδας επενδυτή εφόσον σύμφωνα με τη θέση του επρόκειτο για προθεσμιακή κατάθεση, ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι είχε τέτοια μερίδα. Παρόλα αυτά, όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Υ. 5, ο Ενάγοντας διατηρούσε τέτοια μερίδια και προέβαινε σε διάφορες συναλλαγές μέσω χρηματιστηριακής εταιρείας (Τεκμήριο 34). Κρίνεται, επομένως, ότι μοναδικός σκοπός προώθησης της συγκεκριμένης θέσης ήταν ο αποπροσανατολισμός του Δικαστηρίου. Πέμπτο, από την πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει δοθεί επαρκής εξήγηση περί της αποστολής της επιστολής του δικηγορικού γραφείου Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες εκ μέρους του στις 28.6.2012 (Τεκμήριο 36), ενώ, όπως υποστήριξε, ενημερώθηκε περί της αγοράς αξιογράφων τον Οκτώβριο του
- Η θέση του περί αποστολής της εν λόγω επιστολής χωρίς την εξουσιοδότηση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αφήνει αναπάντητα τα εξής εύλογα ερωτήματα:
(1)Πώς είναι δυνατόν το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο να γνώριζε το όνομα και τηλέφωνό του καθώς επίσης ότι ήταν κάτοχος αξιογράφων που είχε «εξαπατηθεί»;
(2)Πως θα μπορούσε ο Σύνδεσμος Κατόχων Αξιογράφων να γνωρίζει αυτές τις πληροφορίες προτού ο ίδιος (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) να γνωρίζει ότι κατέχει αξιόγραφα;
(3)Πώς η θέση αυτή συνάδει με την έτερη θέση του επί τω ότι παρευρέθηκε σε συναντήσεις του Συνδέσμου περί τα τέλη Νοεμβρίου 2011; Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι ο Μ.Ε. 6 δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικό με το υπό κρίση ζήτημα ενώ κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο ενόψει της ιδιότητάς του ως ιδρυτικό μέλος αυτού. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι αναφορές του Ενάγοντα περί μετάβασης του σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας μετά την μη είσπραξη τόκων τον Οκτώβριο του 2012 παρέμειναν στη σφαίρα της αοριστίας αφού ο Ενάγοντας δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τα ονόματα των προσώπων με τα οποία συνομίλησε, ούτε εξήγησε γιατί δεν αναζήτησε την Μ.Υ. 2, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, τον είχε εξαπατήσει. Μη αποδεκτή είναι επίσης η θέση του Ενάγοντα περί μη παραλαβής του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου. Και τούτο γιατί ερωτηθείς για τον αριθμό των εγγράφων που παραδόθηκαν σε αυτόν δεν ήταν σε θέση να το πράξει αναφέροντας πως «δίδονταν διάφορα έγγραφα και υπέγραφε όπου ήταν αναγκαίο». Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην παράγραφο 14(κ) της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι ότι οι αντιπρόσωποι της Λαϊκής Τράπεζας «δεν επεξήγησαν αναλυτικά και/ή λεπτομερώς και/ή καθόλου το πολυσέλιδο, δυσανάγνωστο και δυσνόητο περιεχόμενο των εγγράφων που παρέδωσαν προς υπογραφή στον Ενάγοντα» αποδυναμώνουν την υπό κρίση θέση του έχοντας υπόψη ότι τα υπόλοιπα έγγραφα που του είχαν δοθεί, ήτοι τα Τεκμήρια 30-32 και η αίτηση (ως το Τεκμήριο 29), δεν είναι ούτε πολυσέλιδα ούτε έχουν δυσνόητο περιεχόμενο. Εξετάζοντας συνολικά τη μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται ότι μοναδικός λόγος προώθησης της θέσης περί συνάντησής του με την Μ.Υ.2 και όχι με την Μ.Υ.1 ήταν η αποφυγή των συνεπειών που είχε η εκ μέρους του υπογραφή του Τεκμηρίου 31 και τούτο στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας του να πείσει ότι δεν γνώριζε τη φύση της συναλλαγής και ότι εξαπατήθηκε ως προς τούτη. Αναφορικά με τα όσα ο Ενάγοντας ερωτήθηκε από την κα Παπανδρέου και αφορούν την ανάμειξη του στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας Επιχειρήσεις Μέλιος & Παφίτης Λτδ, αποδέχομαι τη θέση του σύμφωνα με την οποία ουδεμία εμπλοκή έχει τον τομέα αυτό, καθότι αυτή παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτη. Παρομοίως, ο Ενάγοντας δέχθηκε ότι σε κάποια χρονική περίοδο κατείχε μετοχές τις οποίες απέκτησε μέσω του Χ.Α.Κ., όπως επίσης ότι κατά καιρούς διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς στην Λαϊκή Τράπεζα και συνήψε δάνεια με αυτήν, τον αριθμό των οποίων αναμενόμενο θα ήταν να μην μπορεί να προσδιορίσει. Σε γενικότερο πλαίσιο είναι ορθό να λεχθεί ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει διαφανεί ότι ο Ενάγοντας κατέχει εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία σχετικά με επενδύσεις και/ή επενδυτικά και/ή χρηματοοικονομικά προϊόντα. Τούτη άλλωστε, είναι και η θέση της Λαϊκής Τράπεζας η οποία και προειδοποίησε τον ίδιο ότι δεν ήταν συμβατός με την αγορά αξιόγραφων και τον κάλεσε να δηλώσει ενυπογράφως ότι δεν διαθέτει την πείρα και τις γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που αυτή ενέχει (Τεκμήριο 30). Επομένως, με την εξαίρεση του μέρους της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση, αυτή απορρίπτεται. Αξιολογώντας, τώρα, τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 σημειώνω τα εξής: Σε σχέση με την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 υποστηρίχθηκε από την κα Αλεξάνδρου ότι η από μέρους της μάρτυρα ανάγνωση της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα για σκοπούς ετοιμασίας της δικής της δήλωσης αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την αξιοπιστία της καθότι, όπως υποστηρίζει, οι απαντήσεις της ήταν προκατασκευασμένες με αποκλειστικό στόχο την αντίκρουση των θέσεων του Ενάγοντα. Για τον λόγο αυτό, εισηγείται, ότι θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν συμμερίζομαι αυτή τη θέση. Και τούτο κατ' αναλογία των αρχών που τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση που μάρτυρας βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου προτού κληθεί να καταθέσει και είναι παρών κατά τη μαρτυρία άλλων προσώπων. Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 141, η παρουσία ενός μάρτυρα στην αίθουσα του Δικαστηρίου τη στιγμή που δίνει μαρτυρία άλλο πρόσωπο μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και δη τη φύση της υπόθεσης, των επιδίκων θεμάτων και της μαρτυρίας που δόθηκε ενώ βρισκόταν στην αίθουσα όταν έδινε μαρτυρία ο άλλος μάρτυρας, πλην, όμως, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της. Προς τούτο δε το Δικαστήριο θα πρέπει να αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένη φρασεολογία (βλέπε Ηλιάδης ν. Βενιζέλου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 960). Στη βάση των όσων επισημαίνονται στο πιο πάνω σύγγραμμα και κατ' αναλογία των νομικών αρχών, προσεγγίζω τη μαρτυρία της Μ.Υ. 1 με ιδιαίτερη προσοχή και ακριβώς με σκοπό να διαπιστωθεί ο βαθμός επηρεασμού της μαρτυρίας της (εάν υπάρχει) από το γεγονός της εκ μέρους της ανάγνωσης της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα πριν τη δική της μαρτυρία. Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω την Μ.Υ. 1 να καταθέτει και διακρίνοντας ειλικρίνεια, αμεσότητα και σαφήνεια στη μαρτυρία της, και έχοντας σταθμίσει τις θέσεις που πρόβαλε στα πλαίσια αυτά, έχω διαπιστώσει ότι η μαρτυρία της Μ.Υ. 1 αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και για τους λόγους που θα επεξηγήσω πιο κάτω την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η μάρτυρας περιέγραψε με λεπτομέρεια την διαδικασία που ακολουθούσε κάθε φορά που είχε παραπεμφθεί στην ίδια κάποιος ενδιαφερόμενος επενδυτής και όπως εξήγησε, η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του Ενάγοντα. Σε αυτά τα πλαίσια αναφέρθηκε στη διαδικασία παράδοσης του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και της αίτησης αγοράς αξιογράφων στον ενδιαφερόμενο πελάτη με αύξων αριθμό αλλά και στα όσα αφορούσαν την κατηγοριοποίηση του πελάτη. Ως προς το τελευταίο ζήτημα αξίζει να σημειωθεί ότι οι θέσεις των δυο πλευρών συγκλίνουν αφού από το Τεκμήριο 31 προκύπτει ότι η Λαϊκή Τράπεζα κατέταξε τον Ενάγοντα στην κατηγορία προσώπων που δεν είχαν την απαραίτητη γνώση και εμπειρία να αξιολογήσουν τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση σε αξιόγραφα. Η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στη θέση της περί συνάντησης της με τον Ενάγοντα υποστηρίζοντας πως από τη στιγμή που τα έγγραφα (Τεκμήρια 30-32) φέρουν την υπογραφή της, είχε συναντήσει τον Ενάγοντα και είχε προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες. Δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση επί του θέματος, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως το γεγονός της συνάντησης της με τον Ενάγοντα επιβεβαιώνεται και από τα όσα ο τελευταίος αναφέρει στην επιστολή του προς τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 3). Σχετικό με τα αμέσως πιο πάνω υποδειχθέντα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της Μ.Υ.1: «E. Εγώ σας λέω ότι ο λόγος που δεν έχετε αυτήν την πληροφορία σήμερα και δεν την παρουσιάσετε στο Δικαστήριο είναι επειδή εσείς ουδέποτε κάνατε αυτήν τη διαδικασία με τον Ενάγοντα. A. Με όλους τους πελάτες που έβλεπα έκανα όλες τις διαδικασίες που καθόριζε η τράπεζα. E. Μα αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο δεν τον είδατε ποτέ εσείς. A. Πώς υπέγραψα τα έντυπα; E. Να σας πω εγώ πώς υπογράψατε τα έντυπα. Τα έδωσε η κυρία XXXXX Μιχαήλ στο υποκατάστημα και υπογράψατε εσείς μετά την υπογραφή του Ενάγοντα. A. Αποκλείεται, δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, αν δεν μιλούσα εγώ με τον πελάτη να υπογράψω αυτά τα έντυπα. ..................................... E. Αυτήν την ενημέρωση που εγώ θεωρώ ότι ήταν προώθηση των αξιογράφων έγινε από την κυρία Μιχαήλ και μετά τα έγγραφα σας τα έστελνε και τα υπογράφατε και εσείς; A. Εγώ δεν υπόγραψα κανένα έγγραφο χωρίς να έρθω σε επαφή με τον πελάτη». Παρομοίως, αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της Μ.Υ. 2 η οποία χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια, σαφήνεια και σταθερότητα. Επιβεβαιώνεται δε από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η μάρτυρας έχει επεξηγήσει με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο τα κατά καιρούς καθήκοντα της θέσης της και η μαρτυρία της ως προς την μη εξυπηρέτηση φυσικών προσώπων από τον Μάιο του 2010 (και κατ' επέκταση του Ενάγοντα) για την απουσία της για λόγους υγείας κατά τον Απρίλιο του 2010 δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο. Ως προς το πρώτο ζήτημα, οι θέσεις της επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 33Α, ενώ η μη προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της δεδομένου του χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η κα Αλεξάνδρου στην αγόρευσή της, οι θέσεις που προώθησε η Μ.Υ.2 καλύπτονται από τις υποβολές που τέθηκαν στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του από την κα Παπανδρέου. Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Ενάγοντα και την Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με τις συνθήκες απόκτησης των επίδικων αξιογράφων, προχωρώ στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 η οποία παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα δυο πελατών του δικηγορικού γραφείου του κ Κώστα Μελά (Τεκμήριο 6) σύμφωνα με τα οποία συγκεκριμένα πρόσωπα δεν έδωσαν σχετικές οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες, σημειώνω ότι η ίδια η μάρτυρας δεν γνώριζε προσωπικά οτιδήποτε σχετικό και η μόνη της εμπλοκή περιορίστηκε στην παρουσίαση των εν λόγω μηνυμάτων και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε συνάδελφος της με άλλο ένα πελάτη του γραφείου σε σχέση με το θέμα. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 σε ό,τι αφορά στον περιορισμένο αυτό σκοπό γίνεται αποδεκτή χωρίς, ωστόσο, να κρίνεται βοηθητική για την υπόθεση του Ενάγοντα. Και τούτο γιατί επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσον ο Ενάγοντας γνώριζε ότι αγόραζε αξιόγραφα και όχι εάν αυτός και άλλοι κάτοχοι αξιογράφων έδωσαν εξουσιοδότηση στο δικηγορικό γραφείο του κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες να αποστείλει τη συγκεκριμένη επιστολή. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι ο ίδιος μαζί με τον Ενάγοντα επισκέφθηκαν τα γραφεία του Αρχηγείου Αστυνομίας ώστε να προβούν σε καταγγελία εναντίον του δικηγορικού γραφείου Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες σε σχέση με την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 36 χωρίς την άδειά τους. Κρίνεται, ωστόσο, σημαντικό να λεχθεί ότι όπως και ο Ενάγων, έτσι και ο Μ.Ε.3 δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει την καταγραφή του ονόματος και του κινητού τηλεφώνου του στην επιστολή Τεκμήριο 36 και πώς τα στοιχεία αυτά περιήλθαν στη γνώση του εν λόγω δικηγορικού γραφείου δεδομένου ότι δεν ήταν πελάτης αυτού. Ο Μ.Ε. 4 κ XXXXX Χριστοφόρου κλήθηκε από τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα στον τομέα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις αλλά και την εμπειρία του στο συγκεκριμένο τομέα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Πολιτική Έφεση 53/11, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2013). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω, κρίνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν μπορεί να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση του Ενάγοντα. Παρόλο που δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πρόθεσή του να παραπλανήσει το Δικαστήριο, θα πρέπει να λεχθεί ότι για αρκετά ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να παραθέσει τις θέσεις του υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ο μάρτυρας δεν ήταν ενημερωμένος τόσο σε σχέση με το νομικό καθεστώς (για ό,τι αυτό αξίζει) όσο και σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Και εξηγώ: · Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι κατά το 2010 η Λαϊκή Τράπεζα προέβηκε σε τρεις εκδόσεις αξιογράφων ενώ ως διαφάνηκε κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. · Υπήρχε σύγχυση στις θέσεις του όσον αφορά τη διάρκεια των αξιογράφων έκδοσης 2010 αφού ενώ αρχικά ισχυρίστηκε, χωρίς να είναι βέβαιος, ότι τα αξιόγραφα είχαν πενταετή διάρκεια, στη συνέχεια δέχθηκε ότι με βάση τους όρους έκδοσης τους αυτά ήταν αόριστης διάρκειας. · Η μαρτυρία του αναφορικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά των αξιόγραφων γίνεται αποδεκτή ως μη αμφισβητούμενη από την υπεράσπιση. · Η θέση του επί τω ότι η έκδοση αξιόγραφων είναι δυνατή μόνο στη βάση ενημερωτικού δελτίου και όχι εμπιστευτικού πληροφοριακού είναι λανθασμένη αφού προφανώς ο μάρτυρας δεν είχε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 4
(3)του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου Ν.114(Ι)/2005ως ίσχυε τότε (σχετική ανάλυση του θέματος γίνεται στη σελίδα 69 πιο κάτω). Ούτως ή άλλως το ζήτημα αυτό είναι νομικό και η θέση του Μ.Ε. 4 δεν θα μπορούσε να έχει σημασία. · Σε σχέση με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα παρατηρείται ότι ο μάρτυρας δεν είχε καν υπόψη του το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ούτε τις πρόνοιες αυτού και προέβαλλε αυθαίρετες θέσεις περί παράνομης κυκλοφορίας του. · Η θέση του μάρτυρα ως προς την υποχρέωση του εκδότη αξιόγραφων να επεξηγήσει στον εν δυνάμει επενδυτή τους όρους έκδοσης των αξιογράφων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο γιατί η ενημέρωση αυτή προκύπτει από το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο (σημ.: στη σελίδα υπ' αριθμό 4 του Τεκμηρίου 33 σημειώνεται ότι το περιεχόμενο αυτού «δεν πρέπει να θεωρηθεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή συνθήκες ως εξειδικευμένη συμβουλή νομικού, οικονομικού, φορολογικού ή επενδυτικού περιεχομένου. Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές αναμένεται να προβούν σε δικές τους εκτιμήσεις σχετικά με την απόκτηση των Αξιογράφων Κεφαλαίου, στο πλαίσιο των οποίων εκτιμήσεων προτρέπονται να μελετήσουν τους λεπτομερείς όρους του παρόντος Μνημονίου»), όπως και από το Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα από το Μέρος IV του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου Ν. 114(Ι)/2005(βλέπε σελίδα 3 του Ενημερωτικού Δελτίου (Τεκμήριο 7). · Η θέση του Μ.Ε.4 ως προς το τι συνιστά επενδυτική συμβουλή και πότε θεωρείται ότι αυτή παρέχεται και κατά πόσον παρασχέθηκε τέτοια συμβουλή σε γεγονότα που ομοιάζουν με αυτά της υπό εξέταση υπόθεσης (ως η εκδοχή του Ενάγοντα) αποτελεί επίδικο ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης. · Όπως ο ίδιος δέχθηκε, ουδεμία εμπλοκή είχε στην ετοιμασία της Έκθεσης Ειδικού Ελέγχου (Τεκμήριο 10) και συνεπώς η μαρτυρία του επί τούτου μόνο περιορισμένη σημασία μπορεί να έχει. · Σημειώνεται, τέλος, ότι μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα αφορούσε ζητήματα αναφορικά με τις εξουσίες και αρμοδιότητες του Χ.Α.Κ. και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά τη διαδικασία έκδοσης αξιογράφων τα οποία δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία της Μ.Ε.5 περιορίστηκε στην κατάθεση των πρακτικών της κοινοβουλευτικής επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως. Κατά τα λοιπά η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά την συνεδρία ημερομηνίας 16.7.2012 όπου επικεντρώνεται η πλευρά του Ενάγοντα και δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τις δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της επιτροπής, οι οποίες και αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Παρόλα αυτά, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του ίδιου Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Σε σχέση με το θέμα αυτό επαναλαμβάνεται ότι η Μ.Ε.5 δεν ήταν παρούσα κατά την επίδικη συνεδρία και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το πλαίσιο εντός του οποίου έγιναν οι δηλώσεις αυτές. Επομένως, υπό τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να προσδοθεί βαρύτητα στις δηλώσεις αυτές. Η μαρτυρία του Μ.Ε.6 έχει περιορισμένη αξία αφού ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 24 και 25 τα οποία παρουσίασε, ενώ ειδικά σε ό,τι αφορά στο Τεκμήριο 25 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσον τα όσα αναγράφονται σε αυτό είναι ή όχι αληθή ή ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, μελετώντας το Τεκμήριο 24 διαπιστώνεται ότι αυτό φέρει ημερομηνία 25.6.2010, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη της αγοράς των επίδικων αξιογράφων και αφορά στη Σειρά 2 της έκδοσης αξιόγραφων από την Λαϊκή Τράπεζα, και όχι στη Σειρά 1, στην οποία αφορά η παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η οποία επί τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη, το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα δεν απευθυνόταν στην ίδια και ούτε το παρέλαβε με τρόπο ώστε να μην έχει διαφανεί οποιαδήποτε σύνδεσή του υπό κρίση ηλεκτρονικού μηνύματος με τα επίδικα θέματα. Στα ίδια πλαίσια επισημαίνεται ότι από την πλευρά του Ενάγοντα δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την είσπραξη προμήθειας ή άλλου οφέλους από την Μ.Υ.1 ή την Μ.Υ.2 από την επίδικη συναλλαγή. Σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 επαναλαμβάνεται ότι και αυτό αποστάληκε σε χρόνο μεταγενέστερο της αγοράς των επίδικων αξιογράφων. Σε κάθε περίπτωση, από το έγγραφο αυτό το μόνο που προκύπτει είναι η θέση της τράπεζας σε ερωτήσεις ενδιαφερομένων επενδυτών ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στο Τεκμήριο 25 είναι ψευδή, λανθασμένα ή παραπλανητικά. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω λοιπόν, το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια 24 και 25 και ως εκ τούτου, τα ζητήματα που αφορούσαν το νόμιμο ή μη της εξασφάλισής τους δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Ερχόμενη στην μαρτυρία των Μ.Υ. 3 και 5, τους οποίους παρουσίασε η Λαϊκή Τράπεζα προκειμένου να καταδείξει ότι πριν από την αγορά των επίδικων αξιογράφων ο Ενάγοντας είχε διενεργήσει διάφορες πράξεις στο Χ.Α.Κ. και του Μ.Υ.6 ώστε να παρουσιάσει τους λογαριασμούς που ο Ενάγοντας διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα σημειώνω και οι τρεις άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνονται ειλικρινείς και αντικειμενικοί. Παρουσίασαν στο Δικαστήριο τα έγγραφα που ως εκ της ιδιότητάς τους είχαν στην κατοχή τους και η μαρτυρία τους κρίνεται αποδεκτή. Ειδικότερα, αποδέχομαι ότι:
(1)τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στο Τεκμήριο 34 αφορούν στις μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας που κατά καιρούς κατείχε ο Ενάγοντας,
(2)στο Τεκμήριο 40 αποτυπώνεται η κίνηση του λογαριασμού του Ενάγοντα στο Χ.Α.Κ. και
(3)το Τεκμήριο 41 αποτελεί κατάσταση των λογαριασμών του Ενάγοντα στην Λαϊκή Τράπεζα. Παρόλα αυτά η μαρτυρία και των τριών αυτών προσώπων δεν βοήθησε με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση της Λαϊκής Τράπεζας για τους ακόλουθους λόγους: · Το μοναδικό ζήτημα επί του οποίου αντεξετάστηκαν οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.5 αφορούσε το κατά πόσον οι πράξεις που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 34 και 40 ήταν αποτέλεσμα οδηγιών του Ενάγοντα ή διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του από την χρηματιστηριακή εταιρεία Equity Connect Ltd. Κανείς εκ των δυο μαρτύρων δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σχετικά. · Όπως και να έχουν τα πράγματα, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δέχθηκε πως στο παρελθόν είχε διενεργήσει κάποιες συναλλαγές - αγοραπωλησίες μετοχών - μέσω του Χ.Α.Κ. και διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς στην Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με τα οποία (πράξεις και λογαριασμούς) δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες. · Σε κάθε περίπτωση, η διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και η διατήρηση τραπεζικών λογαριασμών δεν καθιστά τον Ενάγοντα γνώστη περί εξειδικευμένων επενδυτικών προϊόντων ως ήταν η πρόθεση της κας Παπανδρέου να τον παρουσιάσει και τούτο ενώ στο Τεκμήριο 31 η Λαϊκή Τράπεζα προειδοποιεί τον Ενάγοντα ότι δεν είναι συμβατός με την αγορά αξιογράφων Η μαρτυρία του Μ.Υ. 4 επίσης γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα και αναφέρθηκε σε λεπτομέρεια στα όσα αφορούν στη διαδικασία έκδοσης των επίδικων αξιογράφων, την αναστολή πληρωμής του τόκου και τους λόγους για αυτό, όπως και στο ποσό που εισέπραξε ο Ενάγοντας στα πλαίσια αυτά. Τα όσα πρόβαλε ο μάρτυρας επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε. Παρατηρείται, τέλος, ότι στη βάση των όσων έχει καταθέσει ο μάρτυρας έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της αδυναμίας εντοπισμού της αίτησης που υπέγραψε ο Ενάγοντας για σκοπούς αγοράς των επίδικων αξιογράφων. Σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5 ως προς το δικαίωμα του κ. Ζαβρού να παραδώσει τα Τεκμήρια 24 και 25 στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων επαναλαμβάνω ότι ενόψει του ότι τα έγγραφα δεν κρίθηκαν σχετικά με τα επίδικα θέματα εκλείπει η ανάγκη περαιτέρω ενασχόλησης του Δικαστηρίου. Παρενθετικά, όμως, σημειώνω ότι κανένας από τους δύο μάρτυρες δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει τη θέση τους περί ύπαρξης ρήτρας εμπιστευτικότητας στη σύμβαση εργοδότησης και αποχώρησης τους από την Λαϊκή Τράπεζα παρά το ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αναμενόμενο. Η μαρτυρία της Μ.Υ.7 επίσης κρίνεται άσχετη με τα επίδικα θέματα ενώ όπως έχω ήδη σημειώσει η μάρτυρας δεν γνώριζε οτιδήποτε για το όλο θέμα και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 42 και 43. Η μαρτυρία της Μ.Υ. 8 δεν έτυχε αμφισβήτησης και δεδομένης της θετικής εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Η αντεξέτασή της περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Σε σχέση με τον Μ.Υ. 9 επαναλαμβάνεται ότι η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες και τα μέτρα που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια των εποπτικών της καθηκόντων δυνάμει των προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007. Οι ενέργειες αυτές καθ' αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τους συνηγόρους του Ενάγοντα. Αποτέλεσε, ωστόσο, θέση του Ενάγοντα ότι τα μέτρα που λήφθηκαν στα πλαίσια αυτά δεν ήταν υπό τις περιστάσεις επαρκή, ζήτημα το οποίο είναι επίδικο και θα εξεταστεί στη συνέχεια. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και επεξηγηματικός, ενώ όπως ανέφερε, ως εκ της θέσης του, είχε ιδιαίτερη εμπλοκή στα θέματα στα οποία έκανε αναφορά. Τα όσα δε υποστήριξε επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα τα οποία έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ. 9 αφορούσε στο κατά πόσον η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής, με τον μάρτυρα να τονίζει τη σημασία των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Ο μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια και πληρότητα τους ελέγχους και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε η Κεντρική Τράπεζα κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων επισημαίνοντας την ίδια στιγμή πως ο όρος «εποπτεία» καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Συναφώς, όμως, σημειώνεται ότι το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ. 9 που αφορούσε την Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που έγινε τον Οκτώβριο του 2012, και δη την ορθότητα της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 17.10.2012, αφορά ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει στα πλαίσια της αγωγής (βλέπε Αντένα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079) και ως εκ τούτου μόνο περιορισμένη σημασία μπορεί να προσδοθεί σε αυτό. Ερχόμενη, τέλος, στη μαρτυρία του Μ.Υ. 10 σημειώνω ότι το μέρος αυτής που αφορά στα γεγονότα της έκδοσης των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση αποτελεί δικαστική γνώση (βλέπε Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ιωσήφ και άλλης
(2004)3 Α.Α.Δ. 420 και Καρατσιώλης ν. Royal Sports Betting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 669). Παρομοίως, μη αμφισβητούμενη και ως εκ τούτου αποδεκτή κρίνεται η μαρτυρία του Μ.Υ. 10 ως προς την μη ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι συνήγοροι του Ενάγοντα αμφισβήτησαν κυρίως τις θέσεις του Μ.Υ.10 αναφορικά με την ερμηνεία της παραγράφου 5
(1)της Κ.Δ.Π.104/2013 σύμφωνα με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα Ι. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.10 τα αξιόγραφα που ε