ΚΑΛΛΗ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΑΛΛΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΡΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4776/14, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A569 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4776/14 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων 2/7/15, 15/10/15, 27/4/17 και 18/12/17 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΛΛΗ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ XXXXX ΚΑΛΛΗ Ενάγοντας και
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΡΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ XXXXX ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων ----------------- Αίτηση Ενάγοντα ημερ. 17/9/19 για τροποποίηση της Ε/Α Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα- Αιτητή: κ. Αγγελίδης Για Εναγόμενη 3 - Καθ' ου η αίτηση: κα. Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή την οποία καταχώρησε στις 28/08/14 και προτού αποβιώσει, ο ενάγοντας αξιώνει από όλους τους εναγόμενους το ποσό των €18.100 περίπου. Η Ε/Α είναι λιτή, εκτείνεται σε πέντε παραγράφους και σε αυτή προβάλλεται απλά ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας είχε κατατεθειμένο το επίδικο ποσό στην εναγόμενη 2 υπό τη μορφή δύο γραμματίων και/ή εμπρόθεσμων καταθέσεων και ότι όταν ζήτησε να του επιστραφεί το εν λόγω ποσό από την εναγόμενη 1 κατ' εφαρμογή των Κ.Δ.Π 97/13, 94/13, 104/13, 98/13 και 103/13, η τελευταία αρνήθηκε να το πράξει επικαλούμενη τα ίδια νομοθετήματα. Για το λόγο αυτό, ο ενάγοντας αξιώνει από όλους τους εναγόμενους το επίδικο στη βάση «.παραβάσεων νόμιμων υποχρεώσεων» και/ή ως παράνομα αντισυνταγματικών πράξεων και/ή παραλείψεις νομίμων υποχρεώσεων.» καθώς επίσης και δηλωτική απόφαση ότι «η αποκοπή και/ή δέσμευση χρημάτων και/ή επέμβαση από το λογαριασμό του ενάγοντος από τους εναγόμενους» είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή παραβιάζει τα αρ. 17 και 20 του Χάρτη Θεμελιακών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με εξαίρεση την εναγόμενη 4, της οποίας η υπεράσπιση ουσιαστικά περιορίζεται στη θέση ότι τίποτα στην Ε/Α του ενάγοντα δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή βάση αγωγής εναντίον της, όλοι οι άλλοι εναγόμενοι, κάποιοι εκ των οποίων επίσης ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, όπως είναι η εναγόμενη 3, πρόβαλαν στις υπερασπίσεις τους και όλα εκείνα τα γνωστά γεγονότα που περιβάλλουν τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν το 2013 σε σχέση με τις εναγόμενες 1 και 2, ήτοι το γνωστό «κούρεμα καταθέσεων». Μάλιστα δε, στην υπεράσπιση των 26 σελίδων που καταχώρησε η εναγόμενη 3 για να απαντήσει στις 5 παραγράφους που συνθέτουν την Ε/Α, γίνεται λεπτομερής ανάλυση του πώς και γιατί προέκυψαν τον τότε καιρό τα «μέτρα εξυγίανσης» των εναγομένων 1 και 2 καθώς επίσης και το πώς κατέληξε να εμπλέκεται ενεργά σε όλα αυτά τα θέματα η εναγόμενη 3 ως εποπτική αρχή. Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης 3 είναι ότι εκείνο τον καιρό η ίδια ενεργούσε καλόπιστα και με σκοπό την προστασία τόσο των εναγομένων 1 και 2 όσο και της κυπριακής οικονομίας γενικότερα και ότι τα μέτρα εξυγίανσης και οι ενέργειες της, μεταξύ των οποίων ήταν και η «προσωρινή αποτίμηση» των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2 που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 1, «ήταν επιβεβλημένα και/ή επιβαλλόμενα και/ή αποτελούσαν πράξης κυβερνήσεως και/ή έγιναν με στόχο την υπογραφή μνημονίου και/ή κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές». Σημειώνω εδώ ότι στην Απάντηση που καταχώρησε ο ενάγοντας σε σχέση με όλες τις υπερασπίσεις που προβλήθηκαν, ο τελευταίος, βασιζόμενος στους ισχυρισμούς που όλοι σχεδόν οι ίδιοι εναγόμενοι προέβαλαν αναφορικά με το κούρεμα των καταθέσεων και του βαθμό εμπλοκής ενός εκάστου αυτών στα εν λόγω γεγονότα, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 3 είχαν καθήκον να εποπτεύουν τους εναγομένους 1 και 2 καθώς και τις επίδικες καταθέσεις του και να ασκούν τον δέοντα έλεγχο ώστε οι τελευταίοι να μην αφήνονται να εκμεταλλεύονται ασύδοτα τους πελάτες τους. Θέση του ενάγοντα είναι ότι η «αθώα» εμπλοκή που οι εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίζονται ότι είχαν στα γεγονότα του κουρέματος, στην πραγματικότητα δεν ήταν τόσο αθώα διότι είναι με την ανοχή και συμμετοχή των εν λόγω εναγομένων καθώς και συνεπεία της παράλειψης τους να συμμορφωθούν με τα θέσμια καθήκοντα τους που στο τέλος ο ενάγοντας ουσιαστικά έχασε την περιουσία του, ήτοι τις επίδικες καταθέσεις. Πρόσθετα τούτου, στην απάντηση του ο ενάγοντας ισχυρίζεται και ότι οι επίδικες Κ.Δ.Π. με βάση τις οποίες αποκόπηκαν οι επίδικες καταθέσεις παραβιάζουν συγκεκριμένες πρόνοιες του Συντάγματος, του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ένωσης, της ΕΣΔΑ καθώς και διάφορων άλλων Ευρωπαϊκών και εθνικών Νομοθεσιών. Υπό το πιο πάνω δικογραφικό και δικονομικό πλαίσιο η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, με την τελευταία ημερομηνία να είναι η 17/09/
- Μέχρι τότε, ουδέποτε επιχειρήθηκαν να εκδικαστούν οι προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονταν μεταξύ άλλων και από την εναγομένη 3, ως προς την κατ' ισχυρισμό μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος από πλευράς ενάγοντα και αν και έλαβαν χώρα διάφορες τροποποιήσεις στον τίτλο της υπόθεσης, κυρίως λόγω των αλλαγών στη διαχείριση της εναγομένης 2, εντούτοις η ουσία των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών που παρατίθεται συνοπτικά πιο πάνω, παρέμεινε η ίδια. Στις 17/09/19, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά να προσθέσει στην Ε/Α αφ' ενός παράγραφο στην οποία να αναφέρεται ο διορισμός διαχειρίστριας της περιουσίας του ενάγοντα ενόψει του θανάτου του τελευταίου, παράγραφος η οποία δεν είχε περιληφθεί κατά την προηγούμενη τροποποίηση και αφ' ετέρου: Α. Να προσθέσει παραγράφους ως προς τις ιδιότητες και θέσμια καθήκοντα όλων των εναγομένων. Β. Να προσθέσει ισχυρισμούς ότι η δημιουργία των επίδικων καταθέσεων και/ή λογαριασμών έγινε στη βάση συμφωνίας μεταξύ αποβιώσαντα και εναγομένης 2 υπό την επίβλεψη και αδειοδότηση της εναγομένης 3 καθώς επίσης και με τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων 1 - 3 ότι οι εν λόγω καταθέσεις θα ήταν ασφαλείς και δεν θα κινδύνευαν να μειωθούν ή να απολεσθούν από οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση όλων των εναγομένων εκτός μόνο μετά από γραπτή εξουσιοδότηση του αποβιώσαντος. Πρόσθετα τούτου, επιχειρείται να προστεθεί ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες καταθέσεις, ως περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα, προστατεύονταν από το Σύνταγμα και το Χάρτη Θεμελιακών Δικαιωμάτων και ότι η εναγόμενη 3, η οποία είχε καθήκον να εποπτεύει την εν λόγω περιουσία του ενάγοντα, δεν το έπραξε και άφησε την εναγόμενή 1 να εκμεταλλευτεί ασύδοτα τον αποβιώσαντα με αποτέλεσμα στις 23/11/13, η εναγόμενη 2, επικαλούμενη τις επίδικες Κ.Δ.Π, οι οποίες κατά τον ενάγοντα είναι άκυρες και παράνομες για τους λόγους που ήδη αναφέρει, να αποκόψει αυθαίρετα και παράνομα και χωρίς εξουσιοδότηση όλο το ποσό των επίδικων καταθέσεων. Ως καταληκτικός δε ισχυρισμός προτίθεται να εισαχθεί ο ισχυρισμός ότι η αποκοπή των επίδικων καταθέσεων έγινε κατά τρόπο παράνομο και/ή αντισυνταγματικό και/ή κατά παράβαση θεμελιακών δικαιωμάτων και ότι «οι επικαλούμενες πράξεις και/οι παραλείψεις» της εναγομένης 3, οι οποίες είναι παράνομες και/ή αντισυνταγματικές, την καθιστούν «συνυπόλογη εκ προστήσεως για τη ζημιά που υπέστηκε ο αποβιώσας ήτοι για την εξαφάνιση των περιουσιακών του στοιχείων τα οποία δεν θα εξαφανίζονταν αν όλοι οι εναγόμενοι συμμορφώνονταν με τα νόμιμα καθήκοντα τους». Στην αίτηση αυτή του ενάγοντα μόνο η εναγομένη 3 έφερε ένσταση προβάλλοντας συνολικά οκτώ λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, η ένσταση της εναγομένης 3 περιστρέφεται γύρω από ισχυρισμούς περί κακοπιστίας και κατάχρησης του ενάγοντα ιδιαίτερα λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης που επέδειξε αλλά και λόγω του ότι το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την τροποποίηση ήταν σε γνώση του από την αρχή. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί περί ανεπίτρεπτης προσπάθειας του ενάγοντα να δημιουργήσει αφ' ενός βάση αγωγής και αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 3 και αφ' ετέρου να επανακαθορίσει κατ' ανεπίτρεπτο τρόπο τα επίδικα θέματα. Σημειώνω εδώ ότι η θέση του ενάγοντα ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης είναι, σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, η δικογραφική διασαφήνιση των όσων περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία κρίθηκαν να μην διαφαίνονται σε ικανοποιητικό βαθμό από το υφιστάμενο δικόγραφο. Η πλευρά της εναγόμενης 3 βέβαια, στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση της, υποστηρίζει ότι το ιστορικό της όλης υπόθεσης και οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις που προηγήθηκαν καταδεικνύουν το καταχρηστικό και αδικαιολόγητο της όλης συμπεριφοράς του ενάγοντα, ιδιαίτερα δε όταν μέχρι σήμερα το υφιστάμενο δικόγραφο του δεν αποκάλυπτε καμία βάση αγωγής και κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενη 3 εξ' ου και η προβολή των σχετικών προδικαστικών ενστάσεων στην υπεράσπιση της τελευταίας. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του ενάγοντα και της εναγομένης 3 ανέπτυξαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, σε αμφότερες τις οποίες γίνεται αναφορά στην νομική πτυχή που περιβάλλει τις πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.25 οι οποίες ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Ως προς τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις τροποποίησης στη βάση της «παλαιάς» Διαταγής 25, ως είναι κοινώς αποδεκτό ότι ισχύει για την παρούσα υπόθεση, αυτές έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι πάντα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24.) Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η σύγχρονη τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) Σημειώνω εδώ ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές παρατηρώ τα εξής σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση. Όσον αφορά τις διάφορες τροποποιήσεις που έγιναν στην παρούσα αγωγή, επισημαίνω ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις, όπως ανέφερα και πιο πάνω, αφορούσαν κατά κύριο λόγο στις διάφορες αλλαγές που γίνονταν κατά καιρούς στο διαχειριστή της εναγομένης 2 και περιορίζονταν μόνο στον τίτλο της αγωγής. Οι μόνες τροποποιήσεις που κατέστησαν αναγκαίες λόγω θεμάτων που αφορούσαν την πλευρά του ενάγοντα ήταν η τροποποίηση της 02/07/15 για να αναγραφεί η ορθή ονομασία της εναγομένης 4 και η τροποποίηση της 18/12/17 που αφορούσε στο διορισμό διαχειρίστριας της περιουσίας του ενάγοντα λόγω του ότι ο τελευταίος είχε αποβιώσει. Υπό αυτές τις περιστάσεις επομένως, δεν μπορεί, θεωρώ, να λεχθεί ότι η πλευρά του ενάγοντα ενήργησε καταχρηστικά απλά και μόνο διότι προέβη σε αριθμό τροποποιήσεων της αγωγής στο παρελθόν. Θα μπορούσε βέβαια καθ' όλες αυτές τις τροποποιήσεις να επιχειρηθεί και η τροποποίηση της Ε/Α ώστε να περιλαμβάνει τους ισχυρισμούς που επιχειρούνται να προστεθούν τώρα όμως το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο δεν συνιστά άνευ ετέρου ένδειξη κατάχρησης ή κακοπιστίας, ιδιαίτερα όταν οι εν λόγω ισχυρισμοί ήδη υφίσταντο, έστω και υπό μια πιο γενική διατύπωση, στο δικόγραφο της Απάντησης του ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι πλην της εναγομένης 4, όλοι οι άλλοι εναγόμενοι και ιδιαίτερα η εναγόμενη 3 η οποία ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση, ενώ επικαλούνταν την λιτότητα και τις κατ' ισχυρισμό ελλείψεις της Ε/Α ως βάση για να ισχυριστούν ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν δικογραφεί ο ενάγοντας εναντίον τους, την ίδια στιγμή, με τις υπερασπίσεις τους οι ίδιοι συνέδεσαν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για την απώλεια των επίδικων καταθέσεων με τα γεγονότα του κουρέματος και τη δική τους εμπλοκή και καθήκοντα στο «κούρεμα». Κατέστησαν δηλαδή οι ίδιοι οι εναγόμενοι τις ιδιότητες και τα καθήκοντα τους κατά την περίοδο του κουρέματος άμεσα σχετικά με τη θέση του ενάγοντα ότι δεν του επιστράφηκαν τα χρήματα του και μάλιστα προχώρησαν, και ιδιαίτερα η εναγόμενη 3, να εξηγήσουν γιατί το κούρεμα των καταθέσεων το 2013 που επηρέασε τις επίδικες καταθέσεις ήταν επιβεβλημένο και αναπόφευκτο καθώς και γιατί δεν πρέπει αυτοί να θεωρηθούν αστικά υπεύθυνοι για τις δικές τους ενέργειες. Είναι στη βάση αυτών των ισχυρισμών που ο ενάγοντας «ολοκλήρωσε» την δικογραφημένη εκδοχή του εξειδικεύοντας κατά κάποιο τρόπο στο δικόγραφο της Απάντησης πώς και γιατί θεωρεί ότι ο κάθε εναγόμενος υπέχει ευθύνη να του επιστρέψει το επίδικο ποσό μετά που αυτό απωλέσθηκε συνεπεία του κουρέματος και ουδέποτε εκφράστηκε από πλευράς εναγόμενης 3 τουλάχιστο οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τη σχετικότητα ή συνάφεια των όσων αναφέρονταν στην Απάντηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν στην λιτή Ε/Α. Επισημαίνω εδώ ότι παρά τις διάφορες τροποποιήσεις που έγιναν, η Απάντηση του ενάγοντα διατηρεί την ίδια εικόνα από τις 24/06/16 που καταχωρήθηκε για πρώτη φορά. Κοντολογίς, από την πρώτη στιγμή που επιδόθηκε η αγωγή, αν όχι όλοι οι εναγόμενοι τουλάχιστον η εναγόμενη 3, αντιλήφθηκαν ότι η αξίωση του ενάγοντα αφορά στο «κούρεμα» του 2013 και στο ρόλο και στην εμπλοκή που ο καθένας τους είχε στα γεγονότα του κουρέματος και αυτό παρά το ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν εξειδικεύονταν με τον τρόπο που επιχειρείται να εξειδικευτούν τώρα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς ενάγοντα, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης του τελευταίου ώστε η εικόνα της δικογραφίας να παρουσιαστεί πλήρης, αποκρυσταλλωμένη και στην ορθή διάσταση της, όπως όλοι οι διάδικοι την αντιλαμβάνονταν μέχρι σήμερα, ήτοι ως «αγωγή για το κούρεμα». Καμία αδικία θεωρώ δεν θα προκληθεί στην εναγόμενη 3 από την αιτούμενη τροποποίηση εφόσον δεν θα τεθεί ενώπιον ισχυρισμών που δεν αντιλαμβάνετο να αντιμετώπιζε μέχρι σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη 3, όπως και όλοι οι άλλοι εναγόμενοι, θα έχουν την ευκαιρία προτού ξεκινήσει η ακρόαση, να απαντήσουν στους ισχυρισμούς του ενάγοντα με τα ανάλογα τροποποιημένα δικόγραφα τους και η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί συνεπεία της τροποποίησης αυτή μπορεί να αποζημιωθεί επαρκώς συνεπώς με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.. Η αίτηση συνεπώς εγκρίνεται και δίδεται άδεια τροποποίησης της Ε/Α ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη Ε/Α να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος το οποίο να ζητηθεί εντός 3 ημερών. Ανάλογα τροποποιημένες υπερασπίσεις από όλους τους εναγόμενους να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από της επίδοσης πιστού αντίγραφου της τροποποιημένης Ε/Α και τυχόν τροποποιημένη απάντηση από πλευράς ενάγοντα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης των τροποποιημένων υπερασπίσεων. Να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στη συνέχεια. Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση και ότι η εναγόμενη 3 έφερε ένσταση αλλά αυτή κρίθηκε αβάσιμη για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της αίτησης καταστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής και τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν θα είναι εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 4 αλλά ούτε και εναντίον του ενάγοντα σε σχέση με την εναγόμενη 3. Όσον αφορά όμως τα σπαταληθέντα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης σε σχέση με όλους τους εναγόμενους, αυτά επιδικάζονται υπέρ των τελευταίων και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... .Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο