ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΉΡΙΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (Σ.Τ.Ε.Κ. ΛΤΔ)), Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 1302/12, 1303/12, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A570 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Επί τοις αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Άρθρο 52 και τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, Άρθρο 20. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 1302/12 Μεταξύ: XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ Εφεσείων - Αιτητής και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΉΡΙΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (Σ.Τ.Ε.Κ. ΛΤΔ)) Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η αίτηση Και Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 1303/12 XXXXX ΦΡΑΓΚΕΣΚΙΔΗ Εφεσείων -Αιτητής και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΉΡΙΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (Σ.Τ.Ε.Κ. ΛΤΔ)) Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η αίτηση ----------------- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή και στις δύο εφέσεις: κ. Μάγος Για Καθ' ων η αίτηση και στις δύο εφέσεις: κα. Χρυσοστόμου για Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες αιτήσεις - εφέσεις που καταχώρησαν στις 26/06/12, οι εφεσείοντες αιτητές, οι οποίοι την 26/02/10 εγγυήθηκαν γραπτώς τον Ν. Ελευθερίου για ποσό €17.522,71 προς όφελος των εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση (τότε ΣΤΕΚ ΛΤΔ) και οι οποίοι κρίθηκαν με απόφαση που εκδόθηκε στις 18/06/12 στα πλαίσια διαιτησίας που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων και άλλων προσώπων από τον διαιτητή Κ. Νεοφύτου ότι οφείλουν, ως τέτοιοι εγγυητές του Ελευθερίου, να πληρώσουν το ποσό της εγγύησης τους στους καθ' ων η αίτηση, αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνων την απόφαση του Διαιτητού ημερ. 18/6/2012 η οποία εκδόθηκε εναντίον του αιτητή και προς όφελος της ΣΤΕΚ ΛΤΔ και η οποία αφορά τη Σύμβαση Εγγυήσεως για το ποσό των €17.522,71 με τόκο 9% από 18/06/2012 με έξοδα €200ξ λόγω παρανομίας και/ή ακυρώτητος η οποία έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη του Γραμματίου XXXXX628-4 μεταξύ του ΣΤΕΚ ΛΤΔ και του πρωτοφειλέτη Νικόλα Ελευθερίου καθότι κατά το χρόνο συντάξεως της εν λόγω Σύμβασης Εγγυήσεως ο πρωτοφειλέτης XXXXX Ελευθερίου ήτο πτωχεύσασας και τούτο ήτο εις γνώση και/ή έπρεπε να ήτο εις γνώση των Καθ' ων η αίτηση. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου κυρήτον ως άκυρο και στερημένη οποιαδήποτε νομίμου ισχύος την διαιτητική απόφαση των 18/6/2012 όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο Α της αίτησης.» Οι αιτήσεις εφέσεις, οι οποίες εδράζονται στο αρ. 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85, των σχετικών κανονισμών Κ. 78 και 79 και στα αρ. 2 και 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 καθώς επίσης και στη Δ.40 και Δ.49, αναφέρουν ως λόγους έφεσης στο κύριο σώμα τους ότι η εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε υπό πραγματική και νομική πλάνη, ότι είναι άκυρη, παράνομη, λανθασμένη και αναιτιολόγητη, ότι ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη του τις ακυρωτικές συνέπειες που συνεπάγεται το γεγονός ότι όταν ο Ελευθερίου υπέγραφε τη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων από τις οποίες προέκυψε το χρέος και οι εγγυήσεις των αιτητών ήταν πτωχεύσας και οι καθ' ων η αίτηση το γνώριζαν και/ή όφειλαν να το γνωρίζουν και τέλος ότι η εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση παραβιάζει την νομοθεσία που αφορά στις Συνεργατικές Εταιρείες, στον Τόκο και στο δίκαιο των συμβάσεων καθώς επίσης και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης. Τις εφέσεις τις υποστηρίζουν αντίστοιχα Ε/Δ των αιτητών, οι οποίοι, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται ως λόγοι έφεσης, ισχυρίζονται ότι όταν αποδέχτηκαν στις 26/02/10 να υπογράψουν ως εγγυητές του Ελευθερίου, δεν τους είχε αποκαλυφθεί ότι ο τελευταίος τελούσε υπό καθεστώς παραλαβής από τις 15/10/08, γεγονός το οποίο ισχυρίζονται ότι επηρέαζε και την εγκυρότητα των εγγυήσεων τους αλλά και γενικότερα των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι καθ' ων η αίτηση χορήγησαν στον Ελευθερίου. Είναι τέλος η θέση των αιτητών ότι αν και ανέφεραν αυτά τα γεγονότα στον διαιτητή κατά την διαιτησία της 18/06/12 εντούτοις ο τελευταίος, όχι μόνο τα αγνόησε πλήρως αλλά στο τέλος εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση χωρίς κανένα έρεισμα και αιτιολογία. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους οι εφεσείοντες αιτητές επισυνάπτουν την ειδοποίηση που τους έστειλε ο διαιτητής στις 18/06/12 αναφορικά με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης καθώς επίσης και αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας ημερ. 14/11/08 αναφορικά με την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον του Ελευθερίου στις 15/10/08. Στην αντίπερα όχθη, στις πανομοιότυπες ενστάσεις που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση, προβάλλονται οχτώ συνολικά λόγοι για τους οποίους οι τελευταίοι θεωρούν ότι οι εφέσεις θα πρέπει να απορριφθούν. Οι εν λόγω ενστάσεις, οι οποίες υποστηρίζονται από Ε/Δ του υπαλλήλου των εφεσιβλήτων, Ο. Οδυσσέως, ο οποίος είχε εμπλακεί προσωπικά στην όλη υπόθεση, περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό εγκυρότητα των συμφωνιών εγγύησης των εφεσειόντων, οι οποίες συμφωνίες κατά τους εφεσίβλητους ήταν ξεχωριστές συμφωνίες και απόλυτα νόμιμες και δεσμευτικές, το ότι ήταν αποκλειστικά υποχρέωση των εφεσειόντων να ενημερωθούν για την φερεγγυότητα ή αφερεγγυότητα ή για το οικονομικό καθεστώς του Ελευθερίου όταν αποφάσιζαν να τον εγγυηθούν και αυτό λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν από προηγουμένως παραλάβει όλα τα σχετικά έγγραφα υπογράφοντας μάλιστα προς επιβεβαίωση τούτου σχετική δήλωση παραλαβής (Τεκ.2) και το ότι η εγκυρότητα του δανείου και των εγγυήσεων ουδόλως επηρεάζεται από το γεγονός ότι η περιουσία του Ελευθερίου τελούσε τότε υπό παραλαβή, ιδιαίτερα εφόσον οι εφεσίβλητοι ενήργησαν κατά τον εν λόγω χρόνο ως καλόπιστοι τρίτοι και έναντι νόμιμης αντιπαροχής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αναιτιολόγητης απόφασης του διαιτητή, οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρίζονται ότι ο διαιτητής έλαβε υπόψη του «όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του, τόσο από τους εφεσίβλητους - καθ' ων η αίτηση όσο και από τον εφεσείοντα - αιτητή, προχώρησε στην διαδικασία διαιτησίας και εξέδωσε απόφαση. (η οποία). δεν μπορεί παρά να είναι νόμιμη, έγκυρη και αιτιολογημένη». Αντίγραφο της εκκαλούμενης διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 18/06/12 από τον διαιτητή Κ. Νεοφύτου, οι καθ' ων η αίτηση το επεσύναψαν στις ενστάσεις τους ως Τεκ.1 και το κείμενο της έχει ως εξής: «Εγώ ο XXXXX Νεοφύτου εκ Λευκωσίας διορισθείς ως Διαιτητής για τη διαφορά μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Εργαζομένων Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Κ) Λτδ και του . πρωτοφειλέτη και των. εγγυητών, τη σχετική με τις πιο κάτω απαιτήσεις: Γραμμάτιο υπ' αρ. XXXXX628-4 για €17.522,71 κεφάλαιο και τόκο προς 9% ετησίως από 18/06/2012 μέχρι εξοφλήσεως. Η ειδοποίηση επιδόθηκε στον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές του. Παρουσιάζονται στην διαιτησία οι εγγυητές XXXXX Φραγκεσκίδης και XXXXX Γρηγοριάδης οι οποίοι αναγνωρίζουν την υπογραφή τους. ΑΠΟΦΑΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη διαιτησία από τον κ. XXXXX Οδυσσέως, Γραφέα στα Τμήμα δανείων της Εταιρείας και έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω τα εξής: (α) Όπως το πιο πάνω Γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές του. (β) Έξοδα εκ €200,00 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ίδιους (ως η παράγραφος (α)). Η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιείται στους εναγόμενους με την επίδοση προσωπικής επιστολής.» Η ακρόαση των συνεκδικαζόμενων εφέσεων διεξήχθη στη βάση των Ε/Δ που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνήγορους των μερών αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι δύο πλευρές. Κρίνω κατ' αρχή σκόπιμο να επισημάνω ότι αν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες και λεπτομερείς αγορεύσεις, εντούτοις φαίνεται να διέλαθε της προσοχής τους η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 190/2012, 28/6/2018, ο λόγος της οποίας αναφέρθηκε με επιδοκιμασία πρόσφατα στην υπόθεση ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2019:A327, Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2013, 19/7/2019 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το σχετικό άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αρ. 22/85, προνοεί ότι εάν η απόφαση του διαιτητή με βάση το εδάφιο
(2)δεν εφεσιβληθεί συμφώνως του εδαφίου
(4), τότε η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. .. Η έφεση στο Δικαστήριο έχει ακριβώς την έννοια της αναψηλάφησης της απόφασης του διαιτητή με ενδεχόμενο την ακύρωση ή παραμερισμό της για τους λόγους που προβάλλονται. Η έφεση αποτελεί την ορθή διαδικασία αναζήτησης θεραπείας στο στάδιο της έκδοσης απόφασης από τον διαιτητή..Κατά την έφεση στο Δικαστήριο, μπορούν να εξεταστούν ζητήματα παρατυπίας από πλευράς του διαιτητή ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ή και ζητήματα αναφορικά με τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας παραπομπής περιλαμβανομένης και της ορθής τήρησης πρακτικών εκ μέρους του διαιτητή, όπως διαπιστώθηκε στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Μιχαήλ κ.ά. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου, Πολ. Έφ. αρ. 190/2012, ημερ. 28.6.2018.» Η περίπτωση στην υπόθεση Μιχαήλ αφορούσε σε έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης, λόγω του εκεί κατ' ισχυρισμό «.παράτυπο(υ) της διαιτητικής διαδικασίας, στην παράλειψη διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας και έκδοσης απόφασης, στην έλλειψη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας από μέρους του διαιτητή και στο αναιτιολόγητο της απόφασης.». Επειδή τα όσα απασχόλησαν το Ανώτατο σε εκείνη την υπόθεση απαντούν ουσιαστικά σε όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω σε κάποια έκταση το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου: «Η διαιτητική διαδικασία υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, Πολ. Εφ. 304/10, ημ. 10/7/15 όπου αναφέρθηκαν τα εξής ως προς το σκοπό που εξυπηρετεί και τον τρόπο διεξαγωγής της: «Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687 ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. ΄Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Μιχαλάκης Κώστα Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.ά. Πολ. Έφ. 169/12, ημ. 6/6/18. Το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου προνοεί τα εξής.: Μας ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2)του άρθρου 20 εφόσον η Αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αφορούσε σε ακύρωση και/ή παραμερισμό διαιτητικής απόφασης. Σ' όσον αφορά την εμβέλεια του εδαφίου αυτού, στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1 (A) Α.Α.Δ. 687, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην Αγγλική νομοθεσία και νομολογία, στις σελ. 696 - 698 της απόφασης αναφέρει τα εξής: «Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο ΄Αρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο)............................... Ακόμη και στην εξέλιξη της νομοθεσίας στην Αγγλία με την εισαγωγή του Arbitration Act 1996, όπου με το s. 68 εισήχθηκε ο γενικότερος όρος του «serious irregularity», ως προϋπόθεση για τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, έχει αποσαφηνιστεί ότι πρέπει η περίπτωση να εμπίπτει σε μια από τις έννοιες που αποδίδει στον όρο το εδάφιο
(2)(a)-(i). Έχει δε ερμηνευτεί στην Petroships Pte Ltd v. Petec Trading and Investment Corp. (The "Petro Ranger") [2001] 2 Lloyd's Rep. 348, ότι οι καθορισθείσες παρατυπίες στο εδάφιο
(2), δεν μπορούν να επεκταθούν από το Δικαστήριο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να οδηγούν και σε «substantial injustice», που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στην Losotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA [2005] 3 All E.R. 789, η επέμβαση του Δικαστηρίου καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τις εξουσίες του κάτω από τη συμφωνία διαιτησίας.» Η θέση που προωθήθηκε πρωτόδικα από τους Εφεσείοντες με την ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα 1 που συνόδευε την Αίτηση/Έφεση και την προφορική του μαρτυρία κατά την ακρόαση, ήταν ότι εμφανίστηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή και αμφισβήτησαν την ιδιότητα κάτω από την οποίαν έθεσαν την υπογραφή τους στα διάφορα έγγραφα που τους παρουσιάστηκαν το 2006 και είχε ενώπιον του ο διαιτητής. Όπως εξήγησαν στον διαιτητή, σύμφωνα βέβαια με τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα 1, τους λέχθηκε κατά την υπογραφή των εγγράφων ότι θα ήσαν εγγυητές για ένα δάνειο και όχι πρωτοφειλέτες και το ποσό που θα εγγυούντο θα ήταν πολύ μικρό εξού και δεν απαιτείτο η εξασφάλιση του με Υποθήκη. Κατέστησαν σαφές στον διαιτητή ότι οι ίδιοι οι Εφεσείοντες δεν έλαβαν κανένα ποσό από την ΣΠΕ Στρουμπιού ως δάνειο. Ακολούθησε έντονη συζήτηση με τον διαιτητή και χωρίς να διερευνηθεί οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους, ο διαιτητής τους κάλεσε να φύγουν και θα ειδοποιούντο εκ νέου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη θέση αυτή των Αιτητών και αν και έκαμε αποδεκτή την παρουσία τους κατά τη διαδικασία της διαιτησίας και ότι διαμαρτυρήθηκαν προβάλλοντας τη θέση ότι υπέγραψαν ως εγγυητές και όχι ως πρωτοφειλέτες, την απέρριψε με το δικαιολογητικό ότι βρισκόταν σε αντίθεση με τα διάφορα τεκμήρια ενώπιον του που μαρτυρούσαν ότι η υπογραφή τους είχε τεθεί κάτω από τη στήλη που αναφέρετο στους συμβαλλόμενους. Έχουμε εξετάσει με προσοχή την εισήγηση περί λανθασμένης παράλειψης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ασχοληθεί με την εξέταση της νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας και του τρόπου διεξαγωγής της από μέρους του διαιτητή, που συνιστούσαν και τους κύριους λόγους έφεσης πρωτόδικα. Μελετήσαμε επίσης τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, που ήταν η βάση ουσιαστικά της απόρριψης από το Δικαστήριο της θέσης που πρόβαλαν οι Εφεσείοντες. Σημειώνεται ότι εκτός του ότι ο ισχυρισμός περί παράτυπης διαδικασίας συνιστούσε ένα από τους ρητούς λόγους έφεσης ήταν και το κύριο αντικείμενο αντεξέτασης του διαιτητή κατά την ακρόαση πρωτόδικα. Το συγκεκριμένο παράπονο των Εφεσειόντων έχει ως κεντρικό άξονα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα της παράτυπης διαδικασίας, παρά μόνο με την ουσία της αξίωσης της ΣΠΕ Στρουμπιού. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας καθίσταται σαφές ότι δεν αμφισβητείτο η παρουσία των Εφεσειόντων κατά τη διαιτητική διαδικασία και ότι διαμαρτυρήθηκαν σ' όσον αφορά την ιδιότητα κάτω από την οποίαν έθεσαν την υπογραφή τους στα διάφορα έγγραφα που τους παρουσίασε ο διαιτητής και που αποδείχθηκε ότι ήταν η αίτηση και η συμφωνία δανείου στα οποία αναγνώρισαν την υπογραφή τους. Σίγουρα εφόσον τέθηκαν ως λόγοι έφεσης πρωτόδικα το παράτυπο της διαιτητικής διαδικασίας και ο κακός χειρισμός της από πλευράς διαιτητή, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να τους εξετάσει και μάλιστα κατά προτεραιότητα, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου συνιστούσαν λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση. Δεν ασχολήθηκε όμως με αυτή την πτυχή των λόγων έφεσης στην έκταση που απαιτείτο ενόψει και των συγκεκριμένων θεμάτων που εγείροντο όπως περιγράφοντο στην Ένορκη Δήλωση του Εφεσείοντα 1 που συνόδευε την Αίτηση/Έφεση, παράλειψη που καθιστά την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μεμπτή. Ενόψει της διαπίστωσης μας αυτής, μας προβλημάτισε κατά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε με την εξέταση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης χωρίς να παρίσταται ανάγκη η υπόθεση να επιστραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για επανεκδίκαση. Διαπιστώνουμε ότι υπό το φως των διαμειφθέντων πρωτόδικα, από πλευράς μαρτυρίας και τεκμηρίων, είμαστε σε θέση να προβούμε στην εξέταση του θέματος περί παράτυπης διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης. Κατ' αρχήν φαίνεται να μην τηρήθηκαν πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας διαφορετικά θα κατατίθεντο πρωτόδικα ως τεκμήρια. Τα μόνα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η αίτηση δανείου (Τεκμήριο 3), η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4), η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση που επιδόθηκε στους Εφεσείοντες (Τεκμήριο 2) και η επιστολή που πληροφορούσε για τη διαιτησία (Τεκμήριο 1). Ενόψει της φύσης της διαιτητικής διαδικασίας ως οιονεί δικαστικής, ο διαιτητής θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες (βλ. υπόθεση Παναγιώτη Κλεοβούλου (ανωτέρω).). Μια από τις βασικές υποχρεώσεις του είναι η τήρηση πρακτικών ενόψει της σημασίας που ενέχουν. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα πρακτικά της δίκης αποτελούν τον αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Εφετείο μπορεί να συμβουλευθεί οτιδήποτε έξω από τα πρακτικά (βλ. Μελετίου ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1 (A) ΑΑΔ 295) ). Συνεπώς η παράλειψη τήρησης, στην παρούσα περίπτωση, πρακτικών κατά τη διαιτητική διαδικασία στερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης της νομιμότητας της διαδικασίας αλλά και της ορθότητας της απόφασης του διαιτητή∙ εφόσον το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει στοιχειώδεις λεπτομέρειες της διαδικασίας, όπως αν διεξήχθηκε στη βάση προφορικής μαρτυρίας ή ενόρκων δηλώσεων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του διαιτητή τα διάφορα έγγραφα δηλ. η αίτηση και η συμφωνία δανείου, σε χρόνο μάλιστα προγενέστερο της εμφάνισης των Εφεσειόντων. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι η παράλειψη τήρησης πρακτικών διασώζεται από την προφορική μαρτυρία που προσκομίστηκε πρωτόδικα, ενόψει της αποχώρησης των Εφεσειόντων θα έπρεπε ο διαιτητής να προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και των εισηγήσεων που τέθηκαν, για να καταλήξει κατά πόσο η αξίωση ήταν δικαιολογημένη (βλ. Annie Fox and Others v. PG Wellfair Ltd
(1981)2 Lloyds Ref. 597). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russel on Arbitration 23η Έκδ., παραγρ. 5 - 195 σελ. 261 ο διαιτητής θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή εισηγήσεις που προτάθηκαν καθ' οιονδήποτε χρόνο από το απουσιάζον μέρος ώστε να λάβει υπόψη την δική του θέση στην έκταση που είναι δυνατή στη βάση του ενώπιον του υλικού. Ως προς το ρόλο του διαιτητή στην παραγρ. 5-196 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: «Role of the tribunal. If only one party is represented, it frequently happens that the tribunal become more interventionist, so as to ensure both sides of the case are fairly developed. In such circumstances there is a fine line between being alert to ensure procedural fairness, which the tribunal must ensure happens, and acting as an advocate for the unrepresented party, which the tribunal must not do. Of course the tribunal may adopt an inquisitorial role in this situation. In any event the need to be fair to both parties should be borne in mind at all times.» Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Εφεσείοντες μετά την έντονη συζήτηση με τον διαιτητή αποχώρησαν. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποχώρησαν δηλ. είτε από δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν προτροπής του διαιτητή, δεν ενέχουν καμιά σημασία για το υπό εξέταση θέμα εφόσον ο τελευταίος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση εξέτασης των ισχυρισμών τους. Ιδιαίτερα εδώ όπου η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4) παρουσίαζε εκ πρώτης όψεως ασάφειες εφόσον εμφανίζονται επτά άτομα ως πρωτοφειλέτες αλλά υπάρχουν μόνο έξι υπογραφές πρωτοφειλετών, οι δύο από τις οποίες μάλιστα να φαίνονται ως ίδιες. Η αναφορά του διαιτητή στην προφορική του μαρτυρία, ότι εξέτασε τον ισχυρισμό, από μόνη της δεν είναι ικανοποιητική για το Δικαστήριο να ελέγξει την νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Αλλά ακόμη και επί της ουσίας δεν ήταν καθόλου επιτρεπτό στον διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης στη βάση μόνο των στοιχείων που είχεν ενώπιον του. Η φύση της διαφοράς, ενόψει των εγγράφων που κατατέθηκαν, δεν ήταν απλή, όπως αναμφίβολα θεώρησε ο διαιτητής, συνεπεία της αμφισβήτησης από πλευράς των Εφεσειόντων της ίδιας της σύμβασης δανείου όπου μάλιστα έθεταν και θέμα παραπλάνησης τους προς το σκοπό εξασφάλισης της υπογραφής τους. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση να διερευνήσει τον ισχυρισμό των Αιτητών και όχι απλά να τον ξεπεράσει με το δικαιολογητικό ότι η υπογραφή τους εμφαίνετο επί των εγγράφων στη θέση των συμβαλλομένων, θέση που ακολούθησε στη συνέχεια και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όφειλε δε ο διαιτητής αντί να έλθει σε έντονη αντιπαράθεση με τους Εφεσείοντες να ζητήσει την προσκόμιση μαρτυρίας την οποίαν στη συνέχεια να αξιολογήσει και να προβεί στα ευρήματα του. Οι Εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν ότι υπέγραψαν διάφορα έγγραφα, η αμφισβήτηση τους αφορούσε στην ιδιότητα κάτω από την οποίαν πίστευαν ότι υπέγραφαν. Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και των δεδομένων της υπόθεσης που παραθέσαμε ανωτέρω, κρίνουμε ότι η διαιτητική διαδικασία ήταν παράτυπη και αντικανονική αλλά και ότι υπήρξε κακός χειρισμός της από μέρους του διαιτητή. Εκτός από την παράτυπη διαδικασία διαπιστώνουμε επίσης ότι και η διαιτητική απόφαση ήταν παράτυπη. Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο διαιτητής, που ήταν τα έγγραφα που υπέγραψαν οι Αιτητές, αναφέρονται σε σύμβαση δανείου η δε διαιτητική απόφαση σε γραμμάτιο. Δεν τέθηκε οτιδήποτε που να εμπλέκει στην υπόθεση καθ' οιονδήποτε τρόπο γραμμάτιο. Από την άλλη η απόφαση στερείται της απαραίτητης αιτιολογίας από την οποίαν να εξάγεται ο συλλογισμός του διαιτητή που τον οδήγησε στη διαπίστωση ότι οι Εφεσείοντες οφείλουν στη ΣΠΕ Στρουμπιού το ποσό των €462.652,84 για το οποίο εξέδωσε απόφαση. Παραμένει άγνωστο από πού άντλησε την πληροφόρηση ο διαιτητής ότι το ύψος του χρέους δυνάμει του δανείου ανέρχετο στο πιο πάνω ποσό, εφόσον η συμφωνία δανείου αφορούσε σε ποσό εκ €210.000. Σίγουρα τα πιο πάνω είναι στοιχεία που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα αλλά πλήττουν καίρια την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Ενδεικτικό της παράτυπης διαιτητικής διαδικασίας αλλά και της απόφασης του διαιτητή είναι και το εξής απόσπασμα από την μαρτυρία του διαιτητή κατά την αντεξέταση του πρωτόδικα. . Η πιο πάνω μαρτυρία του διαιτητή σε συνάρτηση με τις εργασίες που διεξήγαγε προηγουμένως ως ανώτερος λειτουργός στο γραφείο του Συνεργατισμού και ασχολείτο με τον έλεγχο των συνεργατικών εταιρειών και το χώρο εντός του οποίου διεξήχθηκε η διαιτητική διαδικασία που ήταν στο οίκημα της ΣΠΕ Στρουμπιού δεν εξασφαλίζουν την εφαρμογή της ισονομίας που είναι βασική αρχή του δικαίου (βλ. Σολωμού ν. Cypria Life Ltd (ανωτέρω) ) αλλ' ούτε και το αμερόληπτο του διαιτητή.» Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη του περιεχομένου της εκκαλούμενης απόφασης, των άλλων εγγράφων που κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία από εκατέρωθεν τις πλευρές, τις θέσεις των διαδίκων καθώς επίσης και τα λεχθέντα στην Μιχαήλ ανωτέρω, παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, όπως στην Μιχαήλ έτσι και στην παρούσα, δεν αμφισβητείται ότι οι εφεσείοντες εμφανίστηκαν ενώπιον του διαιτητή την ημέρα της διαιτησίας και ότι έλαβαν μέρος στη διαιτητική διαδικασία. Αυτό άλλωστε φαίνεται και στο κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης. Ενώ όμως δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι έθεσαν ενώπιον του διαιτητή τους λόγους για τους οποίους θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να απαλλαχτούν από την όποια ευθύνη τους ως εγγυητές του Ελευθερίου, ήτοι διότι αυτός τελούσε υπό παραλαβή κατά τη σύναψη των συμβάσεων χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, το μόνο σχετικό που καταγράφεται από τον διαιτητή στην εκκαλούμενη απόφαση είναι ότι οι πρώτοι αναγνώρισαν την υπογραφή τους στα έγγραφα και τίποτα περισσότερο. Η φύση όμως της υπόθεσης, ενόψει της θέσης που πρόβαλαν τότε οι εφεσείοντες, δεν ήταν απλή όπως παρουσιάζεται από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης να θεώρησε ο διαιτητής ότι ήταν. Αντιθέτως, το θέμα της εγκυρότητας σύναψης της σύμβασης πιστωτικών διευκολύνσεων από τον Ελευθερίου μπορούσε να επηρεάσει την εγκυρότητα των άμεσα συνδεμένων συμφωνιών εγγύησης (βλ. Συνεργατική Oικοδομική Eταιρεία Δημοσίων Yπαλλήλων Kύπρου Λτδ ν. Mιχάλη Aντωνιάδη και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1098) και ο διαιτητής δεν έπρεπε απλά να ξεπεράσει την πραγματική και νομική πτυχή της θέσης των εφεσειόντων με το απλό δικαιολογητικό ότι η υπογραφή τους εμφαίνετο επί των εγγράφων στη θέση των συμβαλλομένων, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτοί έθεταν θέμα παραπλάνησης τους κατά το χρόνο της υπογραφής και οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν στην παρούσα διαδικασία, όχι μόνο δεν αμφισβητούσαν το καθεστώς παραλαβής στο οποίο βρισκόταν ο πρωτοφειλέτης κατά το χρόνο της δανειοδότησης αλλά ισχυρίζονταν ως πραγματικό γεγονός ότι τον τότε καιρό ενήργησαν ως καλόπιστοι τρίτοι. Είχε συνεπώς υποχρέωση ο διαιτητής να διερευνήσει πλήρως τόσο την πραγματική όσο και τη νομική πτυχή του όλου θέματος ή τουλάχιστο να προβεί σε κάποιας μορφής δικαστική εξέταση και αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιον του και στο τέλος να εκδώσει την απόφαση του με το ανάλογο πλήρως αιτιολογημένο σκεπτικό. Από τα όσα όμως τέθηκαν ενώπιον μου τουλάχιστο, στην προκειμένη περίπτωση ο διαιτητής δεν φαίνεται ποτέ να προέβη στην προαναφερόμενη εξέταση και αξιολόγηση των ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιον του ως όφειλε και όχι μόνο ουσιαστικά δέχτηκε στα τυφλά όσα στοιχεία του παρουσίασαν οι εφεσίβλητοι αλλά ούτε καν τι στοιχεία ήταν αυτά δεν αναφέρει - «.σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.» Την ίδια στιγμή όμως διαπιστώνεται και το ότι καθ' όλη τη διαδικασία της διαιτησίας δεν φαίνεται να τηρούνταν πρακτικά ως έπρεπε εφόσον τίποτα σχετικό δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία και ούτε στην εκκαλούμενη απόφαση καταγράφεται οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι ο διαιτητής όντως άκουσε, εξέτασε και αξιολόγησε όλες τις εισηγήσεις που τέθηκαν ενώπιον του ώστε να καταλήξει στο ότι οι θέσεις των εφεσειόντων ήταν αβάσιμες και η αξίωση των εφεσίβλητων ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη. Και να προέβη συνεπώς ο διαιτητής στην απαιτούμενη εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, η μη τήρηση πρακτικών της διαδικασίας σε συνδυασμό με την παράλειψη καταγραφής στην εκκαλούμενη απόφαση οποιουδήποτε σχετικού «δικαστικού» συλλογισμού, στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης της νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας αλλά και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης, θέματα τα οποία θίγονται ρητά με τις υπό κρίση εφέσεις. Η γενική και αόριστη αναφορά του διαιτητή στην απόφαση του ότι εξέτασε όσα τέθηκαν ενώπιον του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική για να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει την νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας ιδιαίτερα όταν δεν καταγράφεται πουθενά τι ακριβώς είναι που εξέτασε. Οι πιο πάνω ουσιώδεις παραλείψεις του διαιτητή και της ενώπιον του διαδικασίας γενικότερα, οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την εξέταση του ορθού και του νομότυπου της διαιτητικής διαδικασίας, είναι από μόνες τους αρκετές για να οδηγήσουν σε επιτυχία των εφέσεων λόγω παράτυπης και αντικανονικής διαιτησίας αλλά και λόγω του ότι υπήρξε κακός χειρισμός από μέρους του διαιτητή, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί και το κατά πόσο οι συμφωνίες των μερών ήταν άκυρες για τους λόγους που ισχυρίζονται οι εφεσείοντες. Για το θέμα αυτό άλλωστε, η παράλειψη διατύπωσης σχετικής κρίσης από το διαιτητή έχει αποστερήσει από το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης του στα πλαίσια της παρούσας αναθεωρητικής διαδικασίας. Κατά δεύτερο, με βάση τα λεχθέντα στη Μιχαήλ, ακόμη και από μόνο του το περιεχόμενο της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης κρίνεται ως παράτυπο ώστε να συνιστά επιπρόσθετο λόγο για επιτυχία των εφέσεων. Αυτό γιατί στην εκκαλούμενη απόφαση του ο διαιτητής αναφέρει αφ' ενός ότι έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο κάποιου «Γραμματίου» ενώ οι εφεσίβλητοι πιστωτές αναφέρονται σε σύμβαση δανείου και αφ' ετέρου ότι κατέληξε να επιδικάσει το συγκεκριμένο ποσό με τους συγκεκριμένους τόκους και έξοδα λαμβάνοντας υπόψη του και κάποια «άλλα αποδεικτικά στοιχεία», αναφορά τόσο γενική και αόριστη που ουδόλως ανταποκρίνεται στη δικαστική χροιά που πρέπει να περιβάλλει μια διαιτητική απόφαση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο και το εξής απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση της έντιμης Α.Ε.Δ. Τ. Καρακάννα ως ήταν τότε, στην υπόθεση Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ν. Angelmike Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 2206/12, 16/12/2013 όπου είχε ζητηθεί άδεια για εγγραφή διαιτητικής απόφασης με λεκτικό παρόμοιο με αυτό της υπό κρίση διαδικασίας. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόφαση είναι διατυπωμένη με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Καμία αναφορά γίνεται υπέρ ποίου εκδίδεται η απόφαση, αποφασίσθηκε όπως «πληρωθεί ο ενυπόθηκος λογαριασμός». Γίνεται αναφορά σε επιτόκιο «10.5» χωρίς να καθορίζεται από πότε θα υπολογίζεται και πως, ήτοι μηνιαίως, ετησίως ή άλλως πως. Πέραν τούτου, η απόφαση εκδίδεται εναντίον των εναγομένων «αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένα με την υποθήκη». Το νόημα της πιο πάνω φράσης είναι δυσνόητο και ασαφές. Η πληρωμή του «ενυπόθηκου λογαριασμού» δεν μπορεί να γίνει από την υποθήκη. Η υποθήκη δεν είναι βέβαια φυσικό ή νομικό πρόσωπο για να είναι δυνατό να εκδοθεί εναντίον της οποιαδήποτε απόφαση και ή διάταγμα. Ως ορθά δε επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση με την εν λόγω απόφαση δεν διατάσσεται η εκποίηση του ενυποθήκου ακινήτου ούτε και αναγνωρίζεται οποιοδήποτε τέτοιο δικαίωμα των αιτητών ήτοι της εκποίησης της υποθήκης. Γίνεται δε αναφορά σε «ενυπόθηκο ακίνητο» χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία του ακινήτου αυτού. Το μόνο στοιχείο που δίδεται είναι ο αριθμός της υποθήκης χωρίς όμως να καθορίζεται καν το Επαρχιακό Κτηματολόγιο στο οποίο έχει εγγραφεί η εν λόγω υποθήκη. Πέραν τούτου γίνεται αναφορά σε πληρωμή «οποιωνδήποτε άλλων εξόδων» χωρίς να διευκρινίζεται το ύψος αυτών ή η βάση επί της οποίας θα μπορούσαν να υπολογισθούν τα έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει». Η όλη εικόνα που παρουσιάζει το κείμενο της εκκαλούμενης διαιτητικής απόφασης, όπως και αν αυτό ήθελε ιδωθεί, ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεόντως εκδοθείσα οιονεί δικαστική απόφαση και το ακόλουθο γλαφυρό απόσπασμα από την ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 56/2012, 6/2/2018 τυγχάνει θεωρώ, πλήρους εφαρμογής: «Το Δικαστήριο για δικούς του ανεξήγητους λόγους δεν προσέγγισε τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του με τον ορθό και ενδεδειγμένο δικαστικό τρόπο. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αξιολόγηση της μαρτυρίας του. τη θέση του οποίου καταγράφει, αλλά δεν αξιολογεί κατ΄ ελάχιστον. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν υπάρχει καμία σαφής αξιολόγηση ούτε της μαρτυρίας του.ο οποίος κατέθεσε για την υπεράσπιση. Μοναδική συγκεκριμένη αξιολόγηση έγινε για τη.Αυτή η αξιολόγηση δεν αντιπαραβλήθηκε με την αντίθετη θέση του.ούτε σε γενικότητα, αλλά ούτε και εξειδικευμένα. Η παντελής έλλειψη αναφοράς σε μαρτυρία.αποδυναμώνει σε καίριο βαθμό τη δικαστική κρίση και ουσιαστικά την εξουδετερώνει. Η νομολογία έχει πλειστάκις ασχοληθεί με το λεπτό θέμα της αξιολόγησης μαρτυρίας ώστε να είναι πλέον αχρείαστο να παρατεθούν εκ νέου οι θέσεις και οι κατευθυντήριες αρχές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δικαστικής έκφρασης. Παρότι η έκφραση αυτή δεν είναι και δεν θα μπορούσε να ήταν αποτυπωμένη κατά ένα παγιωμένο, στερεότυπο τρόπο, αποτελούσα μια δυναμική προέκταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, παραπέμπτοντας έτσι σε ένα ζωντανό δικαιϊκό σύστημα, (Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016), εν τούτοις αναμένεται κατ΄ ελάχιστον η με διαύγεια αποτύπωση της αξιολόγησης ώστε να καταγράφεται σαφώς η δικαστική αιτιολόγηση, αναπόσπαστη πτυχή της λειτουργίας αυτής, (Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512). Αιτιολογημένη απόφαση σημαίνει ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων και της δικογραφίας και η καταγραφή με ευκρίνεια των αναλόγων ευρημάτων δίδοντας προς τούτο πειστικούς λόγους, (Εταιρεία Παφίτης & Ιορδάνους Κοντράκτορς Λτδ κ.ά. ν. Α.Ν. Στασής Εστέϊτς Κο Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 916). Η αξιολόγηση αποτελεί δικαστικό έργο και καθήκον και προϋποθέτει συσχέτιση της μαρτυρίας στο σύνολο της και αντιπαραβολής των διϊστάμενων θέσεων. Όσο πιο σύνθετη είναι η ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά, τόσο περισσότερο προβάλλει η ανάγκη σαφούς αξιολόγησης.Η κατ΄ απομόνωση αξιολόγηση μέρους της μαρτυρίας ενδεχόμενα οδηγεί το Δικαστήριο σε λανθασμένη εκτίμηση των εγειρομένων θεμάτων και επηρεάζει το εύλογο της κρίσης του, (Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v. Στέλιου Παύλου κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A474, Πολ. Έφ. αρ. 240/2010, ημε. 20.12.2017). Όταν ένα Δικαστήριο επιτελεί πλημμελώς το πιο πάνω έργο, αυτό αποβαίνει σε βάρος των διαδίκων που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη αναζητώντας θεραπεία.Στην πραγματικότητα, όμως, ο Δικαστής δεν έχει επιλογή. Οφείλει να εκδικάζει και να αποφασίζει την ενώπιον του διαφορά εντός των καθορισθέντων νομολογιακών παραμέτρων». Για όλους συνεπώς τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι αμφότερες οι εφέσεις πρέπει να επιτύχουν. Εκδίδεται επομένως διάταγμα αποσυνένωνσης των εφέσεων και ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή ημερομηνίας 18/06/12 τόσο σε σχέση με τον εφεσείοντα στην 1302/12 όσο και τον εφεσείοντα στην 1303/12. Τα έξοδα της κάθε έφεσης χωριστά μέχρι του σημείου που συνενώθηκαν επιδικάζονται υπέρ του κάθε εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και από την ημερομηνία συνένωσης των εφέσεων μέχρι σήμερα, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσίβλητων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και το οποίο σετ εξόδων θα διανεμηθεί στους εφεσείοντες εξ' ημισείας. (Υπ.) .......... Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο