Αναφορικά με τον ΠΕΤΣΑ, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 5/19, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A572 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 5/19 Σε πτώχευση: Αναφορικά με τον XXXXX ΠΕΤΣΑ ΑΔΤ. XXXXX7714 εκ Λευκωσίας (Αίτηση Ι. Πέτσα ημερ. 04/06/19 για αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης) Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κος Χατζητζιοβάννης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Πασιαρδής για Γιώργο Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19/2/19 οι STICHTINHG ALATAS SPECIALS, ίδρυμα εγγεγραμμένο στην Ολλανδία, καταχώρησε εναντίον του πιο πάνω αναφερόμενου χρεώστη Ι. Πέτσα (εφ' εξής Πέτσας ή Αιτητής), την αίτηση πτώχευσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ισχυριζόμενοι ότι ο τελευταίος διέπραξε πράξης πτώχευσης όταν παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός 7 ημερών με την ειδοποίηση πτώχευσης υπ' αρ. XX/18 που του επέδωσαν στις 20/11/
- Εκκρεμούσης της αίτησης και προτού καταχωρηθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς Πέτσα, ο τελευταίος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση των προνοιών του Κεφ.5, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αρ. 6 και 97, καθώς επίσης και στους συναφείς Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.26 και Δ.27: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή αναστέλλεται η Αίτηση Πτώχευσης ημερ. 19/02/19 και/ή η προώθηση και/ή η εκδίκαση της Αίτησης Πτώχευσης ημερ. 19/02/19, μέχρι εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην Πολιτική Έφεση αρ. 316/14 η οποία έχει καταχωρηθεί κατά της απόφασης ή και διατάγματος ημερ. 05/09/14 εκδοθέν στα πλαίσια της αγωγής αρ. XXXX/04 του Ε. Δ. Λευκωσίας και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου ή και ως ήθελε το Δικαστήριο καθορίσει». Στην αίτηση του Πέτσα οι STICHTINHG καταχώρησαν ένσταση, προβάλλοντας πέντε λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση των STICHTINHG αφορά αφ' ενός σε κατ' ισχυρισμό κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς Πέτσα και αφ' ετέρου σε κατ' ισχυρισμό αποτυχία του τελευταίου να ικανοποιήσει της νομολογιακές και νομοθετικές προϋποθέσεις που επιβάλλεται όπως πληρούνται ώστε να μπορεί το υπό κρίση αίτημα του να εγκριθεί. Από τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση, καθώς επίσης και από τα όσα περιέχονται στο φάκελο της αίτησης πτώχευσης στον οποίο αμφότερα τα μέρη παραπέμπουν, διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Τα συνοψίζω: Α. Οι STICHTINHG (εφ' εξής καθ' ων η αίτηση για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης) καταχώρησαν εναντίον του Πέτσα και έξι άλλων νομικών και φυσικών προσώπων την αγωγή XXXX/04 στο Ε.Δ. Λευκωσίας, στην οποία ο Πέτσας ήταν ο εναγόμενος 7 και στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ των καθ' ων η αίτηση στις 05/09/14 κατόπιν πλήρους ακρόασης, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Το δικαστήριο τούτο διά του παρόντος διατάττει και επιδικάζει υπέρ των εναγόντων και εναντίον καθεμίας των εναγομένων 1 και 2, το ποσό των €300.000.- πλέον τόκο προς 5% ετησίως επί ποσού €100.000- από 11.6.2002 μέχρι εξόφλησης, επί ποσού €100.000- από 30.9.2002 μέχρι εξόφλησης και επί ποσού €100.000- από 29.10.2002 μέχρι εξόφλησης. Και το δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει και επιδικάζει όπως υπέρ των εναγόντων και εναντίον καθενός από τους εναγόμενους 3, 4, 5, 6 και 7 το ποσό ίσο με το 20% του ποσού της αμέσως πιο πάνω απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
- Και το δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει όπως οι ως άνω αποφάσεις θα είναι εναντίον των ως άνω αναφερόμενων εναγομένων αλληλεγγύως και κεχωρισμένως μέχρι το κοινό ποσό». Με την ίδια απόφαση επιδικάστηκαν επίσης υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων δύο ξεχωριστά σετ εξόδων, ένα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και 'ένα εναντίον των εναγομένων 3, 4, 5, 6 και
- Για τους τελευταίους, το εν λόγω ποσό εξόδων ανέρχετο στις €11.000 πλέον τόκους.. Β. Όσο αφορά τα προαναφερόμενα δικηγορικά έξοδα, έναντι αυτών καταβλήθηκαν σε κάποιο κατοπινό στάδιο από πλευράς Πέτσα και των υπόλοιπων εναγομένων συνολικά €20.000, με αποτέλεσμα να παραμένει ως συνολικά οφειλόμενο ποσό σε σχέση με όλα τα έξοδα το ποσό των €4.160,
- Σε σχέση με το ποσό της απόφασης δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Γ. Στις 17/10/14, ήτοι έξι εβδομάδες μετά την έκδοση της απόφασης της 05/09/14, ο Πέτσας και οι άλλοι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση προβάλλοντας εννιά συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η εν λόγω απόφαση θα πρέπει να ανατραπεί ως εσφαλμένη. Η εν λόγω έφεση έχει πάρει τον αριθμό 316/14 και η εκδίκαση της ακόμη εκκρεμεί. Δ. Στις 31/10/14, ήτοι 14 μέρες μετά την καταχώρηση της έφεσης 316/14, ο Πέτσας και οι άλλοι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής, ζητώντας αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14 επικαλούμενοι το σχετικό δικαίωμα που παρέχει η Δ.35 θ.10 ενόψει της καταχώρησης της έφεσης 316/
- Ήταν δε διατεθειμένοι όπως εξασφαλίσουν την αναστολή ικανοποιώντας όποιους όρους ήθελε επιβληθούν. Εκείνη η αίτηση υποστηρίχθηκε από Ε/Δ του Πέτσα. Ε. Η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14 αποπερατώθηκε με την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, υπό τον όρο όμως ότι ο Πέτσας και οι άλλοι εναγόμενοι θα κατέθεταν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση τραπεζική εγγύηση ύψους €300.000 πλέον τόκους ως η απόφαση της 05/09/
- Στ. Επειδή όμως ούτε ο Πέτσας ούτε οι άλλοι εναγόμενοι κατάφεραν να εκπληρώσουν τον προαναφερόμενο όρο για παροχή τραπεζικής εγγύησης, η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ και η απόφαση της 05/09/14 παρέμεινε έκτοτε πλήρως εκτελεστή. Ζ. Από την έκδοση της απόφασης και μέχρι σήμερα, στα πλαίσια των μέτρων που έλαβαν οι καθ' ων η αίτηση για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, προέβησαν τουλάχιστον σε εγγραφή της απόφασης ως επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας που βρέθηκε εγγεγραμμένη στο όνομα των εναγομένων - ΜΕΜΟ. ΤΟ εν λόγω ΜΕΜΟ μέχρι σήμερα δεν έχει εκποιηθεί Η. Ενόψει του ότι μέχρι και το 2018 το εξ' αποφάσεως χρέος του Πέτσα και των άλλων εναγομένων δεν εξοφλήθηκε αλλά ούτε και ακυρώθηκε ή μεταβλήθηκε κατόπιν έφεσης, οι καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν και επέδωσαν προς τον πρώτο σχετική ειδοποίηση πτώχευσης υπ' αρ. XX/
- Θ. Στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώρηση της πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης πτώχευσης για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, η επίδοση της οποίας επιτεύχθηκε κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση στον Πέτσα με θυροκόλληση σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λευκωσία και αυτό διότι, ως ήταν ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση στη σχετική αίτηση τους ημερ. 08/05/19, αν και ο πρώτος δεν έχει εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του, εντοπίσθηκε να διαμένει στη συγκεκριμένη διεύθυνση όμως για διάφορους λόγους δεν μπορούσε να του γίνει προσωπική επίδοση. Θέση του Πέτσα στην υπό κρίση αίτηση είναι ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία πτώχευσης λόγω της καλόπιστης αλλά και με καλές πιθανότητες επιτυχίας έφεσης που καταχώρησε εναντίον της απόφασής της 05/09/14, ήτοι εναντίον του χρέος που η εν λόγω απόφαση δημιουργεί και το οποίο συνιστά τη βάση της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν δεν εγκριθεί η αίτηση του και αφεθεί η πτωχευτική διαδικασία να προχωρήσει, τότε, σύμφωνα με τον Πέτσα, αφ' ενός ο ίδιος θα υποβληθεί σε μία δραστικότατη και με δυσμενείς συνέπειες διαδικασία όπως είναι η πτωχευτική διαδικασία, τη στιγμή που στο τέλος μπορεί να διαφανεί ότι κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να γίνει και αφ' ετέρου, τυχόν έκδοση διατάγματος πτώχευσης προτού αποπερατωθεί η έφεση, ενδέχεται να εξουδετερώσει και ν' αποδυναμώσει τα συνταγματικά του δικαιώματα ως εφεσείοντα. Στην αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι αυτό που πραγματικά επιδιώκει ο Πέτσας με την παρούσα αίτηση είναι «ουσιαστικά και πρακτικά την εκ νέου αναστολή εκτέλεσης της απόφασης» της 5/9/14, αναστολή την οποία είχε εξασφαλίσει αρχικά και από μόνος του την κατάστησε ανενεργή με την παράλειψη του να συμμορφωθεί με τους όρους που του επιβλήθηκαν στα πλαίσια της εμπιστοσύνης που του επιδείχθηκε τότε. Το ότι πρόκειται για μια κακόπιστη αίτηση με αλλότριο σκοπό, οι καθ' ων η αίτηση το υποστηρίζουν επικαλούμενοι όχι μόνο την παράλειψη του Πέτσα να ικανοποιήσει τους όρους της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14 αλλά και το ότι κατ' εκείνους δεν επεξηγείται ικανοποιητικά στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση γιατί η έφεση 316/14 θα πρέπει να θεωρηθεί καλόπιστη και με καλές πιθανότητες επιτυχίας. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, δεν προβάλλεται ούτε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί, στη βάση των σχετικών νομολογιακών και νομοθετικών αρχών, την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω όμως ότι αμφότεροι συμφωνούν ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν το όλο θέμα με εξαίρεση τα όσα αφορούν το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των προνοιών του αρ. 97 του Κεφ. 5, αν και συμφωνούν ότι οι σχετικές με τις πρόνοιες αυτές Δικαστικές αποφάσεις, αναδύουν διιστάμενες απόψεις. Σημειώνω επίσης ότι στην αγόρευση των καθ' ων η αίτηση γίνεται αναφορά και μάλιστα δίδεται έμφαση σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις που κατά τους συνηγόρους των τελευταίων, αν και όχι δεσμευτικές, καλύπτουν πλήρως τα υπό κρίση θέματα. Η πρώτη είναι η απόφαση της έντιμης Α.Ε.Δ ως ήταν τότε, Σ. Χατζηγιάννη, στην υπόθεση Εις Πτώχευση Παναγιώτης Παναγιώτου Μαυρουδή, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 347/10, 17.2.2011 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Προχωρώ να εξετάσω το αίτημα του Αιτητή για αναστολή της διαδικασίας της Αίτησης Πτώχευσης, μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση 188/
- Η καταγραφή αυτούσιου του άρθρου 6
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, επί του οποίου ο αιτητής βασίζει ουσιαστικά το εν λόγω αίτημα του - όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του - θα ήταν χρήσιμη: «6
(4)Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παράγρ. 590, ως και στις αγγλικές αποφάσεις Re Noble
(1964)2 All E.R. 552 (C.A.), Heath v. Tank and another, Stevens v. Peacock and others
(1993)4 All E.R. 694 (C.A.) και Re a Debtor (No. 779 of 1994) ex-parte Cobbs Property Services Ltd
(1995)3 All E.R. 723 (Ch.D.). Με βάση την εν λόγω αγγλική νομολογία, καθιερώθηκαν ως κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας της Αίτησης Πτώχευσης μέχρι το αποτέλεσμα της έφεσης, τα εξής δύο: (α) η ύπαρξη πραγματικής ή καλή τη πίστη έφεσης, και (β) ο εφεσείων να χειρίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια την έφεσή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι η έφεση καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, πράγμα που αποδεικνύει ότι η πρόθεση του Αιτητή να εφεσιβάλει την απόφαση, δημιουργήθηκε πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Τονίζει επίσης ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν προβάλλουν ως λόγο ένστασης την πλημμελή προώθηση της έφεσης ή ότι αυτή δεν έγινε καλή τη πίστη. Το αίτημα του Αιτητή, σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες: (α) την αδικία να υποστεί τον εξευτελισμό της Πτώχευσης όταν υπάρχει πιθανότητα να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση κατ΄ έφεση, και (β) την αδυναμία του να επανακτήσει το ποσό της απόφασης εάν το πληρώσει στους Πιστωτές και σε περίπτωση επιτυχίας του στην έφεση, διότι αυτοί έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ. Είναι επομένως φανερό ότι ο Αιτητής καμία αναφορά έκαμε στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση σε στοιχεία που να σχετίζονται με τα δύο κριτήρια που η νομολογία έχει καθιερώσει, όπως πιο πάνω. Ούτε καν αναφορά έκαμε στα εν λόγω κριτήρια. Όσα επικαλείται στην ένορκη του δήλωση, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση, ούτε και τεκμηριώνουν τα κριτήρια που η νομολογία απαιτεί, ο δε δεύτερος λόγος που επικαλείται περί κινδύνου μη επανάκτησης του καταβληθέντος ποσού, αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης με βάση τη Δ.35 θ.18, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. Βογαζιανού ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591). Έχω την άποψη ότι αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή - Χρεώστη να επικαλεστεί και να τεκμηριώσει με τα απαραίτητα στοιχεία στην Αίτηση του, τα κριτήρια της νομολογίας ως ανωτέρω προκειμένου να πετύχει στην Αίτηση του και όχι υποχρέωση των Καθ΄ ων η Αίτηση - Πιστωτών, σε περίπτωση απουσίας τέτοιων θέσεων του Αιτητή, να προβάλουν ως λόγο ένστασης το μη καλόπιστο της Έφεσης, ως ήταν και η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Χρεώστη. Η καταχώρηση της έφεσης (Τεκμήριο Α στην Αίτηση) και οι λόγοι που προβάλλονται σ΄ αυτήν, από μόνοι τους, χωρίς αναφορά και επεξήγηση στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, δεν είναι ικανοποιητική για να τεκμηριώσει ότι πρόκειται για πραγματική ή σοβαρή ή καλόπιστη έφεση, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι σ΄ αυτήν δεν επισυνάπτεται το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης. Επίσης το γεγονός ότι η έφεση καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, επίσης δεν τεκμηριώνει από μόνο του το καλόπιστο της έφεσης.» Η δεύτερη, στην οποία τα γεγονότα προσομοίαζαν με την παρούσα ως προς το ότι και σε εκείνη την περίπτωση είχε προηγηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία όμως τελικά δεν ενεργοποιήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης του εκεί εξ αποφάσεως οφειλέτη με τους όρους που του επιβλήθηκαν, είναι η απόφαση του έντιμου Α.Ε.Δ Στυλιανίδη στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Μαρία Ξενοφώντος, Αρ. Αίτησης 102/12, 4/10/2012, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι παραδεκτό γεγονός ότι εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 23.4.2010 στην αγωγή 6892/05 για το ποσό για το οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση Πτώχευσης. Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση και αμέσως μετά καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Πράγματι εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάσσετο η αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης υπό τον όρο ότι η Εναγομένη-Καθ' ης η παρούσα Αίτηση θα κατέθετε στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση ύψους €400.000 εντός τριών μηνών από της έκδοσης του διατάγματος. Η Εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τον όρο αυτό και η απόφαση υπόκειται σε εκτέλεση. Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση η Αιτήτρια ζητά το ίδιο το οποίο πέτυχε με την αίτηση αναστολής δηλαδή την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. σελ. 911, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολιτική Έφεση 9173, 16.3.95 (απόφαση της ολομέλειας). Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Πολιτική Έφεση 8894, 28.4.93. Αποφάσισε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου ...".» Βρίσκω ότι στην παρούσα υπόθεση το αίτημα της οφειλέτιδας για αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας αναφορικά με την Αίτηση Πτώχευσης μέχρι να εκδικαστεί η έφεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η οφειλέτιδα πέτυχε έκδοση διατάγματος αναστολής της πρωτόδικης απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης και η αναστολή έπαψε να ισχύει αφού δεν συμμορφώθηκε με συγκεκριμένο όρο τον οποίο έθεσε το Δικαστήριο για αναστολή της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Η αναστολή της πρωτόδικης απόφασης επιδιώκεται με την υιοθέτηση παράλληλου ένδικου μέσου, η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, αναστολή την οποία πέτυχε με άλλο ένδικο μέσο, την καταχώρηση αίτησης αναστολής της πρωτόδικης απόφασης. Πέτυχε την έκδοση ανάλογου διατάγματος αλλά απώλεσε το όφελος αυτό αφού δεν συμμορφώθηκε με όρο που έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση. Η αίτηση απορρίπτεται για τον πιο πάνω λόγο.» Εξέτασα με προσοχή όλα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι συνήγοροι. Αναφορικά με τις νομικές αρχές που διέπουν την υπό κρίση περίπτωση, αυτές θεωρώ συνοψίζονται εύστοχα στις προαναφερόμενες αποφάσεις στις οποίες παραπέμφθηκα και για σκοπούς πληρότητας παραθέτω αυτούσιο και το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Π.Ε.Δ Πογιατζή στην υπόθεση ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Ανδρέας Θωμά, Αίτηση Πτώχευσης: 60/07, 26 Φεβρουαρίου, 2008, όπου γίνεται αναφορά στις ίδιες αρχές: «Το Άρθρο 6
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, όπου η πράξη πτώχευσης αποτελείται από μη συμμόρφωση προς Ειδοποίηση Πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας κλπ εξ Αποφάσεως χρέους, να αναστείλει ή απορρίψει την Αίτηση για Διάταγμα Παραλαβής για το λόγον ότι εκκρεμεί Έφεση από την Απόφαση του Δικαστηρίου. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο κ. Μαθηκολώνης αγορεύοντας, στην προσπάθειά του να πείσει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ αναστολής της διαδικασίας, αναφέρθηκε σε Αγγλική Νομολογία η οποία δεικνύει προς την κατεύθυνση ότι, σε περίπτωση που καταχωρείται Έφεση εναντίον της Πρωτόδικης Απόφασης, τότε η διαδικασία πτώχευσης η οποία εγέρθηκε μετά τη λήψη της εν λόγω Απόφασης και εξαιτίας αυτής, θα πρέπει να αναστέλλεται. Συγκεκριμένα, υπάρχει στους Αγγλικούς Περί Πτωχεύσεως Θεσμούς του 1986, παρόμοια πρόνοια με το Άρθρο 6
(4)του Κεφ. 5 [βλ. Καν.6.25
(2)]. Στην υπόθεση Heath v Tang and another
(1993)4 All E.R.694, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.700: "Although this provision confers upon the court a discretion (see Re Flatau, ex p Scotch Whisky Distillers Ltd
(1888)22 QBD 83), it has been said more than once that if the appeal appears to be bona fide the court should adjourn the petition until it has been heard: see Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 and Re Noble (a bankrupt), ex p the bankrupt v. Official Receiver
(1964)2 All ER 522,
(1965)Ch 129." Τα πιο πάνω επαναλήφθησαν στη Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd
(1995)3 All E.R. 723 όπου γίνεται προσπάθεια να διευκρινιστεί ο όρος bona fide ("καλή τη πίστη"). Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, έχω μελετήσει τόσο την Απόφαση του Έντιμου Προέδρου κ. Κ. Κληρίδη, όσο και τους λόγους Έφεσης που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο στην Αίτηση. Τονίζεται ότι ο παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επισέλθει στο βάσιμο της Έφεσης όπως ζήτησε ο κ. Μαθηκολώνης. Σε τέτοια περίπτωση θα μετέτρεπε τον εαυτό του σε Εφετείο, κάτι το εντελώς ανεπίτρεπτο. Το μόνο που θα εξεταστεί είναι το στοιχείο της καλής πίστης. Οι λόγοι Έφεσης επιχειρούν να πλήξουν ευρήματα του Δικαστηρίου καθώς και την εφαρμογή της Νομολογίας στα γεγονότα. Τονίζω ότι η Νομολογία είναι σχετικά πρόσφατη και απαντά στα ερωτήματα που είχε εγείρει κατά τη διαδικασία ο κ. Μαθηκολώνης. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να λεχθεί ότι διαγιγνώσκεται οιαδήποτε κακή πρόθεση με την καταχώρηση της Έφεσης. Καθυστέρηση: Ένας άλλος λόγος που διαδραματίζει το δικό του ρόλο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης για Αναστολή. Στο σημείο αυτό έδωσε ιδιαίτερη έμφαση κατά την Αγόρευσή της η κ. Ζαχαρίου. Ο παράγοντας αυτός πρέπει να εξετάζεται συνολικά (βλ. Re a Debtor
(1995), πιο πάνω, σελ. 709). Στην παρούσα υπόθεση η Πρωτόδικη Απόφαση εξεδόθη στις 31 Μαϊου,
- Η ημερομηνία καταχώρησης της Έφεσης δεν εμφαίνεται, πλην όμως υπάρχει Ειδοποίηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 25 Σεπτεμβρίου, 2007 ότι η Έφεση είχε καταχωριστεί και είχε λάβει τον αριθμό Π.Ε.170/
- Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Αιτητής/Χρεώστης προέβη σε διάβημα αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω Απόφασης. Στις 31 Ιουλίου, 2007 καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης και από το Φάκελο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής/Χρεώστης δεν φαίνεται να έλαβε οιοδήποτε διάβημα ούτε σ΄ αυτή τη διαδικασία. Στις 21.9.07 καταχωρίστηκε η Αίτηση Πτώχευσης και στις 26.11.07 η Ένσταση του Αιτητή/Χρεώστη. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, Παράγραφος 6.2 αναφέρει ότι προτίθεται να καταχωρίσει Αίτηση για Αναστολή Εκτέλεσης της Απόφασης. Κάτι τέτοιο όμως, δεν το έπραξε. Αντίθετα παρέμεινε αδρανής καθόλη τη διαδικασία, παρόλον ότι υπήρξαν αρκετές εμφανίσεις στο Δικαστήριο και αλλαγή Δικαστή λόγω αύξησης της Κλίμακας. Καταχώρισε την παρούσα Αίτηση στις 25.1.08, ημερομηνία που το Δικαστήριο είχε ορίσει την κύρια Αίτηση για Ακρόαση, και λίγο πριν την έναρξη της Ακρόασης. Πέτυχε με αυτό τον τρόπο αναβολή της Ακρόασης. Η συμπεριφορά του Αιτητή, όπως περιγράφεται πιο πάνω, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κύρια προσπάθειά του δεν είναι η επίλυση των επίδικων θεμάτων αλλά η πρόκληση όσο το δυνατό μεγαλύτερης καθυστέρησης στην προώθηση της Αίτησης. Χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες διαδικασίες μόνο και μόνο για να παρακωλύσει και καθυστερήσει την εκδίκαση της Αίτησης αφού δεν τις καταχωρεί εγκαίρως αλλά καθυστερεί όσο το δυνατό πιο πολύ και το πράττει την τελευταία στιγμή για να κερδίσει χρόνο. Όλα τα πιο πάνω με έχουν πείσει ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια εναντίον της έκδοσης Διατάγματος Αναστολής της διαδικασίας.» Αυτό που διαπιστώνεται από τις πιο πάνω αποφάσεις να συνιστά την νομική προσέγγιση του θέματος, αγγλική και κυπριακή και αυτό λόγω και της ομοιότητας των αντίστοιχων νομοθετικών πτωχευτικών προνοιών, είναι ότι δεν θα πρέπει να εμποδίζεται η πτωχευτική διαδικασία από το γεγονός και μόνο ότι έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης που δημιούργησε το χρέος επί του οποίου η διαδικασία εδράζεται και αυτό γιατί μια τέτοια πρακτική ενέχει το σοβαρό κίνδυνο «να αφίεται ουσιαστικά στη δύναμη του κάθε εξ αποφάσεως πιστωτή, αν αυτός διαπιστώνει όγκο υποθέσεων στο Εφετείο, να αναβάλλει τη πτωχευτική διαδικασία - ίσως και για χρόνια - καταχωρώντας απλά μια έφεση εναντίον της απόφασης» (βλ. σε ελεύθερη μετάφραση τα λεχθέντα στη Flatau ανωτέρω). Είναι στη βάση αυτού το σκεπτικού που η νομολογία διαμορφώθηκε ώστε να επιβάλλεται όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή, εξουσία η οποία ασκείται δικαστικά, εξετάζεται τόσο το «καλόπιστο» της καταχώρησης της έφεσης όσο και της συμπεριφοράς του εφεσείοντα σε σχέση με την έφεση αυτή. Στη βάση αυτού του παράγοντα, η νομολογία «επέκτεινε» την εξέταση και στις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι επιτρεπτό για ένα πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd
(1995)3 All E.R. 723 Re Noble (a bankrupt), ex p the bankrupt v. Official Receiver
(1964)2 All ER 522,
(1965)Ch 129, RE TAM MEI KAM
(2013)HKCA 220 όπου γίνεται προσπάθεια να διευκρινιστεί ο όρος bona fide ("καλή τη πίστη")). Με άλλα λόγια, εάν από το περιεχόμενο του εφετηρίου διαφαίνεται ότι ουσιαστικά η έφεση καταχωρήθηκε απλά για να καταχωρηθεί και δη ώστε να μπορεί να τύχει επίκλησης σε διαδικασίες όπως η παρούσα, η έφεση δεν θα θεωρηθεί καλόπιστη και η αίτηση για αναστολή θα απορριφθεί. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι στην πραγματικότητα ο αιτητής απλά «χρησιμοποιεί» το γεγονός ότι κάποια έφεση έχει καταχωρηθεί χωρίς όμως να ενδιαφέρεται για την τύχη της. Κατά τ' άλλα όμως, «.if the appeal appears to be bona fide the court should adjourn the petition until it has been heard.». Σημειώνω τέλος και το ότι ως είναι πάγια νομολογημένο η διαδικασία εκτέλεσης απόφασης και η πτωχευτική διαδικασία είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, εφόσον σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας δεν είναι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης αλλά η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση, ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει, για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (βλ. Πετράκης Πέτρος Μ. ν. Πέτρου Κίμωνος,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311 και ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A363, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 348/2012, 13/9/2019). Υπό αυτή την έννοια, η δυνατότητα λήψης μέτρων εκτέλεσης μιας απόφασης δεν επηρεάζει τη δυνατότητα έγερσης πτωχευτικής διαδικασίας αν και το αντίθετο δεν ισχύει, εφόσον η κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση καθιστά όλα σχεδόν τα μέτρα εκτέλεσης άνευ αντικειμένου και ενδεχομένως, λαμβανομένων υπόψη μεταξύ άλλων των προνοιών των αρ. 38, 46, 47 και 61, καταχρηστικά και παράνομα. Αν μη τι άλλο, μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης, η εκτέλεση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου (βλ. αρ.11 Κεφ.5). Αυτά ισχύουν ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου έχει εγγραφεί ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του χρεώστη και το οποίο δεν κατέστη δυνατό να εκποιηθεί και το προϊόν της εκποίησης να εισπραχθεί πριν ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Κεφ.5 αναφορικά με την περιουσία του πτωχεύσαντα. Κοντολογίς, όταν ένας εξ' αποφάσεως πιστωτής αποφασίζει να ενεργοποιήσει τη πτωχευτική διαδικασία εκκρεμούσης της προσπάθειας του να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση, ο ίδιος είναι που ουσιαστικά εκθεμελιώνει και «αναστέλλει» την ελεύθερη και απρόσκοπτη εκτέλεση της απόφασης και αποστερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα «να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του», ιδιαίτερα αν στο τέλος πετύχει να κηρύξει το χρεώστη σε πτώχευση (βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ.1016-1017). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και λαμβανομένων υπόψη των κοινών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, η παρούσα διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Μαυρουδή και Ξενοφώντος στις οποίες με παρέπεμψαν οι καθ' ων η αίτηση. Αυτό γιατί αντίθετα με τη Μαυρουδή, ο εδώ αιτητής δεν έχει περιοριστεί στην Ε/Δ του σε μια απλή και γενική αναφορά περί ύπαρξης κάποιας αόριστης έφεσης αλλά έχει παρουσιάσει ολόκληρο το εφετήριο, κάτι που τονίστηκε στη Μαυρουδή ότι δεν είχε γίνει εξ' ου και δεν μπορούσε εκεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί του καλόπιστου της έφεσης. Περαιτέρω δε, αντίθετα με τον τρόπο που προσεγγίστηκε η περίπτωση στην Ξενοφώντος, στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκεται και ούτε άλλωστε θα μπορούσε να επιδιωχθεί η εκ νέου αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14 ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της Περέλλα και της Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για απόρριψη της αίτησης στη βάση κατάχρησης της διαδικασίας λόγω επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Αυτό αφ' ενός διότι ούτε το ζητούμενο αλλά ούτε και το αποτέλεσμα ενδεχόμενης επιτυχίας της παρούσας διαδικασίας είναι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14, η οποία απόφαση, λόγω της μη εκπλήρωσης των επιβληθέντων όρων αναστολής εκτέλεσης ήταν, μέχρι της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης από τους καθ' ων η αίτηση, πλήρως εκτελεστή (βλ. αρ.11 Κεφ.5) και αφ' ετέρου διότι, τυχόν αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας ουδόλως θα εμποδίσει τις προσπάθειες των καθ' ων η αίτηση να εκτελέσουν την προς όφελος τους απόφαση, εκτός βέβαια αν πρόθεση των τελευταίων είναι να χρησιμοποιήσουν την πτωχευτική διαδικασία για διαφορετικό σκοπό από αυτό στον οποίο αφορά οπόταν και πλέον είναι η δική τους συμπεριφορά που θα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Σε κάθε περίπτωση όμως, όχι μόνο μια ενδεχόμενη αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας δεν θα εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης της 05/09/14 αλλά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η εν λόγω εκτέλεση ουσιαστικά θα «απελευθερωθεί» από τους θέσμιους περιορισμούς που οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση επέβαλαν καταχωρώντας την αίτηση πτώχευσης. Κατά δεύτερο, η έφεση του Πέτσα καταχωρήθηκε πριν πέντε περίπου χρόνια και εντός της εκ του νόμου προθεσμίας, χωρίς τότε να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη περί πρόθεσης να ενεργοποιηθεί η πτωχευτική διαδικασία ώστε να δημιουργείται υποψία ως προς τα πραγματικά κίνητρα πίσω από την παρούσα αίτηση. Μάλιστα δε, μέχρι την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης το 2018, η πρόθεση για ενεργοποίηση της πτωχευτικής διαδικασίας δεν φαίνεται να εκδηλώθηκε καθόλου κατά τα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν της καταχώρησης της έφεσης. Ούτε όμως έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι κατά τα πέντε τελευταία χρόνια που εκκρεμεί η έφεση, ο Πέτσας, είτε δεν την προωθεί καθόλου είτε ότι την προωθεί πλημμελώς και ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος τεκμηριωμένος ισχυρισμός από πλευράς καθ' ων η αίτηση. Αντιθέτως, η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 05/09/14 που καταχώρησε ο Πέτσας σύντομα μετά την καταχώρηση της έφεσης, η πρόθεση του να ικανοποιήσει τέτοιους όρους ώστε να μπορέσει να προωθήσει αποτελεσματικά την έφεση του έστω και αν τελικά δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει τη διαταχθείσα αναστολή καθώς επίσης και η μερική ικανοποίηση της απόφασης της 05/09/14 με την καταβολή όλων σχεδόν των δικηγορικών εξόδων των καθ' ων η αίτηση, δικαιολογεί θεωρώ τον πρώτο να προβάλλει τον εαυτό του ως πρόσωπο που επιδεικνύει καλόπιστο και γνήσιο ενδιαφέρον για την έφεση του και το οποίο δεν παραγνωρίζει τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση ως τους εξ' αποφάσεως πιστωτές του, για τους οποίους μάλιστα ο Πέτσας αντιλαμβάνεται και δέχεται ότι αν δοθεί η υπό κρίση αιτούμενη αναστολή, αυτοί θα είναι ελεύθεροι να εκτελέσουν εναντίον του πλήρως την προς όφελος τους απόφαση. Κατά τρίτο από το ίδιο το εφετήριο προκύπτει ότι η έφεση δεν περιορίζεται μόνο σε θέματα αξιοπιστίας μαρτύρων, στα οποία δύσκολα επεμβαίνει το εφετείο και τα οποία δύσκολα ανατρέπονται, αλλά εγείρονται μεταξύ άλλων και θέματα εσφαλμένης πρωτόδικης νομικής ερμηνείας των εγγράφων επί των οποίων περιστράφηκε η αγωγή, δηλαδή θέματα τα οποία δεν άπτονται της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά της κρίσης του Δικαστηρίου που εξετάζει τα εν λόγω έγγραφα, ως το μόνο αρμόδιο να τα ερμηνεύσει, είτε η εν λόγω εξέταση γίνεται σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Το στοιχείο αυτό θεωρώ, επιτρέπει στον αιτητή να ισχυρίζεται στο παρόν στάδιο και ότι η έφεση του έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας υπό την έννοια ότι τα σχετικά έγγραφα, μπορεί, αναθεωρούμενα κατ' έφεση, να τύχουν διαφορετικής ερμηνείας από αυτή που τους έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο και δη να τους δοθεί η ερμηνεία που ισχυρίζεται ο αιτητής με την έφεση του ότι θα πρέπει αυτά να τύχουν. Το βάσιμο βέβαια των επί του προκειμένου ισχυρισμών του Πέτσα είναι θέμα της ουσίας της έφεσης του και μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να το εξετάσει. Κατά τέταρτο, ενώ η αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι εκδίκασης της έφεσης του Πέτσα δεν θα επηρεάσει δυσανάλογα τους καθ' ων η αίτηση για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, η μη αναστολή από την άλλη θα επηρεάσει δραστικά τον πρώτο. Οι συνέπειες που ακόμη και αυτή καθ' αυτή η ύπαρξη της πτωχευτικής διαδικασίας συνεπάγεται εναντίον ενός προσώπου προκύπτουν ξεκάθαρα από τον ίδιο το Νόμο, ήτοι το Κεφ.5 και δεν χρειάζονται ούτε να εξειδικευτούν από πλευράς αιτητή ούτε και περιορίζονται μόνο στο θέμα αναγκαιότητας ή μη εξασφάλισης άδειας για προώθηση της έφεσης του ως φαίνεται να είναι το θέμα που απασχόλησε τους καθ' ων η αίτηση. Κατ' αρχή επηρεάζονται τα δικαιώματα του χρεώστη να προβαίνει σε βασικές οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες καθώς επίσης και να λαμβάνει μέρος στην διοικητική λειτουργία του κράτους στο οποίο ανήκει (βλ. αρ.32 Κεφ.5) ενώ ταυτόχρονα τίθεται πλέον εκτεθειμένος σε αριθμό θέσμιων υποχρεώσεων, η μη συμμόρφωση με τις οποίες συνιστά ποινικό αδίκημα. Κατά δεύτερο, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση η φερεγγυότητα του και σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος πτώχευσης, η αφερεγγυότητα του θα επικυρωθεί δικαστικώς. Σε μία τέτοια περίπτωση όμως, η δυνατότητα του χρεώστη μεταξύ άλλων να διορίζει δικηγόρο της επιλογής του έναντι αμοιβής ώστε να συνεχίσει να προωθεί τα νομικά του δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτά που προωθούνται με την έφεση του, περιορίζεται σημαντικά, ενώ η δικαστικώς επικυρωμένη αφερεγγυότητα ενδέχεται να αποτελέσει λόγο για επιβολή νομικά επιτρεπτών εμποδίων στην προώθηση της έφεσης του, όπως είναι για παράδειγμα η διαταγή παροχής ασφάλειας εξόδων. Σίγουρα το Δικαστήριο διαθέτει την εξουσία και τα μέσα αποκατάστασης ενός ατόμου εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης με τρόπο που να μειώνονται στο ελάχιστο οι τυχόν συνέπειες αν ήθελε φανεί στο τέλος ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα (βλ. π.χ. αρ. 32 Κεφ.5). Αυτό όμως δεν «αποδυναμώνει» τη φειδώ που θα πρέπει να επιδεικνύεται από τα αρχικά στάδια της πτωχευτικής διαδικασίας λόγω της δραστικότητας της και ούτε μπορεί να αποτελέσει άνευ ετέρου λόγο για να εμποδιστεί ο εφεσείοντας χρεώστης από του να λάβει τη βοήθεια του Δικαστηρίου ως ο Νόμος προνοεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής πέτυχε να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για χορήγηση της αιτούμενης αναστολής στη βάση του αρ. 6
(4)Κεφ.5. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής παρέλκει η εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή και στη βάση των προνοιών του αρ.97 καθώς επίσης και η επιβολή οποιονδήποτε όρων ως ασφαλιστικών δικλείδων ως το εν λόγω άρθρο προνοεί. Σε κάθε περίπτωση όμως και παρά το ότι η θέση των καθ' ων η αίτηση ως προς την επιβολή ασφαλιστικών όρων αν ήθελε εκδοθεί διάταγμα αναστολής, συναρτήθηκε μόνο με τις πρόνοιες του αρ.97, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα δικαιολογείτο η επιβολή ασφαλιστικών όρων εφόσον τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι από της καταχώρησης της έφεσης και μέχρι σήμερα ο αιτητής επιχειρεί να αποξενώσει περιουσία ώστε να αφήσει ανικανοποίητους τους πιστωτές του. Η αίτηση συνεπώς εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται η παρούσα Αίτηση Πτώχευσης ημερ. 19/02/19 και η σχετική πτωχευτική διαδικασία μέχρι εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην Πολιτική Έφεση αρ. 316/14 και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα θεωρούνται ως έξοδα στην πορεία της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας η συνέχιση της οποίας αναστέλλεται ως ανωτέρω διατάσσεται. Σε καμία όμως περίπτωση τα εν λόγω έξοδα δεν θα είναι εναντίον του αιτητή. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο