ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ν. SILISTEN TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3968/2018, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A607 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3968/2018 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Ενάγοντες και SILISTEN TRADING LIMITED ELMONORE TRADE LIMITED ABLONAR MANAGEMENT LIMITED BELEVON HOLDINGS LIMITED XXXXX ILYUSHYN XXXXX LAGUN Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση εταιρείας Bybloserve Management Ltd ημερ. 27/06/19) Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια εταιρεία: κα Μ. Ραφαήλ Για Ενάγοντες Καθ' ων η αίτηση: κα Οικονομίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 31/12/18 αξιώνοντας από όλους τους εναγόμενους τα ποσά των Δολ. Αμερ. 56.097,15 και €1.965, ως ποσά που κατ' ισχυρισμό προέκυψαν ως οφειλόμενα από τιμολόγια και/ή χρεωπιστωτικό λογαριασμό, δυνάμει συμφωνίας παροχής νομικών και/ή εταιρικών υπηρεσιών και/ή συμφωνίας κάλυψης και/ή αποζημίωσης. Είναι ειδικότερα η θέση των εναγόντων ότι είχαν συμφωνήσει με τους εναγομένους 5 και 6, Ουκρανούς υπήκοους, όπως έναντι αμοιβής παράσχουν εταιρικές υπηρεσίες σε διάφορες εταιρείες συμφερόντων των τελευταίων, συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, οι οποίες αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εταιρειών για τη διαχείριση του οποίου υπεύθυνος ήταν ο εναγόμενος 6 ο οποίος ενεργούσε τόσο προσωπικά όσο και μέσω αντιπροσώπων. Την σχετική αμοιβή των εναγόντων, οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι ανέλαβαν να την καταβάλουν τόσο ο εναγόμενος 5 όσο και η εναγόμενη
- Μέχρι και το 2018, ο σχετικός λογαριασμός που τηρούσαν οι ενάγοντες σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφεραν στις εναγόμενες 1 - 4, παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο σύμφωνα με τους πρώτους, αν και όλοι οι εναγόμενοι το αποδέχτηκαν ως ορθό και πληρωτέο, εντούτοις αυτό ουδέποτε εξοφλήθηκε. Σημειώνω εδώ ότι οι εναγόμενες 1 και 4 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ενώ οι εναγόμενες 2 και 3 είναι κυπριακές εταιρείες. Μετά που καταχώρησαν την αγωγή οι ενάγοντες την επέδωσαν στις δύο κυπριακές εταιρείες, ήτοι στις εναγόμενες 2 και 3, δεν κατάφεραν όμως να την επιδώσουν στους υπόλοιπους αλλοδαπούς εναγόμενους. Αιτήθηκαν τότε και συγκεκριμένα στις 11/04/19, όπως τους δοθεί άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και περαιτέρω όπως τους δοθεί άδεια για υποκατάσταση επίδοση στους εναγομένους 5 και 6 μέσω επίδοσης της αγωγής στην κυπριακή εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών Bybloserve Management Ltd. Το εν λόγω αίτημα τους στηρίχθηκε, σύμφωνα με την Ε/Δ που συνόδευε την αίτηση, στη βάση του ότι περί τις 02/04/19 και ενόσω ακόμη εκκρεμούσε η πληρωμή του λογαριασμού τους, η προαναφερόμενη κυπριακή εταιρεία Bybloserve Management Ltd τους ενημέρωσε ότι είχε λάβει οδηγίες όπως από τούδε και στο εξής διαχειρίζεται εκείνη διάφορες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών με τις εναγόμενες 1, 2, 3 και 4, ήτοι τον όμιλο των εναγομένων 5 και
- Στην εν λόγω γραπτή ενημέρωση της Bybloserve Management Ltd επισυνάπτονταν, ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, οι οποίοι παρουσίασαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τα σχετικά έγγραφα που τους αποστάληκαν, γραπτές αποφάσεις που έλαβαν ο εναγόμενος 5 και η αδελφή του εναγόμενου 6 ως διορισμένοι διευθυντές και μέτοχοι των διαφόρων εταιρειών του ομίλου, για αντικατάσταση τους από πρόσωπα συνδεδεμένα με την Bybloserve Management Ltd που θα παρείχε πλέον τις συναφείς εταιρικές υπηρεσίες. Υποστήριξαν συναφώς οι ενάγοντες ότι επειδή στις διευθύνσεις που είχαν μέχρι τότε καταχωρημένες στα αρχεία τους ως τις διευθύνσεις διαμονής των εναγομένων 5 και 6 δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τους τελευταίους και αυτό παρά το ότι αντιπρόσωπος των εναγόντων επισκέφτηκε προσωπικά τις εν λόγω διευθύνσεις, το μόνο άλλο στοιχείο που είχαν ως προς το πώς να θέσουν την παρούσα αγωγή υπόψη των εν λόγω εναγομένων ήταν μέσω της εταιρείας Bybloserve Management Ltd, η οποία φάνηκε πλέον ότι τους εκπροσωπεί και ότι έχει άμεση και προσωπική επαφή μαζί τους, κάτι το οποίο ισχυρίζονται ότι τους διαβεβαίωσε προσωπικά και ο αντιπρόσωπος της τελευταίας, δικηγόρος Ι. Φράγκος. Το αίτημα των εναγόντων εγκρίθηκε και στις 15/04/19 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δόθηκε και άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας αλλά και άδεια για υποκατάσταση επίδοση στην Bybloserve Management Ltd για τους εναγόμενους 5 και
- Στις 02/05/19 η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους 5 και 6 σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος της 15/04/19, ήτοι με υποκατάστατη επίδοση στην εταιρεία Bybloserve. Σημειώνω εδώ ότι η εν λόγω εταιρεία συνιστά εταιρεία συμφερόντων της δικηγορικής εταιρείας Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ από τη Λάρνακα και του δικηγόρου Ι. Φράγκου. Μετά την επίδοση της αγωγής στην Bybloserve, ο εναγόμενος 5 καταχώρησε κανονικό σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή μέσω της προαναφερόμενης δικηγορικής εταιρείας Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Σε σχέση με τον εναγόμενο 6 όμως, αντί για σημειώματος εμφάνισης, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση απ' ευθείας από την εταιρεία Bybloserve, η οποία ζητά, στη βάση των Δ.5, 5Α και 5Β, Δ.6, Δ.9 Θ.4, 5, 10 και 11, Δ.48 Θ.1-13 και το Ν.196(Ι)/2012όπως: Α. Της δοθεί άδεια για περιορισμένη παρέμβαση στην αγωγή ώστε να επιχειρήσει τον παραμερισμό τόσο του διατάγματος της 15/4/19 όσο και της επίδοσης που έγινε σε σχέση με τον εναγόμενο 6 στη βάση του εν λόγω διατάγματος. Β. Σε περίπτωση που εγκριθεί το Α ανωτέρω, παραμερισθεί το διάταγμα της 15/4/19 και της επίδοσης που έγινε δυνάμει του σε σχέση με τον εναγόμενο
- Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Ι. Φράγκου, ο οποίος δηλώνει δικηγόρος και διευθυντής της Bybloserve και ο οποίος επικαλείται την προσωπική γνώση που έχει επί των γεγονότων στα οποία κάμνει αναφορά καθώς και τη νομική συμβουλή που αναφέρει ότι έλαβε σε σχέση με τη νομική πτυχή της αίτησης από την δικηγορική εταιρεία Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Εν συντομία ο ομνύοντας ισχυρίζεται τα εξής. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η εταιρεία Bybloserve όντως έλαβε υπό τη διαχείριση της αριθμό εταιρειών του ιδίου ομίλου ως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες. Οι οδηγίες της όμως, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, προέρχονταν πάντοτε και αποκλειστικά από τον εναγόμενο 5 και την αδελφή του εναγόμενου 6, οι οποίοι κατά τον ομνύοντα, είναι οι απόλυτοι τελικοί δικαιούχοι των εν λόγω εταιριών και οι μόνοι που συνδέονται με αυτές και που δίνουν όλες τις σχετικές με τη διαχείριση τους οδηγίες. Αυτοί δε είναι οι μόνοι πελάτες της Bybloserve και ουδέποτε δόθηκαν στην τελευταία οποιεσδήποτε οδηγίες από τον εναγόμενο 6 ούτε και ο τελευταίος είναι πελάτης της πρώτης ή έχει οποιαδήποτε σχέση με τις εταιρείες που η Bybloserve διαχειρίζεται. Ουδέποτε, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, αναφέρθηκε οτιδήποτε το αντίθετο στους ενάγοντες από μέρους του ως παραπλανητικά οι πρώτοι ισχυρίστηκαν ώστε να εξασφαλίσουν το διάταγμα της 15/04/19 και προς επίρρωση τούτου του ισχυρισμού του, ο Φράγκος παραπέμπει στην αλληλογραφία που οι ενάγοντες είχαν μαζί του για το θέμα αυτό και η οποία αλληλογραφία παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες ως Τεκ.5 στην αίτηση των τελευταίων για την έκδοση του διατάγματος της 15/04/
- Είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος της 15/04/19 παρουσιάζοντας ανυπόστατα γεγονότα και προβαίνοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι επειδή ο εναγόμενος 6, ως ισχυρίστηκαν, τους έδινε εκείνους οδηγίες για όλες τις εταιρείες του ομίλου που διαχειρίζονταν τότε εκείνοι, αυτό σημαίνει ότι έδινε οδηγίες και ήταν σε επαφή με την Bybloserve σε σχέση με τις εταιρείες που μεταφέρθηκαν υπό τη διαχείριση της τελευταίας. Είναι γι' αυτούς τους λόγους, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, που ενώ τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και σε άλλες παρόμοιες αγωγές που καταχωρήθηκαν από τους ενάγοντες εναντίον άλλων εταιρειών του ιδίου ομίλου δεν αμφισβητείται το ορθό και νόμιμο της υποκατάστατου επίδοσης στον εναγόμενο 5 μέσω της Bybloserve, εξ' ου και ο εν λόγω εναγόμενος καταχώρησε κανονικό σημείωμα εμφάνισης ως πρόσωπο στο οποίο ανήκουν οι εταιρείες και που εκπροσωπείται πλέον από την Bybloserve, η υποκατάστατος επίδοση και για τον εναγόμενο 6 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο λόγος δε που η Bybloserve αναγκάστηκε να προβεί η ίδια στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης ενώ δεν είναι διάδικος στην αγωγή, είναι σύμφωνα με τον ομνύοντα, διότι επηρεάζονται άμεσα και δυσμενώς τα δικά της συμφέροντα από το διάταγμα της 15/04/19 και αυτό γιατί: Α. Οι ενάγοντες απείλησαν ότι θα προβούν σε καταγγελία στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων και δη για παράβαση του κώδικα δικηγορικής δεοντολογίας στη βάση του ότι η Bybloserve δέχτηκε να αναλάβει την εκπροσώπηση διάφορων εταιρειών χωρίς να εξοφληθεί η αμοιβή των προηγούμενων δικηγόρων και χωρίς να ληφθεί η συγκατάθεση των τελευταίων. Οποιαδήποτε συνεπώς αδράνεια από μέρους της Bybloserve να παραμερίσει το διάταγμα της 15/04/19 σε σχέση με τον εναγόμενο 6 δύναται, κατά το Φράγκο, να θεωρηθεί ως ένδειξη αποδοχής της εντύπωσης που το εν λόγω διάταγμα δημιουργεί σε σχέση με τον εναγόμενο 6 και τους εκπροσώπους του και να χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες προς ενίσχυση της καταγγελίας που απείλησαν ότι θα κάνουν. Β. Επειδή η Bybloserve είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, τυγχάνει της εποπτείας και αδειοδότησης του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου ως «υπόχρεα οντότητα» δυνάμει του Ν.196(Ι)/
- Οφείλει συνεπώς να εφαρμόζει διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και να λαμβάνει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον κάθε πελάτη της ώστε να υπάρχει διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζεται. Τυχόν παράβαση των εν λόγω θέσμιων υποχρεώσεων δύναται, σύμφωνα με το Νόμο, να οδηγήσει σε επιβολή διοικητικών κυρώσεων καθώς και σε ανάκληση της άδειας της. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο Φράγκος, «.η αποδοχή της επίδοσης και του διατάγματος.θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ότι ο Εναγόμενος 6 είναι πελάτης της Αιτήτριας (που δεν είναι) και ότι.λαμβάνουμε οδηγίες από τον Εναγόμενο 6 (που δεν λαμβάνουμε).θα συνιστούσε επίσης παραδοχή ότι η Αιτήτρια παραβίασε τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από το (Νόμο).και συνεπώς η σιωπή της Αιτήτριας θα έθιγε τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα των πραγματικών δικαιούχων των εταιρειών (αδελφής εναγόμενου 6 και εναγόμενου 5), στους οποίους η Αιτήτρια υπέχει καθήκον επιμέλειας, θίγοντας αλυσιδωτά με αυτόν τον τρόπο και τα συμφέροντα της Αιτήτριας.». Στην αντίπερα όχθη οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση υποστηρίζοντας όχι μόνο ότι η αίτηση στερείται κάθε νομικού και πραγματικού υπόβαθρου αλλά και ότι το διάταγμα της 15/04/19 εκδόθηκε καθ' όλα νόμιμα και ορθά. Επαναλαμβάνουν δε τους ισχυρισμούς τους οποίους είχαν προωθήσει κατά την έκδοση του διατάγματος της 15/04/19 ως προς την εμπλοκή του εναγόμενου 6 και ως προς την άμεση σχέση του τόσο με τις εναγόμενες εταιρείες όσο και με τις εταιρείες που περιήλθαν στη διαχείριση της Bybloserve. Ενισχύουν δε τους εν λόγω ισχυρισμούς τους παρουσιάζοντας έγγραφα που προφανώς περιήλθαν στην κατοχή τους όταν ενεργούσαν για λογαριασμό του εναγόμενου 6 και τα οποία κατ' εκείνους δείχνουν το πώς οι εναγόμενες αλλά και οι άλλες εταιρείες του ομίλου «κατέληξαν» να παρουσιάζονται στα χαρτιά ως εταιρείες του εναγόμενου 5 και της αδελφής του εναγόμενου 6, στοιχεία τα οποία ισχυρίζονται ότι αν και η Bybloserve τα γνωρίζει και ο Φράγκος τα παραδέχτηκε προφορικά κατά τις συνομιλίες του με τους ενάγοντες, εντούτοις επιχειρούνται τώρα να αμφισβητηθούν. Επικαλούμενοι δε την αποδοχή της Bybloserve σε σχέση με την υποκατάστατο επίδοση που της έγινε για τον εναγόμενο 5 δυνάμει του διατάγματος της 15/04/19, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω αποδοχή επιβεβαιώνει ότι οι ισχυρισμοί τους δεν είναι ούτε ανυπόστατοι ούτε αβάσιμοι. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγορι των μερών την ανέπτυξαν ενώπιον μου εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω εδώ ότι μία εκ των θέσεων των εναγόντων είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι η Ε/Δ που τη συνοδεύει φέρει προγενέστερη της αίτησης ημερομηνία. Εφόσον το θέμα άπτεται της εγκυρότητας του πραγματικού υπόβαθρου που στηρίζει την αίτηση, προέχει η εξέταση του πριν από οτιδήποτε άλλο. Την απάντηση στο πιο πάνω θέμα τη δίνουν ξεκάθαρα οι αποφάσεις Constantinou SA Ltd και Άλλοι ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 754 και ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΙΒΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε126/2013, 1/2/2017. Στην μεν πρώτη λέχθηκαν τα εξής: «Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.ά. (Aρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389 , μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης». Στη δε δεύτερη τα εξής: «Εξετάσαμε το ζήτημα με μεγάλη προσοχή, σε συνάρτηση με όσα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Τα όσα αναφέρθηκαν στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 A.A.D. 754 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Στην S.A. Constantinou Ltd εκκρεμούσε η αγωγή και συνεπώς θεωρήθηκε ως ενδιάμεση αίτηση, η αίτηση την οποία συνόδευε η Ένορκη Δήλωση.. Αντίθετα, στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, Ένορκη Δήλωση που συνόδευε αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και χρονικά προηγείτο του χρόνου καταχώρισης της αγωγής θεωρήθηκε αντικανονική ως αντίθετη με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ίδια αρχή ακολουθήθηκε και στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201 όπου αποφασίστηκε ότι Ένορκη Δήλωση που υπεγράφη μια μέρα πριν την καταχώρηση της αγωγής προς υποστήριξη αίτησης δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την νέα Δ.64 (βλ. επίσης Tandum Ltd Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D556, Αίτ. 131/2014, ημερ. 22.7.2014). Στην υπό εξέταση αίτηση παρατηρείται ότι η αίτηση για επαναφορά έφεσης γίνεται μεν με τον τίτλο και αριθμό της απορριφθείσας έφεσης αλλά χωρίς αυτή να βρίσκεται εν ζωή. Συναρτάται δηλαδή η Ένορκη Δήλωση με ανύπαρκτη, κατά το χρόνο που έγινε η όρκιση, αίτηση επαναφοράς ή Έφεση. Σύμφωνα με την Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε Ένορκη Δήλωση θα τιτλοφορείται "in the cause or matter in which it is sworn". Εδώ, κατά τον χρόνο που έγινε η Ένορκη Δήλωση, δεν ευρίσκοντο εν ζωή ούτε η Έφεση αλλά ούτε και η αίτηση για επαναφορά της.» Η παρούσα περίπτωση θεωρώ εμπίπτει στο πεδίο εμβέλειας της Constantinou Ltd εφόσον πρόκειται για Ε/Δ που συνοδεύει αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια υφιστάμενης και εκκρεμούσας αγωγής, ήτοι ενδιάμεση αίτηση. Το ότι η Ε/Δ φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αίτησης συνεπώς, δεν συνεπάγεται αντικανονικότητα ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της και η περί του αντιθέτου θέση των εναγόντων απορρίπτεται ως αβάσιμη. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία του αιτήματος.. Σημειώνω κατ' αρχή ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Bybloserve δεν είναι ούτε διάδικος στην αγωγή αλλά ούτε και εμπλεκόμενο πρόσωπο στην επίδικη διαφορά, ήτοι στην αξίωση της αμοιβής των εναγόντων για τις υπηρεσίες που ισχυρίζονται ότι προσέφεραν στους εναγόμενους. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι καμία επίδραση και καμία συνέπεια δεν θα έχει στην Bybloserve ή στα συμφέροντα της η έκβαση της αγωγής, είτε αυτή επιτύχει είτε αποτύχει. Με άλλα λόγια, δεν τίθεται θέμα η Bybloserve να συνιστά επηρεαζόμενο (affected) πρόσωπο για σκοπούς της αγωγής έτσι ώστε να συνιστά αναγκαίο διάδικο που θα πρέπει να λάβει μέρος σε αυτή. Άλλωστε, ούτε η Bybloserve ζητά να της επιτραπεί να παρέμβει στην αγωγή ως κανονικός διάδικος αλλά ζητά όπως της δοθεί μόνο δικαίωμα «περιορισμένης παρέμβασης», ως είναι η φράση που χρησιμοποιείται στην αίτηση, έτσι ώστε να επιχειρήσει μόνο να παραμερίσει την επίδοση που έγινε μέσω της στον εναγόμενο 6 δυνάμει του διατάγματος της 15/04/19 καθώς και το ίδιο το διάταγμα στο βαθμό που αυτό αφορά στην επίδοση στον εναγόμενο 6. Ξεκινώντας λοιπόν με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν είναι διάδικος στην αγωγή αλλά ξένη προς αυτή, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό του standing, ήτοι κατά πόσο νομιμοποιείται η αιτήτρια να καταχωρεί την παρούσα αίτηση η οποία υπενθυμίζω αφορά και σε αίτημα για «περιορισμένη παρέμβαση» στη διαδικασία αλλά και σε αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης και του διατάγματος της 15/04/19. Στην υπόθεση RICHARD HARAZIM, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτηση 140/2016, 15/12/2016, ο έντιμος Ναθανήλ Δ. προέβη σε μία λεπτομερή σύνοψη της σχετικής με το θέμα νομολογίας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η αίτηση έχει ως δεδομένο ότι ο αιτητής δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Είναι ξένος προς αυτήν, μη κατονομαζόμενος ούτε επί του τίτλου, αλλά ούτε και επί των εκδοθέντων διαταγμάτων, όπως ήταν η περίπτωση στην Αίτηση της Brainpedia Holdings Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1713, όπου επιδιώχθηκε η λήψη άδειας για καταχώρηση αίτησης για Certiorari βασισμένη εν πολλοίς και επ΄ αυτού του δεδομένου, τουλάχιστον ως προς την επίπτωση των εκδοθέντων διαταγμάτων επί της εταιρείας, παρόλο που υποστηρίχθηκε ότι ακριβώς λόγω της μη ιδιότητας του διαδίκου δεν προσφερόταν άλλο ένδικο μέσο υπό το φως των αποφασισθέντων στην Κουή ν. Χριστοδούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 401. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε ότι εκ της έγγραφης εκτεταμένης μαρτυρίας που υπήρχε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν φανερό ότι εμπλέκονταν ή επηρεάζονταν τρίτα πρόσωπα, όπως ο αιτητής, και το κατώτερο Δικαστήριο όφειλε τουλάχιστον να ευαισθητοποιεί ως προς αυτή την πτυχή έτσι ώστε να φροντίσει να γνωστοποιηθεί η διαδικασία και στον ίδιο προς προστασία των δικαιωμάτων του. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Το κατώτερο Δικαστήριο είχε ενώπιον του μια αγωγή με εναγόμενους κατ΄ επιλογή της ενάγουσας εταιρείας MMG. Το δικαίωμα ποιους ενάγει ένα πρόσωπο ανήκει στο ίδιο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει σ΄ αυτό. Έστω λοιπόν και αν υπήρξε στο μαρτυρικό υλικό αναφορά σε παρεμφερή δεδομένα που άμεσα ή έμμεσα αναφέρονταν σε εταιρείες του αιτητή, αυτό δεν μπορούσε να εκτρέψει τη δικαστική αναγκαιότητα επίλυσης της διαφοράς όπως ακριβώς αυτή τέθηκε ενώπιον του και μάλιστα σε στάδιο ενδιάμεσης θεραπείας. Θα ήταν δε και εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εντόπιζε το Δικαστήριο στα αφορώντα τον αιτητή. Το αν θα έπρεπε η εταιρεία MMG ως ενάγουσα να συνενώσει άλλα πρόσωπα, κατά τα παρατηρηθέντα στην Αίτηση του Vesko Michailovic και άλλου (Αρ. 2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 729, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πραγματική κατάσταση που είχε ενώπιον του το κατώτερο Δικαστήριο. Και σίγουρα δεν μπορεί το ζήτημα να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην επιδίωξη θεραπείας προνομιακής μεταχείρισης, όπως είναι κατ΄ ουσίαν, η επίδικη αίτηση. Η Δ.48 θ.8
(4), δίδει διέξοδο στον αιτητή. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το λεκτικό της είναι σαφέστατο. Προνοούνται τα εξής: «
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Το «any person» σημαίνει, και παραπέμπει απλά και ευθέως σε τρίτο πρόσωπο έξω από τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν το τρίτο πρόσωπο επηρεάζεται από εκδοθέν διάταγμα, τότε δύναται να αιτηθεί την ακύρωση ή τροποποίηση του. Η έτερη φράση σε παρένθεση, «other than the applicant», εννοεί άλλο από τον αιτητή που αρχικά υπέβαλε την αίτηση για την έκδοση του διατάγματος, ή, ακόμη και τον εναγόμενο, ο οποίος υπόκειται στο διάταγμα και αιτείται τη διαφοροποίηση του. Τόσο ο αρχικός αιτητής, όσο και ο εναγόμενος μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των O'Hare & Browne: Civil Litigation 12η έκδ., σελ. 384, παρ. 27.037, ο αιτητής έχει την υποχρέωση να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος εάν δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσει με την αγωγή του διότι το διάταγμα δεν μπορεί να παραμένει σε ισχύ για περίοδο πέραν της αναγκαίας, ενώ ο εναγόμενος τη διαφοροποίηση του με ένθεση πρόνοιας περί αναγκαίων εξόδων διαβίωσης ή λειτουργίας μιας επιχείρησης, ή, περιορισμού των κεφαλαίων που έχουν δεσμευτεί. Με την εμβέλεια που προσδίδει η φυσική, γραμματική έννοια της Δ.48
(8)
(4), το τρίτο επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει την ευκαιρία να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο, αιτούμενο αυτό που ευνοεί τη δική του κατάσταση πραγμάτων, περιορίζοντας, κατ΄ ελάχιστον, την επ΄ αυτού επίπτωση του διατάγματος. Κατά τα άλλα, το τρίτο πρόσωπο δεν ενδιαφέρεται για τη διαφορά που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εξ αιτίας της οποίας ο ενάγων επιδίωξε την έκδοση του διατάγματος για να προστατεύσει τα δικά του συμφέροντα. Αναφορά σ΄ αυτό θα γίνει και στη συνέχεια. Η Δ.48 θ.8
(4), απασχόλησε κατά καιρούς τα Δικαστήρια. Η υπόθεση Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Reinhard Drescher and another
(1998)1 C.L.R. 284, η οποία φαίνεται να ερμήνευσε σε επίπεδο Εφετείου για πρώτη φορά τη Δ.48
(8)
(4), δεν έθεσε, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, κάποιο απόλυτο, αυστηρό, ή ανελαστικό κανόνα. Κατ΄ αρχάς, δεν δόθηκε κάποια ιδιαίτερη εξήγηση από το Εφετείο (δεν περιέχεται στο σκεπτικό κάποια ανάλυση), για το λόγο που κρίθηκε ότι το επηρεαζόμενο εκεί πρόσωπο, η Deutsche Bank A.G., δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Δ.48 θ8
(4)ως δικονομικό μέτρο προώθησης αίτησης για προστασία των δικών της συμφερόντων. Οι ενάγοντες είχαν εγείρει αγωγή εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας την ιδιοκτησία και επιστροφή σ΄ αυτούς ενός ελικοπτέρου που βρισκόταν στην κατοχή των τελευταίων. Εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης αναχώρησης του ελικοπτέρου που ήταν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ή, την κατά άλλο τρόπο αποξένωσης του, χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων. Οι εναγόμενοι στην πορεία αποδέχθηκαν την οριστικοποίηση του απαγορευτικού διατάγματος. Η Deutsche Bank ζήτησε να παρέμβει για την ακύρωση του διατάγματος ή διαφοροποίηση του, διαζευκτικά δε, αιτήθηκε την αύξηση του χρηματικού ποσού που τέθηκε ως εγγύηση για την έκδοση του διατάγματος. Το Εφετείο δεν δέχθηκε την πρωτόδικη άποψη ότι το άρθρο 32 του Νόμου αρ. 14/60, έδιδε εξουσία παρέμβασης για το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν είχε γίνει καμιά σχετική επιχειρηματολογία, ενώ συμφώνησε μ΄ αυτό ότι η Δ.48 θ.8
(4)δεν έδιδε κατά κανόνα, όπως λέχθηκε («does not in general»), το δικαίωμα σε τρίτο να υποβάλει αίτηση διά κλήσεως για την ακύρωση ή διαφοροποίηση ενδιάμεσου διατάγματος σε διαδικασία στην οποία δεν είναι διάδικος. Δεν έγινε δεκτό το επιχείρημα ότι η φράση «any person», κάλυπτε και την περίπτωση της Deutsche Bank, η οποία δεν είχε υποβάλει αίτηση για συνένωση ως διάδικος. Και, περαιτέρω, ότι η υπόθεση αφορούσε την ίδια την ιδιοκτησία και το δικαίωμα κατοχής του αντικειμένου της αγωγής, θέματα τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο προσπάθησε να επιλύσει κατά τη διαδικασία της ενδιάμεσης αίτησης. Επομένως, η Heli-Air αφενός δεν έδωσε κάποια ιδιαίτερη εξήγηση για τη μη εφαρμογή της Δ.48 θ.8
(4), ενώ, αφετέρου, έθεσε το θέμα υπό μια γενικότητα και ταυτόχρονα φαίνεται να περιόρισε το ζήτημα της ανάγκης παρέμβασης από τρίτο διά συνένωσης του στην αγωγή, στο ότι εκεί η βάση της αγωγής ήταν η ιδιοκτησία του αντικειμένου που αφορούσε ευθέως και το ενδιάμεσο διάταγμα που δόθηκε. Η απόφαση που την ακολούθησε, η Κουή ν. Χριστοδούλου - ανωτέρω - επίσης δεν έδωσε οποιαδήποτε ιδιαίτερη εξήγηση για τη μη εφαρμογή της Δ.48 θ.8
(4)υιοθετώντας απλώς το σκεπτικό της Heli-Air, η οποία, όπως ήδη λέχθηκε, δεν προέβη σε κάποια ιδιαίτερη ανάλυση του θέματος. Η Κουή ν. Χριστοδούλου, δεν αφορούσε απαγορευτικό διάταγμα, αλλά αντίθετα σχετιζόταν με πολύ ιδιάζοντα γεγονότα εφόσον εκεί η μητέρα του εναγομένου προς την οποία επεδόθη υποκατάστατη επίδοση της αγωγής εναντίον του υιού της και η οποία, κατά τα άλλα, δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την αγωγή, επιδίωξε να ακυρώσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Ήταν δεκτό ότι η μητέρα δεν είχε κανένα απολύτως προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση, συμφέρον που αναγνωρίζεται, κατά τα άλλα, ως νομιμοποιητικό στοιχείο που ενεργοποιεί αιτητή να αιτηθεί Certiorari, (δέστε Πέτρου Αρτέμη: Προνομιακά Εντάλματα σελ. 208, παρ. 4.91). Επομένως δεν μπορεί να αντληθεί βοήθεια από την Κουή ν. Χριστοδούλου υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης εκείνης, όπου δηλώθηκε ότι η ίδια η μητέρα δεν αντιπροσώπευε τον υιό της και όπου δεν εμποδιζόταν η αποξένωση ή άλλως πως μεταχείριση περιουσιακών στοιχείων. Πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Στην ABP Holdings Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 557, διακρίθηκε η Heli-Air v. Drescher. Επισημάνθηκε εκεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε άφηνε περιθώρια για εξαιρέσεις. Και ότι, πέραν των διαφορετικών γεγονότων, οι λέξεις «all persons affected» στις Δ.48 θ.3, και «any person» στη Δ.48 θ.4, δεν σημαίνουν μόνο το διάδικο στην αγωγή. Μπορεί επομένως να συναχθεί ότι και οι λέξεις «any person» στη Δ.48 θ.8
(4), δεν περιορίζονται μόνο στους διαδίκους και ότι αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη θα χρησιμοποιούσε τη λέξη «party», ή, να επέβαλλε τη δικονομική αναγκαιότητα συνένωσης στην αγωγή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που επηρεάζεται από διάταγμα. Πρόσθετα, στην Brainpedia Holdings Ltd - ανωτέρω - λέχθηκε ότι η εκεί αιτήτρια, από τη στιγμή που έλαβε γνώση για το διάταγμα και θεωρούσε ότι επηρεάζονταν τα συμφέροντα της, είχε τη δυνατότητα να παρέμβει στη διαδικασία πρωτοδίκως, τα δε αποφασισθέντα στην Κουή ν. Χριστοδούλου δεν καταργούσαν εξ ολοκλήρου τη δυνατότητα αυτή. Υπάρχουν και άλλες αποφάσεις βοηθητικές ως προς τη χρησιμοποίηση της Δ.48 θ.8
(4). Η Νικολαΐδου ν. Αττίπα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620, είναι μια από αυτές. Σ΄ αυτήν θεωρήθηκε ορθή η χρήση του εν λόγω Θεσμού προς επανεξέταση θέματος που ρυθμίστηκε ex-parte από επηρεαζόμενο άτομο που επιθυμεί την ακύρωση ή διαφοροποίηση διατάγματος, περιλαμβανομένης και έκδοσης εντάλματος κατοχής δυνάμει τη Δ.43Α. Αναλόγως δε της έκβασης της αίτησης, χωρεί έφεση. Η Νικολαΐδου ν. Αττίπα αφορούσε αιτητή που ήταν ήδη διάδικος στην αγωγή. Η Lion Insurance Agency Ltd v. Κωνσταντίνου
(2002)1 Α.Α.Δ. 265, αφορούσε μη διάδικο, επηρεασθέντα από μονομερώς εκδοθέν διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Κρίθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία ήταν επηρεαζόμενο πρόσωπο που μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μηχανισμό της Δ.48 θ.8
(4). Το Εφετείο διέκρινε την Heli-Air υπό το φως ιδιαίτερης πρόνοιας στο άρθρο 15Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ τρίτου) Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο υπ΄ αρ. 16(Ι)/2000. Η ουσία είναι ότι το Εφετείο δέχθηκε, σε αντίθεση με την πρωτόδικη κρίση, ότι οι εφεσείοντες ήταν άμεσα επηρεαζόμενα πρόσωπα και μπορούσαν να καταχωρήσουν αίτηση δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4), έχοντας προς τούτο locus standi χωρίς να έπρεπε να αιτηθούν την προηγούμενη συνένωση τους στην αγωγή, (δέστε και Αναφορικά με την Αίτηση των Marc Bonnant κ.ά., Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D955, Αίτηση αρ. 50/2014, ημερ. 12.12.2014, αλλά και την Αίτηση της Ισαβέλλας Γιαννή Σάββα, Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D268, Αίτηση αρ. 70/2014, ημερ. 16.4.2014). Να λεχθεί, τέλος, ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να διαφοροποιεί τη δυνατότητα παρέμβασης τρίτου στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς και σε εκείνες όπου το διάταγμα οριστικοποιήθηκε. Εννοιολογικά δεν παρέχεται πεδίο διαφοροποίησης. Το οποιοδήποτε μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, δυνητικά μπορεί να οριστικοποιηθεί στην πορεία, αλλά εάν τρίτο άτομο επηρεάζεται, ο επηρεασμός αυτός δεν ελαχιστοποιείται ή γίνεται λιγότερος διότι ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη πορεία επιστροφής του διατάγματος, καταχώρησης ένστασης και οριστικοποίησης, στην άγνοια του τρίτου προσώπου, το οποίο εκ των υστέρων ενημερώνεται για τα συμβάντα, όπως ακριβώς εδώ. Από όλα τα ανωτέρω συνάγονται τα εξής: Η ερμηνεία που δόθηκε στη Δ.48 θ.8
(4), αφορούσε ιδιάζοντα γεγονότα και εφαρμοζόταν σε άτομα που δεν είχαν ιδιαίτερο συμφέρον στην υπόθεση. Το λεκτικό της Δ.48 θ.8
(4), καθιστά σαφές ότι οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από διάταγμα μπορεί να αποταθεί για την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Ακόμη και να περιορίζεται η ερμηνεία από την ανάγκη να προηγηθεί αίτηση για συνένωση, που κατά την άποψη του Δικαστηρίου, θα ήταν μέτρο αχρείαστο στα δεδομένα της πρωτόδικης διαφοράς, και πάλι η Δ.48 θ.8
(4), προσφέρεται ως εναλλακτικό ένδικο μέσο... Η αναγκαιότητα συνένωσης του τρίτου προσώπου ως προϋπόθεση για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση εκδοθέντος διατάγματος, μόνο περιπλοκή μπορεί να επιφέρει στη διαδικασία. Κατ΄ αρχάς, είναι πολύ περιορισμένες, αν όχι ελάχιστες, οι περιπτώσεις στις οποίες τρίτο πρόσωπο θα έχει τη νομική δυνατότητα να επιδιώξει την καθολική ακύρωση του διατάγματος, παρεμβαίνοντας έτσι σε μια διαφορά μεταξύ των καθαυτό διαδίκων, υπονοώντας ότι το συμφέρον του θα ήταν ως διαδίκου, οπότε και η συνένωση του θα ήταν, ενδεχομένως, αναγκαία. Πιο συνηθισμένη είναι η περίπτωση τρίτο πρόσωπο να αιτηθεί διαφοροποίηση ή περιορισμό του διατάγματος στο βαθμό που έχει ευθέως επίπτωση σ΄ αυτό. Κλασσικό παράδειγμα τα Mareva Injunctions, και γενικώς τα Freezing Orders, όπου πλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι τύποι αυτών των διαταγμάτων περιέχουν σειρά δεσμεύσεων για τον ενάγοντα που περιλαμβάνουν και την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων τρίτων, καθώς και την ελευθερία, επί αιτήσει, αυτοί να αποταθούν για τη διαφοροποίηση του διατάγματος ή την έκδοση νέων οδηγιών. (δέστε για το θέμα O'Hare & Brown: Civil Litigation, ανωτέρω, σελ. 378-387 και ιδιαίτερα την παρ. 27.034, στη σελ. 383). Η προηγούμενη συνένωση του τρίτου προσώπου ως διαδίκου, κανένα σκοπό δεν εξυπηρετεί παρά μόνο τη διαιώνιση της διαφοράς, την επιμήκυνση της εκκρεμοδικίας και την περιπλοκή στη διαδικασία (ο ενάγων ή και ο εναγόμενος, πιθανότατα θα ενστούν στη συνένωση, τυχόν δε απόρριψη θα οδηγήσει σε έφεση), ενώ το μόνο που ενδιαφέρει το τρίτο πρόσωπο είναι η λειτουργία της δικής του επιχείρησης και πολύ λίγο ή καθόλου δεν επιθυμεί να εμπλακεί στη διαφορά των διαδίκων, (δέστε για παράδειγμα την Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co. SA
(1981)1 Q.B. 65 και Galaxia Maritime S.A. v. Mineral Importexport
(1982)1 W.L.R. 539). Η τελευταία δε υπόθεση αποτελεί και αυθεντία στο ότι εκεί όπου το διάταγμα επεμβαίνει καίρια στα εμπορικά δικαιώματα τρίτου, το διάταγμα πιθανόν να ακυρωθεί εφόσον δεν είναι ορθό να διατηρείται προς όφελος του ενάγοντα με μόνη την παροχή εγγύησης ότι θα καλυφθούν τυχόν ζημιές του τρίτου προσώπου.» Από το πιο πάνω απόσπασμα αναδύεται εκ πρώτης όψεως η εντύπωση ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ούτε τα εμπλεκόμενα μέρη αλλά ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει, ως θέμα πρακτικής τουλάχιστο, να τους απασχολήσουν θέματα «παρέμβασης» και συνένωσης διαδίκου αλλά αντιθέτως, αυτό που θα πρέπει κατά κύριο λόγο να απασχολήσει είναι το αν επηρεάζονται ή έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του «ξένου» αιτητή καθώς και ο συγκεκριμένος βαθμός επηρεασμού - «.το διάταγμα επεμβαίνει καίρια στα εμπορικά δικαιώματα τρίτου.», «.στο βαθμό που έχει ευθέως επίπτωση σ΄ αυτό.», «άμεσα επηρεαζόμενα πρόσωπα.». Βεβαίως, στην απόφαση HARAZIM, ο έντιμος Ναθαναήλ Δ. τόνισε ότι τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Κουή ανωτέρω περί αναγκαιότητας εξασφάλισης προηγούμενης άδειας για παρέμβαση ή συνένωση του αιτητή, αφορούσαν σε ιδιάζοντα γεγονότα, ήτοι σε αίτηση παραμερισμού διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης από πρόσωπο το οποίο αν και κατονομάζετο στο διάταγμα για σκοπούς της επίδοσης στον εκεί εναγόμενο, δηλώθηκε ότι δεν αντιπροσώπευε τον εν λόγω εναγόμενο, ότι δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την αγωγή και κανένα απολύτως προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση και ούτε επρόκειτο για διάταγμα εμπόδισης αποξένωσης ή άλλως πως μεταχείρισης των δικών του περιουσιακών στοιχείων. Ό,τι δηλαδή ισχύει στην παρούσα περίπτωση, όπου η κύρια θέση της εδώ αιτήτριας είναι όχι μόνο ότι δεν αντιπροσωπεύει τον εναγόμενο 6, διάδικο στον οποίο αφορά ρητά το διάταγμα της 15/04/19, αλλά και ότι η ίδια κανένα προσωπικό συμφέρον δεν έχει στην υπόθεση ούτε και επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά της στοιχεία από το εν λόγω διάταγμα. Πρόκειται απλά για το πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται στο διάταγμα της 15/04/19 ως το πρόσωπο μέσω του οποίου θα καταστεί δυνατή η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο 6, ο οποίος είναι και ο διάδικος που επηρεάζεται άμεσα από τις συνέπειες του διατάγματος και της σχετικής επίδοσης. Αντίθετα επομένως με την περίπτωση στη HARAZIM, στην παρούσα περίπτωση, λόγω της ομοιότητας των υπό κρίση γεγονότων με τα γεγονότα της Κουή ανωτέρω, δύναται και να αντληθεί βοήθεια από την Κουή αλλά και η εν λόγω απόφαση να θεωρηθεί ως δεσμευτικό προηγούμενο σε σχέση με τα υπό εξέταση γεγονότα. Τί ήταν λοιπόν αυτό που λέχθηκε στην Κουή Μηλίτσα Γ. ν. Μιχάλη Χριστοδούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 401 η οποία αφορούσε σε πανομοιότυπα θέματα, ήτοι σε προσπάθεια μη διαδίκου να παραμερίσει διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης: Η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48, θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε: Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234). η άδεια .δίδεται στις περιπτώσεις που το πρόσωπο, μη διάδικος, αποδεικνύει, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι πρόσωπο ενδιαφερόμενο, παραπονούμενο (aggrieved) ή δυσμενώς επηρεασθέν από την απόφαση ή το διάταγμα (Δέστε: Cyprus Asbestos Mines Co. Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 49). ο κανόνας πρακτικής είναι ότι, μόνον οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να καταχωρίσουν παρεμπίπτουσες αιτήσεις. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν υπέβαλε ποτέ οποιαδήποτε αίτηση για να καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη διαδικασία αλλά ούτε και εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια . για να καταχωρήσει την παρούσα .. Η μόνη σχέση της με τα όσα συνέβησαν πρωτοδίκως είναι ότι εκδόθηκε μονομερώς, από το πρωτόδικο δικαστήριο, διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής στην ίδια, για λογαριασμό του εναγόμενου γιού της ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό. Δεν θεωρούμε, υπό τις περιστάσεις, ότι η αιτήτρια είχε δικαίωμα καταχώρισης αίτησης παραμερισμού του μονομερούς διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο δικαστήριο, και επίσης δεν θεωρούμε ότι η εφεσείουσα, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα .». Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι στην υπόθεση George D. Counnas & Sons Ltd v. Union Lebanese etc.
(1977)1 C.L.R. 271 στην οποία έκαμε αναφορά η Κουή, είχε γίνει, όπως και στην παρούσα περίπτωση, επίδοση της αγωγής στους εκεί αλλοδαπούς εναγόμενους σε κατ' ισχυρισμό αντιπρόσωπο τους στην Κύπρο. Την αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, την είχαν υποβάλει εκεί οι ίδιοι οι αλλοδαποί εναγόμενοι, ήτοι οι διάδικοι και άμεσα επηρεαζόμενοι από το σχετικό διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η όποια «διαφοροποίηση» φαίνεται εκ πρώτης όψεως να γίνεται στην HARAZIM σε σχέση με τα λεχθέντα στην Κουή δεν συνιστά διαφοροποίηση ως προς την ουσία του θέματος αλλά όπως επισημαίνει και ο έντιμος Ναθαναήλ Δ αφορά καθαρά σε θέμα πρακτικής. Η ουσία του σκεπτικού τόσο στη HARAZIM όσο και στην Κουή εδράζεται επί της ίδιας βάσης, ήτοι ότι το πρόσωπο που επιχειρεί με την αίτηση του να διαφοροποιήσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε συνεπεία του Δικαστικού διατάγματος πρέπει πρώτα να αποδείξει «άμεσο επηρεασμό των συμφερόντων» του. Μόνο τότε θα του επιτραπεί να επιχειρήσει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή ακύρωση του διατάγματος. Όπως επομένως και αν ήθελε προσεγγισθεί το συγκεκριμένο κριτήριο του επηρεασμού, είτε ως κριτήριο για να επιτραπεί στον «ξένο» αιτητή να παρέμβει στη διαδικασία ώστε να μπορεί στη συνέχεια να αιτηθεί διαφοροποίηση ή ακύρωση του διατάγματος (βλ. Κουή ανωτέρω), είτε ως κριτήριο που νομιμοποιεί τον τελευταίο να ζητά απ' ευθείας διαφοροποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ώστε να προστατεύσει τα δικά του συμφέροντα (βλ. HARAZIM), το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ο άσχετος με την αγωγή τρίτος θα πρέπει να αποδείξει ότι πρόκειται για πρόσωπο τα συμφέροντα του οποίου επηρεάζονται άμεσα και σε τέτοιο «καίριο» βαθμό από το υπό κρίση διάταγμα ώστε να νομιμοποιείται να επιχειρήσει να διαφυλάξει τα εν λόγω δικαιώματα του με διαφοροποίηση ή ακύρωση του διατάγματος. Και οι δύο προσεγγίσεις δηλαδή έχουν ως κοινή συνισταμένη το ότι οι δικονομικές κινήσεις ενός «ξένου» τρίτου είναι πολύ περιορισμένες και προϋποθέτουν απόδειξη «άμεσου επηρεασμού συμφερόντων». Τον πιο πάνω περιορισμό στις δικονομικές της κινήσεις λόγω της μη ιδιότητας του διαδίκου στην αγωγή τον αναγνωρίζει και η ίδια η αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση αφού στην παρ. 6 της Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται εκ μέρους της τελευταίας ότι «.δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν είναι υφιστάμενος διάδικος στην Αγωγή, θα πρέπει πρώτιστα να αιτηθεί όπως παρέμβει στη διαδικασία και ακολούθως αφού αποδειχθεί ότι επηρεάζεται από την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και της δοθεί η σχετική άδεια, να αιτηθεί τον παραμερισμό του διατάγματος .και της επίδοσης.». Αφ' ης στιγμής λοιπόν η αιτήτρια επέλεξε, και ορθά υπό τις περιστάσεις, να ακολουθήσει και να «συμμορφωθεί» με τα λεχθέντα στην Κουή, ήτοι να εξασφαλίσει πρώτα άδεια του Δικαστηρίου για «συμμετοχή» της στη διαδικασία μέσω παρέμβασης ώστε να νομιμοποιηθεί να ζητήσει στη συνέχεια τον παραμερισμό του διατάγματος της 15/04/19 και της σχετικής επίδοσης στον εναγόμενο 6, δεν μπορεί να αιτείται από τώρα και τον παραμερισμό του διατάγματος, εφόσον αυτό το αίτημα της είναι προς το παρών πρόωρο και στερείται του απαιτούμενου standing. Το ότι η αιτήτρια υποβάλλει το αίτημα της για παραμερισμό υπό την «επιφύλαξη» του ότι θα της δοθεί πρώτα άδεια για «περιορισμένη παρέμβαση» δεν μεταβάλλει το ότι τη στιγμή που υποβάλλεται το αίτημα για παραμερισμό, η αιτήτρια, ως και η ίδια αναγνωρίζει, δεν νομιμοποιείται να επιδιώκει τέτοιο παραμερισμό (βλ. Κουή ανωτέρω). Παρά όμως το ότι και η ίδια η αιτήτρια αναγνωρίζει και δέχεται ότι προς το παρόν δεν νομιμοποιείται να ζητά τον παραμερισμό του διατάγματος της 15/04/19 και της σχετικής επίδοσης, οι 9 από τις 11 σελίδες της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση αναλώνονται στο γιατί κατά την αιτήτρια εσφαλμένα εκδόθηκε το διάταγμα της 15/04/
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως καμία σχέση δεν έχουν με το πώς είναι που το διάταγμα της 15/04/19 επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα της, θέμα στο οποίο αφορούν μόνο οι τελευταίες δύο σελίδες της υποστηρικτικής Ε/Δ. Με βάση λοιπόν τα λεχθέντα στην Κουή, στο βαθμό που η παρούσα αίτηση αφορά σε αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος της 15/04/19 και της επίδοσης στον εναγόμενο 6, αυτή υπόκειται σε απόρριψη. Ακόμη όμως και να προσεγγίζετο η περίπτωση υπό το φως των λεχθέντων στη HARAZIM, στην οποία βέβαια τονίζεται ότι σε γεγονότα όμοια με αυτά της Κουή είναι εκείνη η απόφαση που τυγχάνει εφαρμογής, και πάλι η αιτήτρια θα πρέπει να ικανοποιήσει πρωτίστως ότι πρόκειται για πρόσωπο τα συμφέροντα του οποίου επηρεάζονται άμεσα και σε τέτοιο καίριο βαθμό ώστε να νομιμοποιείται να ζητά την όποια διαφοροποίηση θεωρεί ότι πρέπει να γίνει για να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της. Αυτό είναι συνεπώς το θέμα που θα προχωρήσω να εξετάσω, η κατάληξη επί του οποίου, είτε με βάση τη Harazim είτε με βάση την Κουή, αν είναι αρνητική για την αιτήτρια θα σφραγίσει την τύχη όλων των αιτημάτων της. Θέση της αιτήτριας είναι το διάταγμα της 15/04/19 εκδόθηκε στη βάση του αναληθούς γεγονότος ότι εκπροσωπεί και έχει άμεση επαφή με τον εναγόμενο
- Κατά την αιτήτρια, αδράνεια από μέρος της να «αποκαταστήσει» την αλήθεια μέσω της παρούσας αίτησης δυνατό να θεωρηθεί ως έμμεση παραδοχή του προαναφερόμενου αναληθούς γεγονότος και στη βάση αυτής της παραδοχής, να βρεθεί η αιτήτρια αντιμέτωπη με καταγγελία για παραβίαση της δικηγορικής δεοντολογίας καθώς επίσης και των υποχρεώσεων της που πηγάζουν από τον Ν.196 (Ι)/
- Επισημαίνω εδώ ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας και μάλιστα γίνεται ρητά αποδεκτό ότι ορθά θεωρήθηκε ότι μέσω της τελευταίας, τουλάχιστο ο εναγόμενος 5 θα λάβει γνώση για την αγωγή. Πρόσθετα τούτου όμως, θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι αν και η αιτήτρια φέρεται να ανάλαβε τη διαχείριση εταιρειών άλλων από τις εταιρείες που ενάγονται στην παρούσα αγωγή, εντούτοις όχι μόνο δεν υπήρξε από μέρους της οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οι εναγόμενες εταιρείες και οι εταιρείες που αυτή ανέλαβε συνδέονται και ο εναγόμενος 5 τουλάχιστο έχει άμεση και υπεύθυνη σχέση με όλες, αλλά αυτό το δεδομένο μάλιστα συνιστά και τη βάση επί της οποίας εδράζεται η όλη «υπόθεση» της αιτήτριας στην παρούσα αίτηση. Προχωρώντας τώρα στον ισχυρισμό της αιτήτριας περί άμεσου επηρεασμού των δικαιωμάτων της, παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, όλοι οι φόβοι που προβάλει η αιτήτρια για να καταδείξει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της εδράζονται επί μιας παρανόησης η οποία οφείλεται στη διττή ιδιότητα με την οποία φέρεται να ενεπλάκηκε προσωπικά στην υπόθεση ο Φράγκος, ο ομνύοντας δηλαδή στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, ήτοι την ιδιότητα του δικηγόρου και ταυτόχρονα του διευθυντή της αιτήτριας. Στην παρούσα αίτηση ο Φράγκος παρουσιάζεται ως διευθυντής της αιτήτριας και είναι ουσιαστικά υπό αυτή την ιδιότητα που προβάλλει τις θέσεις της τελευταίας προς υποστήριξη της αίτησης. Τη δικηγορική του ιδιότητα ο ίδιος αν και την αναφέρει στην Ε/Δ του εντούτοις δεν την επικαλείται εφόσον για τη νομική πτυχή των θεμάτων που εγείρονται ισχυρίζεται ότι έλαβε νομική συμβουλή από την ομώνυμη δικηγορική εταιρεία Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Όταν όμως ο Φράγκος αλληλογραφούσε με τους ενάγοντες για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, στα πλαίσια της οποίας αλληλογραφίας οι τελευταίοι «απείλησαν» με καταγγελία για αντιδεοντολογική συμπεριφορά, ο πρώτος υπέγραφε τις από μέρους του επιστολές όχι υπό την ιδιότητα του διευθυντή της αιτήτριας αλλά του δικηγόρου και δη υπό την ιδιότητα του Managing Partner της ομώνυμης δικηγορικής εταιρείας Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (βλ. Τεκ.5 στην αίτηση ημερ.11/04/19, στην οποία παραπέμπει και ο Φράγκος στην παρ. 30 της Ε/Δ του). Είναι δε ως τέτοιος δικηγόρος που ο Φράγκος ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι μέσω της αιτήτριας, εταιρεία δικών του συμφερόντων στην οποία είναι και διευθυντής αλλά και πλειοψηφικός μέτοχος (βλ. Τεκ. 2 αίτησης 11/04/19 το οποίο δεν αμφισβητείται), θα αναλαμβάνετο η διαχείριση των συγκεκριμένων εταιρειών. Η αιτήτρια όμως, αντίθετα με το Φράγκο και την ομώνυμη ΔΕΠΕ δεν είναι δικηγόρος - μέλος του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου ώστε να μπορεί να καταγγελθεί για αντιδεοντολογική συμπεριφορά και συνεπώς ακόμη και να τίθετο θέμα καταγγελίας του Φράγκου ως δικηγόρου ή της ομώνυμης ΔΕΠΕ στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για κατ' ισχυρισμό παραβίαση της δικηγορικής δεοντολογίας, τέτοιο θέμα δεν τίθεται σε σχέση με τη μη-δικηγόρο αιτήτρια, η οποία συνιστά μια ανεξάρτητη νομική οντότητα, ξεχωριστή από τους μετόχους και διευθυντές της. Το γεγονός ότι ο Φράγκος ο ίδιος έχει στη διάθεση του δύο «καπέλα», ήτοι του δικηγόρου και του διευθυντή εμπορικής εταιρείας και τα οποία ουσιαστικά «αλλάζει» αναλόγως της περίπτωσης, δεν σημαίνει ότι και η εταιρεία του, η αιτήτρια δηλαδή, έχει την ίδια διττή ιδιότητα και δη την ιδιότητα και τις δεοντολογικές υποχρεώσεις ενός εγγεγραμμένου και αδειούχου δικηγόρου, ούτε και τη νομιμοποιεί να επικαλείται τις δεοντολογικές υποχρεώσεις ενός δικηγόρου όπως είναι ο Φράγκος και η ομώνυμη ΔΕΠΕ, ως δικές της υποχρεώσεις και «συμφέροντα». Μπορεί επίσης η αιτήτρια να είναι εταιρεία «δικηγορικών συμφερόντων», εξ' ου και τυγχάνει εποπτείας και αδειοδότησης από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και όχι από άλλο σώμα ή όργανο (βλ. (βλ. αρ.59
(1)(ε) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007)), αυτό όμως αυτό δεν την καθιστά ούτε δικηγόρο αλλά ούτε και υποκείμενη στον κώδικα δικηγορικής δεοντολογίας ώστε να «φοβάται» τα κατ' ισχυρισμό δυσμενή συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από την αδράνεια της να παραμερίσει το διάταγμα της 15/04/19. Το αν είναι τα δικηγορικά συμφέροντα και υποχρεώσεις του Φράγκου που έχουν «πληγεί» αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα το οποίο δεν εγείρεται στην παρούσα και συνεπώς δεν θα το εξετάσω. Θα αναφέρω όμως και αυτό παρεμφερώς διότι δεν άπτεται των υπό κρίση θεμάτων, το ότι μέσω της παρούσας διαδικασίας, ο Φράγκος, επιλέγοντας να «φορέσει το καπέλο» του διευθυντή της αιτήτριας και ταυτόχρονα να δηλώσει ότι είναι και δικηγόρος αλλά και ότι έτυχε νομικής συμβουλής από την ομώνυμη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί και την αιτήτρια αλλά και τον εναγόμενο 5, έχει προβεί ενόρκως σε διάφορες δηλώσεις που αφορούν στα επίδικα θέματα της αγωγής και δη σε σχέση με την εμπλοκή του εναγόμενου 5 και οι οποίες δηλώσεις στην πορεία ίσως να δεσμεύσουν την ουσία της υπόθεσης του τελευταίου. Αυτό βεβαίως είναι θέμα που αφορά στην ουσία της αγωγής και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, ίσως όμως να πρέπει να προβληματίσει το Φράγκο σε σχέση με τα θέματα δεοντολογίας που εγείρει με την Ε/Δ του. Κατά δεύτερο, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο «φόβο» της αιτήτριας περί παραβίασης των προνοιών του Ν.196(Ι)/12, σημειώνω κατ' αρχή ότι όπως ρητά αναφέρεται στο αρ. 3
(2)του Ν.196(Ι)/2012, «.εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου.τα εξαιρούμενα πρόσωπα.», ήτοι οι δικηγόροι ή εταιρεία δικηγόρων ή οποιαδήποτε «θυγατρική εταιρεία (τέτοιων δικηγόρων). αμέσως ή εμμέσως.», όπως τέτοια εταιρεία είναι η αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση (βλ. ερμηνευτικό αρ.2). Βεβαίως, παρά την «εξαίρεση» του Ν.196(Ι)/2012, η αιτήτρια εξακολουθεί να υπέχει θέσμιες υποχρεώσεις προσδιορισμού ταυτότητας πελάτη και διαφάνειας τόσο δυνάμει του Ν.196(Ι)/12 (βλ. αρ.3
(7)όσο και δυνάμει του Ν.188(Ι)/
- Όλοι όμως οι προβαλλόμενοι «φόβοι» της αιτήτριας περί παραβίασης δεοντολογικών και θέσμιων υποχρεώσεων, εδράζονται καθαρά επί ενός θεωρητικού και υποθετικού συλλογισμού που αν απλοποιηθεί, συνίσταται ουσιαστικά στο εξής παντελώς υποθετικό σενάριο - αν δεν επιχειρηθεί ο παραμερισμός του διατάγματος της 15/04/19 και της υποκατάστατης επίδοσης για τον εναγόμενο 6, τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το διάταγμα και η επίδοση γίνονται αποδεχτά από την αιτήτρια και αν θεωρηθεί ότι γίνεται μια τέτοια παραδοχή τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται παραδοχή και των ισχυρισμών επί των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα και αν θεωρηθεί ότι γίνεται και αυτή η παροδοχή τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι ενδεχομένως να μην υπήρξε συμμόρφωση με τους κανόνες δεοντολογίας και τους Νόμους οπόταν μπορεί να υπάρξει σχετική καταγγελία η οποία αν στοιχειοθετηθεί, θα συνεπάγεται δραστικές αρνητικές συνέπειες στα συμφέροντα της αιτήτριας. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της αιτήτριας, μια τέτοια υποθετική προσέγγιση δεν μπορεί ούτε να αναχθεί σε, αλλά ούτε και να θεωρηθεί ως άμεσος και καίριος επηρεασμός δικαιωμάτων ως επιβάλλει όλη η σχετική νομολογία που παρέθεσα ανωτέρω. Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη ότι η αιτήτρια δεν είχε καμία εμπλοκή στην έκδοση του διατάγματος της 15/04/19 και ως μη διάδικος δεν θα μπορούσε ούτε να το παραμερίσει «as of right», η μόνη περίπτωση στην οποία η τελευταία θα υπόκειτο στις δραστικές συνέπειες των Νόμων που επικαλείται είναι αν στη πορεία διαφανεί ότι όντως έχει πελατειακή σχέση με τον εναγόμενο 6 και ότι δεν το αποκάλυψε στα αρμόδια σώματα. Αυτό όμως είναι κάτι που θα πρέπει να αποδειχτεί ως γεγονός και η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται από τη μια ότι ως γεγονός κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και από την άλλη ότι αν η πραγματικότητα θεωρηθεί ότι είναι διαφορετική τότε τα συμφέροντα της θα επηρεαστούν άμεσα. Μία μπορεί να είναι η πραγματικότητα και οι θεωρητικοί συλλογισμοί δεν συνιστούν «άμεσο επηρεασμό». Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι η θέση της αιτήτριας είναι ότι ούτε εκπροσωπεί τον εναγόμενο 6, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του και ούτε τα συμφέροντα της συμπλέουν με τα δικά του καθώς και ότι οι επί του προκειμένου «φόβοι» της τελευταίας δεν προβάλλονται να αφορούν στις επιπτώσεις που το διάταγμα της 15/04/19 συνεπάγεται για τον διάδικο που αυτό άμεσα επηρεάζει και δεσμεύει, ήτοι τον εναγόμενο 6, αλλά στο πώς δυνητικά θα μπορούσε να ερμηνευτεί η δική της συμπεριφορά αν δεν εξέφραζε ρητά τη διαφωνία της με τα όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, δεν μπορεί να εξηγηθεί το πώς κρίθηκε αναγκαίο να καταχωρηθεί η παρούσα δραστική αίτηση, η οποία αν ήθελε πετύχει στην ολότητα της, δεν είναι την αιτήτρια που θα απαλλάξει από τις άμεσες και δεσμευτικές συνέπειες του διατάγματος της 15/04/19 αλλά τον εναγόμενο 6, το διάδικο δηλαδή που κατά την αιτήτρια είναι άσχετος με αυτή. Αν το μόνο που επεδίωκε η αιτήτρια ήταν να καταστήσει ρητό και ξεκάθαρο ότι δεν αποδέχεται ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τον εναγόμενο 6 και ότι ο τελευταίος δεν είναι και ουδέποτε ήταν πελάτης της ώστε να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα, καμία ανάγκη υπήρχε για λήψη του υπό κρίση «δραστικού» μέτρου. Μια απλή σχετική επιστολή, η οποία θα μπορούσε να καταχωρηθεί και στο φάκελο του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να θέσει τη θέση της αιτήτριας on record. Άλλωστε, το Δικαστήριο ήδη έκρινε ότι με την διαταχθείσα υποκατάστατη επίδοση η αγωγή θα περιέλθει σε γνώση του εναγόμενου 6 και ήδη αποφάσισε να δεσμεύσει την «τύχη» του τελευταίου με το διάταγμα της 15/04/
- Το αν ορθά ή εσφαλμένα ενήργησε το Δικαστήριο σε αυτό το θέμα δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί την αιτήτρια αλλά τους άμεσα εμπλεκόμενους διαδίκους, ήτοι τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 6 και ο τελευταίος έχει κάθε δικαίωμα να επιχειρήσει ο ίδιος, όποτε περιέλθει σε γνώση του η αγωγή, ακόμη και σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του ερήμην, να αποκαταστήσει την αλήθεια και να παραμερίσει και το διάταγμα και τη σχετική επίδοση αλλά και την οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον του συνεπεία της διαταχθείσας επίδοσης. Τότε είναι που θα μπορεί να εξεταστεί και αποφασιστεί το κατά πόσο όντως εκπροσωπείται από την αιτήτρια (βλ. Counnas ανωτέρω). Εφόσον όμως προς το παρών η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν είναι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του εναγόμενου 6 που προσπαθεί να διαφυλάξει αλλά τα δικά της, τα όσα προβάλλονται από μέρους της ως προς το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της έκδοσης του διατάγματος της 15/04/19 και της σχετικής επίδοσης, μόνο από τον εναγόμενο 6 μπορούν να προβληθούν, ο οποίος είναι και το μόνο πρόσωπο που πραγματικά επηρεάζεται άμεσα από το διάταγμα και την επίδοση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι πρόκειται για πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα και τα δικαιώματα επηρεάζονται σε τέτοιο βαθμό από το διάταγμα της 15/04/19 και της σχετικής επίδοσης που έγινε για τον εναγόμενο 6 ως απαιτεί η σχετική νομολογία ώστε να δικαιολογείται να της επιτραπεί είτε η παρέμβαση είτε η επιδίωξη ακύρωσης ή παραμερισμού του διατάγματος και της επίδοσης. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον δε η αιτήτρια δεν είναι διάδικος στην αγωγή, τα εν λόγω έξοδα είναι άμεσα πληρωτέα. Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο