ΠΑΝΘΕΡΜΙΚΗ (ΛΕΥΚΩΣΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 262/17, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A609 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 262/17 Μεταξύ: ΠΑΝΘΕΡΜΙΚΗ (ΛΕΥΚΩΣΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ XXXXX Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Κάιζερ για Δημήτρη Παυλίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Μιχαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου για ποσό €2.000, το οποίο ποσό οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι τους οφείλει ο τελευταίος δυνάμει επιταγής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ με αρ. XXXXX8108 που αυτός εξέδωσε στις 24/03/10 για το αντίστοιχο ποσό και η οποία ουδέποτε τιμήθηκε. Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ότι την εν λόγω επιταγή ο εναγόμενος την εξέδωσε προς όφελος και σε διαταγή κάποιου Λ. Χριστοδούλου, ο οποίος αφού την οπισθογράφησε, την παρέδωσε στους ενάγοντες έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Όταν όμως αυτοί, δηλαδή οι ενάγοντες, επεχείρησαν να εξαργυρώσουν την επίδικη επιταγή σε πιστωτικό ίδρυμα, πληροφορήθηκαν ότι δεν μπορούσε να πληρωθεί λόγω του ότι είχε ανακληθεί από τον εκδότη της, ήτοι τον εναγόμενο, εξ' ου και αξιώνουν από τον τελευταίο το επίδικο ποσό πλέον τόκο 8.5% ως το «ισχύον έθιμο επί των ποσών των επιταγών οι οποίες δεν τιμώνται». Η δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου, η οποία έτυχε τροποποίησης στις 18/10/18 κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνει και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων για ειδικές αποζημιώσεις €3.500 καθώς επίσης και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, περιστρέφεται γύρω από την θέση ότι πρόκειται για κακόβουλη, εκδικητική και καταχρηστική αγωγή, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί «για λόγους υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή λόγους που εμφαίνονται.στην παρούσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση και/ή λόγω του ότι στρέφεται κατά λανθασμένου προσώπου και/ή λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα». Ισχυρίζεται ειδικότερα με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος ότι ναι μεν εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος του Χριστοδούλου περί τον Ιανουάριο- Φεβρουάριο 2010 στα πλαίσια συμφωνίας που είχε μαζί του για την εκτέλεση διάφορων εργασιών στην οικία του έναντι πληρωμής, όμως λόγω παράβασης της συμφωνίας από πλευράς Χριστοδούλου, αυτός αναγκάστηκε να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής την 01/03/10, δίδοντας προς τούτο σχετικές γραπτές οδηγίες στην τράπεζα του. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι ο Χριστοδούλου πληροφορήθηκε εγκαίρως για την εν λόγω ανάκληση και καμία αντίδραση ή παράπονο δεν πρόβαλε ποτέ. Αρνείται συνεπώς ο εναγόμενος τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι ο Χριστοδούλου οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε στους ενάγοντες κατά προσήκοντα τρόπο και θεωρεί ότι αν όντως έλαβε χώρα κάποια μεταβίβαση της επίδικης επιταγής, αυτή έγινε κατόπιν συμπαιγνίας του Χριστοδούλου με τους ενάγοντες εφόσον οι τελευταίοι γνώριζαν περί της ανάκλησης. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση, συμβατική ή άλλως πώς με τους ενάγοντες, οι τελευταίοι ουδέποτε κατέστησαν, ως ισχυρίζονται, κάτοχοι της επίδικης επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο. Άνευ βλάβης των θέσεων του αυτών ο εναγόμενος ισχυρίζεται και τα εξής. «.οι Ενάγοντες κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο που έλαβαν την επίδικη επιταγή, έλαβαν και την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού με αριθμόν XXXXX8107 που επίσης είχε εκδοθεί από τον Εναγόμενο προς όφελος του . Χριστοδούλου. Ως αντάλλαγμα για τις δύο επιταγές (XXXXX8107 και XXXXX8108) που αμφότερες ήταν μεταχρονολογημένες, οι Ενάγοντες πώλησαν και/ή συμφώνησαν να πωλήσουν και/ή τελικά παρέδωσαν στον κ..Χριστοδούλου εμπορεύματα αξίας €3500 (τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ). Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αφού οι Ενάγοντες εξαργύρωσαν την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού υπ. Αρ. XXXXX8107, ως αντιπαροχή για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών και/ή προϊόνων και/ή εμπορευμάτων, ζήτησαν και έλαβαν από τον κ. .Χριστοδούλου την αξία της σε μετρητά προβάλλοντας αναληθείς ισχυρισμούς.» Είναι ειδικότερα η επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου ότι για την επίδικη επιταγή οι ενάγοντες καταχώρησαν το 2010 εναντίον του ιδίου αλλά και του Χριστοδούλου την ποινική υπόθεση XXXX/10 για το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Τελικά, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η εν λόγω υπόθεση αποσύρθηκε, όμως εφτά σχεδόν χρόνια αργότερα οι ενάγοντες επανήλθαν με νέα πανομοιότυπη ποινική υπόθεση εναντίον του ιδίου και του Χριστοδούλου, ήτοι την ιδιωτική ποινική υπόθεση XXXX/16 η οποία εκκρεμεί. Την εν λόγω υπόθεση ισχυρίζεται ο εναγόμενος, οι ενάγοντες και πάλι την απέσυραν εναντίον του Χριστοδούλου και την προωθούν πλέον μόνο εναντίον του ιδίου. Από έρευνα που διενήργησε στο ηλεκτρονικό αρχείο των δημοσιευμένων αποφάσεων των κυπριακών Δικαστηρίων, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες είχαν επίσης καταχωρήσει στο παρελθόν και την ιδιωτική υπόθεση XXXXX/12, η οποία στρεφόνταν μόνο εναντίον του Χριστοδούλου και η οποία αφορούσε και πάλι την επίδικη επιταγή, αυτή τη φορά όμως σε σχέση με το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Εντοπίζοντας την αθωωτική απόφαση που εκδόθηκε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο σε εκείνη την υπόθεση, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες είχαν δηλώσει ενόρκως εκεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο έλαβαν από το Χριστοδούλου δύο επιταγές κατόπιν οπισθογράφησης και ότι όταν και οι δύο αυτές επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους, ο Χριστοδούλου εξόφλησε την μία εξ αυτών καταβάλλοντας προσωπικά σε αυτούς το αντίστοιχο ποσό των €3500 σε μετρητά. Είναι συνεπώς η θέση του εναγόμενου ότι ουσιαστικά οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον Χριστοδούλου να του πουλήσουν εμπορεύματα €3500, έλαβαν από αυτόν δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των €5500, ήτοι την επίδικη επιταγή και μία επιταγή για το ποσό των €3.500 και ότι μετά που εξαργύρωσαν κανονικά την επιταγή των €3.500, ξεγέλασαν τον Χριστοδούλου λέγοντας του ότι και εκείνη η επιταγή δεν τιμήθηκε, καταφέρνοντας έτσι να εξασφαλίσουν από αυτόν ακόμη €3.500 σε μετρητά, ήτοι συνολικά €7.
- Με την παρούσα αγωγή όμως, όπως και με όλες τις άλλες διαδικασίες που ήγειραν εναντίον του, οι ενάγοντες, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ουσιαστικά προσπαθούν να εξασφαλίσουν ακόμη €2.000 τα οποία δεν δικαιούνται εφόσον υπερπληρώθηκαν τα ποσά των δύο επιταγών που αυτός εξέδωσε προς τον Χριστοδούλου και όλη αυτή η συμπεριφορά του έχει προκαλέσει σύγχυση και/ή ταλαιπωρία και/ή έξοδα, ζημιές για τις οποίες ανταπαιτεί όπως αποζημιωθεί. Ανταπαιτεί επίσης ο εναγόμενος από τους ενάγοντες και το ποσό των €3.500 ως ποσό που οι τελευταίοι ουσιαστικά έχουν οικειοποιηθεί από τον λογαριασμό του με τις αθέμιτες ενέργειες και πρακτικές τους. Η απαντητική εκδοχή των εναγόντων είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και για κάθε διαδικασία που καταχώρησαν σε σχέση με την επίδικη επιταγή, ενεργούσαν καλόπιστα και ασκούσαν νομίμως και δεόντως τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Θέση τους είναι ότι και οι δύο επιταγές που εξέδωσε ο εναγόμενος προς τον Χριστοδούλου τους παραδόθηκαν από τον τελευταίο νόμιμα, κατά προσήκοντα τρόπο και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και ότι όταν αυτές ανακλήθηκαν, ο Χριστοδούλου εξόφλησε με μετρητά μόνο τη μία επιταγή οπόταν και του επιστράφηκε. Καμία κατάχρηση δεν έκαναν και δεν κάνουν, ως τους αποδίδει ο εναγόμενος και το μόνο που ζητούν είναι όπως ο τελευταίος τηρήσει τις θέσμιες υποχρεώσεις του ως εκδότης της επίδικης επιταγής η οποία δεν έχει εξοφληθεί. Εφόσον η αξία του επίδικου αντικειμένου της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε με την διαδικασία της ταχείας εκδίκασης της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας. Εκ μέρους των εναγόντων γραπτή μαρτυρία κατατέθηκε από τους αξιωματούχους τους, Α. Κόρκου (ΜΕ1) και Α. Εγγλέζου (ΜΕ2) ενώ ο εναγόμενος κατέθεσε μαρτυρία μόνο ο ίδιος ως ΜΥ
- Σημειώνω εδώ ότι ο Α. Κόρκου κατέθεσε δύο ένορκες δηλώσεις ως μαρτυρία ήτοι μία στις 18/03/19 και μία στις 07/10/19 ως απάντηση στην μαρτυρία του εναγόμενου. Σημειώνω επίσης ότι αν και αμφότερες οι πλευρές είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες της άλλης πλευράς και αρχικά η πλευρά του εναγόμενου ζήτησε να το πράξει, εντούτοις στην πορεία το εν λόγω αίτημα αποσύρθηκε και ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων των μερών αντεξετάστηκε. Η γραπτή μαρτυρία αμφότερων των πλευρών κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τα δικόγραφα τους, με τον εναγόμενο να προωθεί τη θέση ότι ενώ ουδέποτε γνώριζε για ύπαρξη των εναγόντων και την εμπλοκή τους στις επιταγές που εξέδωσε προς τον Χριστοδούλου, από τα όσα στοιχεία συνέλεξε μετά που αυτοί άρχισαν να κινούνται νομικά εναντίον του, διαπίστωσε ότι ο Χριστοδούλου έδωσε τις δύο επιταγές στους ενάγοντες «πιθανόν ως αντιπαροχή ή ως εγγύηση» για εμπορεύματα που του πώλησαν αξίας €3500 και είναι «σίγουρος ότι οι Ενάγοντες είπαν ψέματα στον κ. Χριστοδούλου και στο Δικαστήριο ότι και η άλλη επιταγή (η XXXXX8107) δεν εξαργυρώθηκε. Εικάζω πώς όταν ο κ. Χριστοδούλου έγκαιρα τους πληροφόρησε να μην καταθέσουν την (επίδικη επιταγή) καθ' ότι τον ενημέρωσα για τις οδηγίες που έδωσα στην τράπεζα, ισχυρίστηκαν ότι είχε ανακληθεί και η (επιταγή XXXXX8107), χωρίς να ενημερωθούν και του απέσπασαν με τον τρόπο αυτό, την αξία της σε μετρητά» Σημειώνω εδώ ότι αν και αμφότεροι οι μάρτυρες των εναγόντων κάνουν αναφορά στις δηλώσεις τους περί επισύναψης στις εν λόγω δηλώσεις της επίδικης επιταγής ως Τεκμήριο, εντούτοις κανένα τέτοιο έγγραφο δεν εντοπίζεται να έχει επισυναφθεί. Από πλευράς εναγόμενου κατατέθηκε μέρος της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας με τον Χριστοδούλου στα πλαίσια της οποίας φέρεται να εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και η επιταγή XXXXX8107 (Τεκ.1), η αθωωτική απόφαση στην ιδιωτική ποινική XXXXX/12 (Τεκ.2), αντίγραφο μαρτυρικής κλήσης που εκδόθηκε προς τον Πρωτοκολλητή του ποινικού τμήματος του Ε.Δ. Λ/σιας για να προσκομίσει το φάκελο της XXXXX/12 (Τεκ.3), κατάσταση της περιόδου 01/02/10 - 31/02/10 του τραπεζικού λογαριασμού του εναγόμενου από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και η επιταγή XXXXX8107 (Τεκ.4) και αντίγραφα της επιταγής XXXXX8107 μετά που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα την 01/03/
- Ούτε ο εναγόμενος παρουσίασε ως Τεκμήριο την επίδικη επιταγή. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Παρατηρώ τα εξής. Αν και η επίδικη επιταγή δεν κατατέθηκε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, το θέμα αυτό κατέστη εκ της δικογραφίας αλλά και της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας άνευ σημασίας. Αυτό γιατί από τις δικογραφημένες θέσεις των μερών αλλά και από την μαρτυρία που προσκομίστηκε εκατέρωθεν, προκύπτει να συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο εναγόμενος εξέδωσε προς όφελος του Χριστοδούλου δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των €5.500, ήτοι την επιταγή υπ' αρ. XXXXX8107 για το ποσό των €3.500 με ημερ. εξαργύρωσης την 24/02/10 και την επίδικη επιταγή για το ποσό των €2.000 με ημερ. εξαργύρωσης την 24/03/10, ότι και οι δύο αυτές επιταγές τελικά βρέθηκαν στην κατοχή των εναγόντων οι οποίοι παρουσίασαν τουλάχιστο αυτήν των €3500 στην Τράπεζα, ότι η εν λόγω επιταγή εξοφλήθηκε με κάποιο τρόπο, ότι ο εναγόμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής προτού αυτή εξαργυρωθεί και ότι μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί σε καμία πληρωμή σε σχέση με τη συγκεκριμένη επιταγή. Για όλα τα πιο πάνω κάμω ανάλογα ευρήματα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω και τα εξής. Με το δικόγραφο του ο εναγόμενος πρόβαλε ουσιαστικά δύο διαφορετικές θέσεις ως προς το θέμα της κατοχής της επίδικης επιταγής από τους ενάγοντες, οι οποίοι υπενθυμίζω, ισχυρίζονται ότι η επίδικη επιταγή τους παραδόθηκε από τον Χριστοδούλου κατόπιν οπισθογράφησης και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Η μία θέση του εναγόμενου σε σχέση με το θέμα αυτό προβάλλεται στις παρ.5 ως 9 της υπεράσπισης του, στις οποίες ο τελευταίος αρνείται τον ισχυρισμό περί οπισθογράφησης της επίδικης επιταγής από τον Χριστοδούλου και της παράδοσης της στους ενάγοντες νόμιμα και κατά προσήκοντα τρόπο. Πρόσθετα τούτου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αν όντως έλαβε χώρα οποιαδήποτε τέτοια οπισθογράφηση και παράδοση της επίδικης επιταγής, αυτό έγινε κάτω από συνθήκες που «καταστρέφουν» τον τίτλο τους (βλ. Damalona Limited ν. Aχιλλέας Φεραίου Eισαγωγές-Eξαγωγές Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1082). Η θέση αυτή του εναγόμενου δημιουργεί στους ενάγοντες την υποχρέωση να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί παραλαβής και κατοχής της επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο, ήτοι κατόπιν δέουσας οπισθογράφησης και μόνο αν αποδειχθεί η κατοχή της επιταγής εν τι εννοία του Κεφ.262[1], δύναται να ενεργοποιηθεί προς όφελος των εναγόντων το τεκμήριο του αρ. 30 του εν λόγω Νόμου, ήτοι ότι εκ πρώτης όψεως είναι κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο (βλ. VASOS CHARALAMBIDES LIMITED ν. Πάμπος Ψαρά
(2000)1 ΑΑΔ 849). Η άλλη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου, η οποία προβλήθηκε στις παρ. 10-12 της υπεράσπισης και «άνευ βλάβης» των άλλων θέσεων του, είναι ότι «.οι Ενάγοντες.έλαβαν την επίδικη επιταγή. και την επιταγή .. XXXXX8107 που επίσης είχε εκδοθεί από τον Ενάγοντα προς όφελος του.Χριστοδούλου. Ως αντάλλαγμα για τις δύο επιταγές.πώλησαν και/ή συμφώνησαν να πωλήσουν και/ή τελικά παρέδωσαν στον κ..Χριστοδούλου εμπορεύματα αξίας €3500.(και).εξαργύρωσαν την επιταγή .XXXXX8107, ως αντιπαροχή για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών και/ή προϊόνων και/ή εμπορευμάτων.» (έμφαση δική μου). Αυτή η «άνευ βλάβης» θέση του εναγόμενου, η οποία προφανώς είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από την προαναφερόμενη θέση των παρ. 5-9 της υπεράσπισης, καθιστά εκ της δικογραφίας παραδεχτό το γεγονός ότι οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή της επίδικης επιταγής από τον Χριστοδούλου, ήτοι τον αρχικό της δικαιούχο και δη έναντι κάποιου ανταλλάγματος. Κατ' επέκταση, εφόσον η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση, αυτή η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου, αν ήθελε προωθηθεί, απαλλάσσει τους ενάγοντες από το βάρος να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι έλαβαν κατοχή της επίδικης επιταγής από το Χριστοδούλου έναντι ανταλλάγματος. (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς επί γεγονότων, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Μούντης Μιχάλης και άλλοι ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818· Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Η προβολή κάποιας επιφύλαξης του τύπου «άνευ βλάβης» καμία σημασία έχει όταν πρόκειται για ισχυρισμούς περί γεγονότων εφόσον «Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα . δεν χωρούν» (βλ. El Fath Co ν. EDT Shipping και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255). Είτε τα γεγονότα έγιναν με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο. Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος επέλεξε με τη μαρτυρία του να μην περιοριστεί στην δικογραφημένη άρνηση του σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγόντων περί οπισθογράφησης της επίδικης επιταγής από τον Χριστοδούλου και παράδοσης της στους ενάγοντες έναντι ανταλλάγματος ώστε το σχετικό βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού να παραμείνει στους ώμους αυτών που τον προβάλλουν, ήτοι των εναγόντων. Αντιθέτως ο εναγόμενος επέλεξε να προωθήσει με θετική μαρτυρία, ήτοι τη δική του μαρτυρία, την άλλη δικογραφημένη θέση του, ήτοι ότι στα πλαίσια κάποιας νόμιμης δοσοληψίας μεταξύ Χριστοδούλου και εναγόντων, ο πρώτος όντως χρησιμοποίησε και παρέδωσε στους ενάγοντες τις επιταγές που εκδόθηκαν προς όφελος του ώστε να λάβει κάποιο αντάλλαγμα από τους τελευταίους. Η εν λόγω επιλογή του εναγόμενου, ήτοι να προωθήσει θετικά τη θέση ότι στα πλαίσια κάποιας νόμιμης δοσοληψίας μεταξύ εναγόντων και Χριστοδούλου, ο τελευταίος παρέδωσε κατοχή των επιταγών στους πρώτους έναντι κάποιου ανταλλάγματος με αποτέλεσμα αυτοί, δηλαδή οι ενάγοντες, να μπορέσουν να ασκήσουν πλήρη δικαιώματα κατόχου επιταγής για αξία και μάλιστα επιτυχώς σε σχέση με τη μία επιταγή, όχι μόνο απαλλάσσει τους ενάγοντες από την υποχρέωση απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού τους αλλά και ενεργοποιεί το τεκμήριο του αρ.30 Κεφ.262 ώστε να μετατεθεί στους ώμους του εναγόμενου πλέον το βάρος απόδειξης ότι σε σχέση με την επίδικη επιταγή, «.η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338)» (βλ. Ψαρά ανωτέρω). Το ότι κατά τον εναγόμενο το εν λόγω αντάλλαγμα ήταν χαμηλότερης αξίας από το ποσό των επίδικων επιταγών καμία σημασία έχει εφόσον αφ' ενός όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ο Χριστοδούλου έδωσε και τις δύο επιταγές στους ενάγοντες «πιθανόν ως αντιπαροχή ή ως εγγύηση» και αφ' ετέρου διότι ένας από τους κεντρικούς άξονες της υπεράσπισης αλλά και της ανταπαίτησης του εναγόμενου είναι ότι οι ενάγοντες ήδη εισέπραξαν ως κάτοχοι των επιταγών που εκδόθηκαν αρχικά προς τον Χριστοδούλου, ποσά που υπερκαλύπτουν το σύνολο των ποσών στα οποία αυτές αφορούν. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου βασίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν και πέτυχαν να εξαργυρώσουν μέσω της τράπεζας του και από το λογαριασμό του τη μία εκ των δύο επιταγών που αυτός εξέδωσε προς το Χριστοδούλου, στοιχείο που συνεπάγεται, τουλάχιστο αποδοχή της θέσης ότι οι ενάγοντες απέκτησαν κατοχή των δύο επιταγών κατά τρόπο που τους επέτρεπε εκ πρώτης όψεως να αξιώσουν ως νομιμοποιήμένοι κομιστές την πληρωμή τους από το λογαριασμό του εκδότη τους, ήτοι τον εναγόμενο. Πώς άλλωστε θα επιτυχάνετο η παρουσίαση και κατ' ισχυρισμό εξαργύρωση της μίας επιταγής μέσω της τράπεζας του εναγόμενου προς όφελος των εναγόντων αν η εν λόγω επιταγή δεν καταδείκνυε εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο καλό τίτλο προς όφελος των τελευταίων; Των πιο πάνω λεχθέντων, υπενθυμίζω ότι η δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου ως προς το γιατί «καταστράφηκε» ο τίτλος των εναγόντων, ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είτε υπήρξε συμπαιγνία του Χριστοδούλου με τους ενάγοντες είτε ελάττωμα στον τίτλο που μεταβιβάστηκε λόγω προηγούμενης γνώσης των εναγόντων περί ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Ως προς αυτές τις θέσεις του εναγόμενου όμως παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε είτε από πλευράς εναγόμενου είτε άλλως πώς η οποία να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Χριστοδούλου ξεγελάστηκε ή εξαναγκάστηκε από τους ενάγοντες να τους παραδώσει τις επίδικες επιταγές κατά τις μεταξύ τους δοσοληψίες και ούτε τέτοια θέση αποτέλεσε αντικείμενο της όλης εκδοχής του εναγόμενου, ο οποίος υπενθυμίζω, αυτό που προώθησε με τη μαρτυρία του ήταν ότι ο Χριστοδούλου ξεγελάστηκε ως προς το κατά πόσο τελικά κατέστη δυνατό να εξαργυρωθούν και οι δύο επιταγές που έδωσε στους ενάγοντες. Ο ισχυρισμός δηλαδή του εναγόμενου περί ύπαρξης δόλου από πλευράς εναγόντων δεν άπτεται του χρόνου μεταβίβασης του τίτλου των επιταγών, που είναι και ο ουσιώδης χρόνος για σκοπούς ανατροπής του τεκμηρίου των αρ.29 και 30, αλλά του χρόνου μετά την παράδοση των επιταγών. Κατά δεύτερο, θέση του εναγόμενου είναι ότι εξέδωσε τις δύο επιταγές, περιλαμβανομένης και της επίδικης περί τα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2010, με την επιταγή των €3.500 να είναι πληρωτέα την 24/02/10 και την επίδικη την 24/03/10. Ισχυρίστηκε δε ότι η συμφωνία του με το Χριστοδούλου ήταν ότι αν δεν αποπερατώνονταν οι εκεί συμφωνηθείσες εργασίες θα ανακαλούνταν και οι δύο επιταγές και ότι όταν ο Χριστοδούλου δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις μέχρι και τα τέλη Φεβρουαρίου 2010, αυτός τον υπενθύμισε ότι «εάν δεν έρθει να τελειώσει τις εργασίες θα ανακαλέσω τις επιταγές». Ο ισχυρισμός όμως του εναγόμενου ότι παρά την τελεσίδικη αυτή προειδοποίηση που έδωσε στον Χριστοδούλου, η οποία προειδοποίηση για να αφορά σε ανάκληση και των δύο επιταγών, προφανώς δόθηκε προτού ακόμη παρέλθει η ημερομηνία πληρωμής της πρώτης επιταγής (24/02/10), δημιουργεί την εύλογη απορία ως προς το γιατί στη συνέχεια ο εναγόμενος, παρά την αντισυμβατική συμπεριφορά του Χριστοδούλου, επέτρεψε όπως η πρώτη επιταγή, ήτοι αυτή των €3.500, παραμείνει πληρωτεά για ακόμη οχτώ ημέρες, ήτοι μέχρι την 01/03/10 όταν και κατά τον ίδιο αυτή εξαργυρώθηκε από τους ενάγοντες. Δεν παραγνωρίζω ότι ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Χριστοδούλου του είχε υποσχεθεί ότι θα εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις όμως αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει πειστικά γιατί ο εναγόμενος να προειδοποιήσει τον Χριστοδούλου ότι θα ανακαλέσει και τις δύο επιταγές ώστε να διαφυλάξει έτσι τα συμφέροντα του και τα συμβατικά του δικαιώματα και στη συνέχεια, όχι μόνο να μην προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια πριν τις 24/02/10 που θα πληρώνετο η πρώτη επιταγή αλλά αντίθετα να επιτρέψει στον Χριστοδούλου να θεωρεί μέχρι και την 01/03/10 ότι δικαιούται να εισπράξει και τις δύο επιταγές έστω και αν δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Όποια όμως και να είναι η εξήγηση για την πιο πάνω στάση του εναγόμενου, εξήγηση την οποία να σημειωθεί ο τελευταίος ουδέποτε έδωσε, παραμένει να συνιστά πραγματικό γεγονός ότι μέχρι και την 01/03/10, συνεπεία της στάσης του ίδιου του εναγόμενου, ο Χριστοδούλου δικαιούτο καλόπιστα να θεωρεί ότι μπορούσε να ασκήσει καλό τίτλο και επί των δύο επιταγών και να τις μεταχειριστεί όπως αυτός ήθελε. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι θέση και του ίδιου του εναγόμενου είναι ότι ο Χριστοδούλου έδωσε «.κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο.» και τις δύο επιταγές στους ενάγοντες έναντι κάποιου ανταλλάγματος και ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 και 5Α που παρουσίασε ο ίδιος ο εναγόμενος, την 01/03/10 οι ενάγοντες είχαν ήδη στην κατοχή τους την επιταγή των €3.500 εξ' ου και μπόρεσαν να την παρουσιάσουν στην τράπεζα για εξαργύρωση, προκύπτει ότι η μεταβίβαση και των δύο επιταγών από τον Χριστοδούλου στους ενάγοντες, έγινε πριν την 01/03/10, ήτοι κατά το χρόνο που ο Χριστοδούλου είχε κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι ακόμη μπορούσε να τις εξαργυρώσει εφόσον δεν είχαν μέχρι τότε ανακληθεί. Το ότι η θέση του εναγόμενου είναι ότι ο Χριστοδούλου πρέπει να πληροφόρησε «έγκαιρα τους (ενάγοντες) να μην καταθέσουν την (επίδικη επιταγή) καθ' ότι τον ενημέρωσα για τις οδηγίες που έδωσα στην τράπεζα.», επιβεβαιώνει ουσιαστικά ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει την επίδικη επιταγή από το Χριστοδούλου προτού αυτή ανακληθεί από τον εναγόμενο, ήτοι πριν την 01/03/10 και όταν ήταν ακόμη πληρωτέα και ο Χριστοδούλου είχε καλό τίτλο να μεταβιβάσει. Όλα τα πιο πάνω εκθεμελιώνουν και τον δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγόμενου ως προς το ότι ο τίτλος των εναγόντων «καταστράφηκε» λόγω δόλιας συμπαιγνίας των τελευταίων με τον Χριστοδούλου, ισχυρισμός ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν προωθήθηκε, αλλά και τον ισχυρισμό που προωθήθηκε, ήτοι ότι ο τίτλος που έλαβαν οι ενάγοντες δεν ήταν καλός συνεπεία του ότι οι τελευταίοι «.είχαν ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.» (βλ. αρ. 29 Κεφ.262 - έμφαση δική μου και κατ' αντιδιαστολή Damalona ανωτέρω). Ο ουσιώδης χρόνος για «καταστροφή» του τίτλου του κατόχου, είναι σύμφωνα με το αρ.29 ο χρόνος «.κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε.» και η επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου, ακόμη και αν ευσταθεί δεν αφορά στο χρόνο αυτό. Επισημαίνω ότι στην αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου θέτει αριθμό ερωτημάτων που του δημιουργούνται από την προσκομισθείσα μαρτυρία ώστε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του πελάτη του ότι οι ενάγοντες έλαβαν την επίδικη επιταγή από το Χριστοδούλου κάτω από ύποπτες και αμφίβολες συνθήκες και δη κάτω από συνθήκες που υποδηλούν ότι μάλλον είχαν γνώση για την ελαττωματικότητα του τίτλου που λάμβαναν (βλ. σελ. 6 και 7 αγόρευσης εναγομένου). Αυτά όμως τα ερωτηματικά, τα οποία άπτονται των ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης καθώς επίσης και της ουσίας της εκδοχής του εναγόμενου, έπρεπε να είχαν τεθεί στους μάρτυρες των εναγόντων μέσω αντεξέτασης ώστε να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και η δική τους θέση κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους και όχι να αφεθούν τα εν λόγω ερωτηματικά να προβληθούν κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ως μέρος της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου. Υπενθυμίζω ότι, «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Ακόμη όμως και αν ήθελε κριθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι οι ενάγοντες, ξεγελώντας τον Χριστοδούλου, εισέπραξαν από αυτόν εκ νέου το ποσό της μιας εκ των δύο επιταγών που τους παρέδωσε έναντι ανταλλάγματος, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός δεν συνιστά επαρκή υπεράσπιση στην ευθύνη που αποδίδεται στον εναγόμενο με την παρούσα αγωγή. Αυτό γιατί η όποια τυχόν υπερπληρωμή της μίας επιταγής, δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από τις υποχρεώσεις του ως εκδότη άλλης επιταγής, ήτοι της επίδικης, να την τιμήσει έναντι οποιουδήποτε προσώπου ήθελε καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής της εν τη εννοία του Κεφ.262. Άλλωστε, ως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται, μόνο η μία επιταγή «πληρώθηκε» από το λογαριασμό του, ήτοι αυτή των €3.500 και ουδέποτε πληρώθηκε η επίδικη. Επισημαίνω ότι ουδέποτε ήταν ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο Χριστοδούλου κατέβαλε στους ενάγοντες επιπλέον χρήματα προς εξόφληση και της επίδικης επιταγής αλλά αντίθετα, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του εναγόμενου συγκεκριμενοποιήθηκε να αφορά ρητά σε διπλή πληρωμή της επιταγής που δεν είναι επίδικη. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο εναγόμενος εξέδωσε δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των €5.500 και αυτή είναι και η έκταση της δικής του προσωπικής ευθύνης απέναντί στον οποιοδήποτε κάτοχο των λόγω επιταγών. Αν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ότι ο ίδιος πλήρωσε μόνο €3500, τότε η ευθύνη του μειώνεται στο πόσο των €2.000, ήτοι στο ποσό της επίδικης επιταγής που δεν τιμήθηκε. Αυτό είναι όμως και το μόνο ποσό που αξιώνεται εναντίον του με την παρούσα αγωγή και το οποίο περιορίζεται ρητά να αφορά στην επιταγή που είναι παραδεχτό ότι ουδέποτε τιμήθηκε. Αν τώρα οι ενάγοντες ξεγέλασαν τον αρχικό δικαιούχο των επιταγών, ήτοι το Χριστοδούλου και του απέσπασαν ψευδώς περισσότερα χρήματα σε σχέση με επιταγή άλλη από την επίδικη, αυτό είναι θέμα που αφορά αποκλειστικά τον Χριστοδούλου και τους ενάγοντες και όχι τον εναγόμενο. Όπως λοιπόν και αν ήθελε ιδωθεί η όλη εκδοχή του εναγόμενου περί μεταβίβασης ελαττωματικού τίτλου στους ενάγοντες και μάλιστα εις γνώση τους και περί απαλλαγής του από οποιαδήποτε ευθύνη ως εκδότη της επίδικης επιταγής απέναντι στους τελευταίους ως κατόχους της, η εν λόγω εκδοχή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Αντιθέτως, η θέση των εναγόντων ότι όταν έλαβαν κατοχή των επίδικων επιταγών για αξία δεν υπήρχε κανένα ελάττωμα στον τίτλο που μεταβιβαζόταν ή τουλάχιστο ελάττωμα το οποίο να γνώριζαν, κρίνεται βάσιμη και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου. Το γεγονός δε ότι κατά τον χρόνο που μεταβιβάστηκαν και οι δύο επιταγές στους ενάγοντες, ήτοι πριν την 01/03/10, δεν είχε ακόμη τεθεί οποιοδήποτε πρόβλημα είτε με την αντιπαροχή που συμφώνησε ο Χριστοδούλου με τον εναγόμενο είτε με την αντιπαροχή που συμφώνησε ο Χριστοδούλου με τους ενάγοντες, ικανοποιεί και την προϋπόθεση ύπαρξης «διπλής αντιπαροχής» που επιβάλλει η νομολογία να υπάρχει σε περιπτώσεις μεταβίβασης τίτλου συναλλαγματικής, γεγονός το οποίο επίσης καθίσταται εύρημα μου (βλ. Damalona ανωτέρω). Η περί του αντιθέτου θέση του εναγόμενου συνεπώς απορρίπτεται ως αβάσιμη. . Όσον αφορά τέλος τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί κατάχρησης της διαδικασίας από τους ενάγοντες και παραβίασης των δικαιωμάτων του, ο εν λόγω ισχυρισμός συναρτήθηκε με το χρόνο που παρήλθε από την ανάκληση της επίδικης επιταγής μέχρι την καταχώρηση της παρούσας. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο εναγόμενος παρουσιάστηκε να είναι σε θέση να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με την επίδικη εκδοχή του και ότι σε σχέση με την μαρτυρία που ισχυρίζεται ότι δεν κατάφερε να εξασφαλίσει για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, η θέση του δεν ήταν ότι η εν λόγω μαρτυρία απωλέσθηκε λόγω της παρόδου του χρόνου αλλά αντίθετα ότι η εν λόγω μαρτυρία εξακολουθεί να υπάρχει απλά δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλιστεί έγκαιρα λόγω των χρονοδιαγραμμάτων της παρούσας ταχείας διαδικασίας - βλ. ισχυρισμό περί καθυστέρησης στην εξασφάλιση μαρτυρίας λόγω της συγχώνευσης των Συνεργατικών Ιδρυμάτων με την Ελληνική Τράπεζα και περί καθυστέρησης στην αποστενογράφηση των πρακτικών των ποινικών διαδικασιών - κρίνω ότι δεν έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα του εναγόμενου συνεπεία της καθυστέρησης των εναγόντων και δη σε τέτοιο βαθμό ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής για τους λόγους που ο τελευταίος επικαλείται. Το ότι εναντίον του εναγόμενου καταχωρήθηκαν και άλλες διαδικασίες στο παρελθόν οι οποίες αποσύρθηκαν, αυτό δεν μπορεί από μόνο του και ιδιαίτερα στην απουσία σχετικής μαρτυρίας, να μεταβάλει την πιο πάνω κατάληξη. Ομοίως, ούτε το ότι οι ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή και εναντίον του Χριστοδούλου δεν δικαιολογεί απόρριψη της αγωγής εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση «αναγκαίου διαδίκου» του οποίου επιβάλλεται η παρουσία λόγω ενδεχόμενου επηρεασμού των δικαιωμάτων του από την έκβαση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, οι χωριστές ιδιότητες που προκύπτουν από την επίδικη επιταγή να έχουν οι Χριστοδούλου και ο εναγόμενος, δημιουργούν προς όφελος των εναγόντων αυτοτελή, χωριστά και ανεξάρτητα αγώγιμα δικαιώματα, η άσκηση των οποίων συνιστά αποκλειστική διακριτική ευχέρεια των τελευταίων και όχι υποχρέωση. Κοντολογίς, η εκδοχή του εναγόμενου επί όλων των αμφισβητούμενων πτυχών της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, σε αντίθεση με την εκδοχή των εναγόντων, η οποία επί των επίδικων θεμάτων γίνεται πλήρως αποδεχτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κάτοχοι της επίδικης επιταγής για αξία με όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει το Κεφ.262 σε περίπτωση μη τίμησης της έναντι του εκδότη της, ήτοι του εναγόμενου. Εφόσον δε η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε συνεπεία ενεργειών του εναγόμενου, οι οποίες ενέργειες δεν συνιστούν βάσιμη υπεράσπιση για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι ο εναγόμενος οφείλει να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό της επίδικης επιταγής. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό με εξαίρεση το θέμα του αξιούμενου τόκου 8.5%. Η εν λόγω αξίωση των εναγόντων, ούτε τεκμηριώθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ούτε και στην αγόρευση των τελευταίων έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο πού και πώς είναι που προκύπτει αυτό το κατ' ισχυρισμό «ισχύων έθιμο» επί του οποίου εδράζεται η συγκεκριμένη αξίωση. Εφόσον δε οι ενάγοντες δεν προσέφεραν μαρτυρία προς απόδειξη της συγκεκριμένης ημερομηνίας που έλαβαν την επίδικη επιταγή ή της συγκεκριμένη ημερομηνίας που πληροφορήθηκαν για την ανάκληση της, μόνο σε νόμιμο τόκο δικαιούνται από καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω τέλος ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου, η οποία ουσιαστικά εδράζετο στην επιτυχία των όσων προβλήθηκαν από μέρους του ως υπεράσπιση και τα οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμα, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €2.000 πλέον νόμιμο τόκο από καταχώρησης της αγωγής ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "Κάτοχος", σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του, ή ο κομιστής. "Κομιστής", σύμφωνα με το ίδιο άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή (βλ Ψαρά ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο