← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 868/2018, 13/12/2019

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 868/2018, 13/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A590 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 868/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγοντα και 1. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ 2. XXXXX ΖΥΜΑΡΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Κ. Κνώφος για Κ. Π. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2 / Καθ΄ων: κ. Σαββίδης για Σάββα Χρ. Σαββίδης και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στη βάση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και στην οποία ο Eνάγων δικογράφησε λεπτομερώς τους ισχυρισμούς που στηρίζουν την απαίτηση του με Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 4/9/2018, ο Eνάγων αξιώνει ποσό €1962 ως ειδικές αποζημιώσεις, καθώς επίσης γενικές αποζημιώσεις και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και για προσβολή της αξιοπρέπειας του και/ή της προσωπικότητας του που υπέστη από τους εναγόμενους λόγω της απρόκλητης επίθεσης που δέχθηκε από αυτούς εντός της επαρχίας Λευκωσίας κατά ή περί τις 2/3/2018. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 21/1/2019. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 30/1/19. Στο στάδιο που ο Eνάγων εξέδωσε κλήση για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, θ.1(β) προς τους Εναγομένους 1 και 2, συμπεριέλαβε στο Παράρτημα Tύπος 25, υπό το σημείο 10, αναφορά ότι θα είχε άλλο αίτημα πέραν αυτών που περιγράφονται υπό τα σημεία 1 έως 9 του Παραρτήματος και, συγκεκριμένα, ότι είχε πρόθεση να εγείρει ζήτημα στη βάση της Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.θ.1, 2. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), ημερομηνίας 9/4/2019, ο συνήγορος του Ενάγοντος καταχώρησε στις 18/4/2019 «Συμπληρωματικό Παράρτημα», όπου προσδιορίζει το ζήτημα ως εξής: «ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 10. Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω: I. Α. 19 Θ.26 Για διαγραφή των πιο κάτω από την Υπεράσπιση των Εναγομένων ως μη αναγκαίων ή σκανδαλωδών ή που τείνουν να προκαταβάλλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. α. Από την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης στην 9η γραμμή μετά το κόμμα και μέχρι την τελεία της φράσης «..., ενώ για τον Ενάγοντα εκκρεμούν αστυνομικές ανακρίσεις και/ή έρευνες και/ή υποθέσεις και/ή έχει συλληφθεί προσφάτως από την αστυνομία για διερεύνηση υποθέσεων ναρκωτικών». β. Από την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης στην 2η σελίδα, 8η γραμμή μέχρι το τέλος της παραγράφου, των πιο κάτω: «...... και στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητο του με κατεύθυνση τον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το περιστατικό. Ο Εναγόμενος 1 κατήγγειλε αμέσως στις αστυνομικές αρχές το περιστατικό επίθεσης και/ή πρόκλησης και/ή βίας που προήλθε από τον Ενάγοντα». γ. Από την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης στην 2η σελίδα, 8η γραμμή μέχρι το τέλος της παραγράφου, των πιο κάτω: «Εξάλλου ο Ενάγων κατόπιν του εν λόγω περιστατικού δεν αποτάθηκε και/ή δεν κατήγγειλε οτιδήποτε στις Αστυνομικές Αρχές, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος εξ αρχής κατήγγειλε την επίθεση που δέχτηκε από τον Ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι καλούν τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του». δ. Από την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης στην 2η σελίδα, 5η γραμμή μέχρι το τέλος της παραγράφου των πιο κάτω: «Τα όσα προσβλητικά και/ή υποτιμητικά αναφέρει ο Ενάγοντας για τον Εναγόμενο 1 στις εν λόγω παραγράφους πηγάζουν από το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 έχει γίνει πλέον ένας ώριμος άντρας και αντιδρούσε δικαίως κάθε φορά που ο Ενάγων κακοποιούσε ψυχολογικά και/ή σωματικά την μητέρα του Εναγομένου 1». II. Δ.27 θ. 1 & 2 Απόρριψη της ανταπαίτησης των Εναγομένων καθότι από το δικόγραφο της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης δεν προκύπτει αιτία και/ή βάση αγωγής και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Ενάγοντα και/ή οι Εναγόμενοι δεν δικαιούται σε ικανοποίηση της αξιούμενης θεραπείας». Στην πορεία των πραγμάτων όπως φαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), ημερομηνίας 10/6/2019, η Ανταπαίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα, με αποτέλεσμα να παραμένει για ακρόαση μόνο η Απαίτηση του Ενάγοντος στην αγωγή και κατά προτεραιότητα η εκδίκαση του ζητήματος που προσδιορίζεται στο ανωτέρω Συμπληρωματικό Παράρτημα. Οι Εναγόμενοι ζήτησαν χρόνο από το Δικαστήριο να καταχωρήσουν ένσταση στο αίτημα των Εναγόντων για διαγραφή των πιο πάνω περιγραφόμενων αποσπασμάτων από την Έκθεση Υπεράσπισης τους ως είναι το Αιτητικό Ι του Συμπληρωματικού Παρατήματος. Η ένσταση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 18/11/2019. Δικογραφούνται σε αυτή οι εξής λόγοι ένστασης: 1. Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις που αφορούν την διαγραφή ισχυρισμών που δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 2. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. 3. Κανένας νομικός και/ή κανένας πραγματικός λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε παρέχεται καμία αιτιολογία για την ικανοποίηση του αιτήματος του ενάγοντος, γεγονός που το αίτημα του καθίσταται αφ' εαυτού αβάσιμο και απορριπτέο. 4. Ουδέν στοιχείο παρουσιάζεται από τον Αιτητή στην Αίτηση του ημερομηνίας 18/04/2019, το οποίο να καταδεικνύει πως στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων υπάρχουν είτε μη αναγκαία, είτε σκανδαλώδη, είτε παρελκυστικά στοιχεία ή ισχυρισμοί . Το μόνο που κάνει ο αιτητής είναι να παραθέτει αποσπάσματα από την έκθεση υπεράσπισης, χωρίς να αιτιολογεί ή συγκεκριμενοποιεί τους λόγους για τους οποίους αιτείται την διαγραφή τους. Η υπό εξέταση Αίτηση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα και/ή σε προγενέστερο στάδιο και/ή κατά ή περί τον χρόνο καταχώρησης της κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας. 6. Η υπό εξέταση Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης στους Καθ' ων η Αίτηση. 7. Η Έκθεση Υπεράσπισης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους κανόνες και τις αρχές της δικογραφίας και κανένας ισχυρισμός από τους Εναγομένους δεν προβάλλεται που να προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις για τον Αιτητή ή τείνει να τον βλάψει ή να καθυστερήσει αχρείαστα την διεξαγωγή της δίκης. 8. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται η διαγραφή τους, αποτελούν αναγκαίες θέσεις και/ή σχετικά γεγονότα που άπτονται της ουσίας και ουσιωδών γεγονότων της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση- εναγομένων και είναι άμεσα συνδεδεμένοι και/ή συνυφασμένοι και/ή απαντούν και/ή απορρίπτουν ρητώς τις αξιώσεις και/ή ισχυρισμούς του Αιτητή. Ως εκ τούτου ενδεχόμενη διαγραφή τους θα στερήσει την δυνατότητα προώθησης των θέσεων των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων. 9. Οι συγκεκριμένες παράγραφοι και/ή ισχυρισμοί που ο Αιτητής αιτείται την διαγραφή τους περιγράφουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την όλη υπεράσπιση των Εναγομένων και/ή αποτελούν αναγκαία αντίκρουση ισχυρισμών του ενάγοντος. (α) Το απόσπασμα της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης από την 9η γραμμή της παραγράφου μέχρι το τέλος της φράσης ως εξής - «..., ενώ για τον ενάγοντα εκκρεμούν αστυνομικές ανακρίσεις και/ή έρευνες και/ή υποθέσεις και/ή έχει συλληφθεί προσφάτως από την αστυνομία για διερεύνηση υποθέσεων ναρκωτικών.» Ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων, ο οποίος δύναται κάλλιστα να αποδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τίθεται στην Υπεράσπιση ως απάντηση στους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης ότι ο ενάγοντας «....είναι ευυπόληπτος, νομοταγής, ακεραίου χαρακτήρα, εντιμότατος και ότι χαίρει καλής φήμης και εκτίμησης». Οι Εναγόμενοι καταθέτουν τους ειλικρινείς ισχυρισμούς τους και αμφισβητούν καθαρά και ρητά την επιχειρούμενη «αγιοποίηση» του ενάγοντος, εφόσον ως ισχυρίζονται ήταν αυτός που τους προκάλεσε και εξύβρισε. (β) Στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης, 8Π γραμμή μέχρι το τέλος αυτής-«... και στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητο του με κατεύθυνση τον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το περιστατικό. Ο εναγόμενος 1 κατήγγειλε αμέσως στις αστυνομικές αρχές το περιστατικό επίθεσης και/ή πρόκλησης και/ή βίας που προήλθε από τον ενάγοντα.» Και πάλι ο ισχυρισμός αυτός είναι απολύτως σχετικός με την όλη υπόθεση και τυχόν απόδειξη του θα επηρεάσει και την όλη έκβαση της υπόθεσης, εφόσον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται - γεγονός που ο ενάγων δεν αμφισβητεί στα δικόγραφα του- ότι ο ενάγων δεν κατήγγειλε οποιοδήποτε περιστατικό βίας ή τραυματισμού στις αστυνομικές αρχές. (γ) Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης από την γραμμή 8 μέχρι το τέλος της παραγράφου, ήτοι -«.. Εξάλλου ο ενάγων κατόπιν του εν λόγω περιστατικού δεν αποτάθηκε και/ή δεν κατήγγειλε οτιδήποτε στις Αστυνομικές Αρχές, σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1, ο οποίος εξαρχής κατήγγειλε την επίθεση που δέχτηκε από τον ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Ως εκ τούτου οι εναγόμενοι καλούν τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.» Δεν υπάρχει ουδένας λόγος να διαγραφεί η παρούσα παράγραφος, ούτε υπάρχει οτιδήποτε άσχετο ή προσβλητικό ή σκανδαλώδες σε αυτήν. Το εδάφιο αυτό αποτελεί απάντηση και/ή αντίκρουση σε ισχυρισμούς του Ενάγοντα. (δ) Στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, από την 5η γραμμή μέχρι το τέλος της παραγράφου, της οποίας ο εναγών αιτείται την διαγραφή, το μέρος αυτό της Υπεράσπισης αποτελεί την απάντηση του Εναγόμενου 1 σε όσα ισχυρίζεται ο ενάγων στις παραγράφους 12 έως και 18 της έκθεσης απαίτησης του. Σε αυτές τις παραγράφους ο ενάγων επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και κατηγορεί τον εναγόμενο 1, μεταξύ άλλων, για απρόκλητη, άτολμη και βάναυση επίθεση, για αχαριστία, αγνωμοσύνη και κακοποίηση. Επίσης ο ενάγων αναφέρει μια σειρά ισχυριζόμενων ευεργεσιών προς τον εναγόμενο 1, όπως π.χ. η αγορά αυτοκινήτου. Ο Εναγόμενος 1 στην εν λόγω παράγραφο της Υπεράσπισης του επιχειρεί να θέσει το θέμα στην σωστή του βάση και απαντά στον ενάγοντα ως προς τα γεγονότα που αυτός ισχυρίζεται. 10) Προφανώς ο Αιτητής ενοχλείται, μεταξύ άλλων από την περιγραφή της ουσιώδους συμπεριφοράς και των γεγονότων που οι Καθ'ων η Αίτηση ισχυρίζονται, γεγονότα και συμπεριφορά άμεσα συνυφασμένα με την υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση και συνδεδεμένα με τις αξιώσεις του Αιτητή. 11) Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αιτούνται την απόρριψη της υπό εξέταση Αίτησης, με τα έξοδα της διαδικασίας να επιδικαστούν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Νομική πτυχή Αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.30. Από 1/1/2016 εφαρμόζεται στην Πολιτική Δικονομία της Κύπρου η τροποποιημένη Δ.30 ανεξαρτήτως κλίμακας της αγωγής. Αναφορικά με το υπό κρίση αίτημα, θεωρώ κατάλληλο να λάβω υπόψη μου όσα προβλέπονται στην Δ.30, θ.1 (α)(β), θ.3, θ.4, θ.9 τα οποία και παραθέτω πιο κάτω. 1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. 3. (α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου 25: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων, ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση. (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής: Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα. 4. Τηρουμένων των προνοιών του Κανονισμού 3 ανωτέρω, το Δικαστήριο καθορίζει ταυτόχρονα με την έκδοση των οδηγιών ή των διαταγμάτων, το χρόνο εντός του οποίου ο κάθε διάδικος θα συμμορφωθεί με τις οδηγίες ή τα διατάγματα που θα εκδώσει επί των θεμάτων που καθορίζονται στο Παράρτημα, ορίζει δε αμέσως την υπόθεση για έκδοση οδηγιών ως προς τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο. 9. Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) την εκδίκαση της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό (β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων (γ) τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων (δ) τη διαχείριση της υπόθεσης κατ' αναλογία προς: (
  2. i)το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς (
  3. ii)τη σπουδαιότητα της (iii) το περίπλοκο των εγειρόμενων θεμάτων, πραγματικών ή νομικών. Το τυποποιημένο Παράρτημα Τύπος 25 περιέχει Πίνακα όπου οι διάδικοι προσδιορίζουν τα αιτήματα επί των οποίων ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει ανάλογες οδηγίες. Τα σημεία 1 έως 9 του εν λόγω Παραρτήματος αναφέρονται σε αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες (βλ. Δ.19, θ.6), αποκάλυψη και επιθεώρηση (βλ. Δ.28), παραδοχές (βλ. Δ.24), συνένωση (βλ. Δ.14), ασφάλεια εξόδων (βλ. Δ.60), ανταλλαγή εγγράφων (βλ. Δ.33, 38), διαιτησία (βλ. Δ.49), έξοδα (βλ. Δ.59). Το σημείο 10 είναι αυτό που αναφέρει στο Παράρτημα «10. Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω». Είναι προφανές ότι για να εισαχθεί εξ αρχής το σημείο 10 στο παράρτημα, ο συντάκτης της Δ.30 είχε στόχο να μην καθορίζει εξαντλητικά τα ζητήματα για τα οποία θα είχε δικαίωμα ένας διάδικος να ζητήσει από το Δικαστήριο οδηγίες. Εκείνο, όμως, που προβλέφθηκε με την επιφύλαξη της Δ.30, θ.3 (β), είναι ότι, αν ο διάδικος παρέλειπε να συμπληρώσει στο Παράρτημα τα όποια αιτήματα του για οδηγίες, δεν θα είχε στη συνέχεια δικαίωμα να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που δεν προσδιοριζόταν στο Παράρτημα. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση μου το ότι αίτημα που εδράζεται στη Δ.19, θ.26, δεν συγκαταλέγεται σε αυτά που ρητά κατονομάζονται στο τυποποιημένο Παράρτημα ή και στις διαταγές που απαριθμούνται στη Δ.30, θ.3(β), δεν αποκλείει άνευ ετέρου τη δυνατότητα ενός διάδικου να εγείρει «άλλο αίτημα», στηριζόμενος σε αυτή. Κρίνω πως, σε περίπτωση που εγερθεί τέτοιο άλλο ζήτημα, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να ακούσει αμφότερους τους διαδίκους ως προβλέπεται στην επιφύλαξη της Δ.30, θ.3(α) και να εκδώσει οδηγίες δυνάμει της Δ.30, θ. 4, νοουμένου ότι κρίνει τούτο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα κριτήρια που απαριθμούνται στην πιο πάνω παρατεθείσα Δ.30, θ.9. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι αιτήματα για οδηγίες που παραδοσιακά υποβάλλονταν με δια κλήσεως αιτήσεις πριν την θεσμοθέτηση της νέας Δ.30, φαίνεται ότι πλέον, και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της Δ.48, δεν απαιτείται, εφόσον καλύπτονται από το παράρτημα, να συνοδεύονται με ξεχωριστή γραπτή αίτηση ή και ένορκη δήλωση, εκτός αν το Δικαστήριο ασφαλώς το διατάξει. Με το πιο πάνω σκεπτικό καταλήγω να κρίνω ότι δεν ευσταθεί ο λόγος ένστασης αρ. 1 περί του ότι δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή του αιτήματος διαγραφής, ισχυρισμών από την Έκθεση Υπεράσπισης, εφόσον ο Ενάγων εξ αρχής σημείωσε στο Παράρτημα Τύπος 25, σημείο 10, το αίτημα του για οδηγίες του Δικαστηρίου βάσει της Δ.19, θ. 26, και ακολούθησε τις οδηγίες του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), για εξειδίκευση του αιτήματος του με Συμπληρωματικό Παράρτημα («επιπλέον φύλλο» βλέπε πρακτικό ημερομηνίας 9/4/2019 στο φάκελο του Δικαστηρίου), οι οποίες οδηγίες δόθηκαν στην παρουσία του συνηγόρου των Εναγομένων, χωρίς να εγερθεί σε εκείνο το στάδιο οποιαδήποτε ένσταση από τους Εναγομένους για την διαδικασία που διέταξε το Δικαστήριο. Άλλωστε, εφαρμόζοντας τα κριτήρια της Δ.30, θ.9, κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε στο παρόν στάδιο το κριτήριο (γ) της διάσωσης ή μετριασμού των εξόδων ή και (α) της εκδίκασης της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό ή και (δ) της διαχείρισης της υπόθεσης κατ΄ αναλογία προς το πόσο περίπλοκα είναι τα εγειρόμενα θέματα, το να διατάξω τον Ενάγοντα να καταχωρήσει άλλη γραπτή δια κλήσεως αίτηση δυνάμει της Δ.19, θ.26, προκειμένου αυτή να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Επί της ουσίας του αιτήματος που εδράζεται στην Δ.19, θ.26, προχωρώ να διατυπώσω την δικαστική μου κρίση αφού παραθέσω το κείμενο αυτής. Αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.19, θ. 26. Η Δ.19 θ.26 ορίζει ότι: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σύμφωνα με τη Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (σχετική είναι η υπόθεση Mavromoustaki ν. Veroudis

(1965)1 CLR, 176, 184). Στο Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Δ.19 θ.27, και στην υπόθεση Knowles ν. Roberts 38 Ch.D.270, αναφέρεται ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δε θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφά τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας։ "....... the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law;...." Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί διαγραφή, (σχετική είναι η υπόθεση Vector Onega A.G. V. του πλοίου M/V Girras
(2000)1 (Α) ΑΑΔ. 16)։ "Με όλα αυτά υπόψη υιοθετούμε βασικά τις σκέψεις και τους λόγους του πρωτόδικου δικαστή για απόρριψη του αιτήματος. Πράγματι, το δικόγραφο περιττολογεί σε ορισμένα σημεία. Πλατειασμός όμως που δεν οδηγεί σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Το δικόγραφο, παρόλο που είναι μακρό, φαίνεται να εκθέτει γεγονότα που διαπλέκονται με το φάσμα των απαιτήσεων της ενάγουσας. Για παράδειγμα, η αξίωση της που αφορά τη δαπάνη επισκευής, που εμφανίζεται και ως αυτοτελής, δεν μπορεί να αφήσει έξω από την εικόνα το φάσμα των σχέσεων των διαδίκων μεταξύ τους καθώς και με την αλλοδαπή εταιρεία και τη νέα οντότητα. Ούτε μπορεί σε αυτό το στάδιο να αποκλεισθεί η ενάγουσα να θέσει την εκδοχή της αναφορικά με το αποτέλεσμα των συμφωνιών.". Στην υπόθεση Christie V. Christie L.R. 8 Ch. 503, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες, κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Wellington V. Loring 6 Q.B.D. 196, αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δε θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mavor of London V. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρεται με καθαρότητα στη σελ. 147 στο Σύγγραμμα των Bullen & Leake, "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 44։ "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή, χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Από την άλλη, η διαγραφή ενός ολόκληρου δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όπου αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd.
(1991)1 C.L.R. 246). Όπως διασφαλίζεται από τη Δ.19, θ.4, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το τι είναι αναγκαίο εξαρτάται από τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης, και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, η λέξη «material» («ουσιώδες») σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim». Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 11η έκδοση, σελ. 144, «embarrassing» σημαίνει ο ισχυρισμός να είναι τόσο άσχετος με το επίδικο θέμα, που η παραμονή του στο δικόγραφο θα προκαλούσε αχρείαστα έξοδα και θα επηρέαζε τη δίκη περιπλέκοντας τους διαδίκους σε μια διαφορά και μια διαφωνία που είναι εντελώς έξω από τα αυστηρά επίδικα θέματα. Στη παρούσα υπόθεση κρίνω ότι το αίτημα για διαγραφή στηρίζεται στην Δ.19, θ. 26, που ως προκύπτει από τα ανωτέρω είναι η κατάλληλη νομική βάση, για αυτό και απορρίπτω τον λόγο ένστασης αρ.
  1. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 3, εύλογα ο συνήγορος των Εναγομένων επισήμανε ότι στο ίδιο το Συμπληρωματικό Παράρτημα ημερομηνίας 18/4/2019 ο συνήγορος του Ενάγοντος δεν αιτιολογούσε το αίτημα για διαγραφή, παρά μόνο προσδιόριζε τα μέρη της Έκθεσης Υπεράσπισης που ζητούσε να διαγραφούν. Τους λόγους έρχεται για πρώτη φορά να τους επεξηγήσει στην γραπτή του αγόρευση, στις σελ. 4 και
  2. Παρά ταύτα, δεν θεωρώ ότι τούτο δύναται να αποτελέσει πραγματικό λόγο απόρριψης του αιτήματος του για διαγραφή, λαμβάνοντας υπόψη ότι όπως είχε σχεδιαστεί η νέα Δ.30, θ.3(α), επιφύλαξη, οποιοδήποτε αίτημα για οδηγίες είναι δυνατό να εγείρεται ακόμη και προφορικά και το Δικαστήριο να εκδίδει συνοπτική προς τούτο απόφαση. Το ότι στην παρούσα υπόθεση δόθηκαν οδηγίες να ετοιμαστούν γραπτές αγορεύσεις για εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο αιτητής μπορούσε κανονικά να αγορεύσει αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου για να δώσει εκείνες τις εξηγήσεις που ο ίδιος θα έκρινε αναγκαίες αναφορικά με το αίτημα του. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι, δια μέσω του συνηγόρου τους, δικογραφώντας το λόγο ένστασης 9, δείχνουν ότι δεν εμποδίστηκαν από το να εξηγήσουν για ποιους λόγους οι ίδιοι θεωρούν σχετικό και αναγκαίο ολόκληρο το κείμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης τους όπως αρχικά το καταχώρησαν. Δεν ζητήθηκε από τον κ. Σαββίδη οποιοσδήποτε χρόνος μετά την παράδοση της γραπτής αγόρευσης του Ενάγοντα προκειμένου να προσθέσει οτιδήποτε άλλο στα δικά του γραφόμενα. Παραθέτω πιο κάτω τους λόγους που δίδει ο συνήγορος του Ενάγοντα για την διαγραφή (βλ. σελ. 4 και 5 της γραπτής του αγόρευσης): «To I.α.: Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εναντίον του Ενάγοντα εκκρεμούν αστυνομικές ανακρίσεις και/ή έρευνες και/ή υποθέσεις και/ή ότι έχει συλληφθεί προσφάτως από την Αστυνομία για διερεύνηση υποθέσεων ναρκωτικών. Ακόμη και αν αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων είναι αληθής, αυτό δίδει το δικαίωμα στους Εναγόμενους να επιτίθενται και να ξυλοφορτώνουν ένα πρόσωπο το οποίο σε κάποια περίοδο της ζωής του υπήρξε ύποπτος για εμπλοκή σε κάποιο αδίκημα; Τούτο συνιστά υπεράσπιση στο αστικό αδίκημα της επίθεσης; Εμφαντικά απαντώ ΟΧΙ. Πρόκειται για άσχετους ισχυρισμούς που σκοπό έχουν να δημιουργήσουν μια προκατάληψη σε βάρος του Ενάγοντα, να καταστήσουν επίδικο ένα άσχετο θέμα, να περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής και να δημιουργήσουν περιττά και αχρείαστα έξοδα. Περαιτέρω ο ισχυρισμός αυτός συνιστά μαρτυρία και ως τέτοιος δεν έχει θέση στα δικόγραφα. To I.β.: Η περιγραφή του τι έκανε ο Εναγόμενος 1 μετά το συμβάν είναι αφενός άσχετο με την επίδικη διαφορά και αφετέρου η δήθεν καταγγελία του Εναγόμενου 1 εναντίον του Ενάγοντα, ότι ο Ενάγοντας του έχει επιτεθεί κ.λ.π. συνιστά μαρτυρία. Η συμπερίληψη μαρτυρίας στα δικόγραφα είναι απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη. Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση στα δικόγραφα. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλέπε Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών ΛΤΔ ανωτέρω με αναφορά στην Merchants' and Manufacturers Insurance Co. V Davies [1938] I.K.B. 196) Αυτά συμπεριλήφθηκαν στην Υπεράσπιση για να δημιουργήσουν μια προκατάληψη σε βάρος του Ενάγοντα, να καταστήσουν επίδικα άσχετα θέματα, να περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής και να δημιουργήσουν περιττά και αχρείαστα έξοδα. To I.γ.։ Τα όσα αναφέρω για το I. β. ισχύουν και εδώ. Το τι έκανε και το πώς συμπεριφέρθηκε ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 1 μετά το επίδικο συμβάν είναι άσχετο, ενώ η επίκληση καταγγελίας ή η παράλειψη υποβολής καταγγελίας στην Αστυνομία συνιστά μαρτυρία και η συμπερίληψη της στα δικόγραφα είναι ανεπίτρεπτη. To I.δ.։ Τα όσα αναφέρονται εδώ συνιστούν συμπεράσματα και/ή επιχειρήματα, τα οποία δεν έχουν θέση στα δικόγραφα. Μπορούν ως τέτοια να αναπτυχθούν στις τελικές αγορεύσεις σε συνάρτηση πάντα με την προσαχθείσα μαρτυρία. Η παραμονή τους στο δικόγραφο της Υπεράσπισης είναι αχρείαστη και απλώς θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής και θα δημιουργήσουν περιττά και αχρείαστα έξοδα. Στα δικόγραφα τίθενται πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί και όχι συμπεράσματα ή έκφραση γνώμης διαδίκου ή επιχειρήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά, το αίτημα του Ενάγοντα πρέπει να επιτύχει και τα πιο πάνω να διαγραφούν ως μη αναγκαία και/ή σκανδαλώδη και/ή που τείνουν να προκαταβάλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής.». Από την άλλη ο συνήγορος των Εναγομένων τοποθετείται στις σελίδες 6 και 7 της αγόρευσης του ως εξής: «Εν όψει των όσων παρατίθενται ως άνω, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η αίτηση του Ενάγοντος είναι καταχρηστική και/ή αβάσιμη για λόγους που θα εξηγήσω κάτωθι:
  3. Ο Ενάγων αιτείται να διαγραφεί το απόσπασμα της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης από την 9η γραμμή της παραγράφου μέχρι το τέλος της φράσης ως εξής - «., ενώ για τον ενάγοντα εκκρεμούν αστυνομικές ανακρίσεις και/ή έρευνες και/ή υποθέσεις και/ή έχει συλληφθεί προσφάτως από την αστυνομία για διερεύνηση υποθέσεων ναρκωτικών.» Ο ισχυρισμός των Εναγομένων αυτός, ο οποίος δύναται κάλλιστα να αποδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τίθεται στην Υπεράσπιση ως απάντηση στους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης ότι ο ενάγοντας «....είναι ευυπόληπτος, νομοταγής, ακεραίου χαρακτήρα, εντιμότατος και ότι χαίρει καλής φήμης και εκτίμησης». Οι Εναγόμενοι καταθέτουν τους ειλικρινείς ισχυρισμούς τους και αμφισβητούν καθαρά και ρητά την επιχειρούμενη «αγιοποίηση» του ενάγοντος, εφόσον ως ισχυρίζονται ήταν αυτός που τους προκάλεσε και εξύβρισε. Επίσης ο ενάγων, εντύπωση προκαλεί, που δεν αιτείται να διαγραφεί και η 7η και 8η γραμμή της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης όπου οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων είναι άτομο αντικοινωνικό και ανέπτυξε παραβατική και παράνομη συμπεριφορά και/ή δραστηριότητα. Ως ευσεβάστως εισηγούμαι, το πιο πάνω απόσπασμα της Υπεράσπισης είναι καθόλα σχετικό και κρίσιμο για την έκβαση της υπόθεσης, ενώ συνδέεται και με άλλες πτυχές της υπόθεσης, όπου ενώ ο ενάγων προβαίνει σε άσχετους ή ψευδείς ισχυρισμούς εν τούτοις φαίνεται να ενοχλείται όταν οι ισχυρισμοί του απορρίπτονται ρητώς και κατηγορηματικώς από τους Εναγομένους. Ως προσέτι εισηγούμαι, δεν υπάρχει ακριβής ισχυρισμός, από πλευράς ενάγοντα, διά το πώς χαρακτηρίζει τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων ή με ποιο τρόπο και γιατί συγκεκριμένα πρέπει να διαγραφεί το πιο πάνω απόσπασμα και σε τι ακόμα θα εξυπηρετήσει η διαγραφή του.
  4. Τα ίδια, ως εισηγούμαι, ισχύουν και για την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης, 8η γραμμή μέχρι το τέλος αυτής- «... και στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητο του με κατεύθυνση τον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το περιστατικό. Ο εναγόμενος 1 κατήγγειλε αμέσως στις αστυνομικές αρχές το περιστατικό επίθεσης και/ή πρόκλησης και/ή βίας που προήλθε από τον ενάγοντα.» Και πάλι ο ισχυρισμός αυτός είναι απολύτως σχετικός με την όλη υπόθεση και τυχόν απόδειξη του θα επηρεάσει και την όλη έκβαση της υπόθεσης, εφόσον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται - γεγονός που ο ενάγων δεν αμφισβητεί στα δικόγραφα του- ότι ο ενάγων δεν κατήγγειλε οποιοδήποτε περιστατικό βίας ή τραυματισμού στις αστυνομικές αρχές. Οι Εναγόμενοι όμως από την άλλη κατήγγειλαν τον ενάγοντα στις αστυνομικές αρχές. Ως επίσης και πάλι εισηγούμαι, δεν υπάρχει ακριβής ισχυρισμός από πλευράς ενάγοντα διά το πώς χαρακτηρίζει τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων ή με ποιο τρόπο και γιατί συγκεκριμένα πρέπει να διαγραφεί το πιο πάνω απόσπασμα και σε τι θα εξυπηρετήσει η διαγραφή του.
  5. Ο ενάγων αιτείται την διαγραφή της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης από την γραμμή 8 μέχρι το τέλος της παραγράφου, ήτοι -«.. Εξάλλου ο ενάγων κατόπιν του εν λόγω περιστατικού δεν αποτάθηκε και/ή δεν κατήγγειλε οτιδήποτε στις Αστυνομικές Αρχές, σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1, ο οποίος εξαρχής κατήγγειλε την επίθεση που δέχτηκε από τον ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Ως εκ τούτου οι εναγόμενοι καλούν τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.» Για σκοπούς συντομίας επαναλαμβάνω όλα όσα εισηγούμαι αμέσως πιο πάνω στην παράγραφο 2 της Αγόρευσης μου. Δεν υπάρχει ουδένας λόγος να διαγραφεί η παρούσα παράγραφος, ούτε υπάρχει οτιδήποτε άσχετο ή προσβλητικό ή σκανδαλώδες σε αυτήν.
  6. Όσον άφορα την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, από την 5η γραμμή μέχρι το τέλος της παραγράφου, της οποίας ο εναγών αιτείται την διαγραφή, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι το μέρος αυτό της Υπεράσπισης αποτελεί την απάντηση του Εναγόμενου 1 σε όσα ισχυρίζεται ο ενάγων στις παραγράφους 12 έως και 18 της έκθεσης απαίτησης του. Σε αυτές τις παραγράφους ο ενάγων κατηγορεί τον εναγόμενο 1, μεταξύ άλλων, για απρόκλητη, άτολμη και βάναυση επίθεση, για αχαριστία, αγνωμοσύνη και κακοποίηση. Επίσης ο ενάγων αναφέρει μια σειρά ισχυριζόμενων ευεργεσιών προς τον εναγόμενο 1, όπως π.χ. η αγορά αυτοκινήτου. Ο Εναγόμενος 1 στην εν λόγω παράγραφο της Υπεράσπισης του επιχειρεί να θέσει το θέμα στην σωστή του βάση και απαντά στον ενάγοντας ως προς τα γεγονότα που αυτός ισχυρίζεται.». Εκτίμηση Δικαστηρίου Έχω ανατρέξει στην Έκθεση Απαίτησης η οποία είναι ειδικά οπισθογραφημένη επί του Κλητηρίου Εντάλματος και έχω διαπιστώσει ότι ο Ενάγων έχει δικογραφήσει στις παρα. 2 έως 3 αυτής τη σχέση που τον συνδέει με τον Εναγόμενο αρ. 1, ήτοι ότι ο Ενάγων τον υιοθέτησε ως γιο του, ενώ ήταν παιδί από προηγούμενο γάμο της συζύγου του, όπως επίσης έχει δικογραφήσει ο Ενάγων στην παρα. 1 τη δική του φήμη, προσωπικότητα και χαρακτήρα, περιλαμβανομένης και της δικής του πατρικής συμπεριφοράς προς τον Εναγόμενο αρ. 1 (βλ. τις παρα. 14, 15 και 16). Από την άλλη, ο Ενάγων δικογράφησε την επίθεση των Εναγομένων 1 και 2 εναντίον του κατά ή περί την 2.3.2018 (βλ. παρα. 9), χαρακτηρίζοντάς την «εντελώς απρόκλητη» και «αναίτια» (βλ. παρα. 12), «άνευ αποχρώντος και/ή ουσιαστικού λόγου» (βλ. παρα. 13). Με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο, προχωρώ να εξετάσω αν είναι άσχετα και ενοχλητικά τα όσα δικογράφησαν οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης. Κρίνω ότι όσον αφορά την παρα. 2 της Ε/Υ, έχει δίκαιο ο συνήγορος Υπεράσπισης να θεωρεί απόλυτα σχετική προς τη γραμμή Υπεράσπισης, η οποία αρνείται ότι ο Ενάγων είναι εντιμότατος και ευυπόληπτος, την πρόταση ότι ο Ενάγων είναι αντικοινωνικός, ότι ανέπτυξε παράνομες δραστηριότητες και ότι διερευνάται εναντίον του υπόθεση ναρκωτικών. Αφ' ης στιγμής ο ίδιος ο Ενάγων / Αιτητής δικογράφησε τον καλό χαρακτήρα του, και αυτός αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, είναι θεμιτό να επιτραπεί η παρα. 2 στο κείμενο της Ε/Υ ως έχει. Απορρίπτω το αιτητικό «Ι(α)» της αίτησης. Όσον αφορά την παρα. 4 της Έ/Υ, παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι δικογραφούν εκεί τη δική τους εκδοχή γεγονότων, για να αντικρούσουν την εκδοχή του Ενάγοντος περί του ότι έπεσε θύμα απρόκλητης επίθεσης. Απεναντίας, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων τους απέκοψε το δρόμο με το όχημα που οδηγούσε, ότι ανέσυρε μαχαίρι και τραυμάτισε ελαφρώς τον Εναγόμενο 1 και ότι εκείνος αντέδρασε στο πλαίσιο αυτοάμυνας. Όλα αυτά ο συνήγορος του Ενάγοντος δεν ζητεί να διαγραφούν. Ζητεί μόνο να διαγραφεί η τελευταία πρόταση της παρα. 4 της Ε/Υ όπου το μόνο που δικογραφείται είναι ότι ο Εναγόμενος 1 κατήγγειλε αμέσως στις αστυνομικές αρχές το περιστατικό της πρόκλησης και της επίθεσης που προήλθε από τον Ενάγοντα. Καθόλου άσχετον με τα επίδικα ή ενοχλητικό δεν θεωρώ όμως αυτόν τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης, αφού απεναντίας η δικογράφησή του είναι ουσιώδης στο να ελεγχθεί αν αυτή η εκδοχή περί πρόκλησης εκ μέρους του Ενάγοντος είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένη ή αν ήταν εξ αρχής βάσιμη. Ασφαλώς κατά την ακρόαση θα εναπόκειται στην Υπεράσπιση να προσφέρει μαρτυρία για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι όντως είχε γίνει αμέσως η καταγγελία προς την Αστυνομία. Καταλήγω να απορρίπτω το αιτητικό «Ι.β». Όσον αφορά την παρα. 5 της Ε/Υ, για τους λόγους που επέτρεψα να παραμείνει η παρα. 4 της Ε/Υ ως έχει, θα επιτρέψω να παραμείνει και η παρα. 5, αφού η αντίδραση των διαδίκων ευθύς μετά το επίδικο συμβάν και το κατά πόσον πήγε ο ένας ή ο άλλος να καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία, είναι σχετική με τον έλεγχο της αξιοπιστίας και της γνησιότητας των δύο εκδοχών. Απορρίπτω λοιπόν το αιτητικό «Ι.γ». Τέλος, όσον αφορά την παρα. 7 της Ε/Υ, κρίνω πως ούτε και αυτή χωρεί διαγραφής, αφού είναι ουσιώδης ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι η όλη αντίδρασή του προς τον Ενάγοντα δεν αποτελεί «αχαριστία» όπως δικογράφησε ο Ενάγων στην παρα. 16 της Ε/Α του, αλλά αντίθετα οφείλεται στο ότι ο Εναγόμενος 1 δεν δέχθηκε το ότι, κατ' ισχυρισμόν, ο Ενάγων κακοποιούσε τη ψυχολογικά και/ή σωματικά τη μητέρα του Εναγόμενου
  7. Αντιπαραβάλλει ουσιαστικά ο Εναγόμενος 1 μία δική του εκδοχή προς εκείνην που δικογράφησε ο Εναγόμενος
  8. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί στο παρόν στάδιο ενοχλητική ή άσχετη, όσο και αν ο Ενάγων πιστεύει ότι είναι αναληθής. Η αλήθεια των ισχυρισμών θα κριθεί στη βάση της μαρτυρίας που θα προσφερθεί κατά την ακρόασης. Επομένως, απορρίπτω και το αιτητικό «Ι.δ». Το αιτητικό «ΙΙ» απώλεσε το αντικείμενό του, δεδομένης της απόσυρσης της ανταπαίτησης, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω το αίτημα του Ενάγοντος για διαγραφή των πιο πάνω αναλυθέντων τμημάτων της Ε/Υ. Δεδομένου του αποτελέσματος αυτού, ακολουθώντας το γενικό κανόνα, επιδικάζω τα έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 / Καθ' ων και εναντίον του Ενάγοντος / Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.