← Κύπρος

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Έφεση/Αίτηση αρ. 74/2017, 23/12/2019

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Έφεση/Αίτηση αρ. 74/2017, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A610 ΕΠΑΡΧΙΑΚO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση αρ. 74/2017 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, Άρθρα 80, 81 και 85 και Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, εκ Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού 1, 1065 Λευκωσία, Κύπρος Εφεσείουσα/ Αιτήτρια -και-

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εκ Λευκωσίας
  2. Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) υπό εκκαθάριση, διά του Εκκαθαριστή της,
  3. Cyproperties Developments & Constructions Ltd (HE 272442), εκ Θεμιστοκλή Δέρβη 41, 5ος όροφος, Διαμερ. 508, 1066 Λευκωσία
  4. XXXXX Γεωργίου (Α.Δ.Τ. XXXXX6431), εκ Λευκωσίας Εφεσίβλητοι/Καθ'ων η Αίτηση Ημερομηνία: 23.12.2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κ. Μ. Μενελάου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ'ου η αίτηση - Εφεσίβλητο αρ. 1: κα Μ. Τσαγγάρη, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για την Καθ'ης η αίτηση - Εφεσίβλητη αρ. 2: κα Μ. Εφραίμ Για την Καθ'ης η αίτηση - Εφεσίβλητη αρ. 3: καμία εμφάνιση Για Καθ'ου η αίτηση αρ. 4: κα Γ. Ρούσου, για Αριστοφάνης Γεωργίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έφεση/Αίτηση, η ως άνω Εφεσείουσα / Αιτήτρια εφεσιβάλλει την απόφαση και/ή διαταγή και/ή γνωστοποίηση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εφεξής «ο Διευθυντής») και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας, η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 20.1.2017 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 111/2015 και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «Α» (στο εφεξής «η Απόφαση») και αιτούνται:- «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας, η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 20/1/2017 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 111/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας, η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 20/1/2017 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 111/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 4 δυνάμει σύμβασης, ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες ΥXXXXX/2002 και ΥXXX/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Διευθυντή, ταυτόχρονα με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX (με προηγούμενο αρ. εγγραφής Ε1617), τεμ. XXXX, φύλλο 21, σχέδιο 47Ε1, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσίας από τις υποθήκες με αρ. ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004, να προβεί στην μεταφορά των υποθηκών υπ' αρ. ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που έχουν εγγραφεί προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας στο ακίνητο ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης/Καθ'ης η Αίτηση 3 με αρ. τίτλου 2/XXXX, φύλλο/σχέδιο 21-45-W1, XXXX, στον Άγιο Δομέτιο, Λευκωσίας. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο Νόμος Ν.142(Ι)/2014δυνάμει του οποίου προστέθηκε το Μέρος VIA στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965), να κηρύσσεται ως Αντισυνταγματικός. E. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Z. Τα έξοδα της παρούσας Έφεσης/Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. ΦΠΑ XXXXX557Η), πλέον έξοδα επίδοσης.». Η νομική βάση της Έφεσης - Αίτησης παραπέμπει: στα Άρθρα 65Λ, 80, 81 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ως αυτός τροποποιήθηκε με τους νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, στα Άρθρα 2, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» και του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως αυτός τροποποιήθηκε, στα Άρθρα 21, 22, 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, συμπεριλαμβανομένου, χωρίς περιορισμό, στους κανονισμούς 5, 6, 7, 15 και 17, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 33 και 35, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν.39/62, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Εφεσείουσα - Αιτήτρια δικογραφεί 17 λόγους έφεσης ως ακολούθως:
  5. «Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας προέβη στην εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές ως αναλύεται πιο κάτω.
  6. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), (στο εξής «ο Νόμος»), παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25

(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον:
  1. Παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα ως αυτή κρίνει ορθή μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία.
  2. Καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με τις υποθήκες και/ή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση του κ. Στράτη) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση των επίδικων υποθηκών και/ή υποχρεώνοντας την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας.
  3. Ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. 3. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος, καθώς:
  1. Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση.
  2. Περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο
  3. Παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό.
  4. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  5. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού επίσης παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος:
  6. Παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση
  7. Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.
  8. Εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (τις υποθήκες και τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων.
  9. Κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.
  10. Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων.
  11. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ενώ είχε ενώπιον του την ένσταση της Εφεσείουσας η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30/12/2016, αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα και/ή αόριστα και/ή εκτός του πλαισίου του νόμου απέρριψε την ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, παραβλέποντας και/ή αγνοώντας και/ή μη λαμβάνοντας υπόψη του τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα της Εφεσείουσας/Αιτήτριας.
  12. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ενώ είχε ενώπιον του την ένσταση της Εφεσείουσας η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30/12/2016 προχώρησε στην απόρριψη της, χωρίς να δικαιολογήσει και/ή επεξηγήσει επαρκώς και δεόντως την απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος και η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας και/ή δεν γίνεται πλήρης και/ή λεπτομερής αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.
  13. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας πήρε την Απόφαση να προβεί στην απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX τεμ. XXXX, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσία, από τις υποθήκες με αρ. ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ενέκρινε την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή XXXXX Γεωργίου, Καθ'ου η Αίτηση 4, χωρίς να προσμετρήσει όλους τους συναφείς παράγοντες και προβλεπόμενες από τους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) παραμέτρους, όπως, μεταξύ άλλων, το ποσό του υπολοίπου χρέους, τις εκθέσεις εκτίμησης που ετοιμάστηκαν για το σκοπό αυτό, την αξία των εγγεγραμμένων υφιστάμενων εμπράγματων βαρών ή απαγορεύσεων που βαρύνουν το εν λόγω ακίνητο.
  14. [.].
  15. [.].
  16. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη, καθότι δεν έλαβε υπόψη γεγονότα και/ή στοιχεία που όφειλε να λάβει υπόψη και/ή παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας δυνάμει των υποθηκών με αρ. ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 θα έπρεπε να διασφαλισθεί και/ή εξασφαλισθεί και/ή εκτελεσθεί η μεταφορά των υποθηκών με αρ. ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 ως η σχετική δυνατότητα που προνοεί το Άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως αυτός τροποποιήθηκε.
  1. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση ακολουθώντας την νόμιμη και/ή ορθή και/ή δέουσα διαδικασία και/ή πρακτική.
  2. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  3. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και περί των νομικών κριτηρίων που θέτει το Άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) και ο κανονισμός 8 των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) με αποτέλεσμα η Εφεσείουσα/Αιτήτρια να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα και/ή κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστος οφειλέτης εις βάρος των συμφερόντων της ως προς τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μέχρι σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο.
  1. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Εφεσείουσα έχει καταχωρήσει την Αγωγή υπ' αριθμό XXXX/14 εναντίον της Εφεσίβλητης 2 και των εγγυητών της αξιώνοντας μεταξύ άλλων και διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/
  2. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου αφού εναντίον της Εφεσίβλητης 2 έχει εκδοθεί Διάταγμα Εκκαθάρισης ημερομηνίας 22/1/2016 το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 20/1/
  3. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας ελήφθη κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών και/ή κατά παράβαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Έφεση - Αίτηση εκτίθενται στο σώμα αυτής και επιπλέον στηρίζονται με μαρτυρία που περιέχεται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση (στο εξής «Ε/Δ»), ημερομηνίας 16.2.2017, του κ. XXXXX Στράτη εκ Λευκωσίας, την οποία παραθέτω αυτούσια:
  4. Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Στράτης, εκ Λευκωσίας είμαι στην υπηρεσία της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Εφεσείουσας/Αιτήτριας, και είμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρω ότι τα γεγονότα που παραθέτω κατωτέρω τα γνωρίζω από μελέτη του φακέλου που τηρείται στα αρχεία της Εφεσείουσας/Αιτήτριας εν σχέση με την Εφεσίβλητη 2, CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LTD και από ιδία γνώση την οποία κατέχω από προσωπικό χειρισμό του φακέλου της εν λόγω εταιρείας.
  5. Η σχέση μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2 άρχισε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 2002 με την παροχή Πιστωτικών Διευκολύνσεων υπό την μορφή Τρεχούμενου Λογαριασμού και Δανείου Τακτής Προθεσμίας. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, στις 29/10/2002 δόθηκαν στην Εφεσίβλητη 2 περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, το όριο Υπεραναλήψεως του Τρεχούμενου Λογαριασμού αυξήθηκε, μετά από συμφωνία μεταξύ των μερών, στο ποσό των €256.290,21, παραχωρήθηκε Δάνειο Τακτής Προθεσμίας για το ποσό των €2.802.106,36 και διάφορες εγγυητικές επιστολές που θα δίδονταν για σκοπούς έκδοσης τίτλων. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 29/10/2002 στην οποία φαίνονται όλες οι εγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις που θα δίνονταν.
  6. Ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 1, προς εξασφάλιση όλων των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε προς όφελος της Εφεσείουσας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αριθμό ΥXXXXX/2002 ημερομηνίας 31/10/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ. 350.000 πλέον τόκους. Η εν λόγω Υποθήκη αφορούσε το ακίνητο υπ' αρ. Εγγραφής ΕXXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό ΥXXXXX/
  7. Τον Μάρτιο του 2004, η Εφεσείουσα/Αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της Εφεσίβλητης 2 επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή παραχώρησε επιπλέον όριο στον Τρεχούμενο Λογαριασμό Υπεραναλήψεως που αναφέρεται ανωτέρω, εγκρίνοντας στις 8/3/2004 την αύξηση του ορίου από €256.290,21 σε €854.300,
  8. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 8/3/2004 στην οποία φαίνεται η έγκριση της αύξησης του προαναφερόμενου ορίου καθώς και δύο νέων δανείων.
  9. Προς περαιτέρω εξασφάλιση για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3 πιο πάνω, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε επιπλέον εξασφάλιση προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, την Β σειράς Υποθήκη υπ' αριθμό XXXX/2004 για το ποσό των Λ.Κ. 76.000 πλέον 7% κυμαινόμενο τόκο επί του ακινήτου με αρ. Εγγραφής ΕXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό ΥXXXX/
  10. Στις 24/9/2010 στα πλαίσια αναχρηματοδότησης της Εφεσίβλητης 2 και/ή αναπροσαρμογής της συμβατικής της μεταξύ των μερών σχέσης η Εφεσείουσα ενέκρινε την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 24/9/
  11. Ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 5, προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν προς όφελος της Εφεσίβλητης 2, παραχωρήθηκε από την Εφεσίβλητη 3 εγγύηση για το ποσό των €160.000 η οποία θα κάλυπτε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγκρίθηκαν από την Εφεσείουσα στις 24/9/
  12. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6 το Εγγυητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 24/9/2010 με το οποίο η Εφεσίβλητη 3 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης 2 προς την Εφεσείουσα. Οι Υποθήκες ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 θα συνέχιζαν σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η Εφεσίβλητη
  13. Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εφεσίβλητης 2 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως αυτές απορρέαν από τις κατά καιρούς συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσείουσα, και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Εφεσίβλητης 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Εφεσείουσα με επιστολές της ημερομηνίας 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης
  14. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 δέσμη των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 8/3/
  15. Πριν τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων η Εφεσείουσα απέστειλε διάφορες προειδοποιήσεις προς την Εφεσίβλητη 2 με τις οποίες η τελευταία δεν συμμορφώθηκε. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 8 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών.
  16. Ως εκ των ανωτέρω, η Εφεσείουσα καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ' αριθμό XXXXX/2014 αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Εφεσίβλητης 2 καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω Υποθηκών υπ' αριθμούς ΥXXXXX/2002 και ΥXXXXX/
  17. Την 1/7/2016, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας, Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ, ενώ η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση, οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 αποσύρθηκαν και η αγωγή επαναορίστηκε για Οδηγίες με σκοπό να διορίσει νέους δικηγόρους η Εφεσίβλητη
  18. Ως μας ενημέρωσαν οι δικηγόροι μας και πιστεύω, ένας από τους λόγους που οδήγησε τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης 2 στην απόσυρση από την αγωγή XXXX/2014 είναι το γεγονός ότι την 22/1/2016 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αίτησης Εκκαθάρισης υπ' αριθμό XXX/2014 το Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με το οποίο διατάσσεται η εκκαθάριση της Εφεσίβλητης 2 και η περιουσία της Εφεσίβλητης 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 9 το Διάταγμα Εκκαθάρισης της Εφεσίβλητης 2 ημερομηνίας 22/1/
  19. Το εν λόγω Διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ής η Αίτηση 2, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20/1/
  20. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10 την εν λόγω δημοσίευση.
  21. Ενόψει των πιο πάνω, στις 24/8/2016 η Εφεσείουσα καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή XXXX/2014 αλλά και της Έφεσης XXX/16 (της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με την παρούσα). Το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή XXXXX/2014 αλλά και της Έφεσης XXX/16 στις 23/12/2016 το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  22. Εν τω μεταξύ, η Εφεσείουσα έλαβε στις 28/11/2016 ειδοποίηση υποβολής ένστασης δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου ήτοι, ειδοποίηση τύπου «ΙΕ», που έφερε ημερομηνία 23/11/
  23. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας καλούσε την Εφεσείουσα όπως εντός 45 ημερών υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φυλ./Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο XXXX στην Παναγιά επ' ονόματι του XXXXX Γεωργίου (Α.Δ.Τ. XXXXX6431), Εφεσίβλητου 4, ή να προβεί σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχει επί του εν λόγω ακινήτου σε άλλο ακίνητο το οποίο ήθελε υποδείξει προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην εν λόγω ειδοποίηση γίνεται αναφορά στην αίτηση του Εφεσίβλητου 4 για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματι του δυνάμει του ΠΩΕ487/2015, η οποία φέρει αριθμό ΑΕΑ111/
  24. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 12 την ειδοποίηση υποβολής ένστασης Τύπος «ΙΕ» ημερομηνίας 23/11/
  25. Οι υποθήκες οι οποίες δόθηκαν προς όφελος της Εφεσείουσας επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΕXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας είναι προγενέστερες και συγκεκριμένα προηγούνταν όλων των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ 487/
  26. Δηλαδή, όπως προκύπτει και από την έρευνα η οποία επισυνάπτεται πιο κάτω ως Τεκμήριο 14Α, η Εφεσείουσα κατείχε την προνομιούχο πρώτη θέση σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου και επιβαρυμένου ακινήτου.
  27. Ως εκ τούτου και λόγω της πιο πάνω εξέλιξης που ήρθε εις γνώση της Εφεσείουσας, η Εφεσείουσα ασκώντας τα σχετικά της δικαιώματα ως αυτά απορρέουν από το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965), για τα οποία με πληροφορούν οι δικηγόροι μας, στις 30/12/2016 απέστειλε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επιστολή. Δια της επιστολής της, η Εφεσείουσα πρόβαλε την ένσταση της στην υλοποίηση της μεταβίβασης και πρότεινε την μεταφορά του εμπράγματου βάρους, την οποία υποστήριξε με Ένορκη Δήλωσή μου και επισυνημμένα σχετικά τεκμήρια. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 13 την επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30/12/2016 μαζί με την Ένορκη Δήλωση και τα σχετικά τεκμήρια που αναφέρονται ανωτέρω.
  28. Περαιτέρω, παρουσιάζω και καταθέτω ως Τεκμήρια 14Α-14Δ, τα ακόλουθα έγγραφα που συντείνουν στην τεκμηρίωση της θέσης της Εφεσείουσας περί ατεκμηρίωτης και/ή λανθασμένης και/ή αυθαίρετης απόφασης εκ μέρους του Εφεσίβλητου 1: Επίσημο Κτηματολογικό Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 22/6/16 σε σχέση με την υπό μεταβίβαση ενυπόθηκη περιουσία της Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) (Τεκμήριο 14Α). Επίσημο Κτηματολογικό Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 22/6/16 σε σχέση με την ακίνητη περιουσίας της Cyproperties Developments & Constructions Ltd (HE272442) που ζητείται με την παρούσα αίτηση η μεταφορά σε αυτή των προς όφελος της Τράπεζας Υποθηκών ΥXXXXX/02 & ΥXXXXX/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. (Τεκμήριο 14Β). Έκθεση εκτίμησης ημερ. 1/7/16 αναφορικά με το πιο πάνω ακίνητο για το οποίο ζητείται η μεταφορά των Υποθηκών ΥXXXXX/02 & ΥXXXXX/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 14Γ). Ένορκος Δήλωση σε σχέση με το παραμένον οφειλόμενο ποσό χρέους της Cyproperties Constuctions Ltd (HE 76527) δυνάμει των προς όφελος της Εφεσείουσας Υποθηκών ΥXXXXX/02 & ΥXXXX/04 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 14Δ).
  29. Ως με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι της Εφεσείουσας και πιστεύω, έχουν τηρηθεί όλες οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 για την υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση και εν πάση περιπτώσει είχε υποβληθεί στον Διευθυντή προτεινόμενος τρόπος θεραπείας της Εφεσείουσας στην περίπτωση που επιτρεπόταν η εν λόγω παράτυπη μεταβίβαση. Ενδεχόμενη μεταφορά της Υποθήκης σε άλλο ακίνητο, ενδεχομένως να μετρίαζε την έκταση ζημιάς της Εφεσείουσας. Σε κάθε περίπτωση όμως η ζημιά δεν θα θεραπευόταν εξ ολοκλήρου αφού θα χανόταν η σειρά της εξασφάλισης της Εφεσείουσας σε ενδεχόμενη μεταφορά της υποθήκης.
  30. Όμως, η Εφεσείουσα δεν προέβηκε σε αίτηση μεταφοράς των υποθηκών επί άλλου ακινήτου της Εφεσίβλητης αφού εναντίον της εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης (τεκμήριο 9 ανωτέρω) και οποιαδήποτε μεταφορά δεν θα ήταν εφικτή, ως μας είχαν συμβουλεύσει οι Δικηγόροι της Εφεσείουσας.
  31. Προτάθηκε εντούτοις με την ένσταση μας, ενδεχόμενη μεταφορά του ακινήτου επί περιουσίας εγγυητή της Εφεσίβλητης 2, θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επισυμβεί αφού θα μετρίαζε την ζημιά της Εφεσείουσας.
  32. Σε κάθε περίπτωση όμως, ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μας και πιστεύω, η όποια μεταβίβαση και/ή μεταφορά του ακινήτου και/ή της υποθήκης επί του ακινήτου της Εφεσίβλητης 2 θα ήταν παράνομη και/ή κατά παράβαση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 αφού θα ήταν σε σύγκρουση με το άρθρο 220 αυτού, εφόσον η Εφεσίβλητη 2 ήταν υπό το καθεστώς εκκαθάρισης κατά την ημερομηνία υποβολής της Αίτησης μεταβίβασης και/ή κοινοποίησης της απόφασης του Διευθυντή.
  33. Περαιτέρω ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας/Αιτήτριας και πιστεύω, η Τράπεζα ήταν σε συμμόρφωση με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της για προσκόμιση των αναγκαίων στοιχείων και συγκεκριμένα παρείχε στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όλα τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς εξέτασης και τεκμηρίωσης της υποβολής ένστασης στην μεταβίβαση.
  34. Παρά την τήρηση των πιο πάνω αναφερθέντων προνοιών, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέστειλε στην Εφεσείουσα επιστολή ημερομηνίας 20/1/2017, η οποία παραλήφθηκε στις 24/1/2017 και με την οποία ενημέρωνε την Εφεσείουσα ότι η ένσταση της στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/47Ε1, τεμάχιο XXXX στην Παναγιά στην Επαρχία Λευκωσίας δεν γίνεται αποδεχτή προβάλλοντας τους εξής λόγους: (α) Ο πωλητής, ήτοι η Εφεσίβλητη 2, είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, και αποδοχή της αίτησης μεταφοράς του εμπράγματου βάρους σε ακίνητη ιδιοκτησία της Εφεσίβλητης 3 μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που η Εφεσίβλητη 2 δεν είναι ιδιοκτήτρια άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, (β) και εφόσον η Εφεσίβλητη 2 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, ο Διευθυντής δεν μπορεί να δεχθεί αίτημα για μεταφορά των Υποθηκών σε ακίνητη ιδιοκτησία νομικού ή φυσικού προσώπου που έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή.
  35. Ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ήτοι ο Εφεσίβλητος 1, δεν παρείχε άλλη αιτιολογία και δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης για μεταφορά των υποθηκών. Συνεπώς, αφού η Εφεσίβλητη 2 βρίσκεται υπό το καθεστώς εκκαθάρισης και εναντίον της εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης, η Εφεσείουσα δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει τα συμφέροντα της διαφορετικά. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 15 επιστολή που φέρει ημερομηνία 20/1/2016, ημερομηνία που εκλαμβάνουμε ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καθότι δεν συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής. Η ορθή ημερομηνία θα έπρεπε να ήταν 20/01/
  36. Όπως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Εφεσείουσας και πιστεύω, οι πρόνοιες του Μέρους VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965) είναι συγκεκριμένες και περιορίζουν αρκετά τις επιλογές της Εφεσείουσας. Ως αποτέλεσμα, η Εφεσείουσα χρησιμοποίησε το δικαίωμα καταχώρησης Έφεσης στη βάση του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965και του Άρθρου 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου.
  37. Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί ότι σε άλλη υποβολή ένστασης της Εφεσείουσας για την μεταβίβαση ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ 21/47Ε1, Τεμ. XXXX στην Παναγιά στην Επαρχία Λευκωσίας και ταυτόχρονα αίτησης για μεταφορά του εμπράγματου βάρους στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 2/XXXX, Φυλ./Σχ. 21-45-W1, Τεμ. XXXX, όπως ακριβώς επιζητείται και στην παρούσα περίπτωση, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου με την επιστολή του ημερομηνίας 18/7/2016 απέρριψε την εν λόγω ένσταση προβάλλοντας ως μοναδικό λόγο απόρριψης το γεγονός ότι το προαναφερθέν ακίνητο στο οποίο προτείνεται να μεταφερθεί το εμπράγματο βάρος βαρύνεται με άλλη υποθήκη. Παρά ταύτα, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση, το αίτημα της Εφεσείουσας ήταν ακριβώς το ίδιο, ο Διευθυντής επικαλέστηκε άλλους λόγους για απόρριψη της ένστασης στην επιστολή του ημερομηνίας 20/1/
  38. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 16 την επιστολή ημερομηνίας 18/7/
  39. Είναι η θέση μας, σε συνάρτηση με την σχετική συμβουλή των δικηγόρων της Εφεσείουσας, ότι η εν λόγω προσέγγιση του Εφεσίβλητου 1 για απόρριψη της ένστασης είναι λανθασμένη, αυθαίρετη, και εκτός του πλαισίου της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Η θέση αυτή κυρίως εδράζεται, μεταξύ άλλων λόγων στους οποίους προαναφέρθηκα, στα ακόλουθα δεδομένα: (α) Τα ποσά των πιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται από τις υποθήκες ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 και αφορούν το επίδικο ακίνητο δεν έχουν αποπληρωθεί, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 14Δ, και συνεπώς οι εν λόγω υποθήκες συνεχίζουν να υφίστανται και να βαρύνουν το ακίνητο, για το οποίο εκκρεμεί η αίτηση του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 4 για μεταβίβαση επ' ονόματί του. (β) Περαιτέρω, και σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει συνοχή στην τακτική που ακολουθεί το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και στους λόγους για τους οποίους απορρίπτονται οι ενστάσεις και τα αιτήματα της Εφεσείουσας με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη, αυθαίρετη και αθεμελίωτη καταπάτηση των δικαιωμάτων της Εφεσείουσας. [.] (γ) Εν πάση περιπτώσει, η Εφεσείουσα καταχώρησε Ενδιάμεση Αίτηση στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης/Έφεσης υπ' αριθμόν XXX/16 με την οποία άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 18/7/2016, αιτούμενη την έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων που να εμποδίζουν και/ή απαγορεύουν στον Εφεσίβλητο/Καθ'ου η Αίτηση 1 να μεταβιβάσει και/ή να επιτρέψει με οποιοδήποτε τρόπο την μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 0/XXXXX στον Εφεσίβλητο/Καθ'ου η Αίτηση
  40. Το Δικαστήριο εξέδωσε το αιτούμενο Διάταγμα στις 16/8/
  41. [.] Σημειώνεται ότι η Εναρκτήρια Αίτηση αρ. XXX/16 δεν έχει εκδικασθεί ακόμα.
  42. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η ειδοποίηση δια της οποίας ο Εφεσίβλητος 1 γνωστοποιεί την απόφαση του στην Εφεσείουσα/Αιτήτρια είναι άνευ έννομου αποτελέσματος, άκυρη και/ή παράνομη καθότι στάλθηκε στη βάση προνοιών του νέου Τροποποιητικού Νόμου 10/2015 (Ν. 139/2015)ο οποίος τροποποιεί τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι 2015 οι οποίες είναι αντισυνταγματικές καθώς περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  43. [.].
  44. [.]
  45. [.]
  46. [.]
  47. [.] Είναι θεωρώ εύλογο να θεωρήσουμε ότι η Εφεσείουσα δεν θα προέβαινε στην σύναψη των συμφωνιών για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων εν τη απουσία των επίδικων υποθηκών. Με την ενδεχόμενη απαλλαγή του ακινήτου και μη μεταφορά των υποθηκών σε άλλο ακίνητο, καταρρίπτεται η ουσία της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης και η απόλαυση των Συνταγματικών δικαιωμάτων από πλευράς της Εφεσείουσας κλονίζεται. Εν πάση περιπτώσει, κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα κατά την κατάρτιση των Tεκμηρίων 1, 3 και 5 και των σχετικών συμβάσεων που απορρέουν από την εν λόγω έγκριση, οι παρούσες νομοθετικές ρυθμίσεις ως αυτές απορρέουν από το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965) δεν ήταν σε ισχύ και ως εκ τούτου, η Εφεσείουσα δεν ήταν σε θέση αλλά ούτε και μπορούσε να προβλέψει τους κίνδυνους απώλειας μέρους των εξασφαλίσεων ούτως ώστε να προβεί στη λήψη των δεουσών ασφαλιστικών δικλείδων.
  48. [.] Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου έσφαλλε με την απόρριψη της ένστασης της Εφεσείουσας και κατ' επέκταση έσφαλλε μη αποδίδοντας μερική ικανοποίηση και/ή μετριασμό της ζημιάς της Εφεσείουσας μεταφέροντας τις υποθήκες στο ακίνητο που υποδείχθηκε. Η απόφαση του αυτή, και ειδικότερα η αιτιολόγηση για την λήψη της απόφασης, ότι δηλαδή απέρριψε την όποια μεταφορά επειδή ο πωλητής, ήτοι η Εφεσίβλητη 2, είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας και μόνο στην περίπτωση που ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας ο Διευθυντής μπορεί να αποδεχθεί αίτηση μεταφοράς εμπράγματου βάρους, ενδέχεται να προκαλέσει ακόμα περισσότερη ζημιά στην Εφεσείουσα. Ο λόγος είναι απλός. Ως φαίνεται και από την έκθεση εκτίμησης, επί του ενυπόθηκου ακινήτου, ήτοι του ακινήτου με αρ. Εγγραφής ΕXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXX, στην Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας έχει εγερθεί πολυκατοικία με 16 διαμερίσματα. Είναι εις γνώση της Εφεσείουσας ότι τα πλείστα από τα διαμερίσματα έχουν πωληθεί χωρίς η Εφεσείουσα να έχει λάβει ολόκληρο το προϊόν της πώλησης για να κατατεθεί έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού της Εφεσίβλητης
  49. Συνεπώς, εάν και οι υπόλοιποι αγοραστές, οι οποίοι έχουν καταχωρήσει τα αντίστοιχα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο, προβούν σε αίτηση μεταβίβασης δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου 9/1965, η Εφεσείουσα μένει με δεμένα τα χέρια για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η Εφεσείουσα δεν μπορεί να αιτηθεί την μεταφορά των υποθηκών της επί άλλου ακινήτου της Εφεσίβλητης 2 λόγω της ύπαρξης του Διατάγματος Εκκαθάρισης, (β) Επιπρόσθετα, η Εφεσείουσα δεν μπορεί να αιτηθεί την μεταφορά των υποθηκών της σε ακίνητη ιδιοκτησία φυσικού προσώπου που έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης 1 καθώς ο XXXXX Κωσταππής, ο οποίος είναι εγγυητής ως φαίνεται από τα Τεκμηρίων 1, 3 και 5, είχε κηρυχθεί σε πτώχευση στις 19/5/2016 και αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 11/12/
  50. Επισυνάπτεται σχετική έρευνα από το αρχείο πτωχευσάντων ως Τεκμήριο
  51. Ως ξεκάθαρα προκύπτει από τα ανωτέρω, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος, η εξασφάλιση που κατέχει η Εφεσείουσα να εκλείψει και/ή να έχει μηδαμινή αξία.
  52. Για να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε τη ζημιά την οποία ενδέχεται να υποστεί η Εφεσείουσα με την τυχόν απαλλαγή του διαμερίσματος που αγόρασε ο XXXXX Γεωργίου, Εφεσίβλητος 4, από την Εφεσίβλητη 2 ανατρέξαμε σε έκθεση εκτίμησης την οποία είχαμε ζητήσει από την εταιρεία Φιλοκτηματική Δημόσια Λτδ για σκοπούς επανεκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου μετά και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας όσο αφορά τα διαμερίσματα που εγέρθηκαν επί του ενυπόθηκου ακινήτου. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 18 την Έκθεση Εκτίμησης Ακίνητης Περιουσίας της Φιλοκτηματικής Δημόσια Λτδ ημερομηνίας 18/11/2016 μετά του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος XXX.
  53. Από το Τεκμήριο 18 ανωτέρω προκύπτει ότι η εκτιμημένη αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κατά ή περί την 18/11/2016 ανέρχετο στο ποσό των €1.613.
  54. Σημειώνεται ότι ο Εφεσίβλητος 4 αγόρασε από την Εφεσίβλητη 2 το διαμέρισμα XXX το οποίο φέρει αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φυλ./Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο XXXX, Ενορία Παναγιά, Λευκωσία. Ως φαίνεται από το Τεκμήριο 18, και συγκεκριμένα στη σελίδα 12 αυτού, η αγοραία αξία του διαμερίσματος XXX ανέρχετο στο ποσό των €68.
  55. Στην περίπτωση που η εφεσιβληθείσα απόφαση του Εφεσίβλητου 1 δεν ακυρωθεί, τότε το ενυπόθηκο ακίνητο, στην έκταση που αφορά το Διαμέρισμα XXX, θα απαλλαγεί από τις υποθήκες της Εφεσείουσας και η Εφεσείουσα θα υποστεί το μέγιστο της ζημιάς που θα μπορούσε να υποστεί υπό τις περιστάσεις, ήτοι για το ποσό των €68.
  56. Η εν λόγω ζημία δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί με οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία αφού θα επέλθει απαλλαγή του ακινήτου από τις υποθήκες και δεν θα γίνει η όποια μεταφορά των υποθηκών επί άλλου ακινήτου. Σε αυτή την περίπτωση η Εφεσείουσα θα χάσει σημαντικό μέρος της εξασφάλισης που κατέχει επί των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε στην Εφεσίβλητη 2 και οι οποίες συνεχίζουν να φέρουν τα χρεωστικά υπόλοιπα που απεικονίζονται στο Τεκμήριο 14Δ.
  57. Εκτός από την προαναφερθείσα στην παράγραφο 25 Αίτηση/Έφεση υπ' αριθμό XXX/16 η οποία καταχωρήθηκε εν σχέση με την απόφαση του Εφεσίβλητου 1 ημερομηνίας 18/7/2016, ακολούθησαν και άλλες σχετικές αποφάσεις του Εφεσίβλητου 1 οι οποίες επηρεάζουν το αντικείμενο των επίδικων υποθηκών. Συγκεκριμένα, ο Εφεσίβλητος 1 στις εξέδωσε πανομοιότυπες με την παρούσα εφεσιβληθείσα απόφαση οι οποίες δόθηκαν την 20/1/2017 και αφορούσαν τα ΠΩΕ486/15 και ΠΩΕ485/
  58. Εάν αναμένεται ότι όλες οι αιτήσεις που θα καταχωρηθούν από τους αγοραστές των διαμερισμάτων που εγέρθηκαν επί του επίδικου ακινήτου, θα τύχουν της ίδιας αντιμετώπισης, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα οι υποθήκες ΥXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 να χάσουν εντελώς την αξία τους και η Εφεσείουσα θα αποστερηθεί όλων των νόμιμων συμβατικών της δικαιωμάτων.
  59. Άρα, είναι η θέση μου ότι ενδεχόμενη απόρριψη της παρούσας έφεσης δεν θα επιφέρει ζημιά στην Εφεσείουσα μόνο εν σχέση με το ποσό της αξίας του Διαμερίσματος XXX του Εφεσίβλητου
  60. Η ζημιά της Εφεσείουσας θα επεκταθεί στο σύνολο της αξίας των διαμερισμάτων τα οποία πωλήθηκαν από την Εφεσίβλητη 2 και για τα οποία, ως προανάφερα, η Ενάγουσα δεν έλαβε ολόκληρο το προϊόν της πώλησης τους. [.] Στις 10/1/2017 οι κ.κ. Φιλοκτηματική Δημόσια Λτδ μας απέστειλαν επιστολή με την οποία αναθεώρησαν την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου και την περιόρισαν στην αξία των διαμερισμάτων τα οποία δεν έχουν πωληθεί, ήτοι στο ποσό των €209.
  61. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 19 την επιστολή ημερομηνίας 10/1/2017 της Φιλοκτηματικής Δημόσιας Λτδ.
  62. Ως εκ των ανωτέρω, είναι έκδηλο, ότι ενδεχόμενη μεταβίβαση όλων των διαμερισμάτων για τα οποία υπάρχουν κατατεθειμένα Πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο θα επιφέρει στην Εφεσείουσα ζημιά ίση με την αξία του κάθε διαμερίσματος το οποίο θα απαλλάσσεται από την υποθήκη, ήτοι για το συνολικό ποσό των €1.404.
  63. [.].
  64. Σε συνάρτηση με τους πιο πάνω λόγους, πιστεύω ότι η ύπαρξη άλλης ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της Εφεσίβλητης 2 δεν είναι κριτήριο το οποίο μπορούσε από μόνο του να οδηγήσει σε απόρριψη της ένστασης στην οποία είχε προβεί η Εφεσείουσα, χωρίς να υπάρξει οποιοσδήποτε μετριασμός της ενδεχόμενης ζημιάς της Εφεσείουσας.
  65. [.].». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΜΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥΣ - ΚΑΘ' ΩΝ ΑΡ. 2 ΚΑΙ
  66. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 28.7.2017, η συνήγορος που εμφανίστηκε για την Εφεσίβλητη αρ. 2, κα Εφραίμ, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν θα καταχωρίσουν ένσταση στην Αίτηση - Έφεση. Από την άλλη, ουδεμία εμφάνιση καταχωρήθηκε για την Εφεσίβλητη αρ. 3 και συνεπακόλουθα ουδεμία ένσταση υφίσταται. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΚΑΘ'ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1 Ο Καθ'ου η αίτηση - Εφεσίβλητος αρ. 1 καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Έφεση - Αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (9/1965), όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 29, 44ΙΗ - 44ΚΖ και 51, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 80-81, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση), Κανονισμούς του 1956 άρθρα 5
(1)και 7, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 30, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρο 220, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 33 και 35, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62, επί των αρχών τις επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και τη σχετική επί του θέματος Νομολογίας. Δικογραφούνται οι εξής λόγοι έφεσης: «Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη. Δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 111/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης. Η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση 1 λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά - σύμφωνα με το Νόμο και/ή Κανονισμό- γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης Ο Καθ' ου η αίτηση 1 ακολούθησε την ορθή κατά το Νόμο διαδικασία και ενήργησε εντός του πλαισίου των εξουσιών που του παρέχονται από τον ως άνω Νόμο και/ή Κανονισμούς. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η αίτηση 1 συντάχθηκε κατά τον οριζόμενο από το Νόμο τύπο, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της αιτούσας. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
  1. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας / εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας / εφεσείουσας. Οι υποθήκες με αριθμούς ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004 συνάφθηκαν για τα ποσά των Λ.Κ. 350.000 και Λ.Κ. 76.000 πλέον τόκους και εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος των ποσών αυτών και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Οι διατάξεις των άρθρων 44 ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των διατάξεων των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου.» Tα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ιωάννου, ημερ. 25.9.
  2. Συνοψίζω τα λεγόμενά της ως εξής։ Η κα Ιωάννου εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Κτηματολογικός Γραφέας. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κατόπιν μελέτης των σχετικών φακέλων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για όσα απαιτείται νομική γνώση, έχει συμβουλευτεί τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην ένσταση που ετοιμάστηκε εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση 1/ εφεσίβλητου
  3. Η κα Ιωάννου έχει διαβάσει την αίτηση της Εφεσείουσας - Αιτήτριας και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτήν. Η εκδοχή γεγονότων που η κα Ιωάννου υποστηρίζει ως ορθή είναι η εξής: (α) O καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητος 4, XXXXX Γεωργίου, (στο εφεξής αναφερόμενος ως «ο αγοραστής»), υπέβαλε στις 10.9.2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ111/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα του το διαμέρισμα επί του τεμαχίου XXXX, τμήμα 5 και αριθμό εγγραφής 0/XXXXX στην ενορία Παναγία, στο Δήμο Λευκωσίας (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ487/2015 (στο εφεξής αναφερόμενο το «πωλητήριο έγγραφο»), σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών) (ο εφεξής αναφερόμενος «Νόμος»). (β) Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 3.8.2015, κατόπιν σχετικού Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 10.10.2003 μεταξύ της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2, κ (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η πωλήτρια») από Λευκωσία και του αγοραστή. Η σύμβαση πώλησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. (γ) Τα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου (Τεκμήριο Β). (δ) Η αίτηση που υποβλήθηκε στις 10.9.2015 από τον αγοραστή (εδώ Καθ'ου αρ. 4) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. (ε) Με την αίτηση του προσκόμισε τις πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Δ.1 -
  4. Προσκόμισε επίσης επιστολή της πωλήτριας εταιρείας για το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, το οποίο κατατέθηκε στο όνομα του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ε.1 -
  5. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Τεκμήριο Ε.2, το οποίο αποτελεί βεβαίωση της πωλήτριας εταιρείας ημερομηνίας 3.5.2007, για το επίδικο διαμέρισμα, αριθμός 303, παρέμενε υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ. 1.500,00 το οποίο θα καταβαλλόταν με την τιτλοποίηση (έκδοση τίτλου). Το ποσό αυτό κατατέθηκε σε λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση 1 σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου (βλ. Τεκμήριο Ε3). (στ) Στη συνέχεια, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κάλεσε τον αγοραστή, με επιστολή του ημερομηνίας 12.10.2016, να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΣΤ. (ζ) Ακολούθως, ο αγοραστής προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας του Δήμου Λευκωσίας καθώς και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας, τα οποία επισυνάπτονται ως Παράρτημα Ζ1-
  6. (η) Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου, στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Η Έκθεση Ακινήτου έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο Β. (θ) Στις 23.11.16 στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) προς την αιτούσα / εφεσείουσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η, για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/
  7. (ι) Η αιτούσα / εφεσείουσα, ως ενυπόθηκη δανειστής υπέβαλε ένσταση και αίτηση μεταφοράς με την επιστολή της ημερομηνίας 30.12.2016, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ. Με την εν λόγω επιστολή, πέρα από την ένσταση στην μεταβίβαση, αιτήθηκε την μεταφορά των αναφερόμενων υποθηκών στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/XXXX, του Δήμου Αγίου Δομετίου, το οποίο είναι εγγεγραμμένο κατά 563/5000 μερίδια στο όνομα της εταιρείας Cyproperties Developments & Constructions Ltd (HE272442), καθ' ης η αίτηση 3, εγγυητή της ακίνητης ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση
  8. (κ) Στις 20.01.2017 ο Διευθυντής Κτηματολογίου προχώρησε σε αποστολή απαντητικής επιστολής σχετικά προς την ένσταση και την αίτηση μεταφοράς της αιτούσας /εφεσείουσας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι και η οποία γνωστοποιήθηκε στην αιτούσα / εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η ένσταση και η αίτηση μεταφοράς εκτίθενται στο εν λόγω Τεκμήριο. (λ) Μετά την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας προσωρινού διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου αναστάληκε. Έκτοτε η υπόθεση παραμερίστηκε ως την εκδίκαση της παρούσας αίτησης/ έφεσης. · Συμφωνεί η κα Ιωάννου με τις παραγράφους 3 και 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Στράτη, ότι οι 2 αναφερόμενες υποθήκες κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους. Λέγει, συναφώς, η κα Ιωάννου ότι, ακόμα κι αν ευσταθεί ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κ. Στράτης (βλ. Τεκμήριο 14Δ), στην παράγραφο 15iv της ένορκής του δήλωσης, ότι δηλαδή η καθ'ης η αίτηση 2 οφείλει στην αιτούσα /εφεσείουσα το ποσό των €1.015.514,29 πλέον τόκους, δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων, αυτό δεν αφορά το Κτηματολόγιο, καθότι το μόνο δικαίωμα της αιτούσας / εφεσείουσας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή είναι αυτό που πηγάζει από τις αναφερόμενες υποθήκες. · Επισημαίνει η κα Ιωάννου ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα δεν αιτήθηκε μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2, παρόλο που αυτή είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Όπως τη συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Διευθυντή Κτηματολογίου, ο Νόμος προνοεί ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αποδέχεται αίτηση μεταφοράς σε άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, σε περίπτωση που ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο λόγος για τον οποίο η αιτούσα επέλεξε να πράξει ως αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 ορθά απέρριψε την αίτηση για μεταφορά καθότι ο Νόμος δεν του έδιδε αυτή τη δυνατότητα. Η κα Ιωάννου απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν παρείχε άλλη αιτιολογία και δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης για μεταφορά των υποθηκών. Όπως συμβουλεύεται από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 1 είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (Τεκμήριο Ι στην παρούσα), ο λόγος για τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση 1 απέρριψε την αίτηση μεταφοράς και είναι ως εξής: «
  9. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ εδάφιο 7 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/1965 ο Διευθυντής αποδέχεται αίτηση μεταφοράς εμπράγματου βάρους σε ακίνητη ιδιοκτησία νομικών ή φυσικών προσώπων που έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας.
  10. Ο πωλητής CYPROPERTIESCONTRUCTIONLTD είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν μπορεί να αποδεχθεί αίτημα για μεταφορά των Υποθηκών σε ακίνητη ιδιοκτησία νομικού ή φυσικού προσώπου που έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή.» · Λέγει η κα Ιωάννου ότι στο Τεκμήριο 15 υπάρχει τυπογραφικό λάθος. Η ορθή ημερομηνίας της επιστολής είναι η 20/1/2017, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο Ι της παρούσας, στο οποίο υπάρχει η χειρόγραφη διόρθωση της χρονολογίας. · Έπειτα είναι η θέση της κας Ιωάννου ότι η ορθότητα ή όχι της αναφερόμενης απόφασης του καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 ημερομηνίας 18.7.2016, θα αποφασιστεί στην αίτηση / έφεση XXX/16 και όχι στην παρούσα διαδικασία. Συνεπώς, απορρίπτει ειδικότερα τους ισχυρισμούς του κ. Στράτη στην παράγραφο 25 (β) και (γ) της ένορκης του δήλωσης. · Σημειώνει η κα Ιωάννου ότι το τεμάχιο XXXX, αποτελείται πλέον από 16 ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο AX 2507/
  11. Σήμερα οι 13 εγγραφές από τις 16, είναι ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 2 και βαρύνονται από τις ΥXXXXX/2002 και ΥXXXX/2004, οι οποίες μεταφέρθηκαν αυτόματα. Με βάση τη Γενική Εκτίμηση που πραγματοποίησε το Κτηματολόγιο το 2013, η αξία της κάθε εγγραφής που αποτελεί το τεμάχιο XXXX παρατίθεται ξεχωριστά πιο κάτω: Α/Α Αριθμός Εγγραφής Αξία Γενικής Εκτίμησης 2013 € 1 0/XXXXX 121.900 2 0/ XXXXX 79.100 3 0/ XXXXX 114.400 4 0/ XXXXX 121.300 5 0/ XXXXX 199.700 6 0/ XXXXX 79.700 7 0/ XXXXX 113.900 8 0/ XXXXX 118.900 9 0/ XXXXX 116.800 10 0/XXXXX 78.100 11 0/ XXXXX 113.300 12 0/ XXXXX 114.400 13 0/ XXXXX 76.400 Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Κ σχετική έρευνα του κτηματολογίου. · Είναι η θέση της κας Ιωάννου ότι με βάση το Τεκμήριο Κ, ακόμα και εάν αφαιρέσει κάποιος την αξία του επίδικου ακινήτου, η περιουσία της Εφεσείουσας - Αιτήτριας δεν μειώνεται κατά ένα μεγάλο ποσό και δεν παραμένει ανεξασφάλιστη, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα. Τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Στράτης στην παράγραφο 32, αναφορικά με τη πιθανότητα όπως όλοι οι άλλοι αγοραστές επί της ίδιας πολυκατοικίας, αιτηθούν τη μεταβίβαση σε αυτούς των υπολειπόμενων διαμερισμάτων, είναι θεωρητικού χαρακτήρα δηλώσεις και δεν μπορούν να αποτελέσουν στερεή βάση για τον ισχυρισμό περί μείωσης της αξίας της περιουσίας της αιτούσας. Δεν διαφωνεί, όμως, η κα Ιωάννου με το περιεχόμενο της παραγράφου 36 της Ε/Δ του κ. Στράτη, ότι ακολούθησαν και άλλες 2 αποφάσεις του καθ' ου η αίτηση 1, οι οποίες αφορούν άλλα διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία. · Όπως τη συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η κα Ιωάννου αναφέρει ότι οι πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα αίτηση - έφεση η συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου. Οι πρόνοιες του νέου νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών δεν απαγορεύουν τη σύναψη συμβάσεων. Οι συμβάσεις Υποθήκευσης που υπογράφτηκαν μεταξύ της αιτούσας/ εφεσείουσας και της καθ' ης η αίτηση 2 παραμένουν σε ισχύ και συνεχίζουν να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, ακόμα και αν μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα των αγοραστών. Θεωρώ, επομένως, ότι δεν πλήττονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών της σύμβασης Υποθήκευσης. Με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτούσας/εφεσείουσας, αλλά παρέχεται και προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης. Αυτό προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 22.6.2015, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο Λ. Εκεί γίνεται αναφορά ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου, επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Υπό το φως των πιο πάνω, η κα Ιωάννου υποστηρίζει ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε ορθά και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τον Νόμο. Λήφθηκε δε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΚΑΘ'ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 4 Ο Καθ'ου η αίτηση - Εφεσίβλητος αρ. 4 καταχώρησε τη δική του Ένσταση στις 6.10.2017, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Γεωργίου. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 άρθρα 21, 29, 30, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.43, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9 και 13 και Δ.55 και του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 139(Ι)/2015 και συγκεκριμένα επί των άρθρων 44ΙΗ - 44 ΚΖ και τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στα άρθρα 50, 61 και 84 του Κεφ.224, στις αρχές της επιείκειας και επί των συμφυών και διακριτικών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης του Καθ'ου αρ. 4 είναι οι ακόλουθοι:
  12. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Αιτήτρια / Εφεσείουσα βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή περιστάσεις.
  13. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη.
  14. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ ή ενοχλητική γιατί η Αιτήτρια / Εφεσείουσα επιζητεί να αποστερήσει από τον Καθ' ου η Αίτηση 4 το Θεμελιώδες Συνταγματικό Δικαίωμα να απολαμβάνει απρόσκοπτη κατοχή χρήση και ιδιοκτησία της περιουσίας του της οποίας είναι δικαιούχος ιδιοκτήτης ως αγοραστής δυνάμει συμβάσεως.
  15. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Αιτήτρια / Εφεσείουσα στηρίζεται σε σύμβαση της με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και η οποία έπρεπε να είχε λήξει και/ή να είχε τερματιστεί από την Αιτήτρια/ Εφεσείουσα πολύ πριν την ψήφιση του τροποποιητικού Νόμου 139(Ι)/
  16. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή πρόωρη γιατί η Αιτήτρια / Εφεσείουσα δεν ακολούθησε τις δέουσες διαδικασίες που προνοούνταν στις συμβάσεις που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και με βάση τις οποίες είχε δανειοδοτήσει την Καθ' ης η Αίτηση 2
  17. Η Αιτήτρια / Εφεσείουσα εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση από την αρχή του estoppels, λόγω του ότι γνώριζε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2, ενώ είχε δεσμεύσει με υποθήκη το επίδικο ακίνητο, ταυτόχρονα προέβαινε σε διαχωρισμό του ακινήτου σε οικόπεδα με πρόθεση να τα πωλήσει. Όταν η Καθ' ης η Αίτηση 2 πωλούσε τα οικόπεδα η Αιτήτρια / Εφεσείουσα το γνώριζε και ποτέ δεν ενήργησε για να μην αποξενωθεί με πώληση από την Καθ' ης η Αίτηση 2 η περιουσία που ήτο δεσμευμένη με υποθήκη.
  18. Η Αιτήτρια / Εφεσείουσα εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση - Έφεση, γιατί ενώ γνώριζε για την πώληση του οικοπέδου στον Καθ' ου η Αίτηση 4, δεν εμπόδισε αυτή την πώληση που έγινε στις 10.10.2003 και ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και φέρει τον αριθμό ΠΩΕ 487/
  19. Η αίτηση είναι καταχρηστική και είναι αντίθετη με προηγηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση με αριθμό XXX/2015, Ε/Δ Λευκωσίας με την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 4, αιτητής σε εκείνη την αίτηση, αξίωνε εγγραφή της συμφωνίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης ημ. 10.10.
  20. Τελικά εξεδόθη διάταγμα στις 30.6.2015 με την οποία το Δικαστήριο διέτασσε την εγγραφή της συμφωνίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ημ.
  21. Η παρούσα Αίτηση προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει δημιουργήσει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. ΧΧΧ/2015 Ε/Δ Λευκωσίας. Η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο στην αίτηση XXX/2015 αποδεικνύει ότι έχουν εγκαταλείψει κάθε δικαίωμα τους και έχουν αποδεχθεί την εγγραφή της σύμβασης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ή εν πάση περιπτώσει δεν έκανα κάτι για να την εμποδίσουν. Οι Αιτητές εμποδίζονται να επιδιώκουν ουσιαστικά ματαίωση και/ή ακύρωση και/ή μη υλοποίηση της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου με την παρούσα Αίτηση.
  22. Όλα τα ποσά εξοφλήθηκαν με την πληρωμή που έγινε από τον καθ' ου η αίτηση
  23. Ο Καθ' ου η Αίτηση 4 ενήργησε καθόλα νόμιμα και συμβατικά και η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται να έχει οιανδήποτε απαίτηση από τον Καθ' ου η Αίτηση
  24. Το σύνολο των ισχυρισμών της Αιτήτριας / Εφεσείουσας αφορούν την σχέση της με την Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία όμως ουδόλως επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση 2, γι' αυτό και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν ουσιαστικά ακύρωση των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην αγορασθείσα ακίνητη περιουσία.
  25. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντίθετα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας και συγκεκριμένα με το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και με τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 και με την Αίτηση πλήττεται ένα κεφαλαιώδες συνταγματικό δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση 4 σε ακίνητη περιουσία την οποία έχει αγοράσει, το δικαίωμα κατοχής, χρήσης και ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας.
  26. Η Αίτηση είναι Νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  27. Η Νομική Βάση της Αίτησης πάσχει και/ή είναι ελλιπής και/ή δεν ανταποκρίνεται στις αιτούμενες θεραπείες.
  28. Η παρούσα Αίτηση πλήττει και είναι αντίθετη με βασικό Κανόνα του Κυπριακού Δικαίου και των Αρχών της Νομολογίας ότι ο Καλής Πίστεως Τρίτος προστατεύεται από την δικαιοσύνη. Ο Καθ' ου η Αίτηση 4 καλή τη πίστη αγόρασε οικόπεδο από τη Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρεία το οποίο εξόφλησε και διεκδικεί τη μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι του σύμφωνα και με τo Διάταγμα ημερομηνίας 30.6.2015 στην υπόθεση XXX/2015, Ε/Δ Λευκωσίας.
  29. Η Αίτηση στηρίζεται σε συμβάσεις υποθήκευσης του ακίνητου της Καθ' ης η Αίτηση 2 οι οποίες δεν έχουν σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση 4 και οι οποίες ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω μονομέρειας, λόγω του ότι περιλάμβαναν καταχρηστικές ρήτρες και λόγω παράβασης των κανόνων δανειοδότησης από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Οι συμβάσεις αυτές θα έπρεπε να είχαν λήξει και να είχαν εξοφληθεί εάν οι ίδιοι οι Αιτητές εφάρμοζαν την σύμβαση που είχαν με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/η εάν μεριμνούσαν με βάσει τις δικές των συμβάσεις για είσπραξη των ποσών που δάνεισαν στην καθ' ης η αίτηση 2 .
  30. Η Αιτήτρια ευθύνεται για την κακή τήρηση των λογαριασμών που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση 2 καθώς και για τα παρατραβήγματα επί των λογαριασμών τα οποία η ίδια επέτρεψε να γίνουν αλλά ούτε και έλαβε μέτρα ενάντια της καθ' ης η αίτηση 2 για να εισπράξει και να εφαρμόσει τις συμβάσεις που έγιναν μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση παρά μόνο μετά την κρίση και το κούρεμα αποφάσισαν να λάβουν μέτρα για να εισπράξουν.
  31. Οι ενέργειες της αιτήτριας εμποδίζουν τον καθ' ου η αίτηση 4 στην οικονομική χρήση της περιουσίας του και προκαλούν σ' αυτόν συνέχεις ζημιές.
  32. Ο διευθυντής ενήργησε ορθά και στα πλαίσια του Νόμου και ή κατά ρητήν εντολή του Νόμου και γι' αυτό η απόφαση του είναι ορθή, νόμιμη και εφαρμοστέα.
  33. Ο συγκεκριμένος νόμος 9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.139
(1)2015 δεν βρίσκεται σε αντίθεση ή σε σύγκρουση με συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις ως αναφέρονται στους λόγους έφεσης και δεν παραβιάζει ή περιορίζει την ισχύ των άρθρων 25, 23, 26 του Συντάγματος.
  1. Δεν προκύπτει και δεν είναι πραγματικά αναγκαίο για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η εξέταση της συνταγματικότητας του Νόμου, γιατί δεν υπάρχει αντισυνταγματικότητα του προσβαλλόμενου Νόμου.
  2. Η εφεσιβληθείσα απόφαση είναι νόμιμη και ορθή και δεν προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/62που υπερισχύει του Συντάγματος μας.
  3. Ο διευθυντής αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του στηριζόμενος στα ορθά και πραγματικά γεγονότα.
  4. Η απόφαση του Διευθυντή δεν ελήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220 του Περί Εταιρειών Νόμου.
  5. Η απόφαση του Διευθυντή είναι καθόλα Νόμιμη λήφθηκε στα πλαίσια το Νόμου και του Συντάγματος και ο Διευθυντής ορθά ακολούθησε την αρχή της Νομολογίας ότι ο Καλής Πίστεως Τρίτος προστατεύεται από την δικαιοσύνη των αρχών της επιείκειας και τηρώντας το Δίκαιο των Συμβάσεων.
  6. [.] -
  7. [.]». Στην Ένορκη Δήλωσή του, ο Καθ'ου αρ. 4, κ. XXXXX Γεωργίου, υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους ανωτέρω λόγους ένστασης. Συνοψίζω τα λεγόμενά του ως εξής: Αυτός γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, γιατί τα χειρίστηκε προσωπικά. Τυχόν αναφορά του σε νομικά θέματα στηρίζεται στη νομική συμβουλή των δικηγόρων του, κ.κ. Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Στρατή ημ. 16.2.
  8. Εισηγείται ο κ. Γεωργίου ότι: Α. Ο διευθυντής ενήργησε ορθά και στα πλαίσια του Νόμου και η απόφαση του είναι ορθή Β. Σε αυτό τον στάδιο το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εξετάζει την Συνταγματικότητα του Νόμου Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/
  9. Γ. Ο συγκεκριμένος νόμος δεν βρίσκεται σε αντίθεση με συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις ως αναφέρονται στους λόγους έφεσης και δεν παραβιάζει και περιορίζει τα άρθρα 25 , 23, 26 του Συντάγματος. Δ. Δεν είναι πραγματικά αναγκαίο για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η εξέταση της συνταγματικότητας του Νόμου. Ε. Η εφεσιβληθείσα απόφαση είναι νόμιμη και ορθή και δεν προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/
  10. Στ. Ο διευθυντής αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του στηριζόμενος στα ορθά και πραγματικά γεγονότα. Ζ. Η απόφαση του Διευθυντή δεν ελήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220 του Περί Εταιρειών Νόμου. Η. Η απόφαση του Διευθυντή είναι καθόλα Νόμιμη λήφθηκε στα πλαίσια το Νόμου και ο Διευθυντής ορθά ακολούθησε την αρχή της Νομολογίας ότι ο Καλής Πίστεως Τρίτος προστατεύεται από την δικαιοσύνη. · Είναι η θέση του κ. Γεωργίου ότι οι συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας εταιρείας με την Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρεία δεν τον δεσμεύουν και δεν μπορούν να επηρεάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, θετικά ή αρνητικά, αυτόν και την περιουσία μου. · Λέγει περαιτέρω ότι, όταν αυτός αποτάθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 2, για να αγοράσει οικόπεδο και πριν από την σύναψη της σύμβασης ημερ.10.10.2003, η Καθ' ης 2 όφειλε να τον ενημερώσει για τις επιβαρύνσεις που υπήρχαν επί του ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, αλλά δεν τον ενημέρωσε, γι' αυτό αυτός δεν γνώριζε για την ύπαρξή τους. Απεναντίας, η Καθ' ης η Αίτηση 2 στη σύμβαση ημερ.10.10.2003 δεσμεύτηκε να του μεταβιβάσει το αγορασθέν ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου ή άλλου βάρους ή επιβάρυνσης, γεγονός το οποίο υιοθετήθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση με αρ. XXX/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο εξέδωσε Διάταγμα ημερομηνίας 30.6.2015 (Τεκμήριο 1) στη βάση του αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ.10.10.2003 (Τεκμήριο 2). · Γνωρίζει ο κ. Γεωργίου ότι η Καθ'ης αρ. 2 τέθηκε υπό εκκαθάριση, αλλά δεν θεωρεί ότι τούτο επηρεάζει τα δικαιώματά του. · Από την άλλη, είναι η θέση του κ. Γεωργίου ότι η τράπεζα (Αιτήτρια - Εφεσείουσα) γνώριζε ή και όφειλε να γνωρίζει ότι ένα ακίνητο που διαχωρίζεται σε οικόπεδα, αυτά τα οικόπεδα θα πωληθούν σε τρίτα πρόσωπα, εξάλλου αυτό που η αιτήτρια χρηματοδοτούσε ήταν τα έργα διαχωρισμού οικοπέδων και ή ανέγερση διαμερισμάτων. Περαιτέρω, ενώ η τράπεζα (Αιτήτρια - Εφεσείουσα) εγνώριζε για τις πωλήσεις των οικοπέδων στα οποία είχε βάλει υποθήκη, εντούτοις τίποτε δεν έκανε για να εμποδίσει αυτές τις πωλήσεις, αλλά ούτε και έλαβε μέτρα εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 για να εισπράττει η ίδια έναντι των υποθηκών το προϊόν των πωλήσεων. · Κατά συνέπεια, είναι η θέση του κ. Γεωργίου ότι οι ενέργειες που γίνονται από την τράπεζα τώρα, μετά από πολλά χρόνια, εναντίον των αγοραστών είναι αντίθετες με τις αρχές και τα συναλλακτικά ήθη και θέσμια και αντίθετες με την ελευθερία των συμβάσεων όπως κατοχυρώνονται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η εγκυρότητα και η νομιμότητα της σύμβασης ημ.10.10.2003 κρίθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. ΧΧΧ/2015 Λευκωσίας στη βάση της οποία το Δικαστήριο διέταξε την εγγραφή της συμφωνίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης και την μεταβίβαση του οικοπέδου σε μένα. · Ισχυρίζεται ο κ. Γεωργίου ότι είναι δικαίωμά του η απόκτηση τίτλου ως εγκλωβισμένος αγοραστής που είναι. Είναι συναφώς η θέση του ότι δεν υπάρχει αντισυνταγματικότητα του Ν.139(Ι)/2015, γιατί ο Νόμος αυτός επιλύει ένα πρόβλημα με τους εγκλωβισμένους αγοραστές που αφορά πολλές χιλιάδες ανθρώπων, άρα είναι δημοσίου συμφέροντος και ενδιαφέροντος και άρα ο Νομοθέτης δικαιούται με Νόμο να περιορίσει ή να ρυθμίσει την άσκηση συνταγματικών δικαιωμάτων όπως αυτών που επικαλείται η Αιτήτρια δηλαδή τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Οι τράπεζες δεν είναι το αθώο μέρος γιατί με τις δανειοδοτήσεις, τους όρους αυτών, της μεγάλης ανοχής, των επαναδανειοδοτήσεων κακών δανείων κ.λ.π. γινόταν μεγάλη ζημιά στο θέμα της κακής λειτουργίας όλων των εμπλεκομένων. · Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι το θέμα της συνταγματικότητας δεν μπορεί να κριθεί για ένα τόσο σοβαρό θέμα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. · Λαμβάνει νομική συμβουλή ο κ. Γεωργίου ότι, υπό τις δικές του συνθήκες, εφόσον έχει αποπληρώσει πλήρως το ακίνητο, ο Διευθυντής Κτηματολογίου μπορεί νόμιμα να προχωρήσει στη μεταβίβαση σε αυτόν του οικοπέδου που αγόρασε με βάση εξουσίες που ρητά του έδωσε ο Νομοθέτης για το σκοπό αυτό. · Τέλος, ο κ. Γεωργίου εισηγείται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκπρόθεσμη, αφού προσβάλει την επιστολή ημερομηνίας 20.1.
  11. Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘ'ΟΥ
  12. Με μονομερή αίτηση, ημερ. 16.2.2017, η Εφεσείουσα - Αιτήτρια πέτυχε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων που να παρεμποδίζουν τον Εφεσίβλητο αρ. 1 από το να υλοποιήσει την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του περί μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου - Καθ' ου αρ.
  13. Τα εν λόγω ενδιάμεσα διατάγματα εκδόθηκαν αρχικά μονομερώς στις 17.2.2018 έναντι των Εφεσίβλητων - Καθ' ων αρ. 1, 2 και 4 και εν συνεχεία έγινε εκ συμφώνου η οριστικοποίηση των διαταγμάτων ως απόλυτων, μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίσης αίτησης - έφεσης. Σε ό,τι αφορά την Εφεσίβλητη - Καθ' ης αρ. 3, είχε εξ αρχής διαταχθεί η επίδοση της μονομερούς αίτησης σε αυτήν, πλην όμως αυτή παρέλειψε να εμφανισθεί όταν της επιδόθηκε η αίτηση, γι'αυτό και εκδόθηκε το διάταγμα ερήμην της στις 16.3.2017 ως απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίσης αίτησης - έφεσης. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η Αίτηση-Εφεση από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί «ενδιάμεση» διαδικασία, αλλά «εναρκτήρια» διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός βάσει του άρθρου 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(βλ. Μαγλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965). Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Το ένδικο μέσο για την καταχώρηση Εναρκτήριας Κλήσης για προώθηση δικαστικών διαδικασιών εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, καθορίζεται από τον Κ.5
(1)των Κανονισμών του 1956. Ο Κ.5
(1)καθιερώνει τον τύπο της Αίτησης και προσδιορίζεται στο Παράρτημα των Κανονισμών (Form 2). Ο τύπος τούτος είναι πανομοιότυπος με τον τύπο της ενδιάμεσης Αίτησης δια κλήσεως (application by summons) και σε αυτόν εκτίθενται οι λόγοι που προβάλλονται εναντίον της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και συνοδεύεται από μια ή περισσότερες Ενόρκους Δηλώσεις, στις οποίες εκτίθενται τα γεγονότα. Αντίστοιχη μορφή λαμβάνει και η καταχώρηση Ένστασης από την πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση. Η Αίτηση και η Ένσταση, ως επίσης και οι νομοτύπως καταχωρηθείσες Ένορκες Δηλώσεις, αποτελούν τις έγγραφες προτάσεις των αντιδίκων που θα αποτελέσουν τις ράγες της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)των Κανονισμών. Η δε διαδικασία που ακολουθείται για την ακρόαση τέτοιων αιτήσεων διαβάζεται στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 1971 20η έκδοση,(Stevens & Sons), αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται στις εναρκτήριες αιτήσεις, σελ. 355, υπό τον τίτλο «Hearing of Summons»: «When the summons first comes before him the master will give any necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economical thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very often no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. The master does not merely act as a ring-keeper, but may and frequently does require of his own motion the filing of further evidence which he thinks he will require (if the summons is one which he has power, and proposes, to deal with himself) or which he thinks may be of assistance to the judge, and the joinder of additional parties». Εν συνεχεία στη σελ 357 εντοπίζονται τα ακόλουθα: «lt will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to bring proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But, as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact; for example, in a case under the Inheritance (Family Provision) Act, 1938, the question whether the testator has made reasonable provision for his dependants may be bitterly fought by those who inherit under his will. The evidence in chief is still given in such cases by affidavit; but upon the request of any opposite party the deponents will be ordered to attend for cross-examination, and the master will adjourn the summons into court to be heard with witnesses, and in this case (unless the oral evidence would not seriously add to the length of the hearing) it will take its place in the appropriate part of the Witness List». Ό,τι συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι η συνήθης διαδικασία ακρόασης σε εναρκτήρια αίτηση δεν είναι δια βοής (viva voce), αλλά διά ενόρκου δηλώσεως αφού το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης είθισται να αφορά ζητήματα αμιγώς νομικά. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι μετά από αίτημα των διαδίκων μπορεί να παρουσιαστεί ενόρκως δηλών για αντεξέταση. Ο Κανονισμός 10
(3)ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιό με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, ημερ. 22.11.2006, προνοεί ως ακολούθως: «
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Η Δ.39 Θ1 προνοεί και επιτάσσει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination. » Σκοπός του Κανονισμού 10
(3)είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Με βάση την τροποποίηση που επήλθε στον Κανονισμό 10
(3)αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, των Ενόρκως Δηλούντων. Στην παρούσα υπόθεση, ο Εφεσίβλητος - Καθ' ου η αίτηση αρ. 4 καταχώρησε αίτηση στις 14.3.2018 με την οποία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. XXXXX Στράτη (ήτοι του ενόρκως δηλούντα για την υπόθεση της Εφεσείουσας - Αιτήτριας) στο Δικαστήριο, για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του, ημερ. 16.2.2017, αλλά στη συνέχεια, στις 17.9.2018, η αίτηση αυτή αποσύρθηκε. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση κανενός εκ των υπολοίπων ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκως δηλώσεων ως αρχικώς καταχωρήθηκαν για έκαστο διάδικο και ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων στο Δικαστήριο. Όσον αφορά το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες στην παρούσα υπόθεση, έχω να παρατηρήσω ότι δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, είναι εξίσου νομολογημένο ότι, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Θα εξηγήσω πιο κάτω, αφού προηγουμένως αναλύσω τη νομική πτυχή των εγειρόμενων ζητημάτων, ποια μέρη των ενόρκων δηλώσεων αποδέχομαι και σε ποιο βαθμό τα λαμβάνω υπόψη για τη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης επί των γεγονότων της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Η εμβέλεια του δικαστικού ελέγχου. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης εμπερικλείει το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε) και το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου (Ν.9/65, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε). Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 τιτλοφορείται «Εφέσεις κατ' αποφάσεων του Διευθυντή» και προβλέπει τα εξής։ «80. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.». Το άρθρο 51 του Ν.9/65 τιτλοφορείται «Εφέσεις» και προβλέπει τα εξής։ «51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).». Είναι καλώς εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων του Διευθυντή Κτηματολογίου από Επαρχιακό Δικαστή, ισχύουν οι αρχές οι οποίες διέπουν τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, με τη διαφορά, όμως, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν οφείλει να περιοριστεί σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά δύναται να ελέγξει και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και μάλιστα δύναται ν' αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του (βλ. Χατζησοφρωνίου κ.α. ν. Δημοσθένους
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 885), με σκοπό τη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Προκοπίου ν. Ryan
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982). Το σφάλμα του Διευθυντή, πραγματικό ή νομικό, που ζητείται από το Δικαστήριο να θεραπεύσει στην παρούσα. Στην παρούσα υπόθεση, με τους λόγους έφεσης 1 έως 5 και, αντίστοιχα, με τις ζητούμενες θεραπείες ως το Α, Β και Δ του παρακλητικού της Αίτησης - Έφεσης, επιδιώκεται να κριθεί δικαστικά η νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή. Ο κυριότερος ισχυρισμός είναι ότι οι πρόνοιες του νόμου στις οποίες στήριξε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου την επίδικη απόφασή του είναι αντισυνταγματική και άκυρη και ότι, συνεπακόλουθα η απόφαση του Διευθυντή είναι άκυρη. Ειδικότερα, επιζητείται να κριθεί ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΖ του Νόμου 9/1965, όπως ενσωματώθηκαν σε αυτόν με τις πρόνοιες του Ν.139(Ι)/2015, είναι αντισυνταγματικές και άκυρες. Από την άλλη, με τους λόγους έφεσης 6 έως 17 και, αντίστοιχα, με τη ζητούμενη θεραπεία Γ του παρακλητικού της Αίτησης - Έφεσης, επιδιώκεται να κριθεί δικαστικά ότι η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Ο κυριότερος ισχυρισμός είναι ότι αυτός δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, διότι δεν εξισορρόπησε κατάλληλα το συμφέρον της Τράπεζας εν σχέση προς τα συμφέροντα του πωλητή και του αγοραστή και ειδικότερα προσβάλλεται ως λανθασμένη και πεπλανημένη, όχι μόνο περί το Νόμο αλλά και περί τα πράγματα, η απόφαση του Διευθυντή να απορρίψει το αίτημα της Τράπεζας για μεταφορά των δύο επίδικων υποθηκών της σε περιουσία της Καθ' ης αρ. 3 για δίκαιη εξασφάλιση των συμφερόντων της. Η πλάνη συνίσταται κατ' ισχυρισμόν στο ότι ο Διευθυντής θεώρησε ότι η πωλήτρια εταιρεία (Καθ' ης αρ. 2) έχει δική της ακίνητη ιδιοκτησία και τούτο συνιστά εμπόδιο κατά το Νόμο στο να διατάξει τη μεταφορά υποθήκης σε περιουσία τρίτου προσώπου όπως είναι η Καθ' ης αρ. 3, ενώ στην πραγματικότητα η Καθ' ης αρ. 2 έχει εκκαθαριστεί και δεν θα μπορούσε βάσει του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου να επιβαρυνθεί οποιαδήποτε άλλη δική της περιουσία κατά τον ουσιώδη χρόνο που η Τράπεζα υπέβαλε το σχετικό αίτημα μεταφοράς των υποθηκών στην περιουσία της Καθ' ης αρ. 3. Αναμφίβολα, είναι κατά λογική προτεραιότητα αναγκαίο να κριθεί πρώτα η συνταγματικότητα των προνοιών στη βάση των οποίων έλαβε την προσβαλλόμενη απόφασή του ο Διευθυντής, αφού, αν οι εν λόγω πρόνοιες κριθούν αντισυνταγματικές και κατά συνέπεια άκυρες, τότε, εφόσον επηρεάζουν καταλυτικά τη δράση του Διευθυντή, παρασύρεται σε ακυρότητα η δική του απόφαση. Εάν όμως, το παρόν Δικαστήριο, για τους σκοπούς πάντα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που έχει ενώπιον του, κρίνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου δεν είναι αντισυνταγματικές και άρα είναι ισχυρές, τότε θα υπάρχει περιθώριο να εξεταστεί και η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή ως προς τις υπόλοιπες της πτυχές. Οι επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες. Αξίζει εδώ ν' αναφερθεί συνοπτικά το ιστορικό θέσπισης των επίμαχων διατάξεων του Νόμου και η εμβέλειά τους. Σημειώνεται, συναφώς, ότι με τον Ν.142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/65) το νέο Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών», το οποίο βασικά ανέστελλε όλες τις πωλήσεις ενυπόθηκων ακινήτων για τα οποία είχαν κατατεθεί συμβάσεις πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Ν.81(Ι)/11) και περαιτέρω παρείχε προστασία σε περίπτωση πώλησης δανείων των ενυπόθηκων οφειλετών. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30.4.15 και διαδοχικά, με δύο άλλους τροποποιητικούς νόμους, παρατάθηκε μέχρι τις 4.9.15 (Ν.53(Ι)/15και Ν.133(Ι)/15). Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15 ο οποίος επέκτεινε την προστασία των αγοραστών με τα επίμαχα άρθρα 44IH έως 44KZ, τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB «Προστασία Αγοραστών» του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/15). Κατ' ουσία, δυνάμει των νέων αυτών άρθρων του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.139/15, ο Διευθυντής Κτηματολογίου δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου, όπου υπάρχει κατατεθειμένη σύμβαση και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία, να προβεί: «[...] σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή» (άρθρο 44ΚΒ). Σε περίπτωση κατά την οποίαν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, ο Διευθυντής προχωρεί στο πρώτο βήμα που είναι η αποστολή Ειδοποίησης Πρόθεσης Μεταβίβασης (ως ο Τύπος ΙΕ του Νόμου) με την οποία ενημερώνεται, μεταξύ άλλων, ο ενυπόθηκος δανειστής ότι έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην εξάλειψη της υποθήκης και στη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή. Παραθέτω, για χάριν ακρίβειας, αυτούσιο το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου, όπου προδιαγράφεται η διαδικασία και οι εξουσίες που έχει σε κάθε στάδιο ο Διευθυντής։ «Ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. 44ΚΒ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΑ, σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις, ο Διευθυντής μετά την πάροδο των τριάντα
(30)ημερών και αφού έχει εξετάσει οποιαδήποτε στοιχεία ενδεχομένως να έχουν τεθεί ενώπιόν του από τον αγοραστή, τον πωλητή, τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, γνωστοποιεί στον εν λόγω αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο "ΙΕ", την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης.
(8)Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απογορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου.». ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΑΡ. 4 ΠΕΡΙ ΜΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ - ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΝΑ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ Ή/ΚΑΙ ΝΑ ΕΓΕΙΡΕΙ ΖΗΤΗΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. (Α) Προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου - Καθ' ου αρ. 4 ότι η αίτηση - έφεση είναι εκπρόθεσμη και δεν χωρεί εξέτασης από το Δικαστήριο. Το πρώτο που εγείρει από δικής του πλευράς ο Εφεσίβλητος - Καθ'ου αρ. 4 είναι ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα δεν εξασφάλισε Διάταγμα Δικαστηρίου εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της Απόφασης του Διευθυντή σε αυτήν, και άρα έχασε κατ' ουσίαν την προθεσμία του άρθρου 44ΚΒ
(8)ανωτέρω. Δεν χωρεί οποιοσδήποτε δικαστικός έλεγχος μετά την προθεσμία αυτή και ο Διευθυντής «προχωρεί στη μεταβίβαση του ακινήτου», δηλαδή δεν έχει πλέον διακριτική ευχέρεια να μην προχωρήσει σε αυτήν. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται από τον Εφεσίβλητο αρ. 4 ότι ο Διευθυντής, με επιστολή ημερ. 20.1.2016 απέρριψε την ένσταση της Τράπεζας (εδώ Εφεσίουσας - αιτήτριας) και την ειδοποίησε ότι, εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά εντός 30 ημερών, θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου από τις υποθήκες και μεταβίβαση αυτού στο όνομα του καθ' ου η αίτηση
  1. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 16.2.2017, δηλαδή παρήλθαν 13 μήνες από την απόφαση του Διευθυντή. Συνεπώς, η αίτηση καθίσταται εκπρόθεσμη. Η πιο πάνω περιγραφή των γεγονότων κρίνω πως δεν είναι ορθή. Παρά το γεγονός ότι η επιστολή του Διευθυντή που περιέχει την προσβαλλόμενη απόφασή του περί απόρριψης της ένστασης της Τράπεζας για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και περί απόρριψης του αιτήματός της για μεταφορά της υποθήκης σε ακίνητο τρίτου προσώπου που η ίδια υπέδειξε, χρονολογείται «20.1.2016» (αυτή η ημερομηνία φαίνεται στην επιστολή που η ίδια η Εφεσείουσα επισύναψε ως «Τεκμήριο Α» στην Αίτηση - Έφεσή της), εντούτοις είναι πρόδηλα εσφαλμένη η ημερομηνία αυτή και ορθή είναι, εκ των πραγμάτων, η ημερομηνία «20.1.2017» που αναγράφει στο παρακλητικό της η Αίτηση - Έφεση. Το ότι η ορθή ημερομηνία της επιστολής είναι 20.1.2017 και όχι 20.1.2016 φαίνεται με χειρόγραφη διόρθωση στην επιστολή ως το «Τεκμήριο Ι» που επισυνάπτει στην Ε/Δ της η ενόρκως δηλούσα XXXXX Ιωάννου εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Έστω όμως ότι από λάθος και/ή εκ παραδρομής αποστάληκε στην Εφεσείουσα η επιστολή έχοντας ως ημερομηνία αυτής την 20.1.2016 αντί 20.1.2017, το λάθος αυτό κρίνω πως ήταν αυταπόδεικτο, αφού τα ίδια τα γεγονότα μιλούσαν από μόνα τους. Συγκεκριμένα, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό των ουσιωδών γεγονότων όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Κτηματολογίου και καταγράφεται στην Ε/Δ της XXXXX Ιωάννου για τον Εφεσίβλητο
  2. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα από την παρα. 5(δ) της εν λόγω Ε/Δ μέχρι την παρα. 5(κ). Αρχίζει το ιστορικό από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του Εφεσίβλητου αρ. 4 προς το Διευθυντή για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομά του (βλ. αίτηση ημερ. 10.9.2015 - Τεκμήριο Γ), συνεχίζει με την αποστολή, μόλις στις 23.11.2016, Ειδοποίησης (τύπος ΙΕ) προς την Τράπεζα για υποβολή τυχόν ένστασης στη μεταβίβαση (βλ. το Τεκμήριο Η), ακολουθεί η υποβολή ένστασης από την Τράπεζα στις 30.12.2016 ως το Τεκμήριο Θ και καταλήγει με την αποστολή της επίμαχης επιστολής του Διευθυντή που περιέχει την προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση. Πώς μπορεί να ήταν ορθή η ημερομηνία 20.1.2016 όταν η ίδια η ένσταση της τράπεζας που απερρίφθη με την απόφαση του Διευθυντή υποβλήθηκε στις 30.12.2016; Γι'αυτό και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι πρόδηλο λάθος στην όψη της επιστολής η ημερομηνία «20.1.2016» και αντί αυτής αποδέχομαι βάσει της μαρτυρίας της κας Χρυστάλλας Ιωάννου (βλ. παρα. 5(κ) της Ε/Δ της) ως ορθή την ημερομηνία αποστολής της επιστολής 20.1.
  3. Επομένως, απορρίπτω τον ισχυρισμό του Εφεσίβλητου αρ. 4 ότι η Εφεσείουσα - Αιτήτρια καθυστέρησε 13 ολόκληρους μήνες να λάβει δικαστικά μέτρα για να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης του Διευθυντή ή ότι έχασε την προθεσμία 30 ημερών που προβλέπει το άρθρο 44ΚΒ
(8)ανωτέρω, για να λάβει τέτοιο Δικαστικό Διάταγμα. Απεναντίας, εμπρόθεσμη κρίνω ότι είναι η καταχώρηση στις 16.2.2017 της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης, ως επίσης η καταχώρηση την ίδια ημερομηνία της αίτησης για τα προσωρινά διατάγματα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή. Η πρώτη προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου αρ. 4 απορρίπτεται. (Β) Προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου αρ. 4 ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, διότι προσκρούει σε δεδικασμένο ή/και σε κώλυμα λόγω συμπεριφοράς της Εφεσείουσας. Ο καθ' ου η αίτηση Εφεσίβλητος 4 στην ένστασή του ισχυρίστηκε ότι η υπό κρίση αίτηση προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει δημιουργήσει η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. XXX/2015, του Επαρχ. Δικ. Λευκωσίας. Με την εν λόγω απόφαση επιτράπηκε η εκπρόθεσμη κατάθεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Το σχετικό διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εφεσιβλήτου 4 που συνοδεύει την ένστασή του στην Αίτηση - Έφεση. Επιπλέον, τόσο ο Εφεσίβλητος αρ. 4 στην ένστασή του όσο και η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση 4 στην γραπτή της αγόρευση, εισηγήθηκαν ότι η έκδοση απόφασης στην πιο πάνω Αίτηση XXX/15, καθιστά την παρούσα Έφεση - αίτηση καταχρηστική, εφόσον προηγήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω αίτηση αρ. XXX/15, βάσει της οποίας απόφασης εκδόθηκε διάταγμα στις 30.6.2015 με την οποία το Δικαστήριο διέτασσε την εγγραφή της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ημερ. 10.10.2003, ως το αγοραπωλητήριο έγγραφο προέβλεπε. Ισχυρίζονται και εισηγούνται ότι εφόσον η Τράπεζα, ως ενυπόθηκος δανειστής του ακινήτου στο οποίο αφορούσε το αγοραπωλητήριο, δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να ενστεί στην Αίτηση αρ. XXX/15, έπεται ότι κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς της από το να εγείρει και προωθεί την υπό κρίση Έφεση - Αίτηση κατά της απόφασης του Διευθυντή να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στον αγοραστή - Εφεσίβλητο αρ.
  1. Από την άλλη, ο συνήγορος της Εφεσείουσας - Αιτήτριας απαντά στη γραπτή του αγόρευση λέγοντας ότι το επίδικο θέμα στην Αίτηση αρ. XXX/2015 του Επαρχ. Δικ. Λευκωσίας μπορούσε να ήταν μόνο το κατά πόσο θα επιτρεπόταν η εκπρόθεσμη κατάθεση του επιδίκου πωλητηρίου εγγράφου. Τέτοια εξουσία παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων Νόμου, (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Ν.81(Ι)/2011), ως έχει τροποποιηθεί. Συνεπώς, προκύπτει ότι τα επίδικα θέματα στην αίτηση ΧΧΧ/15 του Ε/Δ Λευκωσίας ήταν διαφορετικά από αυτά της υπό κρίση υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προκύψει δεδικασμένο, αφού αναγκαίος όρος της γένεσης δεδικασμένου είναι η ταυτότητα επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών. Παραπέμπει συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελ.
  2. Επιπλέον, επισημαίνει ότι, εφόσον η επίδοση της αίτησης για εκπρόθεσμη εγγραφή αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο δεν έγινε ή/και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει (βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση της Bank Of Cyprus Public Company, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D63, Αίτηση 25/19, ημερομηνίας 26.2.2019) προς την κάτοχο ενυπόθηκης εξασφάλισης, όπως δηλ. προς την εδώ Εφεσείουσα, έπεται ότι η όποια απόφαση στην εν λόγω αίτηση δεν μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα της εδώ Εφεσείουσας ή να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί κατάχρησης. Προχωρώ στη διατύπωση και αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης επί των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων του Εφεσίβλητου αρ.
  3. Αντλώντας καθοδήγηση από το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914 , 921- 936, συνοψίζω τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου։ (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει (R v West
(1962)2 All ER 624, R v Kent Justices, Ex parte Machin
(1952)1 All ER 1123) και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα (Alikhani ν Προδρόμου και Άλλης ΠΕ 22/09, ημερ. 10.4.12, Thoday v Thoday
(1964)1 All ER 341). (β) Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής [cause of action estoppel] και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα [cause of issue estoppel] (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Terzian και τώρα Παναγιώτου, ΠΕ 151/10, ημερ.7.3.14, Θεοδώρου ν Μάντη
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1036, Υπουργός Εσωτερικών ν Μυλωνά
(2002)1(Α) ΑΑΔ 120). (γ) Kώλυμα λόγω αιτίας αγωγής. (i) Η τελεσιδικία των διαφορών μεταξύ των διαδίκων αποτελεί βασική πτυχή στην πολιτική του δικαίου (Impregilo SPA v Damiatta Shipping Co Ltd και Άλλων
(2003)1(Α) ΑΑΔ 1). Ως εκ τούτου, όταν ο διάδικος παραλείψει (λόγω αμέλειας, απροσεξίας, ατυχήματος ή άλλως πως), να προβάλει είτε με δικόγραφα είτε με την παρουσίαση μαρτυρίας, οτιδήποτε θα μπορούσε να υποστηρίξει τις εισηγήσεις του, κωλύεται κατά κανόνα από το να προβάλει μετέπειτα το ίδιο θέμα σε μια νέα δικαστική διαδικασία (Henderson v Henderson (1843-60) All ER Rep 378). Αυτό συμβαίνει διότι διαφορετικά η δικαστική διαδικασία θα διαιωνιζόταν κατ' επιλογήν των διαδίκων με τμηματική εκδίκαση των αντιδικιών τους (KSR Comercio E Industria De Papel SA και Άλλοι ν Bluecoral Navigation Limited
(1995)1 ΑΑΔ 309), στη βάση απεριόριστων δικονομικών και ουσιαστικών προσχημάτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ισοδυναμούν με συγκεκαλυμμένη έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης (Joint Stock Company 'Aeroflot- Russian Airlines v Berezovsky & Another
(2014)EWCA Civ 20, Varniene v Lithuania
(2013)ECHR 1119). (ii) Ο κανόνας του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφα εκτός από εκείνες στις οποίες θεμελίωσε ήδη την απαίτησή του (Kλεόπα ν Αντωνίου 20021(Α) ΑΑΔ 58, Theori and Another v Djoni and Another
(1984)1 CLR 296, κ.α). (iii) Ο κανόνας του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής εφαρμόζεται και σε υποθέσεις διαχείρισης περιουσιών (βλ. Public Trustee v Kenward
(1967)1 All ER 870). (δ) Κώλυμα λόγω βάσης αγωγής. Σε μετέπειτα διαδικασία, η βάση αγωγής μεταξύ των διαδίκων μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνην που είχε εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία. Παρ' όλα αυτά, οι διάδικοι δεσμεύονται από τα γεγονότα και τα νομικά σημεία που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο της πρώτης διαδικασίας (βλ. Marriot v Hampton (1775 - 1802) All ER Rep 631). (ε) Κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα. Μια βάση αγωγής μπορεί να εμπεριέχει πολλά επίδικα θέματα που πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν θα την αποδεχθεί ή απορρίψει. Η έκδοση απόφασης στο επίδικο ζήτημα εμποδίζει τους διαδίκους από του να το επαναφέρουν προς εξέταση. Στην Arnold v Others v National Westminster Bank Plc
(1991)3 All ER 41 το Εφετείο επεσήμανε ότι ο κανόνας του κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα δεν εφαρμόζεται όταν: (
  1. i)εντοπίζεται νέα μαρτυρία που δεν μπορούσε να εξευρεθεί όταν εξεταζόταν το επίδικο θέμα στην προηγούμενη διαδικασία, (
  2. ii)αποδεικνύεται ότι η απόφαση ήταν νομικώς εσφαλμένη. Στην παρούσα υπόθεση, το κώλυμα λόγω δεδικασμένου γίνεται κατ' επίκληση του Διατάγματος Δικαστηρίου, ημερ. 30.6.2015, στην Αίτηση XXX/2015 (βλ. Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του Εφεσίβλητου αρ. 4). Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο Εφεσίβλητος αρ. 4 δεν έχει καταθέσει ούτε αυτούσια την εν λόγω Αίτηση ούτε τα πρακτικά τυχόν ακροαματικής διαδικασίας επί της αίτησης, παρά μόνον το συνταχθέν στις 7.7.2015 κείμενο του διατάγματος ημερ. 30.6.2015. Το συνταχθέν διάταγμα παρατηρώ ότι στην όψη του αποκαλύπτει τα εξής στοιχεία όσον αφορά το είδος της διαδικασίας και των διαδίκων σε αυτήν։ Πρώτον, ότι το Διάταγμα εκδόθηκε στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης του αγοραστή[1], χωρίς αυτή ποτέ να διαταχθεί να επιδοθεί είτε στον πωλητή[2] είτε στον ενυπόθηκο δανειστή. Ακούστηκαν από το Δικαστήριο μόνο οι δικηγόροι του αγοραστή. Δεύτερον, ότι το Διάταγμα δεν αφορά σε διαταγή ειδικής εκτέλεσης[3], παρά μόνο σε διαταγή προς τον αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας όπως καταθέσει και εγγράψει στο ανάλογο κτηματολογικό μητρώο τριών αγοραπωλητηρίων συμβάσεων, μεταξύ των οποίων είναι υπ' αριθμό 3 σημειωμένη η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης (Εφεσίβλητης αρ.2 - πωλήτριας και Εφεσίβλητου αρ.4 - αγοραστή).[4] Τρίτον, το εν λόγω Διάταγμα φέρει οπισθογράφηση που απευθύνεται μόνο προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας και λέγει ότι εάν αυτός παραλείψει να συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα, τότε θα υπόκειται σε σύλληψη, η δε περιουσία του σε κατάσχεση. Δεδομένων των ανωτέρω στοιχείων, δεδικασμένο στη βάση του πιο πάνω διατάγματος θα μπορούσε να προκύψει μόνο στη σχέση μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου προς το οποίο απευθυνόταν το Διάταγμα βάσει της οπισθογράφησής του, ήτοι του Διευθυντή Κτηματολογίου, με αναφορά πάντοτε στα αποτελέσματα που κατά νόμο μπορούσε να παράξει ένα τέτοιο διάταγμα. Για να γίνω αντιληπτή εννοώ τα αποτελέσματα που παράγονται βάσει των σχετικών διατάξεων των άρθρων 3, 5 και 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Ν.81(Ι)/2011, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε)։ Το άρθρο 3 είναι αυτό που προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο Διευθυντής δύναται να δεχθεί την κατάθεση της σύμβασης στο μητρώο ακινήτων. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι να κατατεθεί η σύμβαση εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της στο αρμόδιο επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο.[5] Για να έχει, όμως εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα που να αναγκάζει το Διευθυντή να δεχθεί την κατάθεση της σύμβασης στο μητρώο του, συνάγεται ότι πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την προϋπόθεση κατάθεσης της σύμβασης εντός 6 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, η οποία δεν έχει τηρηθεί, εδώ έγκειται η αξία της αίτησης αρ. ΧΧΧ/15 από τον αγοραστή. Παρακάμπτεται αυτός ο χρονικός περιορισμός, εφόσον εκδοθεί Διάταγμα Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 12 του Νόμου.[6] Το άρθρο 5 του Ν.81(Ι)/2011 προβλέπει τα αποτελέσματα που παράγει η κατάθεση της σύμβασης στο Κτηματολόγιο. Πρόκειται για τη δημιουργία εμπράγματος βάρους επί της ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο όμως βάρος ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεση της σύμβασης. Εάν προϋπήρχαν άλλες υποθήκες, έπεται αυτών, δεν προηγείται. Για να προηγηθεί το εν λόγω εμπράγματος βάρος οποιασδήποτε προϋπάρχουσας υποθήκης, θα πρέπει ο αγοραστής να ξεπληρώσει τον ενυπόθηκο δανειστή με το ποσό του ενυπόθηκου χρέους και για να δοθεί στον αγοραστή αυτή έστω η ευχέρεια θα πρέπει να εξασφαλίσει προηγουμένως τη γραπτή συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή ως επίσης του πωλητή. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 5
(1)
(2)
(3)։ «5.
(1)Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος[7] επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: Νοείται ότι, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, το εμπράγματο βάρος βαρύνει ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή και, με τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το εν λόγω τμήμα, το εμπράγματο βάρος περιορίζεται μόνο επί του τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, σε περίπτωση που πριν από την κατάθεσή της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη η οποία επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ο αγοραστής δύναται να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή, σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, το ποσό του ενυπόθηκου χρέους που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης, όπως το ποσό αυτό καθορίζεται στις διατάξεις των εδαφίων
(4),
(5)και
(6)του άρθρου 7 και ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να το αποδεκτεί ως ποσό που καταβλήθηκε έναντι του ενυπόθηκου χρέους και στην περίπτωση αυτή το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης προηγείται του εμπράγματου βάρους της προϋπάρχουσας αυτού υποθήκης, ανεξάρτητα από την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους: Νοείται ότι, αναφορικά με συμβάσεις που είναι κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ή που έχουν συνομολογηθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται νοουμένου ότι έχει προσαχθεί για το σκοπό αυτό, η γραπτή συγκατάθεση του πωλητή και του ενυπόθηκου δανειστή.
(3)[.] -
(7)[.] ». Στην παρούσα υπόθεση το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως το Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του αγοραστή - Εφεσίβλητου αρ. 4 φέρει ημερομηνία συνομολόγησής του τις 10.10.
  1. Συνεπώς, η συνομολόγησή του έγινε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.81(Ι)/
  2. Το Δικαστικό Διάταγμα που επιτρέπει ή/και διατάττει την κατάθεση του εν λόγω συμβολαίου στο Κτηματολόγιο Λ/σιας μπορούσε να δημιουργήσει εμπράγματο βάρος το οποίο όμως να έπεται τυχόν προηγούμενων υποθηκών επί του ιδίου ακινήτου. Εδώ εν προκειμένω η υποθήκη ΥXXXXX/2002 (βλ. το Τεκμήριο 2 της Ε/Δ του κ. XXXXX Στράτη για την Εφεσείουσα) και η υποθήκη ΥXXXX/2004 (βλ. το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του κ. Χρίστου Στράτη για την Εφεσείουσα) προηγούνταν αναντίλεκτα του όποιου εμπράγματου βάρους μπορούσε να δημιουργήσει το Δικαστικό Διάταγμα ημερ. 30.6.2015 (βλ. το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του Εφεσίβλητου αρ. 4 - αγοραστή). Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιόν μου ότι ο ενυπόθηκος δανειστής (εδώ η Τράπεζα - Εφεσείουσα) έδωσε οποτεδήποτε τη γραπτή συγκατάθεσή της προς τον αγοραστή (Εφεσίβλητο αρ. 4) ή/και ότι εισέπραξε από αυτόν το ποσό του χρέους που αντιστοιχούσε προς την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας αποκτούσε εμπράγματο βάρος ο αγοραστής, έτσι ώστε να αφαιρείτο η υποθήκη της και να αποκτούσε προτεραιότητα το δικό του εμπράγματο βάρος (βλ. τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5
(2)του Ν.81(Ι)/2011 ανωτέρω). Άλλωστε, γι'αυτό η Τράπεζα άσκησε την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση, για να προστατέψει τα συμφέροντά της που απορρέουν από τις προηγηθείσες δύο υποθήκες της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Εφεσίβλητου αρ. 4 ότι η Εφεσείουσα κωλύεται υπό τις περιστάσεις, είτε λόγω δεδικασμένου είτε λόγω συμπεριφοράς της. Τον απορρίπτω. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω κατάληξής μου, προβαίνω σε ένα μικρό σχόλιο. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση ότι στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Bank Of Cyprus Public Company, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D63, Αίτηση 25/19, ημερομηνίας 26.2.2019, κρίθηκε ότι δεν είναι καν αναγκαία η επίδοση αίτησης ως αυτής που προβλέπεται βάσει του άρθρου 12 του Ν.81(Ι)/2011, στον πωλητή ή στον ενυπόθηκο δανειστή. Η έντιμη κα Πούγιουρου, είχε επισημάνει συναφώς, τα εξής։ «Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω Νόμος δεν προνοεί για επίδοση της αίτησης σε συγκεκριμένα άτομα. Με το κριτήριο όμως όπως η έκδοση του διατάγματος θα πρέπει να θεωρείται εύλογη και δίκαιη για προστασία του αγοραστή, είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει η αίτηση να επιδοθεί και στον αγοραστή ή στον πωλητή, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας (βλ. Αίτηση Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και Ειρήνης Θεοδώρου, Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D853, Αίτηση 170/2014, ημερ. 7/11/2014).» Από τη δικαστική μου εμπειρία, η συνήθης μάλιστα πρακτική είναι να επιδίδεται τέτοια αίτηση στο Διευθυντή του Κτηματολογίου και στον πωλητή ή/και σε τυχόν ενυπόθηκο δανειστή. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω τα συμπεράσματά μου όπως τα έχω αναλύσει ανωτέρω αναφορικά με τα αποτελέσματα που δημιουργεί το άρθρο 5 του Ν.81(Ι)/2011 και απορρίπτω τις προδικαστικές ενστάσεις του Εφεσίβλητου αρ. 4 περί κωλύματος της Εφεσείουσας να εγείρει ή/και προωθεί την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΧΩΡΕΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΜΑΧΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ, ΔΕΔΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ. Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου ακολούθησε την προβλεπόμενη στα σχετικά άρθρα του Ν.9/65 διαδικασία. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι η συνταγματικότητα των ιδίων των εξουσιών που χορηγούνται στο Διευθυντή να ενεργήσει κατά τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο, για να επιφέρει το αποτέλεσμα της εξάλειψης και διαγραφής της υποθήκης, μεταβάλλοντας έτσι δυσμενώς τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή (ήτοι, της τράπεζας) προς όφελος τρίτου προσώπου (του περιγραφόμενου ως εγκλωβισμένου αγοραστή), μη συμβαλλομένου με τον εν λόγω δανειστή και ανεξάρτητα από τα όσα συμφωνήθηκαν στη σύμβαση μεταξύ ενυπόθηκου δανειστή και ενυπόθηκου οφειλέτη (πωλητή του ενυπόθηκου ακινήτου), χωρίς μάλιστα να ληφθεί η συναίνεση του ενυπόθηκου δανειστή για τη δυσμενή μεταβολή των δικαιωμάτων του. Είναι καλά νομολογημένο ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των διατάξεων ενός νόμου δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας νόμου ή μέρος των διατάξεων αυτού πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν (βλ. Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167). Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· PIK v. Kαραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της Συνταγματικότητας των Νόμων έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640,ως ακολούθως: «(α) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. (β) Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων. Τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (ε) Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσο συνταγματικές όσο και αντισυνταγματικές διατάξεις, μόνο οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες, εκτός εάν η διασύνδεση μεταξύ των συνταγματικών και των μη συνταγματικών διατάξεων είναι τόσο στενή, ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός. Σε τέτοια περίπτωση ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός». Παρατηρώ ότι, στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών προνοιών στη βάση των οποίων ενήργησε ο Διευθυντής Κτηματολογίου εγείρεται από την Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση - έφεσή της κατά τρόπο ειδικό, αφού με τους λόγους έφεσης ζητείται ο έλεγχος των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, όπως αυτά εισήχθηκαν με το Ν. 139(Ι)/2015, συγκριτικά προς τις πρόνοιες των Άρθρων 23, 25, και 26 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση - έφεση, το συνταγματικό ζήτημα αναλύεται λεπτομερειακά, ως θα έπρεπε, όχι αφηρημένα ή/και γενικά και απροσδιόριστα. Επομένως, χωρεί δικαστικού ελέγχου. Παρεμβάλλω εδώ ως παρένθεση ότι με τη θεραπεία «Δ» του παρακλητικού της αίτησης - έφεσης από λάθος και/ή εκ παραδρομής ζητείται να κηρυχθεί το Μέρος VIA που τιτλοφορείται «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή» ως αντισυνταγματικό, αντί να ζητείται να κηρυχθούν τα πιο πάνω άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Μέρους VIΒ («Προστασία Αγοραστών»), στα οποία άλλωστε αφορούν οι λόγοι έφεσης και όσα λέγονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Στράτη. Δεν θεωρώ ότι η διατύπωση της θεραπείας «Δ» εμποδίζει την άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των συγκεκριμένων άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ, εφόσον ξεκάθαρα εκείνα βάζει στο στόχαστρό της η αίτηση - έφεση κρινόμενη στο σύνολό της. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. 1. Αναφορικά με το Άρθρο 23 του Συντάγματος - Δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Στις παραγράφους 1 έως 4 του Άρθρου 23 προνοούνται τα κάτωθι: «1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται. 2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου. 3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.