Marpapol Management Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1783/2011, 6/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A580 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1783/2011 Μεταξύ: Marpapol Management Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας (για Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων και Υπουργείο Εσωτερικών Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως) Εναγόμενου Aίτηση ημερομηνίας 30/1/2019 για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Μ. Τσαγγάρη για Γενικό Εισαγγελέα Για Ενάγουσα/Καθ΄ης η Αίτηση: Μ. Χατζητζιοβάνης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου ως ακολούθως:
- Με την προσθήκη αμέσως πριν την παράγραφο 1, της ακολούθου παραγράφου: « 1Α. Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και/ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και/ή να εκδικάσει τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή ζητήματα και/ή να προβεί, είτε άμεσα είτε έμμεσα σε αναθεώρηση και/ή έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων αρμοδιότητα η οποία αποκλειστικά ανήκει στο Διοικητικό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και κατά συνέπεια το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και/ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να διαγνώσει την ορθότητα και/ή νομιμότητα του σχεδίου επί της Λεωφόρου Αρχαγγέλου. Επομένως ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας.
- Την τροποποίηση της αρίθμησης της υφιστάμενης παραγράφου 1 σε παράγραφο 1Β.
- Με την προσθήκη αμέσως μετά την παράγραφο 5, της ακολούθου παραγράφου: «5Α. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και/ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και/ή να εκδικάσει τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή ζητήματα και/ή να προβεί, είτε άμεσα είτε έμμεσα σε αναθεώρηση και/ή έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων αρμοδιότητα η οποία αποκλειστικά ανήκει στο Διοικητικό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και κατά συνέπεια το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και/ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να διαγνώσει την ορθότητα και/ή νομιμότητα του σχεδίου επί της Λεωφόρου Αρχαγγέλου και επομένως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.19, θ.θ.1, 2, 4, 10, 11, 14, 17, Δ.21, Δ.25, θ.θ.1-6, Δ.39, Δ.48 θθ. 1-4, 6-9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Ένορκη Δήλωση Ε. Νεοφύτου Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Νεοφύτου, βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού και υπεύθυνης στο Αρχείο Αγωγών στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στην οποία αναφέρονται τα εξής: · Κατόπιν εκτενέστερης μελέτης του φακέλου καθώς και πρόσφατης επικοινωνίας με το Αρμόδιο Τμήμα, το οποίο εφοδίασε την Δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση με σωρεία επιπλέον εγγράφων και επιστολών, για την προετοιμασία της επερχόμενης ακρόασης, διαπιστώθηκε ότι λόγω αβλεψίας, εκ παραδρομής και λόγω λάθους δεν αναφέρονται στην Υπεράσπιση τα όσα επιθυμεί και επιχειρεί να προσθέσει η Δικηγόρος με την παρούσα Αίτηση τροποποίησης. · Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα είναι αναγκαία και απαραίτητη η προτεινόμενη τροποποίηση προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ουσία της αγωγής και ιδιαίτερα το ζήτημα της Δικαιοδοσίας και συνεπώς το Δικαστήριο να μπορέσει να επιληφθεί των πραγματικών γεγονότων και να αποφασίσει επ' αυτών. Με αυτό τον τρόπο, θα απονεμηθεί αποτελεσματικά Δικαιοσύνη. · Επιπλέον στη βάση της ίδιας νομικής συμβουλήςτης οποίας τυγχάνει η ομνύουσα, η αιτούμενη τροποποίησηγίνεται καλόπιστα και εντός εύλογου χρόνου. Επίσης, η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα δημιουργήσει οποιαδήποτε αδικία και βλάβη στα δικαιώματα της Ενάγουσας που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή σε έξοδα υπέρ της Ενάγουσας. Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωριστεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα. Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θθ.1-6, Δ.27 και Δ.48, θθ.1- 4, 6, 9, στις συμφύεις εξουσίες, στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου, στο Άρθρο 28 και 30 Συντάγματος και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε εγκαίρως και/ή υποβάλλετε με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. § Δεν παρέχεται επαρκής δικαιολογία ως προς τη μη συμπερίληψη των αιτούμενων Τροποποιήσεων από την αρχή της διαδικασίας, ιδίως αφού πρόκειται για γεγονότα τα οποία οφείλε να γνωρίζει η πλευρά του Εναγόμενου πολύ πριν την καταχώριση της παρούσας. § Η Αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα χωρίς να παρέχεται επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση. Η εν λόγω καθυστέρηση παραβιάζει και το θεμελιώδες δικαίωμα της Ενάγουσας για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου. § Οι προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου δεν αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα και/ή απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας για να αποφασίσει το Δικαστήριο επί των θεμάτων που εγείρονται προδικαστικά. § Αν επιτραπεί η Τροποποίηση θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία. § Αν επιτραπεί η αιτούμενη Τροποποίηση θα προκληθεί δυσμενής βλάβης στα συμφέροντα της η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αφού στην ουσία θα επηρεάσει τις θέσεις που εγείρονται στην Υπεράσπιση αφού επιχειρείται μέσω της παρούσας αίτησης να εγερθεί ζήτημα προδικαστικής ένσταση. § Οι αιτούμενες Τροποποιήσεις αφορούν προδικαστικό νομικό σημείο το οποίο όφειλε ο Εναγόμενος να εγείρει στην αρχική Υπεράσπισή του ή αμέσως μετά. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η τόση καθυστέρηση. § Η αιτούμενη Τροποποίηση σε καμία περίπτωση δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και δεν βοηθά ούτε στην αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων ούτε στην αποκρυστάλλωση ευθύνης και δικαιωμάτων των διαδίκων. § Δεν αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει το αίτημα του Εναγόμενου για την προδικαστική εκδίκαση νομικών ζητημάτων. § Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. § Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και γίνεται με σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας. § Η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι είναι κακόπιστη και/ή έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και πολύ καθυστερημένα με σκοπό την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας. Ένορκη Δήλωση Π. Πολυκάρπου Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Π. Πολυκάρπου Διευθυντή της Ενάγουσας στην οποία αναφέρονται τα εξής: ü Η παρούσα Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι πολύ γενική, και σε κάθε περίπτωση αφορά γεγονότα τα οποία όφειλε η πλευρά του Εναγόμενου να γνωρίζει πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας. Επιπλέον, καμία αναφορά δεν είχε γίνει στις δύο προηγούμενες Υπερασπίσεις, για θέματα και/ή ζητήματα προδικαστικής ενστάσεως και/ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνον τώρα, 8 χρόνια έπειτα από την έγερση της παρούσας Αγωγής και σε στάδιο τόσο προχωρημένο. ü Η παρούσα Αγωγή σε καμία περίπτωση δεν αφορά διοικητική πράξη η οποία επέφερε κακό και/ή όχι σωστά μελετημένα από την Διοίκηση έργα, για αυτόν το λόγο δεν τέθηκαν τα ζητήματα ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου όπως ισχυρίζεται η πλευρά του Εναγόμενου ότι έπρεπε να γίνει. Η παρούσα Αγωγή αφορά νομικά ζητήματα και/ή θέματα αμέλειας που μπορούν να εγερθούν βάση αγωγής ενώπιον του παρόντος Επαρχιακού Δικαστηρίου και βάσει των οποίων η Ενάγουσα αξιώνει Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις. ü Το εγειρόμενο ζήτημα δεν είναι καθαρά νομικό και θα πρέπει να ακουστούν γεγονότα για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επιπλέον, όσον αφορά θέματα Δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο, έχει τη διακριτική ευχέρεια να εγείρει το θέμα αυτεπάγγελτα. ü Ο Εναγόμενος όφειλε, εάν επιθυμούσε την έγερση προδικαστικής ενστάσεως, να το έπραττε στην αρχική του Υπεράσπιση και/ή αμέσως μετά σε λογικό χρονικό πλαίσιο και όχι τώρα, 8 χρόνια έπειτα από την έγερση της παρούσας Αγωγής και/ή σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/3/2011 και η υπόθεση έχει οριστεί για Ακρόαση κατ' επανάληψιν. Ο Εναγόμενος επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση για έγερση προδικαστικής ένστασης. ü Εάν επιτραπεί η αιτούμενη Τροποποίηση και έγερσης προδικαστικής ενστάσεως, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας σε γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης της με κίνδυνο να υποστεί ζημιά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί δεόντως με διαταγή του παρόντος Δικαστηρίου. ü Η Αίτηση είναι υπέρμετρα καθυστερημένη. Ο Εναγόμενος επιχειρεί με τη δικαιολογία του δήθεν λάθους να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Το γνήσιο λάθος και/ή παράλειψη, ως έχει νομολογηθεί, δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποκαλύπτουν αναγκαιότητα για τροποποίηση. Με την καθυστέρηση τούτη παραβιάζονται περαιτέρω τα δικαιώματα της Ενάγουσας εταιρείας σε γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης της καθώς επίσης και του δικαιώματος δίκαιης δίκης. ü Εάν επιτραπούν οι αιτούμενες Τροποποιήσεις θα καθυστερήσει περαιτέρω η εκδίκαση της Αγωγής η οποία εκκρεμεί από το 2011 και στην οποία καθυστέρηση έχει ήδη προκαλέσει η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα να προκληθούν περαιτέρω και αχρείαστα έξοδα και σπατάλη πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βοηθούν στην αποκρυστάλλωση επίδικων θεμάτων καθότι έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί με σαφήνεια στο παρόν και ευρίσκον στάδιο της διαδικασίας. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως: pΗ τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1] pΤροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] pΗ τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. pΕπιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. pΣτον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3] pΟ παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται[5]. pΗ σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]. pΗ έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] p Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη. pΌσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111.Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627,το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)." ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εν πρώτοις κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. · Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/3/
- · Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε περί τις 14/2/
- · Στις 20/3/2012 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση από μέρους του Εναγόμενου. · Στις 3/7/2012 καταχωρήθηκε Απάντηση εκ μέρους της Ενάγουσας. · Στις 25/1/2016 εκδόθηκε Διάταγμα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως αφού προηγήθηκε Αίτηση τροποποίησης από την πλευρά της Ενάγουσας ημερ.16/12/
- · Στις 5/2/2016 καταχωρίστηκε τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. · Περί τις 8/4/2016 καταχωρίστηκε Τροποποιημένη Υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγόμενου. · Στις 23/5/2016 καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση εκ μέρους της Ενάγουσας. · Η υπόθεση ορίστηκε σε αρκετές ημερομηνίες για οδηγίες και σε 5 περιπτώσεις για ακρόαση (16/9/2014, 11/5/2017, 14/9/2018, 19/12/2018 και 25/2/2019) και μέχρι σήμερα δεν έχει αρχίσει η εκδίκαση της. · Από της καταχώρησης της Αγωγής μέχρι σήμερα η Ενάγουσα άλλαξε δικηγόρο 4 φορές. Εξέταση Θεμάτων που Εγείρονται Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η Ενάγουσα. Δεύτερο κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Σε σχέση με το πρώτο επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι εκείνο το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί μέσω της προτεινόμενης τροποποίησης είναι προσθήκη νέα βάσης υπεράσπισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, ήτοι μέσω της παραγράφου 1Α ότι οι ισχυριζόμενες αμελείς πράξεις που καταλογίζονται στη Δημοκρατία προέρχονται και/ή είναι αποτέλεσμα διοικητικών πράξεων έτσι ώστε να εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σε πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου είχε εγερθεί ως λόγος έφεσης ότι δεν θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση Υπεράσπισης εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Παρατίθεται κατωτέρω η σχετική περικοπή: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για διεύρυνση της βάσης της Υπεράσπισης και για προσθήκη Ανταπαίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (AnnualPractice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading": "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Stewardv.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may require to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J. p. 235)". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χωρίς αμφιβολία τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον των Αιτητή/Εναγόμενου. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σ' ένα τέτοιο πρώιμο στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στρεφόμενη τώρα στο δεύτερο ερώτημα που εγείρεται επισημαίνεται ότι ένα από τους λόγους Ένστασης αποτέλεσε και ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη 8 χρόνια μετά την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, ήτοι με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή κατεχωρήθη το 2011, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης κατεχωρήθη το 2019. Ως αιτιολογία και/ή ως λόγο για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά του Αιτητή επικαλείται πρόσφατη επικοινωνία της Δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση με το αρμόδιο Τμήμα το οποίο την εφοδίασε με σωρεία επιπλέον εγγράφων και επιστολών καθώς και την εκτενέστερη μελέτη που έγινε στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την ακρόαση της υπόθεσης. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[9]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[10]. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους του Εναγόμενου, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης[11]. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.ά v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι «το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου «σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί με την κατάλληλη μαρτυρία, η εκδοχή των εφεσειόντων». Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει καν ξεκινήσει και, επομένως, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια. Δεν βλέπω εν προκειμένω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Ενάγουσας που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίσταται σε αυτό το στάδιο η Ενάγουσα, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του Εναγόμενου/Αιτητή. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση σε 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της Αγωγής. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2]Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3]Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4]Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A & G Leventis& Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5]Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [6]ΔέστεSABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7]Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [8]Δέστε ΤαξίΚυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9]Δέστε την Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 AllE.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done therby can be compensated in money. That principles applies here." [10]ΔέστεSaba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426. [11]Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο