← Κύπρος

KOTSONIS ENTERPRISES LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3791/2019, 17/12/2019

KOTSONIS ENTERPRISES LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3791/2019, 17/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A593 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3791/2019 Μεταξύ:

  1. KOTSONIS ENTERPRISES LIMITED
  2. COTHADJ DEVELOPMENTS LIMITED
  3. "ΚΟΤΣΩΝΗΣ ΕΣΤΕΙΤ ΛΙΜΙΤΕΔ"
  4. L. AND F. ENTERPRISES LIMITED
  5. P.K. BLUE ACRE LIMITED
  6. XXXXX ΚΟΤΣΩΝΗ Εναγόντων και
  7. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  8. GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 22.11.2019 Ημερομηνία: 17.12.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε και Δώρο Μ. Ιωαννίδη & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 22.11.2019, αξιώνουν, μεταξύ άλλων, δηλωτικές και αναγνωριστικές αποφάσεις αναφορικά με την ακυρότητα ως προκρίνουν της μεταβίβασης και/ή μεταφοράς πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων 1 από τους Εναγομένους 1 στους Εναγομένους 2, ως επίσης απόφαση και/ή διάταγμα με τα οποία, πέραν από το να διακηρύσσεται ότι οι Ενάγοντες δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Εναγομένους 2 σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβαν από τους Εναγομένους 1, να απαγορεύεται στους Εναγομένους 2 να προωθούν δικαστικές και/ή εξωδικαστικές διαδικασίες με σκοπό την εκποίηση ακινήτων που καλύπτονται από συγκεκριμένες υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Διεκδικούν επίσης απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάζεται η Εναγομένη 1 να παραδώσει στους Ενάγοντες καταστάσεις λογαριασμών που οι τελευταίοι διατηρούσαν με τους Εναγόμενους 1 οι οποίοι σχετίζονται με ενυπόθηκα χρέη στα οποία αναφέρονται, ως επίσης αναγνωριστικές αποφάσεις ότι τα ενυπόθηκα χρέη που περιγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού, ως αυτές είναι συνημμένες σε σχετικές Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» που εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 σε σχέση με τις υποθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, είναι εσφαλμένα, ανακριβή και αόριστα και ότι δεν συνιστούν κατάσταση λογαριασμού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44Γ

(1)του Ν.9/1965 και τη νομολογία. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 22.11.2019, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό συζήτηση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας αξιώνουν: «
  1. Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει και/ή αναστέλλει: (Α) Τη διά ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πώληση και/ ή δημοπρασία και/ ή εκποίηση από τους Εναγόμενους 2, χωραφιού με αριθμό εγγραφής 11/XXX, Φύλλο/Σχέδιο 30/14W2 και αριθμό τεμαχίου XXX, Δήμος Στροβόλου, Ενορία Απόστολος Βαρνάβας & Μακάριος, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1 (πιο κάτω το «Ακίνητο Α»), η οποία δημοπρασία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού www.eauction-cy.com στις 18.12.2019 και ώρα 10:00 π.μ. η οποία προωθείται από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 δυνάμει Ειδοποίησης «ΙΓ» και/ ή «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ» ημερομηνίας 11.11.2019, και/ ή την προώθηση από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ ή 2, της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του Ακινήτου Α, και η οποία αφορά την Υποθήκη αρ. ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (πιο κάτω η «Υποθήκη Α»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ ή (Β) Τη διά ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πώληση και/ή δημοπρασία και/ή εκποίηση από τους Εναγόμενους 2, οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 11/XXX, Φύλλο/Σχέδιο 30/14W2 και αριθμό τεμαχίου XXX, Δήμος Στροβόλου, Ενορία Απόστολος Βαρνάβας & Μακάριος, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1 (πιο κάτω το «Ακίνητο Β»), η οποία δημοπρασία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού vvww.eauction-cy.com στις 18.12.2019 και ώρα 10:00 π.μ. η οποία προωθείται από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 δυνάμει Ειδοποίησης «ΙΓ» και/ ή «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ» ημερομηνίας 11.11.2019, και/ ή την προώθηση από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2, της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του Ακινήτου Β, και η οποία αφορά την Υποθήκη αρ. ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (πιο κάτω η «Υποθήκη Β»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ ή
  2. Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και / ή απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ ή 2: (Α) να εγείρουν και/ή προωθούν και/ή ασκήσουν δικαστικές και/ή εξωδικαστικές και/ή άλλες διαδικασίες με σκοπό την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που οι Ενάγοντες 1 έλαβαν από τους Εναγόμενους 1 και οι οποίες σχετίζονται και/ή συνδέονται με τις Υποθήκες «Α» και/ή «Β». (Β) την έκδοση και αποστολή στους Αιτητές οποιασδήποτε άλλης και/ή περαιτέρω Ειδοποίησης δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/ 1965 ως έχει τροποποιηθεί), σε σχέση και/ή αναφορικά με τα Ακίνητα «Α» και/ ή «Β» και τις Υποθήκες «Α» και/ή «Β» και/ή οποιεσδήποτε άλλες Υποθήκες που συνδέονται και/ή εξασφαλίζουν το κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκο χρέος των Αιτητών 1 προς του Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  3. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
  4. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Την ως άνω αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Κοτσώνη (ενάγοντα αρ. 6), διευθυντή όπως ο ίδιος δηλώνει των εναγουσών εταιρειών. Μέσω της, ο ως άνω ομνύων παραθέτει το υπόβαθρο γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση αίτηση, προβάλλει ισχυρισμούς, αναπτύσσει και εξηγεί τους λόγους που κατά τους αιτητές πάντα, οι τελευταίοι θεωρούν ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Θέτει παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων και στοιχείων στα οποία και παραπέμπει. Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψής της στα πλαίσια της παρούσας. Ανάμεσα σε άλλα, αποτελεί θέση του ότι η Εναγομένη 1 μετέφερε στην Εναγομένη 2 πιστωτικές διευκολύνσεις της Ενάγουσας 1 κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, υποδεικνύοντας προς τούτο ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις της Ενάγουσας 1 υπερέβαιναν το εκ του Νόμου επιτρεπόμενο ποσό του €1.000.
  5. Αναφερόμενος περαιτέρω σε έκταση σε διαβουλεύσεις μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων οι οποίες προηγήθηκαν προς το σκοπό αναδιάρθρωσης του χρέους της Ενάγουσας 1, υποδεικνύει πως παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν επιλογή διευθέτησης που τους δόθηκε από την Εναγόμενη 1, έχοντας μάλιστα παραστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων ότι πρόταση που τελικά διαμορφώθηκε από την πλευρά των Εναγόντων θα γινόταν αποδεκτή, εντούτοις οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι δεν αποδέχονται τη σχετική πρόταση. Προσθέτει εξ' άλλου ότι νέα γραπτή πρόταση που υπεβλήθη εκ μέρους των Εναγόντων παρέμεινε μέχρι σήμερα αναπάντητη, με τους Εναγομένους 2 να εκδίδουν τις επίδικες ειδοποιήσεις για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που βρίσκονται στην επαρχία Λευκωσίας. Η συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης των ως άνω επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, υποστηρίζει, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις Ενάγουσες, η οποία, για τους λόγους που προκρίνει, δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε κατοπινό στάδιο. Η Εναγόμενη 2, προσθέτει, δεν φαίνεται να διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια και φερεγγυότητα για να αποζημιώσει σε μεταγενέστερο στάδιο τους Ενάγοντες για τη ζημιά που θα υποστούν από την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, ενώ η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παράξει πρακτικά και οριστικά αποτελέσματα (με δεδομένο ότι οι πλειστηριασμοί θα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί) με ουσιαστικές οικονομικές συνέπειες για τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες, σημειώνει, πέραν του γεγονότος πως καθ΄ ον χρόνο υπογράφονταν οι συμβάσεις ουδέποτε συναίνεσαν στο ενδεχόμενο πώλησης των ακινήτων από τρίτο πρόσωπο, άγνωστης υπόστασης και οικονομικής κατάστασης, είναι σε θέση να καταθέσουν εγγύηση στο Δικαστήριο για την κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών ήθελε αποδεχθεί ότι υπέστη η Εναγόμενη 2 συνεπεία της έκδοσης των διαταγμάτων. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, καταλήγει, συνηγορεί επίσης υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού η Εναγομένη 2 εάν στο τέλος της ημέρας η αγωγή απορριφθεί, θα έχει τη δυνατότητα να επανέλθει με νέα διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Η καταχώρηση της ως άνω αίτησης προκάλεσε την αντίδραση των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση. Στις 04.12.2019, οι τελευταίοι προχώρησαν στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Ως οι διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτή στηρίζεται, στο σώμα της προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται: «
  6. Η Αίτηση και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθ' ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι και/ή δεν είναι πια ο ενυπόθηκος δανειστής και/ή δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα αποστολής οποιωνδήποτε Ειδοποιήσεων δυνάμει του Μέρους VIA του στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/65και/ή οι επίδικοι πλειστηριασμοί έχουν οργανωθεί και/ή προωθούνται και/ή προγραμματίσθηκαν αποκλειστικά και μόνο από την Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία είναι το μόνο πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις δυνάμει των όρων των επίδικων Συμβάσεων Υποθήκης.
  7. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική και/ή οι Αιτητές καταχώρησαν και/ή προωθούν την παρούσα αγωγή καταχρηστικά και/ή έχοντας ως αυτοσκοπό την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και/ή οι Αιτητές όφειλαν να εγείρουν τις όποιες αξιώσεις και/ή ισχυρισμούς έχουν και/ή θεωρούν ότι έχουν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια των προγενέστερων αγωγών 7798/14, 552/17, 668/17 και 669/17 που ήδη υφίστανται και/ή έχουν καταχωρηθεί και/ή εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων.
  8. Οι Αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και/ή ενδιάμεσης αίτησης και/ή λόγω της ολιγωρίας που οι Αιτητές επέδειξαν στην καταχώρηση και/ή προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή ενδιάμεσης αίτησης και/ή των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας και/ή στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Οι Αιτήτες κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή των προγραμματισμένων πλειστηριασμών καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους έδωσαν στους Καθ' ων η Αίτηση την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται και/ή δεν αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή λόγω της συμμετοχής των Αιτητών στην διαδικασία και της συμμόρφωσης τους με την απαίτηση για διορισμό εκτιμητών οι Αιτήτες κωλύονται από το να αμφισβητούν και/ή να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
  10. Οι Αιτήτες κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή των προγραμματισμένων πλειστηριασμών καθ' ότι η νομιμότητα και/ή εγκυρότητα και/ή εκτελεστότητα των Συμβάσεων Υποθηκών και/ή των Εγγράφων Υποθήκης δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές και/ή δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή της Καθ' ης η Αίτηση 2 να προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, όπως αυτό προβλέπεται από τα Έγγραφα Υποθηκών, το οποίο δικαίωμα οι ίδιοι οι Αιτήτες έδωσαν στους Καθ' ων η αίτηση και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή
  11. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτήτες να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  12. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 νόμιμα και νομότυπα ανέλαβε και/ή απέκτησε και/ή μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτήν οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή οι Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών που οι Αιτήτες είχαν υπογράψει και/ή εγγράψει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή δικαιωματικά η Καθ' ης η Αίτηση 2 ξεκίνησε και/ή συνεχίζει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού την οποία μεταβίβαση και/ή εκχώρηση οι Αιτητές εμμέσως πλην σαφώς παραδέχθηκαν και ουδέποτε αμφισβήτησαν και/ή συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις με την Καθ' ης η Αίτηση 2 για εξώδικη διευθέτηση των οφειλών τους αναγνωρίζοντας την νομιμότητα της μεταβίβασης και ως εκ τούτου οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν την νομιμότητα της εν λόγω μεταβίβασης και/ή εκχώρησης.
  13. Η ανάληψη και/ή απόκτηση και/ή εκχώρηση και/ή μεταφορά στην Καθ' ης η Αίτηση 2 των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης που οι Αιτήτες υπέγραψαν και/ή ενέγραψαν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1, εγκρίθηκε και/ή έγινε αποδεκτή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την έκδοση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. Διατάγματος ημερομηvίας 23/05/2019 με το οποίο επικυρώθηκε με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 το Σχέδιο Διακανονισμού με το οποίο μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Καθ' ης η Αίτηση 2 οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή οι Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών που οι Αιτήτες είχαν υπογράψει και/ή εγγράψει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση
  14. Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εξετάσει την νομιμότητα της εκχώρησης και/ή μεταφοράς στην Καθ' ης η Αίτηση 2 των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης που οι Αιτήτες υπέγραψαν και/ή ενέγραψαν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή λόγω της έγκρισης και/ή αποδοχής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της εκχώρησης και/ή μεταφοράς στην Καθ' ης η Αίτηση 2 των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης που οι Αιτήτες υπέγραψαν και/ή ενέγραψαν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1 μέσω της έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 τυχόν εξέταση της νομιμότητας της εν λόγω εκχώρησης και/ή μεταφοράς είναι ανεπίτρεπτη.
  15. Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας.
  16. Οι Αιτήτες ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων.
  17. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν την οικονομική επιφάνεια και/ή δυνατότητα να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση 1, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της παρούσας Αίτησης.
  18. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτηση.» Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου, ίδιας ημερομηνίας, υπαλλήλου της Εναγομένης αρ.1 τράπεζας. Ο ως άνω ομνύων, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, παραθέτοντας λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων που την περιβάλλουν, επαναλαμβάνει ουσιαστικά και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, θέτοντας ταυτόχρονα διάφορα τεκμήρια και στοιχεία υπόψη του Δικαστηρίου. Εξηγώντας ότι ο πλειστηριασμός των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων που βρίσκονται στη Λευκωσία, ο οποίος έλαβε χώρα στις 29.07.2019, απέβη άκαρπος, προκρίνει ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2, η οποία ήδη από τις 30.05.2019 με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου έχει αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εναγόμενη αρ. 1 τράπεζα στα δικαιώματα της τα οποία πηγάζουν από τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθήκευσης, δικαιωματικά ενεργώντας, απέστειλε σχετικές και εκ του Νόμου προβλεπόμενες ειδοποιήσεις ενημερώνοντας τους Αιτητές και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για τον προγραμματισμένο στις 18.12.2019, «δεύτερο» πλειστηριασμό. Αναφερόμενος στις διαβουλεύσεις οι οποίες προηγήθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων για εξώδικη διευθέτηση των οφειλών των πρώτων, υποδεικνύει ότι κατέστη σαφές, τόσο στους Αιτητές όσο και στους δικηγόρους τους, ότι ανεξαρτήτως των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα οι προγραμματισμένοι πλειστηριασμοί θα συνεχίζονταν κανονικά. Ήταν στα πλαίσια της ίδιας αντιμετώπισης που παρά την νέα πρόταση διευθέτησης που υπέβαλαν οι ενάγοντες, επαναλήφθηκε προς αυτούς η θέση ότι η ύπαρξη διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση δεν θα τερμάτιζε τη διαδικασία των πλειστηριασμών. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τους λόγους που προβάλλονται από την πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών για την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησής τους, προκρίνει περαιτέρω ότι η καθυστέρηση και ολιγωρία από μέρους των αιτητών στην προώθηση της τελευταίας, αποτελούν από μόνα τους κωλύματα στην προώθηση της αίτησης. Η υπό συζήτηση αίτηση, προσθέτει, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι καταχρηστικά προωθείται. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση - τις οποίες ανάλογα παραθέτει και σχολιάζει - προκρίνει πως όχι μόνο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αλλά και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου, καταλήγει, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. To ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ. Ως η νομολογία υποδεικνύει, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση καμία πλευρά δεν επιδίωξε να εξασφαλίσει άδεια από το Δικαστήριο για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ή για καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαφεύγει ασφαλώς της προσοχής ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 148: «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που γενικότερα απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί, είναι η θέση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση πως υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την περίπτωση, η καθυστέρηση και η ολιγωρία που παρατηρούνται στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους είναι ικανά να οδηγήσουν στην απόρριψη της. Ως λόγος δυνάμενος να οδηγήσει στην αποτυχία της υπό συζήτηση αίτησης, προκρίνεται παράλληλα η κατάχρηση της διαδικασίας που αποδίδεται στους Ενάγοντες - Αιτητές. Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει αίτηση του είδους, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθησή της και την χορήγηση τελικά θεραπείας ως η συζητούμενη στην παρούσα (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ. 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι σχετικές Ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» επιδόθηκαν στις 24.09.2018, σε χρόνο δηλαδή πολύ προγενέστερο της προώθησης της παρούσας διαδικασίας. Πέραν του έτους από την καταχώριση της παρούσας αγωγής και την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Ακολούθησαν, στις 22.03.2019, οι επιδόσεις των Ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» όσον αφορά τον «πρώτο» πλειστηριασμό, ενώ παράλληλα οι Αιτητές φαίνεται να συμμετείχαν στην όλη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, όταν συμμορφούμενοι με τη σχετική Ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ», στις 05.04.2019 απέστειλαν τις εκτιμήσεις της πλευράς τους όσον αφορά την αξία των επίδικων ακινήτων. Ο «πρώτος» πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων, ο οποίος υπήρξε ανεπιτυχής, έλαβε χώραν στις 27.07.
  1. Οι Ενάγοντες - Αιτητές, αποφάσισαν να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτησή τους, διεκδικώντας ουσιαστικά την ακύρωση ή και αναστολή των ανωτέρω τρεχουσών διαδικασιών εκποίησης των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, μόλις στις 22.11.
  2. Η ως άνω εξέλιξη των γεγονότων και η συμπεριφορά των Αιτητών, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενες με τις καλά αναγνωρισμένες και από μακρού χρόνου εδραιωμένες αρχές της νομολογίας μας επί του ζητήματος, ως υποστηρίζουν οι Καθ' ων η Αίτηση, δικαιολογούν την υιοθέτηση της εισήγησής τους για δραστική παρέμβαση του Δικαστηρίου και ανακοπή της περαιτέρω πορείας της Αίτησης εξαιτίας της υπέρμετρης καθυστέρησης από την πλευρά των Αιτητών να προωθήσουν σχετική αίτηση και να αναζητήσουν ανάλογη θεραπεία. Είναι γεγονός ότι τα πιο πάνω δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα, όσον αφορά το ειδικότερο ζήτημα που εδώ απασχολεί. Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι καθ' όλο το διάστημα φαίνεται να γίνονταν διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις με σκοπό τη γενικότερη ρύθμιση του ζητήματος των ενυπόθηκων χρεών, ωστόσο, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός πως οι όποιες διαβουλεύσεις γίνονταν πέραν και ανεξάρτητα από τη βούληση των Καθ' ων η Αίτηση να προωθήσουν και να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες πλειστηριασμού, πράγμα το οποίο και φαίνεται ότι γινόταν, με τη συμμετοχή μάλιστα και των Αιτητών κατ' εφαρμογή των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Άλλωστε η ως άνω αδράνεια έως και ολιγωρία εκ μέρους τους, ήταν εκείνη που επέτρεπε στους καθ' ων η αίτηση να προωθούν απρόσκοπτα τις σχετικές διαδικασίες εκποίησης κατ' εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, με τη συμμετοχή και συνεργασία ενίοτε των Αιτητών. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ουσιαστική βάση της αγωγής των Εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αλλά και της υπό συζήτηση αίτησης, αποτελεί το γεγονός της μεταβίβασης και/ή μεταφοράς και/ή πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων 1 από την Εναγομένη 1 στην Εναγόμενη 2, η οποία εγκρίθηκε με σχετικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 23.05.2019, μήνες μόλις πριν από την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Η καθυστέρηση μερικών μόλις μηνών από την ημερομηνία που ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση της ως άνω μεταβίβασης μέχρι την προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της υπό συζήτηση αίτησης, αποτελεί πραγματικότητα ικανή να διαφοροποιήσει την κατάσταση πραγμάτων επί του συζητούμενου. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής ότι αριθμός προγενέστερων αγωγών στις οποίες αναφέρονται και παραπέμπουν οι Καθ' ων η Αίτηση - οι οποίες εκκρεμούν από το 2014, με την τελευταία να καταχωρήθηκε το 2017 - συναρτώμενες πάντα και με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, δεν εδράζονταν ή αφορούσαν τη συγκεκριμένη βάση αγωγής. Η καθυστέρηση μερικών μόλις μηνών από την ημερομηνία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση της ως άνω μεταβίβασης μέχρι την προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της υπό συζήτηση αίτησης, έχοντας ως κύρια και ουσιαστική βάση το ως άνω γεγονός, διαφοροποιεί αισθάνομαι την κατάσταση πραγμάτων, κατά τρόπο που η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της υπό συζήτηση δια κλήσεως αίτησης εκ μέρους των Αιτητών, να μην επιβάλλει, εκ των προτέρων, την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον δραστικό τρόπο που εισηγείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Ούτε φαίνεται να δημιουργείται εκ προοιμίου κώλυμα για τους Αιτητές, λόγω της ως άνω συμπεριφοράς τους, να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση. Η προγενέστερη άλλωστε συμπεριφορά των Αιτητών και η εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, δεν φαίνεται να επιτρέπουν την υπαγωγή του εγχειρήματος της προώθησης της υπό κρίση αίτησης στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν εντοπίζονται εξάλλου στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των Αιτητών σε σχέση με την καταχώριση και την προώθηση της παρούσας αίτησης. Προσεγγίζοντας τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ως το υπό συζήτηση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της αίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση- μέσω αυτής. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο, απασχολεί κατά προτεραιότητα η προβαλλόμενη από τους αιτητές θέση ότι η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 θα πρέπει ουσιαστικά να θεωρεί παράνομη και άκυρη, καθ' ην έκταση έγινε κατά παράβαση του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου Ν.169(Ι)/
  3. Προς τούτο παραπέμπουν στην πρόνοια του άρθρου 3
(1)(α) και (β) του Ν.169(Ι)/2015 όπου η δυνατότητα μεταβίβασης χρέους περιορίζεται σε ποσά κάτω του €1.000.000, περίπτωση στην οποία ως εξηγούν δεν εμπίπτει η υπό συζήτηση. Σημειώνω ασφαλώς τη διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων επί του ζητήματος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση, ο οποίος, παραπέμποντας στο εδάφιο 2 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, προκρίνει τη θέση ότι σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις από πιστωτικά ιδρύματα καθορίζεται διαφορετική διαδικασία, κατά τρόπο που η υπό συζήτηση μεταβίβαση είναι καθ' όλα σύννομη. Στο πλαίσιο της απόφασης μου, στην αγωγή Αρ. 159/2018, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 24.07.2019, είχα την ευκαιρία, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα, να τοποθετηθώ για το ζήτημα της μεταφοράς - δυνάμει προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.05.2019 με την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 372/2019 - αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία Gordian Holdings Limited κατ' εφαρμογή προνοιών του Ν.169(Ι)/2015. Παρεμβάλλεται ότι ανάμεσα σε αυτές, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, είναι και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που απασχολούν στην παρούσα. Με κάθε σεβασμό, διατηρώντας τις ίδιες θέσεις επί του ζητήματος, τις επαναλαμβάνω ενθέτοντας μέρος τους και στην παρούσα. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην σχετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου: «Πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών, η ύπαρξη του ως άνω διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο, ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, επικυρώθηκε η ως άνω μεταβίβαση, δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων στο παρόν δικαστήριο να καταστήσει αντικείμενο εξέτασης και συζήτησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και την ορθότητα ή μη του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι δικαστήριο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική (βλ. ανάλυση και παραπομπή σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος στην πρόσφατη απόφαση του σεβαστού δικαστή Ναθαναήλ, στην Αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari (σε σχέση με αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 2928/2017 Ε.Δ. Λ/σου) Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2019 ημερ. 17.04.2019). Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εναγόντων παρά την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στην παρούσα για την ως άνω μεταβίβαση - αντικατάσταση - υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την εταιρεία Gordian Holdings Limited, αλλά και προγενέστερης ενημέρωσης που έτυχαν μέσω επιστολών για την ως άνω εξέλιξη, (ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας προβλέπουν) δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και της ορθότητας του διατάγματος του δικαστηρίου που την επικύρωσε. Η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή σχέση μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian Holdings Ltd δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το ζήτημα. Συνακόλουθα, το ως άνω διάταγμα, η ύπαρξης και η ισχύς του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα.» Των ως άνω λεχθέντων, απόπειρα του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει ουσιαστικά αν η μεταβίβαση των ως άνω επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων - μεταβίβαση η οποία εγκρίθηκε και επικυρώθηκε ήδη με Δικαστικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - ήταν παράνομη ή όχι, θα αποτελούσε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο παράβαση της πάγιας αρχής που θέλει ένα δικαστή να μην ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου. (βλ. Ματθαίου v. Σολομώντος κ.α.
(2010)1201). Συνακόλουθα, στην έκταση που ως βάση της παρούσας αγωγής προκρίνεται «η παράνομη μεταβίβαση» των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, μεταβίβαση η οποία έχει ήδη εγκριθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μέσω της συγκεκριμένης δικαογραφημένης θέσης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με ορατό μάλιστα ενδεχόμενο επιτυχίας. Διαφορετική είναι ασφαλώς η θεώρηση του ζητήματος όσον αφορά την κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην έκταση και στο βαθμό που αμφισβητούνται από την πλευρά των Εναγόντων οι καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στις Ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και η διεκδίκηση διαταγμάτων και/ή απόφασης μέσω των οποίων η Εναγομένη 1 να υποχρεωθεί να παραδώσει καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάζουν τις πιστώσεις και χρεώσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς που οι Ενάγοντες 1 διατηρούσαν με τους Εναγομένους 1 και σχετίζονται με τα επίδικα ενυπόθηκα χρέη. Ομοίως, συζητήσιμο ζήτημα φαίνεται να αποκαλύπτει και η αξίωση για δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι καταστάσεις λογαριασμού του ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους, όπως αυτές επισυνάπτονται στις Ειδοποιήσεις Τύπος «Ι», δεν συνιστούν κατάσταση λογαριασμού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44Γ
(1)του Ν.9/65 και κατά τα οριζόμενα στη σχετική ερμηνευτική Νομολογία, ως ειδικότερα προκρίνονται τα ζητήματα στις παραγράφους 5, 6 και 7 του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και ευρύτερα αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Ως έχει ήδη σημειωθεί η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη της υπόθεσης του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253). Έχει ήδη σημειωθεί ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Η διατύπωση απλώς και μόνο μιας αναγνωρισμένης στο Νόμο αιτίας αγωγής, γενικά και αόριστα, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε στοιχείων που να αποκαλύπτουν όχι μόνο συζητήσιμη υπόθεση επί τούτων αλλά και «προοπτική» επιτυχίας της, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με δεδομένο το ανεπιθύμητο της αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά συμπεράσματα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί η πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αμέσως πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες. Η αμφισβήτηση αυτού καθ' αυτού του ισχυριζόμενου υπολοίπου του ενυπόθηκου χρέους, σε συνδυασμό με τα προβαλλόμενα ζητήματα σε σχέση με το περιεχόμενο και εν τέλει το σύννομο της ειδοποίησης Τύπος «Ι» και της κατάστασης λογαριασμού που την συνοδεύει, αποτελούν ζητήματα που οι Αιτητές φαίνεται να προβάλλουν κατά τρόπο που υπερβαίνει το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν το ενδεχόμενο επιτυχίας σε κάποιες τουλάχιστον από τις θεραπείες που επιζητούνται. Τα πιο πάνω, χωρίς ασφαλώς να παραβλέπω τα γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς που προκρίνονται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση επί τούτων, τοποθετήσεις όμως που σε κάθε περίπτωση δεν οδηγούν, αυτόματα και εκ προοιμίου, στον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας επιτυχίας για την πλευρά των αιτητών. Το δικαστήριο, συνειδητά αποφεύγει την ουσιαστική και σε βάθος εξέταση και ανάλυση τους σε αυτό το στάδιο καταλήγοντας σε τελικά συμπεράσματα. Τούτα στην ώρα τους, κατά το στάδιο της ακρόασης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι ότι χωρίς την έκδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος ως τα υπό συζήτηση, διερευνάται πρωτίστως κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς (βλ. επίσης Κιτρομιλήδου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165 και). Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Είναι ωστόσο γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα, μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317). Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου στην υπό συζήτηση περίπτωση και έχοντας πάντα κατά νου ότι το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση για την ύπαρξη, το κύρος και τη νομιμότητα των επίδικων Υποθηκών Αρ. ΥXXXXX/2007 και ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Ότι «συζητείται» από τους εναγόντες στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής τους, (πέραν από τα ζητήματα του σύννομου της μεταβίβασης των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων, ζήτημα για το οποίο έχει ήδη αποτυπωθεί η θέση του Δικαστηρίου για την δυνατότητα συζήτησής του στο πλαίσιο της παρούσας) είναι ουσιαστικά η διαδικασία που ακολουθείται για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/1965 και η ορθότητα του διεκδικούμενου ενυπόθηκου χρέους, αμφισβητώντας κατά τον τρόπο που εξηγούν το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του ως άνω ενυπόθηκου χρέους. Είναι φανερό ότι οποιαδήποτε ζημιά ήθελαν υποστεί οι Αιτητές από την πώληση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων αυτή θα είναι οικονομικής φύσεως. Χρηματική αξία έχει η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία και ως τέτοια επιχειρείται να αξιοποιηθεί. Είναι άλλωστε σημαντικό να σημειωθεί ότι η συμβαλλόμενη ενυπόθηκη οφειλέτης (Ενάγουσα αρ.1 εταιρεία) ως καταδεικνύεται στα σχετικά Έγγραφα Υποθήκης που συνοδεύουν τις Υποθήκες Αρ. ΥXXXXX/2007 και ΥXXXXX/2007, ειδικότερα στον όρο αρ. 4, ευθύς εξ' αρχής συνομολόγησε, γνώριζε και προφανώς αποδεχόταν τη δυνατότητα της τράπεζας να αξιοποιήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα της προβαίνοντας σε πώληση τους, ακόμα και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση στην ίδια, προς ολική ή μερική εξόφληση υποχρεώσεων τις οποίες εξασφάλιζαν οι συγκεκριμένες υποθήκες. Η ενυπόθηκη οφειλέτης διέθεσε κατά τον πιο πάνω τρόπο την περιουσία της γνωρίζοντας και προφανώς αποδεχόμενη τη δυνατότητα εκποίησης της, εξέλιξη καθόλα επιτρεπτή για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Όπως επισημάνθηκε στην πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.09.2019, όπου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μέσω του οποίου να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη τράπεζα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία των εφεσειόντων που βαρυνόταν με αριθμό υποθηκών: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου άλλα κριτήρια ή παράγοντες που θα μπορούσαν να καταδείξουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς, με μια έννοια ευρύτερη της χρηματικής, επιβάλλοντας έτσι την παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που επιζητούν οι αιτητές. Ούτε η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθιστά άνευ αντικειμένου την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Αλώβητη παραμένει η δυνατότητα, στην περίπτωση που τελικά δικαιωθούν οι ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους, να επιζητήσουν στο ακέραιο την αποκατάσταση για την χρηματική αξία της ενυπόθηκής τους περιουσίας. Τίποτα δεν έχει τεθεί στο τέλος της ημέρας υπόψη του δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα ήταν δυνατόν η όποια τυχόν προκληθείσα ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν δυνατός ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας αν τούτο τελικά χρειαστεί, τον υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Προβάλλεται ακόμη ως επιχείρημα από την πλευρά των Αιτητών, πως καθ' ον χρόνο ο ενυπόθηκος οφειλέτης συναινούσε εγγράφως στον καταρτισμό των σχετικών Συμβάσεων Υποθήκης, δεν θεώρησε ως πιθανό το ενδεχόμενο πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τρίτο πρόσωπο, άγνωστης υπόστασης και οικονομικής κατάστασης το οποίο δεν αποτελεί τραπεζικό οργανισμό, αμφισβητώντας ταυτόχρονα την δυνατότητα και φερεγγυότητά της Καθ' ης η αίτηση 2, να αποζημιώσει τους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που κληθεί να πράξει τούτο, ως αποτέλεσμα της τυχόν αδικαιολόγητης εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων και γενικότερα να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή. Οι ως άνω θέσεις, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Στα ίδια τα Έγγραφα Υποθήκης που συνοδεύουν τις επίδικες Υποθήκες, ειδικότερα στον όρο αρ. 9, εντοπίζεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ρητά αναγνωρίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να μεταβιβάσει τις Υποθήκες σε οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων και εταιρειών που ανήκουν στο συγκρότημα της τράπεζας, χωρίς την συγκατάθεση του ενυπόθηκου οφειλέτη, πραγματικότητα που από μόνη της ανατρέπει την σχετική εισήγηση. Περαιτέρω, κανένα ουσιαστικό στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ικανά να καταδείξουν, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, τυχόν αδυναμία των καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν την πλευρά των εναγόντων - αιτητών και ότι τυχόν εκδοθείσα προς όφελος των Εναγόντων απόφαση στην υπό συζήτηση αγωγή, δεν θα καταστεί δυνατόν να ικανοποιηθεί. Γενικευμένες αναφορές από την πλευρά που έχει το βάρος ανάδειξης σε ικανοποιητικό βαθμό του θέματος, δεν είναι αρκετή. Πέραν του γεγονότος ότι για την Καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα, δεν τίθεται καν από την πλευρά των Εναγόντων τέτοιο ζήτημα, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τους Καθ΄ ων η αίτηση για την οικονομική κατάσταση και ευρωστία της Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρείας, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν. Ούτε καν επιχειρήθηκε η αντεξέταση του ομνύοντα Παύλου Δημητρίου επί τούτων. Αντίθετα, ως τέθηκε από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση και τα περιουσιακά στοιχεία που παρουσιάζονται να διαθέτουν, συνολική αξίας €1.182.182.380,00 εκ των οποίων €44.822.485,00 αφορούν ρευστά διαθέσιμα σε τραπεζικά ιδρύματα, οι τελευταίοι δεν φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σε περίπτωση που τελικά ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και προς όφελος των Εναγόντων, ικανοποιώντας πλήρως τους τελευταίους. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του τελευταίου ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει, ως η Νομολογία υποδεικνύει, η αναγκαιότητα να απασχολήσει το Δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα, με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό κρίση πάντα περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η υπό συζήτηση αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη. Τα έξοδα της αίτησης, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 412 παρ. 795 και 796) θα επιβαρυνθεί η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.