← Κύπρος

A.M. Charalambous Ltd κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67/2019, 6/12/2019

A.M. Charalambous Ltd κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67/2019, 6/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A581 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 67/2019 Μεταξύ:

  1. A.M. Charalambous Ltd
  2. XXXXX Λιασή
  3. XXXXX Χαραλάμπους
  4. XXXXX Χαραλάμπους
  5. XXXXX Χαραλάμπους
  6. Α.Μ. Charalambous Construction Tools Limited Αιτητών-Εφεσειόντων και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 06.12.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Ν. Χατζηϊωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Σία. Για Καθ' ης η αίτηση - Εφεσίβλητη: κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδη & Πελίδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την προώθηση της υπό συζήτηση Αίτησης - Έφεσης, αξιώνεται από την πλευρά των Εφεσειόντων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να παραμερίζεται η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερ. 08/01/2019 που αφορά την υποθήκη με αριθμό ΥXXXXX/2007 και επισυνάπτεται σε αυτή την αίτηση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να παραμερίζεται η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερ. 09/01/2019 που αφορά την υποθήκη με αριθμό ΥXXXX/2004 και επισυνάπτεται σε αυτή την αίτηση. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να παραμερίζεται η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερ. 18/01/2019 που αφορά την υποθήκη με αριθμό ΥXXXX/2011 και επισυνάπτεται σε αυτή την αίτηση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα ένεκα της ακυρότητας ή/και του παραμερισμού της ως άνω αναφερομένης ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» ημερ. 08/09/2019, 09/01/2019 και 18/01/
  7. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι ειδοποιήσεις Τύπος «I» που επιδόθηκαν στους αιτητές μαζί με τις ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» στις 05/12/2016 και 19/01/2017 και επισυνάπτονται στη παρούσα είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με αρ. 2030/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή/και Ζ. Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία και/ή διάταγμα κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Η. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης.» Σωρεία λόγων έφεσης προκρίνονται από την πλευρά των Αιτητών-Εφεσειόντων - 24 συνολικά - στη βάση των οποίων αξιώνεται η ακύρωση όχι μόνο της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», αλλά και άλλων εκ του Νόμου προβλεπόμενων Ειδοποιήσεων. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  8. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερ. 08/01/2019, 09/01/2019 και 18/01/2019 δεν έχουν νόμιμα ή/και νομότυπα επιδοθεί προς τους Αιτητές όπως καθορίζεται από το ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ή/και
  9. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί ή/και δεν έχει νομότυπα επιδοθεί προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ως ορίζεται από το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου (Ν.9/1965) ή/και
  10. Δεν προηγήθηκε η επίδοση ειδοποίησης Τύπου «I» πριν από την επίδοση του τύπου «ΙΑ» και/ή δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου (Ν.9/1965), ήτοι δεν προηγήθηκαν οι αναγκαίες ειδοποιήσεις πριν από την επίδοση του τύπου «ΙΑ»
  11. Εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για τις ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/
  12. Οι προσβαλλόμενες με την αγωγή, ειδοποιήσεις Τύπος «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος ή/και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου Ν.9/65 ή/και
  13. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι παράνομες ή/και ετοιμάστηκαν ή/και υπογράφθηκαν ή/και αποστάληκαν κατά παράβαση του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου Ν.9/1965 ή/και του Δευτέρου Παραρτήματος αυτού ή και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι δεν υπογράφεται ή/και δεν υπογράφεται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στον Νόμο ή/και στον Τύπο του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου ή/και
  14. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» στάλθηκε προς τους Αιτητές κατά παράβαση των Διαδικασιών ή και των Διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και των εκδοθέντων υπό αυτού Κανονισμών ή και
  15. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπος «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι είναι λανθασμένες ή/και ελλιπής ή/και το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο ή/και δεν συνάδει ή/και αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή/και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και
  16. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι είναι λανθασμένες ή/και το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο ή/και δεν συνάδει ή/και αντίκειται με τις διατάξεις του Νόμου (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή/και του Τύπου όπως αυτός εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί.
  17. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» είναι παράνομες ή/και άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι με την επίδικες ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» προωθείται ο πλειστηριασμός υποθήκης κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και
  18. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι το ποσό του ενυπόθηκου υπολοίπου των επίδικων υποθηκών όπως αυτό αναφέρεται στις προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι λανθασμένο ή/και αυθαίρετο ή/και δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού ή/και
  19. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθεί ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι το ποσοστό του επιτοκίου όπως αναφέρεται στις προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι λανθασμένο ή/και αυθαίρετο ή/και είναι κατά παράβαση των συμβάσεων ή/και δηλώσεων των επίδικων υποθηκών με αρ. ΥXXXX/2004, ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ΥXXXX/2011 του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ή/και
  20. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι είναι λανθασμένες ή/και ελλιπής ή/και το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο ή/και δεν συνάδει ή/και αντίκειται με τις διατάξεις του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή/και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα του ότι δεν αναφέρεται στην επίδικη ειδοποίηση Τύπος «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 η πλήρης διεύθυνση του ενυπόθηκου δανειστή όπου μπορεί ο παραλήπτης της επίδικης ειδοποίησης να αποστείλει γραπτώς την διαφωνία του με την εν λόγω ειδοποίηση ή και,
  21. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι ελλιπής ή/και παράνομες ή/και αποστάληκαν κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου αφού δεν συνοδεύονται με όλες τις καταστάσεις λογαριασμού.
  22. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι ελλιπής ή/και παράνομες ή/και αποστάληκαν κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος ορίζει, είναι περιληπτική ή/και ελλιπής ή/και αόριστη και δεν αναφέρει ή και δεν επεξηγεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους τόκους ή και τις χρεώσεις ή και τα έξοδα ή και τον τρόπο υπολογισμού των τόκων ή και αντίθετη με άλλες δηλώσεις και/ή έγγραφες καταχωρήσεις των καθ' ων η αίτηση.
  23. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» είναι παράνομες ή/και αποστάληκαν κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος επιτάσσει, είναι λανθασμένη ή/και το υπόλοιπο που αναγράφεται είναι εσφαλμένο ή και λανθασμένο ή/και κατά παράβαση των επίδικων υποθηκών με αρ. ΥXXXX/2004, ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ΥXXXX/2011 του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου.
  24. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 είναι παράνομες ή/και αποστάληκαν κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή και παραμεριστούν από το Δικαστήριο αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής δεν προσδιορίζει ποιο λογαριασμό των Αιτητών αφορά και/ή έχει συγχωνεύσει δύο

(2)διαφορετικούς λογαριασμούς σε ένα
(1)χωρίς να προσδιορίζει και/ή προσδιορίζει επαρκώς πως προκύπτει και για ποιόν λογαριασμό το συνολικό ισχυριζόμενο χρέος.
  1. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «I» ημερ. 23/11/2016 και 10/01/2017 ή/και γενικότερα η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου στην βάση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου Ν.9/1965 προωθείται από τους Καθ' ων η Αίτηση καταχρηστικά ή/και
  2. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπος «I» και είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο διότι ο Αιτητής 1, 2, 3, 4 και 5 -ενυπόθηκοι οφειλέτες δεν είναι υπερήμεροι με βάση το άρθρο 27 και 44 του Νόμου Ν.9/1965 ή και
  3. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπος «I» και «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο διότι η Επίδικη Σύμβαση και δηλώσεις των επίδικων υποθηκών με αρ. ΥXXXX/2004, ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ΥXXXX/2011 του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου είναι άκυρες ή και παράνομες ή και εγγράφηκαν κατά παράβαση του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και 21. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δεν όπως ακυρωθούν ή/και παραμεριστούν από το Δικαστήριο ή/και περαιτέρω όπως το Δικαστήριο διατάξει την αναστολή της διαδικασίας του ΜΕΡΟΥΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)αναφορικά με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή καθότι εκκρεμεί η Αγωγή με αρ. 2030/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία οι Αιτητές αξιώνουν την ακύρωση Υποθήκης με αρ. ΥXXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας διότι οι επίδικες συμβάσεις ή και δηλώσεις των ως άνω αναφερομένων υποθηκών είναι παράνομες ή και άκυρες ή και διότι αυτές καταρτίστηκαν ή και εγγράφηκαν κατά παράβαση του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 και/ή ένεκα του ότι το περιεχόμενο τους είναι αόριστο και/ή ασαφές και/ή ελλιπές.
  1. Οι προσβληθείσες ειδοποιήσεις είναι άκυρες ή και δέον όπως ακυρωθούν αφού το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/65 που διέπει την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως εισήχθηκε με τον Τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 είναι αντισυνταγματικό ή και αντίκειται στα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος.
  2. Παραβιάζονται τα δικαιώματα των αιτητών εκ του αρθ. 23, 28 και 30 του Συντάγματος.
  3. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις και σκοπούμενες πωλήσεις ματαιώνουν σχέδιο αναδιάρθρωσης/διευθέτησης των διαφορών και απαιτήσεων που έχει κατ' αρχή συμφωνηθεί και που αν τελικά δεν εγκριθεί θα οδηγήσει σε μέτρα αφερεγγυότητας.». Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την Αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους (Εφεσείοντα αρ. 4), εξουσιοδοτημένου όπως προκρίνει και από τους υπόλοιπους Εφεσείοντες να προβεί σε αυτήν. Ο ως άνω ομνύων, επαναλαμβάνοντας και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους λόγους έφεσης, προβάλλει καταληκτικά τη θέση ότι οι Ειδοποιήσεις και οι Γνωστοποιήσεις που η υπό συζήτηση αίτηση αφορά είναι άκυρες και παράνομες και ως εκ τούτου θα πρέπει να παραμεριστούν ή να ακυρωθούν, ενώ η διαδικασία εκποίησης να ανασταλεί. Παρεμβάλλεται ότι στην εξέλιξη της διαδικασίας η πλευρά των Εφεσειόντων προώθησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξίωνε διατάγματα αναστολής της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορούν οι ως άνω υποθήκες. Για μεν τα ακίνητα που αφορούσαν οι υποθήκες ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2004 το αίτημα αποσύρθηκε σε κάποιο στάδιο, ενώ σε σχέση με το ακίνητο που περιγράφεται και αφορά η υποθήκη ΥXXXX/2011 επέμεναν στην προώθησή της, την οποία το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφασή του, ημερ. 14.03.2019 απέρριψε. Εν πάση περιπτώσει, σχετικοί πλειστηριασμοί οι οποίοι έλαβαν χώρα τελικά σε σχέση με τα ακίνητα που αφορούσαν οι υποθήκες ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2011, είχαν σαν αποτέλεσμα την πώληση των υποθηκευμένων ακινήτων, ενώ ο πλειστηριασμός που έγινε σε σχέση με το ακίνητο που περιγράφεται στην υποθήκη ΥXXXX/2004, δεν οδήγησε στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη εμφανίστηκε στη διαδικασία, καταχωρώντας Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Πληθώρα λόγων ένστασης προτάσσονται από την πλευρά της, μέσω των οποίων επιχειρείται απάντηση στις αιτιάσεις των Εφεσειόντων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται επίσης αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται πως: «
  4. Η Έφεση είναι παράτυπη και πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη.
  5. Τα αιτητικά (Α) και (Γ) και -στην ανάλογη έκταση- τα αιτητικά (Δ), (Ε) και (ΣΤ) έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω του ότι τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/XXXX και XXXXX που ήταν υποθηκευμένα με τις αντίστοιχες υποθήκες ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2011 έχουν ήδη πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό με την ορθή και/ή νόμιμη διαδικασία και/ή σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965 (στο εξής Ό Νόμος').
  6. Το αιτητικό (Β) έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή είναι πλέον αλυσιτελές λόγω του ότι ο πλειστηριασμός στον οποίο αναφέρεται η προσβαλλόμενη ειδοποίηση έχει ήδη διενεργηθεί και/ή ολοκληρωθεί.
  7. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι, πλην των ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας, η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί προς υποστήριξη της Έφεσης (σε συνδυασμό μάλιστα με τη μαρτυρία που είχε προσκομιστεί προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινά διατάγματα ημ.5/3/2019) δεν καταδεικνύει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης και/ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου, απόφαση που υπό τις περιστάσεις και/ή στην απουσία νέας μαρτυρίας συνιστά δεδικασμένο (res judicata) επί των συγκεκριμένων ζητημάτων και/ή νομικό κώλυμα (issue estoppel και/ή cause of action estoppel) και/ή καθιστά την προώθηση των συγκεκριμένων ισχυρισμών αδύνατη και/ή καταχρηστική. Άνευ βλάβης των πιο πάνω: 5. Δεν υφίστανται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου καθορίζει ενώ η Έφεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά στη βάση του άρθρου 44Γ
(3).
  1. Η διαδικασία που έχει ακολουθήσει η Εφεσίβλητη για την πώληση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 0/XXXX, 3/XXXX και 0/XXXXX (στο εξής 'τα Ενυπόθηκα Ακίνητα') είναι και/ή ήταν καθόλα νόμιμη και έγκυρη και σύμφωνη με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου και οι ειδοποιήσεις ΙΑ που αφορούν τα Ενυπόθηκα Ακίνητα πληρούν όλες τις νομικές και/ή ουσιαστικές και/ή τυπικές προϋποθέσεις και έχουν επιδοθεί σε όλα τα απαιτούμενα πρόσωπα δεόντως και/ή σύμφωνα με το Νόμο και/ή με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  2. Τα αιτητικά (Δ), (Ε) και (ΣΤ) δεν μπορούν να εκδοθούν και/ή δεν βρίσκουν νομοθετικό ή άλλο έρεισμα και/ή τυχόν έκδοση τους θα επηρεάσει δυσανάλογα και/ή δυσμενώς και/ή αδικαιολογήτως τα δικαιώματα της Εφεσίβλητης.
  3. Οι ειδοποιήσεις τύπου I και Θ δεν είναι εφέσιμες και/ή η εγκυρότητα τους δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και/ή το αίτημα για ακύρωση τους είναι καταχρηστικό και/ή νομικά και πραγματικά ανυπόστατο.
  4. Άνευ βλάβης των λόγων ένστασης 7 και 8 ανωτέρω, οι ειδοποιήσεις τύπου I και Θ που αφορούν τα Ενυπόθηκα Ακίνητα πληρούν όλες τις νομικές και/ή ουσιαστικές και/ή τυπικές προϋποθέσεις και έχουν επιδοθεί σε όλα τα απαιτούμενα πρόσωπα δεόντως και/ή σύμφωνα με το Νόμο και/ή με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  5. Άνευ βλάβης των λόγων ένστασης 7 και 8 ανωτέρω, οποιαδήποτε τυχόν παρέκκλιση από τις διατάξεις του Νόμου δεν έχει επηρεάσει ούτε δύναται να επηρεάσει τα δικαιώματα των Εφεσειόντων και/ή οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία των ειδοποιήσεων I και Θ δεν συνιστά λόγο παραμερισμού των ειδοποιήσεων ΙΑ.
  6. Οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA του Νόμου δεν μπορούν να εξεταστούν λόγω του ότι διατυπώνονται γενικά και αόριστα και/ή δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου και/ή δεν παρέχονται στο δικόγραφο όλες οι απαραίτητες λεπτομέρειες ως προς τα ποια άρθρα του Νόμου αντίκεινται στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και/ή δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι λόγοι της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας και/ή οι ισχυρισμοί δεν τίθενται με την πληρότητα και την ακρίβεια που απαιτείται.
  7. Άνευ βλάβης του λόγου ένστασης 11 ανωτέρω, το Μέρος VIA του Νόμου δεν είναι αντισυνταγματικό και δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Ειδικότερα: (α) Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να μπορεί να αποδείξει ότι συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου προσκρούει σε συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος. (β) Δεν έχουν παρουσιαστεί οι σχετικές συμφωνίες υποθήκης με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να εξεταστούν οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων για παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, ο Νόμος δεν καταστρατηγεί συμβατικούς όρους και/ή δεν στρεβλώνει τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών και/ή δεν επιβάλλει περιορισμούς στα συμβατικά δικαιώματα και/ή στις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών και/ή δεν μεταβάλει τα νομικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. (γ) Η διαδικασία πώλησης σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου δεν προσκρούει και/ή δεν αντιτίθεται στις συμφωνίες υποθήκευσης των Ενυπόθηκων Ακινήτων και/ή δεν αποστερεί από τα συμβαλλόμενα μέρη οποιαδήποτε δικαιώματα έχουν δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών. (δ) Το Μέρος VIA του Νόμου απλά παρέχει μία εναλλακτική διαδικασία πώλησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων για σκοπούς πραγμάτωσης της βούλησης και/ή συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών αφού με τις συμφωνίες υποθήκης τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι η Εφεσίβλητη θα έχει το δικαίωμα να πωλήσει τα Ενυπόθηκα Ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο για το σκοπό εξόφλησης των υποχρεώσεων που οι αντίστοιχες συμφωνίες υποθήκης εξασφαλίζουν. (ε) Το Μέρος VIA του Νόμου διαφυλάττει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνει το δικαίωμα καταχώρησης αγωγής και/ή πρόσβασης στη δικαιοσύνη για αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή και/ή κατοχυρώνει το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. (στ) Δεν έχει αποδειχθεί ούτε υπάρχει δυσμενής μεταχείριση των Εφεσειόντων και/ή τα δικαιώματα των Εφεσειόντων δεν επηρεάζονται με δυσμενέστερο τρόπο από άλλων και/ή οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων περί άνισης μεταχείρισης και/ή δυσμενούς διάκρισης δεν μπορούν να εξεταστούν και/ή δεν είναι σχετικοί και/ή απαραίτητοι για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Ο XXXXX Κογκοττής, υπάλληλος στην εταιρεία στην οποία έχει μεταφερθεί η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη Τράπεζα, ανάμεσα στους οποίους και οι λογαριασμοί που αφορούν τους Αιτητές-Εφεσείοντες, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην συγκεκριμένη υπόθεση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης. Απορρίπτοντας τις θέσεις και αιτιάσεις που προκρίνονται από τους Εφεσείοντες ως κατά νόμο και ουσία αβάσιμες, αποτελεί θέση του πως μετά τη διενέργεια των σχετικών πλειστηριασμών και ανεξαρτήτως αποτελέσματος τούτων η υπό συζήτηση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, υποστηρίζοντας σε κάθε περίπτωση πως υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι ορθό και δίκαιο να απορριφθεί η υπό συζήτηση Έφεση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, έχοντας κατά νου αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ειδικότερα το γεγονός ότι η υπό συζήτηση αίτηση-έφεση αφορά διαδικασία εκποίησης που δρομολογήθηκε και σε σχέση με ενυπόθηκο ακίνητο που βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου, ως ειδικότερα αυτό περιγράφεται στην υποθήκη ΥXXXX/2011, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, σε συνδυασμό τούτο θεωρούμενο με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες - άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)και του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), όπου καθορίζεται ότι: ««Επαρχιακόν Δικαστήριον» διά ζητήματα αφορώντα εις οιονδήποτε ακίνητον σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της επαρχίας εν η κείται το τοιούτο ακίνητο.» - είναι φανερό ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, κατά τόπο, να εξετάσει τα εγειρόμενα στην υπό συζήτηση έφεση ζητήματα που αφορούν το ως άνω ακίνητο. Σημειώνεται ότι η υπό συζήτηση αίτηση αποτελεί διαδικασία ανεξάρτητη και ξένη από οποιαδήποτε αγωγή είναι δυνατόν να δρομολογηθεί ένεκα παραβίασης διαφόρων συμβάσεων τραπεζικών διευκολύνσεων που δυνατόν να συνομολογήθηκαν εντός της επαρχίας Λευκωσίας, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να επιληφθεί, ανάμεσα σε άλλα και αιτήματος για έκδοση διατάγματος εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων που βρίσκονται εκτός της επαρχίας στην οποία διατηρεί κατά τόπο δικαιοδοσία με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του Ν.14/1960. (βλ. Τσιακλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768 και N.S.K. Leather Plast Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 145). Έχει προβληματίσει κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση ενδείκνυται η παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο (στην έκταση πάντα που αυτή αφορά ακίνητο που βρίσκεται εκτός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του) στη βάση σχετικής τροποποίησης του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν ενδείκνυται η ανάληψη τέτοιας πρωτοβουλίας. Πέραν του γεγονότος ότι τέτοιο αίτημα δεν τέθηκε προς το Δικαστήριο, ως έχει ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η διαδικασία εκποίησης του συγκεκριμένου ακινήτου έχει ολοκληρωθεί με τη διενέργεια σχετικού πλειστηριασμού, ενώ το ευρύτερο ζήτημα της εγκυρότητας της ως άνω υποθήκης, φαίνεται να απασχολεί, ανάμεσα σε άλλα, στο πλαίσιο πολιτικής αγωγής που έχει ήδη δρομολογηθεί από τους Εφεσείοντες. Συνακόλουθα, στην έκταση πού η υπό συζήτηση αίτηση αφορά το ως άνω ενυπόθηκο ακίνητο που βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, ως ειδικότερα αυτό περιγράφεται στην υποθήκη Υ2965/2011, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, απορρίπτεται. Αποτελεί εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό συζήτηση Έφεση, με δεδομένο ότι έχουν ήδη διενεργηθεί οι δημόσιοι πλειστηριασμοί για τους οποίους απεστάλησαν οι σχετικές ειδοποιήσεις «ΙΑ» - οι οποίοι ως έχει ήδη σημειωθεί είχαν σαν αποτέλεσμα τα μεν ακίνητα που αφορούν οι υποθήκες ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2011 να πωληθούν, ενώ το ενυπόθηκο ακίνητο που αφορούσε η υποθήκη ΥXXXX/2004 όχι - έχει καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού ακόμη και αν επιτυγχάνετο ο παραμερισμός των υπό κρίση Ειδοποιήσεων «ΙΑ», αυτό δεν θα είχε οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1(B) A.A.Δ. 1176), τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα. Πολύ δε περισσότερο δεν προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες, είτε έχουν εκλείψει είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυσής τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση αισθάνομαι ότι η περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα και η δικαστική κρίση επί των ζητημάτων που προτάσσουν οι δύο πλευρές σε σχέση με το αντικείμενο που εδώ απασχολεί, δεν θα εκινείτο σε ένα θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός, εξέλιξη ασφαλώς αντιπαραγωγική και ανεπιθύμητη (βλ. Μαυρονικόλα ν. Φοινιώτη κ.ά
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1659 και Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Θεοδωρίδη
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1248). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι η Αίτηση-Έφεση καταχωρήθηκε την 01.03.2019, σε χρόνο προγενέστερο της διενέργειας των ως άνω πλειστηριασμών, η τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του συζητούμενου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άσκοπη και αποσυναρτώμενη πλήρως από συμφέροντα και θεραπείες που η πλευρά των Εφεσειόντων διεκδικεί ήδη, μέσω πολιτικής αγωγής που έχει δρομολογήσει. Αποτελεί θέση της πλευράς των εφεσειόντων ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις που επιδόθηκαν στην πλευρά τους - των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» περιλαμβανομένων - ως αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που ενσωματώθηκαν στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), μέσω του τροποποιητικού νόμου 142(Ι)/2014, θα πρέπει να ακυρωθούν, καθ' ην έκταση το ως άνω Μέρος του Νόμου, κατά τον τρόπο που ειδικότερα προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χαραλάμπους, παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα των Εφεσειόντων, ειδικότερα αυτά που κατοχυρώνονται στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Tο Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, παρά μόνο αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα Δικαστήρια, ως έχει ήδη σημειωθεί, δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε απασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128 ). Ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Το βάρος που βρίσκεται επί τους ώμους αυτών που κατά περίπτωση προκρίνουν το αντίθετο, είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485, Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325 και Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Αναδύεται ταυτόχρονα από τη νομολογία των δικαστηρίων μας ότι διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας διατάξεων νόμου, οφείλει να καθορίσει επακριβώς τα άρθρα του νόμου που αμφισβητεί και τη συνταγματική διάταξη στην οποία κατά την άποψή του αυτά προσκρούουν. Ως υποδείχτηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. Το δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. (Βλ. επίσης Οικονόμου ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676 και Μαυρογένης ν. Βουλής κ.α. (Αρ.3) 1996
(1)Α.Α.Δ. 315 και Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων). Γεγονός παραμένει ότι η πλευρά των Αιτητών δεν εξειδικεύει ούτε προσδιορίζει στο σώμα της Έφεσης τις θέσεις της επί του ζητήματος και τον τρόπο που κατά την πλευρά της παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος. Τούτο επιχειρείται μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Χαραλάμπους που συνοδεύει και υποστηρίζει την Έφεση, (βλ. παράγραφος 27) στο πλαίσιο της οποίας συγκεκριμενοποιείται και προσδιορίζεται ότι η θέση περί αντισυνταγματικότητας ολόκληρου του Μέρους «VIA» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), ως έχει τροποποιηθεί, εστιάζεται στην παράβαση των άρθρων 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Η τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος, είναι προφανές ότι δεν θα αποτελούσε ακαδημαϊκή άσκηση, αφού από μόνη της είναι δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Η ενασχόληση με την ως άνω εισήγηση της πλευράς των αιτητών, κρίνεται σκόπιμη και ωφέλιμη για σκοπούς της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, ευθυγραμμισμένο με την καλά καθιερωμένη νομολογία επί του ζητήματος, θα απασχολήσουν ζητήματα επί του συζητούμενου που έχουν τεθεί με τον δέοντα τρόπο ενώπιον του. Στο πλαίσιο της απόφασης μου, στην Αίτηση - Έφεση 108/209, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 18.07.2019, είχα την ευκαιρία, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα, να τοποθετηθώ για το ζήτημα της «αναδρομικότητας» της εφαρμογής σχετικών άρθρων του ως άνω Μέρους VIA του Ν.9/1965, ζήτημα που ως γίνεται κατανοητό προκρίνεται κατ' ουσία και από την πλευρά των Εφεσειόντων στην παρούσα περίπτωση, υποδεικνύοντας ότι η εξέλιξη αυτή παραβιάζει, κατά τον τρόπο που οι τελευταίοι εισηγούνται, θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται και διασφαλίζονται στα άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Με κάθε σεβασμό, διατηρώντας τις ίδιες θέσεις επί του ζητήματος, τις επαναλαμβάνω ενθέτοντας μέρος τους και στην παρούσα. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην σχετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου: «Είναι γεγονός ότι η γενική αρχή δικαίου, αναγνωρίζει ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν, μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες δεν καλύπτονται από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Χριστοφίδης v. Πατίχης
(2002)1 (Α) AAΔ 245 και Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) ΑΑΔ 1670). Συνακόλουθα, η αναδρομική ισχύς του νόμου, από μόνη της, δεν οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι το νομοθέτημα είναι αντισυνταγματικό. Σημειώνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο νομοθέτης μέσω του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, αλλά και προγενέστερου τροποποιητικού νόμου, ήτοι του Ν.142(Ι)/2014, ρητά και κατηγορηματικά έχει προσδώσει αναδρομικότητα στις διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965. Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών - εφεσειόντων, η εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν φαίνεται από μόνη της να προκαλεί οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εφεσειόντων ως προβάλλεται από την πλευρά τους. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στις Υποθήκες .................................... διέθεσαν τη συγκεκριμένη ακίνητη τους περιουσία, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της τράπεζας για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των ως άνω από μακρού χρόνου ενυπόθηκων ακινήτων, προς ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους, το οποίο, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, έχει ήδη καταστεί υπερήμερο. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα των ιδιοκτητών όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί και καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους τους της παραχώρησης των ως άνω ακινήτων τους για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε βεβαίως οποιοδήποτε κεκτημένα δικαιώματα των εφεσειόντων. ..................... Είχα την ευκαιρία σε υποθέσεις του είδους να υποδείξω, (βλ. μεταξύ άλλων Αρ. Αίτησης - Έφεσης 437/2018 απόφαση ημερ. 21.03.2019, Ε.Δ. Λευκωσίας και Αρ. Αίτησης - Έφεσης 275/2018 απόφαση ημερ. 18.09.2018, Ε.Δ. Λευκωσίας) όπως και άλλοι αδελφοί μου δικαστές, ως εντοπίστηκε τούτο από την ευπαίδευτη συνήγορο που εμφανίζεται για την εφεσίβλητη τράπεζα, θέση που επαναλαμβάνω και στα πλαίσια της παρούσας, ότι μέσω άρθρων που ενσωματώθηκαν στο μέρος VIA του Ν.9/1965, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση των ιδιοκτητών τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα, ως ειδικότερα προκρίνει η πλευρά των εφεσειόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση.» Η ενσωμάτωση των σχετικών άρθρων στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να προσβάλλει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που διασφαλίζονται στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Ήταν στα πλαίσια των ίδιων ως άνω συνταγματικών τους δικαιωμάτων, του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και της απόλαυσης και διάθεσης της περιουσίας και ιδιοκτησίας τους, που οι Αιτητές συνέστησαν υποθήκη, γνωρίζοντας και προφανώς αποδεχόμενοι τη δυνατότητα εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας, η οποία είναι καθόλα επιτρεπτή για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Όπως επισημάνθηκε στην πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.09.2019, όπου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μέσω του οποίου να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη τράπεζα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία των εφεσειόντων που βαρυνόταν με αριθμό υποθηκών: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Είναι εξάλλου σημαντικό να σημειωθεί πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίηση του με τον τροποποιητικό νόμο 142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του Μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς απαραίτητα εμπλοκή του Δικαστηρίου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Για όση σημασία άλλωστε μπορεί να έχει επί του ζητήματος που εδώ απασχολεί, γεγονός παραμένει ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οι σχετικές Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο τελευταίο, αντιπαραβάλλοντας τους όρους τους - όπως αυτοί κατά περίπτωση συμφωνήθηκαν μεταξύ ενυπόθηκου οφειλέτη και ενυπόθηκου δανειστή - να διαπιστώσει αν τελικά αυτοί πράγματι επηρεάζονται ή διαφοροποιούνται κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των εφεσειόντων. Ομοίως, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η προβαλλόμενη θέση περί παραβίασης των άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος με την εισαγωγή των σχετικών άρθρων στο νόμο. Πολλαπλά δικονομικά μέσα και διαβήματα παρέχονται στους εφεσείοντες, σε διάφορα στάδια, επιτρέποντας τους να επιζητήσουν ενώπιον των Δικαστηρίων θεραπείες σε σχέση με τα ζητήματα που τους απασχολούν στα πλαίσια της όποιας διαφοράς έχουν με τους Καθ' ων η αίτηση. Τούτο ρητά διακηρύσσεται άλλωστε με την σχετική πρόνοια του άρθρου 44Β
(3)του Ν. 9/1965. Το γεγονός ότι μέσω του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.9/1965 προσδιορίστηκαν οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν σε τυχόν έφεση κατά της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ», σε καμία περίπτωση σημαίνει στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο. Ούτε ασφαλώς η θέσπιση συγκεκριμένων προθεσμιών εντός των οποίων θα πρέπει να δρομολογηθούν συγκεκριμένες διαδικασίες ή να ασκηθούν συγκεκριμένα δικαιώματα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημερ. 31.10.2014, είναι επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων στη βάση του άρθρου 30 του Συντάγματος, αρκεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο να μην επηρεάζεται ή ματαιώνεται και να μην τίθενται νομοθετικά εμπόδια τα οποία να την καθιστούν υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη (βλ. επίσης Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210 και Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744). Οι όποιες διαδικαστικές προϋποθέσεις και προθεσμίες τίθενται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, συνολικά και σε συνδυασμό θεωρούμενες με τα θεμελιώδη δικαιώματα που διασφαλίζονται από τις συνταγματικές διατάξεις στις οποίες οι εφεσείοντες αναφέρονται, δεν μπορούν ασφαλώς να χαρακτηριστούν τέτοιες που να καθιστούν αδύνατη ή έστω υπερβολικά δύσκολη την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Έχοντας άλλωστε κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του νόμου, η θέση πως με την εισαγωγή του σχετικού Μέρους του νόμου ο ενυπόθηκος δανειστής, στην υπό συζήτηση περίπτωση η τράπεζα, καθίσταται δικαστής της δικής του υπόθεσης αποκλείοντας το Δικαστήριο, κατά τον γενικό έστω τρόπο που εισηγούνται οι εφεσείοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλώβητη φαίνεται να παραμένει η εξουσία και η δυνατότητα του Δικαστηρίου ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, ως θεματοφύλακα του κράτους δικαίου. Παρεμβάλλεται πως η προβολή της γενικότερης θέσης - ως επιχείρημα για την κατάδειξη της αντισυνταγματικότητας των σχετικών προνοιών του Ν.9/1965 - πως ενυπόθηκος οφειλέτης, του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα τίθεται σε δυσμενέστερη θέση από αυτόν του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής είναι πιστωτικό ίδρυμα, καθ' ότι μόνο πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται κατά τον νόμο να αποστέλλουν ειδοποιήσεις Τύπος «Θ», δεν φαίνεται να αποτελεί ζήτημα για το οποίο - ως η νομολογία υποδεικνύει - είναι αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου για την τελική τοποθέτησή του επί των συζητούμενων στην παρούσα, όπου το γεγονός ότι ο ενυπόθηκος δανειστής αποτελεί αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δεν αμφισβητείται. Υπό το σύνολο όσων στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισαγωγή στο συγκεκριμένο μέρος του νόμου των άρθρων που επικεντρώθηκαν οι εφεσείοντες, δεν επιδρούν καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους ως η πλευρά των τελευταίων υποστηρίζει, επιβάλλοντας κατά τον τρόπο που εισηγούνται την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί, από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ»: «Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, μόνο για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο». Είναι παράλληλα σημαντικό να εντοπιστεί, ότι η δυνατότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους να αμφισβητήσει το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να κινήσει τις διαδικασίες και να αναζητήσει τις θεραπείες που προβλέπονται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965 (ως έχει τροποποιηθεί) στη βάση οποιουδήποτε άλλου νόμου και κανονισμών, ρητά διασφαλίζεται και διακηρύσσεται από το νόμο. Ως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 44Β
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου: «Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Ξεκάθαρες είναι οι πρόνοιες του ως άρθρου 44Γ
(3)του Ν.9/1965. Σε περίπτωση που υφίσταται ένας από τους έξι λόγους που πιο πάνω κατά τρόπο περιοριστικό παρατίθενται σε αυτό, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη καθώς και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Οι λόγοι που δύναται να προβληθούν στο πλαίσιο έφεσής κατά τα ειδοποίησης «ΙΑ», είναι συγκεκριμένοι, ως ειδικότερα αυτοί προβλέπονται και καταγράφονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του Ν.9/1965. Πρόκειται δηλαδή για διαδικασία με εξ αρχής προσδιορισμένο και περιορισμένο σκοπό, αφού στο πλαίσιο της, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο κατά πόσο ισχύει ένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο σχετικό νόμο λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Με δεδομένη την ως άνω πρόνοια του νόμου, οποιοιδήποτε λόγοι έφεσης ή παράπονα που εκφράζουν οι εφεσείοντες - αιτητές στο πλαίσιο του υπό συζήτηση δικονομικού τους διαβήματος κατά των συγκεκριμένων ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ», στην έκταση που αυτά δεν άπτονται ζητημάτων που κατά το πιο πάνω άρθρο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης σε έφεση του είδους, όπως ζητήματα που αφορούν την επίδοση, τον τύπο, το περιεχόμενο, ή ακόμα τη νομιμότητα των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι», την κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση Τύπος «Ι», την νομιμότητα και εγκυρότητα των σχετικών συμβάσεων υποθήκης κλπ, εκ των πραγμάτων και καθ' ην έκταση δεν περιλαμβάνονται ή συσχετίζονται με τους καθορισμένους λόγους παραμερισμού των σχετικών ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ», ως εξαντλητικά αυτοί απαριθμούνται και προβλέπονται στο νόμο, δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικό αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει ήδη σημειωθεί, δεδομένη είναι η δυνατότητα προβολής οποιονδήποτε τέτοιων ζητημάτων στα πλαίσια ανάλογων ένδικων μέσων, ως τούτο διασφαλίζεται και από το άρθρο 44Β
(3)του Ν.9/1965. Ως αναδύεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι σχετικές ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» φαίνεται να επιδόθηκαν δεόντως στους εφεσείοντες αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, κατά τρόπο που να συνάδει με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Δεν υπήρξε άλλωστε ουσιαστική αμφισβήτηση τούτου από την πλευρά των εφεσειόντων. Σύγκριση δε των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» που επιδόθηκε στον ενυπόθηκο οφειλέτη αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος με τον αντίστοιχο Τύπο που παρατίθεται στο σχετικό Δεύτερο Παράρτημα του νόμου, καταδεικνύει ότι αυτές συντάχθηκαν στον ορθό τύπο και με το προβλεπόμενο περιεχόμενο. Παρεμβάλλεται ότι η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», δεν αφορά απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους. Μέσω της, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ουσιαστικά ενημερώνονται για την επικείμενη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, έχοντας στο μεταξύ ειδοποιηθεί μέσω των ειδοποιήσεων που προηγήθηκαν για το διεκδικούμενο υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους. Συνεκτιμώντας παράλληλα όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η επιλογή εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση της δρομολόγησης της διαδικασίας του Μέρους VΙA του σχετικού νόμου, δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στην έννοια της κατάχρησης των διαδικασιών, ως εισηγείται η πλευρά των εφεσειόντων. Ούτε διαπιστώνονται στοιχεία κακοπιστίας εκ μέρους των Εφεσίβλητων. Οι τελευταίοι ως ενυπόθηκοι δανειστές, καθ' όλα δικαιωματικά φαίνεται να προωθούν τα συμφέροντα τους και να διεκδικούν θεραπείες μέσω θεσμοθετημένων διαδικασιών, εκτός Δικαστηρίου, που η Νομοθεσία τους παρέχει. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά των εφεσειόντων δεν έχει καταδείξει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους ακύρωσης, όπως αυτοί καταγράφονται και προσδιορίζονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965, δυνάμενοι να ακυρώσουν τις σχετικές ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και κατ' επέκταση να επηρεάσουν αρνητικά τις ανάλογες διαδικασίες πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στις επίδικες υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Συνακόλουθα, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.