ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΗ, Αρ. Αγωγής: 6535/13, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A611 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6535/13 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ Ενάγουσα και XXXXX ΑΥΓΟΥΣΤΗ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Φρ. Νικολάου για Τ. Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 26/08/13 και περί ώρα 15:00 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στη Λευκωσία, μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε η ενάγουσα με αρ. εγγραφής XXXXX46 και του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγραφής XXXXX60. Είναι παραδεκτό ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος αμφότερα τα μέρη υπέστηκαν ειδικές ζημιές, η μεν ενάγουσα ύψους €2.307, ο δε εναγόμενος ύψους €2.080, ποσό το οποίο ο τελευταίος ανταπαιτεί από την πρώτη. Αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση επίδικα θέματα στην υπόθεση είναι το ποιος ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα και οι κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη επιπρόσθετα η ενάγουσα. Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι την στιγμή του επίδικου ατυχήματος, τόσο η ενάγουσα όσο και ο εναγόμενος είχαν κατεύθυνση προς τα φώτα Καλησπέρα και ότι στο σημείο που έγινε το επίδικο ατύχημα, το οποίο είναι πριν τα εν λόγω φώτα, η λεωφόρος Αθαλάσσας, η οποία είναι κύρια οδική αρτηρία, χωρίζεται σε τρεις λωρίδες, με τις δύο εξ' αυτών να κατευθύνονται προς τα φώτα Καλησπέρα και την τρίτη να κατευθύνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από τα φώτα Καλησπέρα προς τα φώτα Ακροπόλεως. Με βάση την κατεύθυνση των δύο οχημάτων, ήτοι προς τα φώτα Καλησπέρα, η τρίτη λωρίδα, η οποία έχει αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς τα φώτα Ακροπόλεως, βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου. Κοινό έδαφος συνιστά επίσης το ότι επί του πεζοδρομίου που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά της λεωφόρου με βάση την κατεύθυνση των δύο οχημάτων και στο ύψος του σημείου που αυτά συγκρούστηκαν, υπάρχει φούρνος «Ζορμπά». Κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα υπήρχε ικανοποιητικό φυσικό φως, ο δρόμος ήταν στεγνός και στη λεωφόρο υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση και από τις δύο κατευθύνσεις. Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο, όπως άλλωστε φαίνεται και από τις μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες που αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ως Τεκ.2 και 12 και την εκτίμηση του ιδιώτη εκτιμητή της ενάγουσας Τεκ.6, 7 και 8 η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ότι από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στην έξω πλευρά του πίσω δεξιού φτερού του οχήματος της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην περιοχή γύρω από τον πίσω δεξιό τροχό με την κατεύθυνση της ζημιάς να είναι από τα πίσω προς τα εμπρός και στο μπροστινό αριστερό φτερό, αριστερή πλευρά μπροστινού προφυλακτήρα, καπό και αριστερό φανάρι του οχήματος του εναγόμενου και ότι μετά τη σύγκρουση, το όχημα της ενάγουσας στριφογύρισε προς τα δεξιά, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι στην τρίτη λωρίδα και ακινητοποιήθηκε πλησίον και σχεδόν παράλληλα με το δεξιό πεζοδρόμιο, με το μπροστινό του μέρος (μέτωπο) να είναι στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς τα φώτα Ακροπόλεως. Η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα «.οδηγούσε το όχημα της στην λεωφόρο Αθαλάσσας στην αριστερή λωρίδα και ο εναγόμενος. οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα. και ενώ η ενάγουσα προσπάθησε να στρίψει δεξιά προ στο φούρνο Ζορμπά.ο εναγόμενος ακολουθώντας την ενάγουσα προς ίδια κατεύθυνση και ίδια λωρίδα.υπέπεσε υπό του οχήματος της ενάγουσας.» Η κατ' ισχυρισμό αμέλεια του εναγόμενου προκύπτει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παραθέτει η ενάγουσα στο δικόγραφο της, στο ότι αυτός παρέλειψε να την αντιληφθεί και να σταματήσει έγκαιρα, να οδηγεί με εύλογη και επιτρεπτή ταχύτητα, να δει έγκαιρα και ή καθόλου τη σηματοδότηση της και γενικά να οδηγεί με τη δέουσα φροντίδα και προσοχή. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνεπεία της σύγκρουσης υπέστη, πέραν των παραδεκτών υλικών ζημιών, και σωματικές βλάβες, ήτοι θλάση αυχένα, για την οποία της συστήθηκε ως θεραπεία η χρήση αυχενικού κολάρου και αριθμός φυσιοθεραπειών. Η ταλαιπωρία δε που υπέστη συνεπεία των τραυμάτων της επηρέασε και την απρόσκοπτη και συνεχόμενη παρακολούθηση των μαθημάτων που είχε τότε ως φοιτήτρια. Μέχρι σήμερα, ισχυρίζεται η ενάγουσα, εξακολουθεί να υποφέρει από πόνους, αϋπνίες, συμπτώματα κατάπτωσης και αδυναμίας. Στην αντίπερα όχθη, από πλευράς εναγόμενου προβάλλεται μία εντελώς διαφορετική δικογραφημένη εκδοχή ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και ενώ αυτός οδηγούσε το όχημα του «.επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου Αθαλάσσας με πορεία προς τα φώτα Καλησπέρα, η ενάγουσα η οποία οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου.και τηρούσε την ίδια πορεία με το όχημα του εναγόμενου.επιχείρησε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα που βρισκόταν το όχημα του εναγόμενου με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία και να προκαλέσει δυστύχημα και άλλες ζημιές». Είναι η θέση του εναγόμενου ότι η αμέλεια της ενάγουσας, η οποία κατ' εκείνον συνιστά την αποκλειστική αιτία για το ατύχημα, έγκειται στο ότι η τελευταία παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα του που βρισκόταν στα δεξιά της, να χρησιμοποιήσει τους φωτεινούς δείκτες του οχήματος της ώστε να καταδείξει την προτιθέμενη πορεία της, ότι επεχείρησε να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ενώ αυτό απαγορεύετο και ότι γενικά δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που ο εναγόμενος θεωρεί ότι καμία αποζημίωση δεν οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα αλλά αντίθετα, ότι είναι η τελευταία που θα πρέπει να αποζημιώσει εκείνον για της υλικές ζημιές που αυτός υπέστηκε. Κατά την ακρόαση μαρτυρία έδωσαν μόνο οι δύο διάδικοι, ήτοι η ενάγουσα και ο εναγόμενος, ως ΜΕ1 και ΜΥ1 αντίστοιχα. Η ουσία της κυρίως εξέτασης της ενάγουσας έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) η οποία κύλησε πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο της. Συγκεκριμένα, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου με κατεύθυνση τα φώτα Καλησπέρα και όταν έφτασε στο ύψος του φούρνου Ζορμπά, αποφάσισε να στρίψει δεξιά προς τον εν λόγω φούρνο. Ελάττωσε ταχύτητα, ενεργοποίησε το φωτεινό σηματοδότη του οχήματος της για να δείξει την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και στη συνέχεια σταμάτησε μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν έρχονταν αυτοκίνητα από απέναντι. Τότε, σύμφωνα με τη δήλωση της μάρτυρος, την χτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της ο εναγόμενος, ο οποίος «.με ακολουθούσε αφού είχε την ίδια κατεύθυνση με εμένα και βρισκόταν στην ίδια λωρίδα». Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτή οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα της λεωφόρου, δηλαδή τη μεσαία και εφόσον πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά προς τον Ζορμπά, η προσοχή της ήταν στραμμένη προς τα εμπρός και συγκεκριμένα προς τα οχήματα που οδηγούνταν στην τρίτη λωρίδα της λεωφόρου και που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν γνωρίζει, ως ισχυρίστηκε κατά ην αντεξέταση της, πού ήταν το όχημα του εναγόμενου πριν την σύγκρουση και ούτε έκρινε αναγκαίο να ελέγξει με τα καθρεφτάκια της την τροχαία κίνηση που υπήρχε πίσω της, όπου προφανώς βρισκόταν ο εναγόμενος, εφόσον ο «κίνδυνος» για την ίδια δεν ήταν τα οχήματα που την ακολουθούσαν αλλά τα οχήματα που έρχονταν από απέναντι της, την πορεία των οποίων ουσιαστικά θα ανέκοπτε στρίβοντας δεξιά. Δέχτηκε η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δεν επιτρεπόταν η «διασταύρωση λωρίδων» εφόσον υπήρχε επί του οδοστρώματος σηματοδοτημένη άσπρη συνεχόμενη γραμμή όπως δέχτηκε και ότι η ενέργεια της να «διασταυρώσει» την εν λόγω γραμμή συνιστούσε παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που πλήρωσε αδιαμαρτύρητα το εξώδικο πρόστιμο που της υπεβλήθη για την εν λόγω παράβαση, όμως, ισχυρίστηκε ότι καμία άλλη παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας δεν έκαμε και ότι η εν λόγω παράβαση της ουδόλως συνέβαλε στο να συμβεί το επίδικο ατύχημα. Σημειώνω εδώ ότι στη μάρτυρα υποδείχθηκε κατά τη αντεξέταση της σχεδιάγραμμα και αστυνομική έκθεση που φέρεται να ετοιμάστηκε κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος μετά από καταγγελία που η ίδια έκαμε στις 02/09/13 (βλ. Τεκ.14). Η μάρτυς αναγνώρισε επί του εν λόγω σχεδιαγράμματος την υπογραφή της καθώς επίσης και την πορεία που αυτή ισχυρίστηκε ότι ακολουθούσαν τα δύο οχήματα, πορεία η οποία σημειώθηκε από τον αρμόδιο αστυνομικό με τα χαρακτηριστικά «Α» και «Β». Απέρριψε όμως η μάρτυς ως εσφαλμένη την πορεία που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι είχαν τα δύο οχήματα και η οποία επίσης σημειώθηκε στο σχεδιάγραμμα με τα χαρακτηριστικά «Α1» και «Β1» όπως απέρριψε και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο εμπλεκόμενος αστυνομικός, ήτοι ότι «Σύμφωνα με τις ζημιές των δύο οχημάτων και από το γεγονός ότι το XXXXX46 στριφογύρισε στον δρόμο, ο ισχυρισμός (της ενάγουσας) δεν ευσταθεί». Τέλος, η ενάγουσα απέρριψε και τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβηκε ο αστυνομικός που διερεύνησε την υπόθεση και οι οποίες, σύμφωνα με την έκθεση Τεκ.14 έχουν ως εξής: «.η (ενάγουσα) οδηγούσε το αυτοκίνητο (σ.σ. αναγράφεται δακτυλογραφημένα ο αριθμός XXXXX42 και δίπλα του χειρόγραφα ο αριθμός XXXXX46) στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Αθαλάσσας στην Λευκωσία με κατεύθυνση από την Λεωφ. Λεμεσού προς την διασταύρωση με την Λεωφ. Ακροπόλεως. Σε κάποιο σημείο του δρόμου κινήθηκε δεξιότερα της πορείας της και αφού παραβίασε άσπρη συνεχόμενη γραμμή εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο XXXXX60 το οποίο εκινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου με την ίδια κατεύθυνση, με οδηγό τον (εναγόμενο).». Στη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου επίσης έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ήτοι ότι η ενάγουσα, η οποία οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, εισήλθε απότομα στην δεξιά λωρίδα όπου βρισκόταν εκείνος χωρίς να ελέγξει την κίνηση, χωρίς να τον αντιληφθεί και χωρίς να δείξει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, με αποτέλεσμα να του ανακόψει βίαια την πορεία του, να μην του αφήσει κανένα περιθώριο έγκαιρης αντίδρασης και να προκαλέσει έτσι την επίδικη σύγκρουση. Προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του ο μάρτυρας παρέπεμψε στις φωτογραφίες Τεκ. 2 και 12 όπου απεικονίζονται οι ζημιές και η τελική θέση των δύο οχημάτων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από τις εν λόγω φωτογραφίες «.φαίνεται ξεκάθαρα ότι το δικό μου όχημα κτυπήθηκε στο μπροστινό αριστερό μέρος, ενώ της Ενάγουσας στο πίσω δεξιό φτερό, στην έξω πλευρά, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι κατά τη σύγκρουση η Ενάγουσα κρατούσε την αριστερή λωρίδα όταν επιχείρησε να εισέλθει στη δεξιά, ανακόπτοντας την πορεία μου». Το προαναφερόμενο φωτογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του εναγόμενου ώστε να υποδειχθεί στον τελευταίο ότι οι θέσεις του δεν ευσταθούσαν αλλά αντίθετα ότι η είναι η εκδοχή της ενάγουσας που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τις εν λόγω υποβολές ο μάρτυρας τις απέρριψε εμμένοντας στη δική του εκδοχή και ισχυρίστηκε ότι με βάση τις συγκεκριμένες ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα καθώς επίσης και το ότι από τη σύγκρουση το όχημα της ενάγουσας στριφογύρισε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στην αντίθετη λωρίδα με το «μέτωπο» στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθιστά την όλη εκδοχή της τελευταίας περί χτυπήματος από πίσω ενόσω ήταν σε στάση, παράλογη και αδύνατο να ευσταθεί. Ο μάρτυρας τέλος αναγνώρισε στο σχεδιάγραμμα Τεκ.14 τη δική του υπογραφή και δήλωσε τη συμφωνία του με την πορεία που αυτός ισχυρίστηκε κατά την κατάθεση του στην αστυνομία, ήτοι την πορεία «Α1» - «Β1». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των δύο διαδίκων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν αντίστοιχα την αξιοπιστία της εκδοχής των πελατών τους ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα έναντι της εκδοχής της άλλης πλευράς, για την οποία κάλεσαν το Δικαστήριο όπως την απορρίψει ως αναξιόπιστη. Ως προς το θέμα των γενικών αποζημιώσεων, ο μεν κ. Κληρίδης υποστήριξε ότι αυτές θα πρέπει να είναι της τάξης των €2.500, ο δε κ. Νικολάου ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις δεν μπορούν να υπερβούν τα €500 επί πλήρους ευθύνης, αν ήθελε αποφασιστεί ότι όντως η ενάγουσα δικαιούται σε κάποιο σχετικό ποσό. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της αξιοπιστίας και βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην φερόμενη ως πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, αρχής γενομένης από το αστυνομικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατατέθηκε ως μέρος της αστυνομικής έκθεσης Τεκ.14. Αν το εν λόγω σχεδιάγραμμα ήθελε κριθεί αξιόπιστο, τότε θα συνιστά την απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συνεπώς μαρτυρία στη βάση της οποίας θα δοκιμαστεί η αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν καθώς και χρήσιμο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που περιβάλλουν το δυστύχημα (βλ. Ψάλτης Kώστας ν. Aστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 113. Άλλος τέτοιος χρήσιμος και ανεξάρτητος οδηγός για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος είναι οι ζημιές που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση και στα δύο οχήματα οι οποίες ζημιές συνιστούν ακόμη μια μορφή πραγματικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267). Ως προς το σχεδιάγραμμα του Τεκ.14 παρατηρώ τα εξής: Ο φερόμενος συντάκτης του εν λόγω σχεδιαγράμματος, ήτοι ο αστυνομικός που διερεύνησε το επίδικο ατύχημα, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στο τεκμήριο, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει τα όσα εκεί αναφέρονται. Το γεγονός αυτό από μόνο του βέβαια δεν αποδυναμώνει τη βαρύτητα του Τεκμηρίου ούτε συνεπάγεται απόρριψη του ως ακροσφαλή, εφόσον αν μη τη άλλο, αμφότεροι ενάγουσα και εναγόμενος αναγνώρισαν επί του Τεκμηρίου τις υπογραφές τους καθώς επίσης και την πορεία που ο καθένας τους ισχυρίστηκε ότι είχαν τα δύο οχήματα μέχρι και την σύγκρουση. Τούτου λεχθέντος όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, για ανεξήγητο λόγο η κατεύθυνση των δύο οχημάτων καταγράφεται να ήταν αντίθετη από την κατεύθυνση που και οι δύο διάδικοι ισχυρίστηκαν ότι είχαν, ήτοι προς φώτα Ακροπόλεως αντί προς τα φώτα Καλησπέρα, ενώ την ίδια στιγμή, στη συνοπτική έκθεση που συνοδεύει το σχεδιάγραμμα, αφ' ενός γίνονται λανθασμένες αναφορές στον αριθμό εγγραφής του οχήματος της ενάγουσας και αφ' ετέρου παρατηρούνται διάφορες χειρόγραφες προσθαφαιρέσεις στο κείμενο, οι οποίες όμως δεν φέρουν καμία μονογραφή ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να υποδηλοί ποιος είναι που τις έκαμε και γιατί. Πρόσθετα όμως τούτου, το σχεδιάγραμμα του Τεκ.14 παρουσιάζει το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου να φέρει δύο διαχωριστικές άσπρες συνεχόμενες γραμμές, ήτοι μία μεταξύ των δύο λωρίδων που κατευθύνονταν προς τα φώτα Καλησπέρα και μία μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης λωρίδας, ήτοι της λωρίδας που κατευθύνεται προς τα φώτα Ακροπόλεως. Στην έκθεση που συνοδεύει το σχεδιάγραμμα, αναφέρεται ότι η τροχαία παράβαση για την οποία καταγγέλθηκε και παραδέχθηκε η ενάγουσα, ήτοι παραβίαση άσπρης συνεχόμενης γραμμής επί της ασφάλτου, αφορούσε σε παραβίαση της άσπρης συνεχόμενης γραμμής που υπήρχε μεταξύ της αριστερής και της μεσαίας λωρίδας της λεωφόρου και όχι της γραμμής μεταξύ της μεσαίας και της τρίτης λωρίδας. Όταν όμως υποδείχθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της το φωτογραφικό υλικό Τεκ.2 και 12, η μόνη άσπρη συνεχόμενη γραμμή που φαινόταν στις εν λόγω φωτογραφίες ήταν αυτή μεταξύ της μεσαίας και της τρίτης λωρίδας και είναι για την παραβίαση αυτής της γραμμής που η ενάγουσα δέχτηκε κατά τη μαρτυρία της ότι καταγγέλθηκε και ότι δέχτηκε να καταβάλει το εξώδικο που εκδόθηκε και ουδέποτε της υποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη άσπρη συνεχόμενη γραμμή ή η γραμμή που αναφέρεται στην έκθεση του εμπλεκόμενου αστυνομικού. Ευνόητο όμως είναι ότι αν η παράβαση αφορά στη γραμμή μεταξύ των δύο λωρίδων που κατευθύνονται προς τα φώτα Καλησπέρα, τότε ενισχύεται η εκδοχή του εναγόμενου ως προς την πορεία και ενέργειες της ενάγουσας ενώ αν είναι η άλλη γραμμή, τότε ενισχύεται η θέση της τελευταίας ως προς το ότι η εν λόγω παράβαση κανένα ρόλο δεν διαδραμάτισε στο ατύχημα. Η όλη αυτή σύγχυση που προκαλεί το σχεδιάγραμμα και το Τεκ.14 γενικότερα, εύκολα θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει αν ο εμπλεκόμενος αστυνομικός ερχόταν στο Δικαστήριο και έδινε τις ανάλογες διευκρινήσεις όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τόσο το σχεδιάγραμμα όσο και το Τεκ.14 γενικότερα, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για την εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων ως προς τα επίδικα θέματα εκτός μόνο στο βαθμό που τα όσα εκεί αναφέρονται ήδη συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ήτοι τα σημεία που τα δύο οχήματα υπέστηκαν ζημιές, την τελική τους θέση και το ότι η σύγκρουση έγινε στην μεσαία λωρίδα της λεωφόρου και συγκεκριμένα πριν τη διαχωριστική γραμμή με την τρίτη λωρίδα και στο ύψος του φούρνου Ζορμπά που βρίσκεται στα δεξιά της λεωφόρου σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή κατεύθυνση των δύο οχημάτων, ήτοι προς τα φώτα Καλησπέρα. Ομοίως και για τους ίδιους λόγους, καμία βαρύτητα δεν θα δώσω στο ότι η ενάγουσα παραβίασε τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και ότι παραδέχτηκε την εν λόγω παράβαση όταν της εκδόθηκε σχετική εξώδικη καταγγελία. Στρέφομαι τώρα στο φωτογραφικό υλικό που κατατέθηκε ως Τεκ.2 και 12. Υπενθυμίζω ότι αν και αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν τις φωτογραφίες που η κάθε μια είχε στην κατοχή της εντούτοις οι εν λόγω φωτογραφίες είναι στην πλειοψηφία τους κοινές και καμία πλευρά δεν αμφισβητεί ότι όλες απεικονίζουν το πού ακριβώς υπέστηκαν ζημιά τα δύο οχήματα καθώς επίσης και την τελική τους θέση μετά τη σύγκρουση. Οι εν λόγω φωτογραφίες συνεπώς, καθώς επίσης και τα κοινώς αποδεκτά σημεία όπου τα δύο οχήματα υπέστηκαν ζημιές, κρίνονται ως αξιόπιστη πραγματική μαρτυρία από την οποία προκύπτουν τα εξής περαιτέρω ευρήματα. Το επίκεντρο του χτυπήματος στο όχημα της ενάγουσας είναι το σημείο πάνω από τον δεξιό τροχό, με τον πίσω προφυλακτήρα του οχήματος να είναι ουσιαστικά ανέπαφος πλην του σημείου πάνω από τον δεξιό τροχό, όπου το πίσω δεξιό φτερό, το πίσω δεξιό φανάρι και ο πίσω προφυλακτήρας συναντιούνται. Η εν λόγω ζημιά παρατηρείται να εκτείνεται, σε ελαφρύτερη μορφή, από το επίκεντρο του χτυπήματος πάνω από τον πίσω δεξιό τροχό μέχρι πιο μπροστά που είναι η πίσω δεξιά πόρτα του οχήματος. Όπως διαπίστωσε και ο εκτιμητής της ενάγουσας, η έκθεση του οποίου κατατέθηκε ως Τεκ.7 και δεν αμφισβητήθηκε, η ζημιά στο όχημα της τελευταίας είχε κατεύθυνση από το πίσω δεξιό φτερό μέχρι το μπροστινό μέρος του οχήματος «R/H REAR END, in a direction from rear end to front end». Όσον αφορά το όχημα του εναγόμενου, το επίκεντρο της ζημιάς βρίσκεται στην μπροστινή αριστερή γωνιά του αυτοκινήτου του τελευταίου, όπου συναντιούνται το μπροστινό αριστερό φτερό, ο αριστερός μπροστινός τροχός, η αριστερή μπροστινή πλευρά του προφυλακτήρα, το καπό και το αριστερό φανάρι. Ο μπροστινός προφυλακτήρας του οχήματος έχει ουσιαστικά ξεκολλήσει από την αριστερή πλευρά και έχει «κρεμαστεί» μονόπλευρα πάνω από το έδαφος και κανένα άλλο σημείο επαφής δεν φαίνεται να υπάρχει σε ολόκληρο τον υπόλοιπο μπροστινό προφυλακτήρα του εναγόμενου. Οι πιο πάνω ζημιές καταδεικνύουν θεωρώ, τουλάχιστο ως θέμα κοινής λογικής, το οποίο και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου, ότι η αριστερή μπροστινή γωνιά του οχήματος του εναγόμενου χτύπησε με την περιοχή του πίσω δεξιά τροχού του οχήματος της ενάγουσας, στο σημείο όπου το πίσω δεξιό φτερό και ο πίσω προφυλακτήρας συναντιούνται και στη συνέχεια υπήρξε «τρίψιμο» τουλάχιστο μέχρι και την πίσω δεξιά πόρτα της τελευταίας. Με βάση την πιο πάνω εικόνα των ζημιών των δύο οχημάτων σε συνδυασμό με το ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι από τη σύγκρουση το όχημα της ενάγουσας στριφογύρισε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, πλησίον και παράλληλα σχεδόν με το δεξί πεζοδρόμιο και στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν μπορεί να ευσταθεί ούτε και να σταθεί στη βάσανο της λογικής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ατύχημα συνέβη όταν αυτή, ενώ οδηγούσε στη μεσαία λωρίδα σε ευθεία πορεία και σταμάτησε για να στρίψει δεξιά, ο εναγόμενος, ο οποίος την ακολουθούσε στην ίδια λωρίδα και με την ίδια ευθεία πορεία, την χτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της. Αν η πραγματικότητα ήταν ως την ισχυρίστηκε η ενάγουσα, οι ζημιές στα δύο οχήματα δεν θα ήταν εκεί που δείχνουν οι κοινώς αποδεκτές φωτογραφίες αλλά ως θέμα κοινής λογικής θα επικεντρώνονταν είτε στη μέση του πίσω προφυλακτήρα της ενάγουσας είτε στη μέση του μπροστινού προφυλακτήρα του εναγόμενου ή και στα δύο αυτά σημεία. Κανένα όμως από αυτά τα σημεία των οχημάτων δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Ούτε όμως μια τέτοια «ευθεία σύγκρουση», ως ουσιαστικά ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι έγινε, θα δικαιολογούσε στριφογύρισμα του οχήματος της προς τα δεξιά και μάλιστα κατά τρόπο που να ακινητοποιηθεί στην αντίθετη λωρίδα του δρόμου και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αντιθέτως, η εικόνα των ζημιών και η τελική θέση των δύο οχημάτων, δείχνει ότι τη στιγμή της σύγκρουσης και τα δύο οχήματα ήταν σε κίνηση, εξ' ου και το «τρίψιμο» στο όχημα της ενάγουσας in a direction from rear end to front end και ότι το όχημα της ενάγουσας είχε κατά τη σύγκρουση σε τέτοιο βαθμό κλίση προς τα δεξιά, που η πίσω δεξιά πλευρά του ήταν εκτεθειμένη προς την αριστερή μπροστινή γωνιά του οχήματος του εναγόμενου, όπως είναι η περίπτωση όπου ένα όχημα οδηγείται στην αριστερή λωρίδα και με δεξιόστροφη κίνηση μπαίνει στην λωρίδα που βρίσκεται στα δεξιά και μπροστά από όχημα που ήδη κινείται ευθεία σε εκείνη τη λωρίδα, ανακόπτοντας ουσιαστικά την πορεία εκείνου του οχήματος. Ότι δηλαδή ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι έγινε στην παρούσα περίπτωση. Η αξιόπιστη πραγματική μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, δεν αφήνει θεωρώ περιθώριο για κανένα άλλο συμπέρασμα. Άλλωστε, αν η ενάγουσα ήταν σταματημένη στη δεξιά λωρίδα ως ισχυρίστηκε, τότε για να χτυπήσει η αριστερή μπροστινή γωνιά του οχήματος του εναγόμενου με το πίσω δεξιό φτερό του δικού της οχήματος και να το «τρίψει» μέχρι το μπροστινό μέρος του, ο τελευταίος θα έπρεπε να είχε εισέλθει δεξιά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να επιχείρησε να την προσπεράσει από εκείνη την πλευρά, κάτι που ούτε μπορεί να σταθεί στη λογική αλλά ούτε και αποτέλεσε θέση της ενάγουσας η εκδοχή της οποίας ήταν ρητή και συγκεκριμένη. Επισημαίνω εδώ ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της ότι ο εναγόμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ή ότι ήταν σε τέτοια απόσταση από αυτή ώστε να όφειλε να την αντιληφθεί έγκαιρα και να την αποφύγει. Ενόψει όλων των πιο πάνω συνεπώς, απορρίπτω την εκδοχή της ενάγουσας ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα και αποδέχομαι ως αξιόπιστη την αντίστοιχη εκδοχή του εναγόμενου, ο οποίος μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι το επίδικο ατύχημα έγινε με τον τρόπο και υπό τις συνθήκες που ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ήτοι ότι η ενάγουσα, κάνοντας κίνηση από αριστερά προς τα δεξιά, εισήλθε ξαφνικά στη λωρίδα που βρισκόταν αυτός και του ανέκοψε την πορεία του κατά τρόπο που δεν του άφησε κανένα περιθώριο ν' αντιδράσει έγκαιρα ώστε να την αποφύγει, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Ως προς το θέμα των τραυματισμών της ενάγουσας συνεπεία της σύγκρουσης, η επί του προκειμένου μαρτυρία της τελευταίας η οποία συνίστατο στα σχετικά κυβερνητικά πιστοποιητικά και αποδείξεις του Γ.Ν. Λ/σιας (Τεκ. 3-5 και 9-11), παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης και συνεπώς κρίνεται αποδεκτή και στη βάση της προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αναφορικά όμως με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι συνεπεία των εν λόγω τραυματισμών της, αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υποφέρει από «πόνους, αϋπνίες, συμπτώματα κατάπτωσης και αδυναμίας», ο εν λόγω ισχυρισμός ουδέποτε τεκμηριώθηκε με οποιαδήποτε ιατρική ή ανάλογης βαρύτητας επιστημονική μαρτυρία και αυτό πέραν του ότι ο ισχυρισμός ότι έξι και πλέον χρόνια μετά από ένα πολύ ελαφρύ τραυματισμό, όπως προκύπτει να ήταν ο εν λόγω τραυματισμός από την απλή και σύντομη θεραπεία που συνεστήθη (κολάρο και φυσιοθεραπείες με την τελευταία ιατρική απόδειξη να φέρει ημερομηνία Σεπτέμβριο 2013, ήτοι κάποιες μέρες μετά το ατύχημα), εξακολουθούν να παραμένουν κατάλοιπα, δύσκολα στέκεται στη βάσανο της λογικής. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν η ενάγουσα αντιμετωπίζει σήμερα κάποια προβλήματα υγείας, καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομίσει που να συνδέει τα εν λόγω προβλήματα με τους τραυματισμούς της, είτε ως κατάλοιπα αυτών είτε άλλως πώς. Ο επί του προκειμένου ισχυρισμός της ενάγουσας συνεπώς απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αδιαμφισβήτητες είναι θεωρώ οι αρχές, που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου και το κριτήριο, όπως έχει, κατ' επανάληψη νομολογηθεί για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Όλα τα πιο πάνω συνοψίζονται γλαφυρότατα θεωρώ στο εξής απόσπασμα από την απόφαση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018 Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.» Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα μου ανωτέρω και αντλώντας καθοδήγηση από τις σχετικές αποφάσεις στις οποίες αμφότεροι συνήγοροι με παρέπεμψαν ως προς το θέμα αυτό, κρίνω ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται αποκλειστικά η ενάγουσα η οποία εισήλθε ξαφνικά στη λωρίδα του εναγόμενου από τα αριστερά προς τα δεξιά χωρίς να βεβαιωθεί, ως όφειλε, ότι ήταν ασφαλές να το πράξει και με την ενέργεια της αυτή προκάλεσε τη σύγκρουση αφού ανέκοψε την πορεία του εναγόμενου ο οποίος πλέον δεν είχε κανένα περιθώριο να αντιδράσει ώστε να την αποφύγει. Υπενθυμίζω ότι όπως και η ίδια η ενάγουσα δέχτηκε, τη στιγμή του ατυχήματος η προσοχή της ήταν στραμμένη μόνο στα αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντι και όχι στα άλλα οχήματα που βρίσκονταν στο δρόμο και πλησίον της, ως θα αναμένετο από ένα επιμελή και συνετό οδηγό. Η πιο πάνω κατάληξη μου αφ' ενός σφραγίζει την τύχη της αγωγής της ενάγουσας και αφ' ετέρου οδηγεί σε επιτυχία την ανταπαίτηση του εναγόμενου, η οποία έχει περιοριστεί στις παραδεκτές ειδικές ζημιές των €2080. Σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου ήθελε ανατραπεί κατ' έφεση και ήθελε κριθεί ότι ο εναγόμενος συνέβαλε σε κάποιο βαθμό στην πρόκληση του ατυχήματος λόγω αμέλειας και είναι συνεπώς υπόλογος στην ενάγουσα για αποζημιώσεις, σημειώνω τα εξής. Αναφορικά με τις ειδικές ζημιές της ενάγουσας, έχει δηλωθεί ως παραδεκτό το ποσό των €2307 επί πλήρους ευθύνης. Αναφορικά με τους τραυματισμούς της ενάγουσας, ως αυτοί κατέστησαν ευρήματα μου ανωτέρω, με γνώμονα τις αρχές που διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111 και Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) και καθοδηγούμενος από αριθμό αποφάσεων οι οποίες αφορούσαν παρόμοιους τραυματισμούς, είτε σοβαρότερης είτε ελαφρότερης φύσης, όπως οι περιπτώσεις στις ΑΛΕΞΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΦΡΑΝΤΖΗ, ECLI:CY:AD:2017:A202, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 328/2011, 31/5/2017, Κεζαρίδης Γρηγόρης ν. Κώστα Κωνσταντίνου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373 και Κωνσταντινίδης v. Ζαχαρίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 733 αλλά και στις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι, έχοντας βέβαια κατά νου ότι κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298), θα θεωρούσα ως εύλογο και δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων της ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης το ποσό των €1500. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή της ενάγουσας απορρίπτεται ενώ η ανταπαίτηση του εναγόμενου επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας για το ποσό των €2080 πλέον νόμιμο τόκο από τις 13/01/15 που καταχωρήθηκε η ανταπαίτηση (βλ. αρ. 58Α Κεφ. 148 και Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246). Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει οποιοδήποτε θέμα πληρωμής στο Δικαστήριο, κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα και ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο