ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. G.A.F COLLECTIONS CARS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 531/17, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A612 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 531/17 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και G.A.F COLLECTIONS CARS LIMITED Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση εναγόντων ημερ. 12/09/19 για συμψηφισμό και/ή αναστολή writ) Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενους: κ. Φλωρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/04/17 οι ενάγοντες εξασφάλισαν εναντίον των εναγομένων τελική απόφαση στην παρούσα αγωγή για το ποσό των €1582,25 πλέον έξοδα €313 και τόκους επί αμφότερων των εν λόγω ποσών 3.5% από 03/02/17 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €13 έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Όταν δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από πλευράς εναγομένων έναντι ή προς εξόφληση του προαναφερόμενου εξ' αποφάσεως χρέους, οι ενάγοντες, προβαίνοντας σε περαιτέρω έξοδα €90, εξέδωσαν το ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης κινητής περιουσίας υπ. αρ. 774/17, το οποίο όμως τελικά επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω μη εντοπισμού οποιασδήποτε κινητής περιουσίας των εναγομένων υποκείμενης σε κατάσχεση. Επιδιώκοντας στη συνέχεια άλλο τρόπο είσπραξης του εξ' αποφάσεως χρέους το οποίο παρέμενε οφειλόμενο στην ολότητα του, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των εναγομένων αίτηση στις 29/11/17 για οικονομική εξέταση των τελευταίων και έκδοση διατάγματος για αποπληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Στην εν λόγω αίτηση οι εναγόμενοι αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην οποία ισχυρίστηκαν παντελή οικονομική αδυναμία να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους και ο αδελφός Δικαστής ενώπιον του οποίου διεξήχθη η ακρόαση. έκρινε, για τους λόγους που ανέφερε στην σχετική ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 16/11/18, αληθή τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγομένων και απέρριψε την αίτηση επιδικάζοντας προς όφελος των τελευταίων και εναντίον των εναγόντων έξοδα, τα οποία αφού υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €832 πλέον τόκο και ΦΠΑ. Εφτά μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 04/06/19, οι εναγόμενοι, χωρίς να έχουν ακόμη καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του δικού τους εξ' αποφάσεως χρέους, επεδίωξαν να εισπράξουν τα προς όφελος τους επιδικασθέντα έξοδα της αίτησης της 29/11/17 και εξέδωσαν εναντίον των εναγόντων το ένταλμα κινητών υπ. αρ. 419/
- Με το που επιχειρήθηκε να εκτελεστεί το εν λόγω ένταλμα των εναγομένων, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση στις 12/09/19, ζητώντας, στη βάση της Δ.36 Θ.3, Δ.40 Θ.3(β), 7, 11 και 15, Δ.48 και Δ.59 και των αρ. 31 και 41 του Ν.14/60, συμψηφισμό των δύο εξ' αποφάσεως χρεών και/ή αναστολή του εντάλματος των εναγομένων μέχρι εξόφλησης του ποσού που αυτοί οφείλουν στους ενάγοντες δυνάμει της απόφασης της 27/04/
- Ταυτόχρονα με την εν λόγω αίτηση οι ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης του εντάλματος των εναγομένων, διάταγμα το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο με την άνευ βλάβης συγκατάθεση των εναγομένων. Θέση των εναγόντων είναι ότι όταν ο Πρωτοκολλητής προέβη στον υπολογισμό των εξόδων των εναγομένων στα πλαίσια της αίτησης της 29/11/17, έπρεπε να προβεί ο ίδιος στον εδώ αιτούμενο συμψηφισμό και να αφαιρέσει το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος των εναγομένων από το μεγαλύτερο ποσό που είχε ήδη επιδικαστεί εναντίον τους και προς όφελος των εναγόντων. Από τη στιγμή που δεν έγινε ο εν λόγω συμψηφισμός, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, έχει προκληθεί σοβαρή αδικία σε βάρος τους. Αυτό γιατί αν εκτελεστεί ως έχει το writ που οι εναγόμενοι έχουν εκδώσει εναντίον των εναγόντων και οι τελευταίοι καταβάλουν στους πρώτους το ποσό των €832 πλέον ΦΠΑ και τόκους, τότε, λαμβανομένης υπόψη της δηλωθείσας και διαπιστωθείσας θέσης των εναγομένων ότι στερούνται οποιασδήποτε περιουσίας και εισοδημάτων προς εξόφληση του χρέους που αυτοί οφείλουν προς τους ενάγοντες, οι τελευταίοι, οι οποίοι είναι και οι «κύριοι» επιτυχόντες διάδικοι στην αγωγή και οι οποίοι μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτοι, θα υποστούν αδίκως περαιτέρω οικονομική ζημιά και δη μη ανακτήσιμη. Στην αίτηση αυτή των εναγόντων οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση με την οποία ενώ δέχονται ότι κανένα ποσό δεν κατέβαλαν μέχρι σήμερα έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους που αυτοί οφείλουν στους ενάγοντες, επαναλαμβάνουν τα όσα είχαν ισχυριστεί και στα πλαίσια της αίτησης έρευνας της 29/11/17 περί παντελούς οικονομικής αδυναμίας τους να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζονται όμως οι εναγόμενοι ότι συνειδητά οι ενάγοντες καταχώρησαν και προώθησαν εναντίον τους την διαδικασία έρευνας ενώ γνώριζαν την άσχημη οικονομική τους κατάσταση και συνεπώς αυτοί, δηλαδή οι ενάγοντες, μόνο τον εαυτό τους πρέπει να μέμφονται για την έκβαση εκείνης της αίτησης και την καταδίκη τους στα σχετικά έξοδα, καταδίκη η οποία τους δεσμεύει απόλυτα. Εφόσον δε, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, τα έξοδα εκείνης της διαδικασίας αποτέλεσαν αντικείμενο τελικής δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε και στην οποία δεν έγινε πρόνοια για οποιοδήποτε συμψηφισμό των δύο εξ' αποφάσεως χρεών, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού και να αναθεωρήσει την προγενέστερη τελεσίδικη κρίση του επί του θέματος. Κάτι τέτοιο, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, εκφεύγει πλήρως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και υπό αυτή τη σκοπιά, το αίτημα δύναται να θεωρηθεί και ως καταχρηστικό. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Επισημαίνω ότι αν και δεν προβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό από πλευράς εναγομένων, έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι το ποσό που οφείλεται σε εκείνους αφορά αποκλειστικά σε δικηγορικά έξοδα, τα οποία εκ της φύσης τους χρήζουν κάποιας ειδικότερης προσέγγισης. Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν, στα πλαίσια της Ε.Σ. κ.α. ν. Ά.Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2843/2011, 19/7/2018, να εξετάσω τη νομική πτυχή των όσων θεμάτων εγείρονται στην παρούσα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου το οποίο θεωρώ ότι καλύπτει πλήρως όλα τα επίδικα θέματα και το οποίο υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης: «.Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα των εξόδων, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την τελική απόφαση και συνιστά δικαστική εργασία που γίνεται και πρέπει να γίνει, για να ολοκληρωθεί πλήρως η αγωγή (βλ. Mιχαηλίδης Mιχάλης και Άλλη,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1153). Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση στην οποία καταλήγει το εκδικάσαν την αγωγή Δικαστήριο σε σχέση με τα έξοδα των διαδίκων, ανάγεται αποκλειστικά στη κρίση και διακριτική εξουσία εκείνου του Δικαστηρίου και μόνο κατόπιν σχετικής έφεσης μπορεί η εν λόγω κατάληξη να ανατραπεί (βλ. μεταξύ άλλων Nικολάου Aνδρέας ν. Bάσου Bασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1566). Μάλιστα δε, όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 1824, αυτή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατεθεί ούτε στον αρμόδιο για ψήφιση Πρωτοκολλητή εκτός εκεί όπου κάτι τέτοιο προβλέπεται από τους Θεσμούς: «.Discretion as to costs expressly given to the Court or a Judge cannot be delegated to the Taxing Officer (Lambton v Parkinson
(1887), 35 W.R. 545); but see O.54, r.12, and (nn); but where the defendant was given the costs of unnecessary proceedings, and the Taxing Master was left to decide what proceedings were taken unnecessary, the order was held to be good as not being a delegation (Musman v. Boret
(1892), 40 W.R. 352). Τούτου λεχθέντος, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, η οποία συνιστά ξεχωριστή αυτοτελή διαδικασία (βλ. Μιχαλάκης Κιταλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1759 Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435)., τελεί πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Δικαστηρίου ούτως ώστε να αποφευχθούν άδικες και καταχρηστικές διαδικασίες (βλ. Panaou ν. Haji Christofi a.o
(1963)2 Α.Α.Δ. 19). Η άσκηση αυτής της εποπτείας δεν περιορίζεται στο «πρόσωπο» του συγκεκριμένου Δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση αλλά δύναται να γίνει από οποιοδήποτε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστή στον οποίο έχει ανατεθεί ο φάκελος της υπόθεσης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα αλλοιωθεί η κρίση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή ως προς το ποιοι είναι οι επιτυχόντες και αποτυχόντες διάδικοι της αγωγής καθώς και το ύψος των επιδικασθέντων ποσών στα οποία κατέληξε ο εκδικάσας Δικαστής. Ο εν λόγω περιορισμός εκτείνεται και στην τελική κρίση για τα έξοδα της υπόθεσης υπό την έννοια ότι το δικαστήριο που εποπτεύει την εκτέλεση της απόφασης δεν μπορεί να μεταβάλει το ποιος διάδικος δικαιούται σε έξοδα και εναντίον ποιου διαδίκου. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίσει τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης με τον οποιοδήποτε τρόπο κρίνει ορθό και δίκαιο (βλ. Δ.40 Θ.11 και Θ.15[1]). Ως προς το θέμα των εξόδων, οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1930-1931 του Annual Practice 1958, είναι σχετικές: "By way of deduction or set-of."-Where several points are in dispute, and each party succeeds on some of them, the costs may be set off one against the other and the plaintiff or defendant ordered to pay the balance (Bankart v. Tennant
(1870)L. R. 10 Eq. 141, 150; and see Knight v. Purssell
(1879), 49 L. J. Ch. 120; Badische Anilin v. Levinstein
(1885), 29 Ch. D. 366; Jenkins v. Jackson, (1891] 1 Ch. 89: Johnson v. Kearley, [1908] 2 K. B., p. 88; Bechstein v. Barker
(1910), 27 R. P. C 490; and cases cited under r. 1 (n.) "Costs Section-Apportionment of costs", supra. So, costs payable under different orders in the same suit, and notwithstanding change of solicitors (Robarts v. Buée
(1878), 8 Ch. D. 198), or in two suits in which the same estate is being administered (Lee v. Pain
(1844), 4 Hare 255), may be set off against each other; but the costs of two independent proceedings in different Courts cannot be set off against each other (Collett v. Preston
(1852), 15 Beav. 458; Wright v. Mudie
(1823), 1 Sim. & Stu. 266; Ex p. Griffin
(1880), 14 Ch. D. 37); . but costs ordered by an arbitrator to be paid by one party to the arbitration may be set off against costs ordered to be paid to him on a case stated in the Q.B.D, and Court of Appeal the proceedings being the same as the proceedings in the arbitration (Welch v. Roy Exchange Assurance, [1939] 3 All E. R. 305). Incidentally, it was there decided that, the application for a set-off was properly made to the Judge who heard the special case. Where the C.A. dismissed an action, and remitted a cross-action for trial, but the order was silent as to any set-off of costs, an application for stay of taxation and for set-off of the costs which might be ordered to be paid by the plaintiffs in the cross action against costs payable to them in the original action, was refused, the Court declining to deprive the party of the present right to costs given to him by the order of the C.A. (Automatic Weighing Machine Co. v. Combined Weighing Co.
(1889), 58 L.J. CH. 647). The fact that two actions are consolidated makes no difference provided the costs sought to be set off are recoverable under an order prior to the consolidation (Bake v. Prench, [1907]1 Ch. 428).» (έμφαση δική μου). Το ότι τα έξοδα που επιδικάζονται σε μια υπόθεση αφορούν στα δικηγορικά έξοδα που ο επιτυχών διάδικος δικαιούται να λάβει ώστε να καλύψει τις υπηρεσίες που του προσέφερε ο δικηγόρος του είναι δεδομένο (βλ. μεταξύ άλλων Spinneys Cyprus Ltd ν. Χριστάκη Χρίστου και Άλλων,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1833, ΤΟΥΛΛΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡ. ΜΑΡΚΙΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, 27/3/2018, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΟΥ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.5.2017 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 353/15, ECLI:CY:AD:2017:D439, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 188/2017, 6/12/2017 και cf. Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1111 όπου ο διάδικος χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως). Η επιδίκαση εξόδων όμως προς όφελος ενός διαδίκου, δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου. Άλλωστε, όπως προκύπτει και από τους σχετικούς Κανονισμούς που ανέφερα πιο πάνω, η αμοιβή του τελευταίου διέπεται από τη συμφωνία δικηγόρου-πελάτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στο retainer ή σε άλλο νομικά έγκυρο και δεσμευτικό έγγραφο και ούτε εξαρτάται αλλά ούτε και πρέπει να εξαρτάται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης του πελάτη του. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι ένας δικηγόρος του οποίου ο πελάτης του έχασε την υπόθεση, θα πρέπει να μείνει απλήρωτος παρά τις υπηρεσίες που προσέφερε στον τελευταίο. Είναι ακριβώς προς αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, που τόσο η νομολογία όσο και η δικαστική πρακτική, έχουν αναγνωρίσει ότι, εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998 και Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, δικαιούχος των εξόδων δεν είναι ο ίδιος δικηγόρος αλλά ο διάδικος, ο οποίος άλλωστε έχει και την υποχρέωση να καταβάλλει τα έξοδα στον αντίδικο του αν χάσει την υπόθεση. Τυχόν δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου για την ανάκτηση εξόδων, θα συνεπάγετο και την ταυτόχρονη επιβολή υποχρέωσης σε αυτόν να καταβάλει τα έξοδα σε περίπτωση που ο πελάτης του χάσει την υπόθεση. Ως προς τη σημασία του retainer βλ. Simillides ν. Neophytou
(1986)1 CLR 363 απόφαση Πική Δικαστή ως ήταν τότε και Τρύφωνος ανωτέρω).. Θα σημειώσω όμως ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο δικηγόρος ενός διαδίκου, δυνάμει ειδικής συμφωνίας με τον πελάτη του, δύναται να αποκτήσει εναντίον του τελευταίου, δικαιώματα σε σχέση με τα έξοδα που ο τελευταίος έχει εξασφαλίσει από την υπόθεση. Αυτού του είδους η συμφωνία δικηγόρου πελάτη όμως, η οποία αναγνωρίζεται ως το λεγόμενο «solicitor's lien as to costs», αφορά αποκλειστικά αυτούς τους δύο «αντισυμβαλλόμενους» και όχι τον οποιοδήποτε τρίτο όπως π.χ. τον αντίδικο, ο οποίος δύναται να καταβάλει τα σχετικά έξοδα για τα οποία καταδικάστηκε σε οποιοδήποτε εκ των δύο τους και να θεωρηθεί έτσι ότι έχει ικανοποιήσει πλήρως το σχετικό μέρος της απόφασης. Παραδοσιακά, το «solicitor's lien» θεωρείτο ιερό και σεβαστό και η οποιαδήποτε προσπάθεια να παρακαμφθεί, ιδιαίτερα μέσω ενδεχόμενου συμψηφισμού εξόδων, αντιμετωπίζετο αρνητικά από τα Δικαστήρια. Αυτή όμως η προσέγγιση έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί και τα Δικαστήρια δύναται πλέον, με γνώμονα τα συμφέροντα όλων των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα, να αγνοήσουν το οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα έχει αποκτήσει ο δικηγόρος ενός διάδικου κατόπιν ειδικής ρύθμισης ως προς τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί προς όφελος του τελευταίου. Οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1899-1900 του Annual Practice 1958, όπου οι έγκριτοι συγγραφείς ασχολούνται με την εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της τότε Ο.65 R.14, αντίστοιχης της δικής μας Δ.59.Θ.7, είναι άκρως κατατοπιστικές « A set-off for damages or costs between parties may be allowed notwithstanding the solicitor's lien for costs in the particular cause or matter in which the set-off is sought. .The Rule does not apply to costs in independent proceedings (Edwards v. Hope
(1885), 11 Q. B. D, 922, followed in Blakey V. Latham
(1889), 41 Ch. D. 518; Hassell v. Stanley, [1896] 1 Ch. 607: David v. Rees, [1904] 2 K. B. 435: Johnston v. Mackenzie, [1911] 2 Ir. R. 118), even though they are subsequently consolidated (Bake v. French, [1907] 1 Ch. 428), so a set-off was refused of costs payable to a respondent under a winding-up order against costs subsequently ordered to be paid by him to the liquidator (Re Beer Brewer & Bowman
(1915), 113 L. T.990). In independent actions the Court has discretion to allow the set-off either subject to or notwithstanding the lien, under the practice existing previously to Reg. Gen H. T. 1853 (Edwards v. Hope
(1885), 14 Q. B. D. 922, followed in Reid v. Cupper [1915] 2 K. B. 147, C. A.; and see r. 27
(37), infra). The old views as to the sanctity of a solicitor's lien no longer obtain (Puddephat v. Leith No. 2, [1916] 2 Ch 168, applied Knight v. Knight, [1925] Ch. 835; Re A Debtor (No. 21 of 1950) (No. 2). An order may be made allowing a judgment debtor to set off against the damages due from him damages due to him from the judgment creditor on a judgment in another action, notwithstanding the existence of an order under the Solicitors Act, 1932, s. 69, Pt. VIII, charging the first-mentioned damages with a solicitor's costs (Goodfellow v. Gray, [1899] 2 Q. B. 498). And so the costs of a dismissed judgment summons can be set off against the judgment in spite of the debtor's solicitor's lien (Young v. Mead, [1917] 2 Ir. R. 258).» Όπως καταλήγει η πιο πάνω περικοπή του Annual Practice 1958, κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, όταν ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται να λάβει, τότε δύναται, κατόπιν αίτησης, να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης μέχρις ότου εξοφλήσει πρώτα το δικό του χρέος: «Where the party to receive costs was indebted at the issue of the writ to his opponent to an amount exceeding the amount he is to receive, he will on motion be restrained from levying execution except to the extent to which he has paid that debt» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 11, παράγραφος 721, δίνονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς δύναται να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου όταν προκύψουν εκατέρωθεν διαταγές εξόδων: Halsbury's Laws of England «The court's discretion. The court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of those costs, and when they are to be paid. The general rule is that the unsuccessful party will be ordered to pay the costs of the successful party, but the court may make a dίfferent order. In deciding what order (if any) to make, the court must have regard to all the circumstances, including
(1)the conduct of all the parties;
(2)whether a party has succeeded only part of his case, eνen if he has not been wholly successful; and
(3)any payment into court or admissible offer to settle made by a party which is drawn to the court's attention and which is not an offer to which costs consequences apply. Where a party entitled το costs is also liable to pay costs the court may assess the costs which that party is liable to pay and either (
- a)set off the amount assessed against the amount the party is entitled to be paid and direct him to pay any balance; or (
- b)delay the issue of a certificate for the costs to which the party is entitled until he has paid the amount which he is liable to pay. ...». (έμφαση δική μου)». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης σημειώνω τα εξής. Είναι θεωρώ αδιαμφισβήτητο ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν θα πρέπει να αποστερηθεί της δυνατότητας να επιχειρήσει να εισπράξει τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του και εναντίον του αντιδίκου του και ούτε διαπιστώνω με την υπό κρίση αίτηση η πλευρά των εναγόντων να ζητά να γίνει κάτι το διαφορετικό. Αντιθέτως, με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες ζητούν απλά να τεθούν επί ίσοις όροις με τους εναγόμενους σε σχέση με τις προσπάθειες είσπραξης των ποσών που οφείλονται εκατέρωθεν δυνάμει των αντίστοιχων αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, χωρίς η φερεγγυότητα ή αφερεγγυότητα του ενός ή του άλλου να συνεπάγεται άδικη ανατροπή της ισορροπίας των εκατέρωθεν συμφερόντων, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των ποσών που ο καθένας τους οφείλει στον άλλο. Αυτού του είδους η επιδιωκόμενη ρύθμιση της διαδικασίας εκτέλεσης των δύο αποφάσεων θεωρώ, όχι μόνο δεν συνιστά ανεπίτρεπτη αναθεώρηση προγενέστερης δικαστικής κρίσης ως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αλλά εμπίπτει και στις γενικότερες εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από τη Δ.40 κατά την άσκηση του εποπτικού ρόλου που αυτό έχει στις διαδικασίες εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (βλ. αναφορά στη νομολογία ανωτέρω). Υπό αυτή την σκοπιά συνεπώς, δεν διαπιστώνω να τίθεται ούτε οποιοδήποτε θέμα κατάχρησης από πλευράς εναγόντων αλλά ούτε και θέμα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποδώσει κάποια από τις αιτούμενες και αναγνωρισμένες από τη νομολογία θεραπείες αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι από της έκδοσης της απόφασης της 27/04/17 και μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν στους ενάγοντες έναντι του εξ' αποφάσεως χρέος τους, το οποίο είναι μεγαλύτερο και προηγείται του χρέους των εναγόντων. Μάλιστα δε, οι ίδιοι οι εναγόμενοι δηλώνουν πλήρη οικονομική αδυναμία να προβούν σε οποιαδήποτε πληρωμή. Το αν γνώριζαν ή όχι οι ενάγοντες για την οικονομική αδυναμία των εναγομένων όταν καταχωρούσαν την αίτηση της 29/11/17 καμία σημασία έχει για σκοπούς της υπό κρίσης αίτησης εφόσον αυτό ήταν θέμα προς εξέταση αποκλειστικά σε εκείνη τη διαδικασία εξ' ου και αποτέλεσε αντικείμενο της εκεί εκφρασθείσας δικαστικής κρίσης σε σχέση με τα έξοδα εκείνης της διαδικασίας. Το μόνο που ενδιαφέρει στην παρούσα διαδικασία, είναι το επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες καταδικάστηκαν τότε να πληρώσουν στους εναγόμενους τα έξοδα εκείνης της διαδικασίας και μέχρι σήμερα δεν το έχουν πράξει. Ενώ όμως η αδυναμία των εναγομένων δεν θα πρέπει να τους αποστερήσει την ευκαιρία να προσπαθήσουν να δρέψουν τους οικονομικούς καρπούς της δικής τους επιτυχίας έναντι των αντιδίκων τους, την ίδια στιγμή, αυτή η οικονομική αδυναμία των εναγομένων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πλεονέκτημα προς όφελος τους και εναντίον των εναγόντων και ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την εκτέλεση της απόφασης που έχουν εξασφαλίσει οι τελευταίοι. Αν μη τι άλλο, στη μοναδική περίπτωση που προβλέπουν οι Θεσμοί για αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, ο γενικός κανόνας είναι ότι το πρόσωπο που εξασφαλίζει τέτοια αναστολή θα πρέπει να «διασφαλίσει» με βέβαιο τρόπο την υφιστάμενη οικονομική επιτυχία του αντιδίκου του αλλιώς η αναστολή δεν θα ενεργοποιηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης ως αυτά αναφέρονται ανωτέρω καθιστούν βάσιμη την αίτηση των εναγόντων και δικαιολογούν την απόδοση κάποιας από τις αιτούμενες θεραπείες. Θεωρώ ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις δικαιολογούν όπως το θέμα προσεγγισθεί κατά τον τρόπο που αναφέρεται στις σελίδες του Annual Practice 1958 που παρέθεσα ανωτέρω σε σχέση με την περίπτωση όπου κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται να λάβει. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρει το εν λόγω σύγγραμμα με παραπομπή σε σχετικές αρχές, ο εν λόγω διάδικος δύναται κατόπιν αίτησης του αντιδίκου του να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της προς όφελος του απόφασης μέχρις ότου εξοφλήσει πρώτα το δικό του χρέος και αυτή κατά την κρίση μου, είναι και η πιο ορθή και δίκαια «λύση» υπό τις περιστάσεις εφόσον με τον τρόπο αυτό, τα δικαιώματα σε εκτέλεση αμφότερων των διαδίκων ως εξ' αποφάσεως πιστωτές ο ένας του άλλου, και διατηρούνται πλήρως αλλά και τίθενται επί ίσοις όροις. Η αίτηση συνεπώς επιτυγχάνει και διατάσσεται η αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εξέδωσαν οι εναγόμενοι στις 04/06/19 με αρ. 419/219 και αρ. Sheriff 109706, μέχρις ότου παρουσιαστεί στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ο οποίος είναι και το αρμόδιο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με βάση τη Δ.40 Θ.6 να κρίνει για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος ποιο είναι «.το οφειλόμενον και πληρωτέο πραγματικό ποσό.», βεβαίωση εξόφλησης του συνολικού εξ' αποφάσεως χρέους που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες δυνάμει της απόφασης της 27/04/19 ή παρουσίασης απόδειξης τέτοιας πληρωμής που κατά την κρίση του εν λόγω Πρωτοκολλητή, ισοδυναμεί με εξόφληση του εν λόγω εξ' αποφάσεως χρέους. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να παραγνωρίζω ότι οι ενάγοντες συνιστούν τους «επιτυχόντες διαδίκους», λαμβανομένου υπόψη ότι τα όσα οδήγησαν τόσο στην καταχώρηση όσο και στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης αφορούν σε καλόπιστη άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων τόσο από πλευράς εναγόντων όσο και από πλευράς εναγομένων, χωρίς τα δικαιώματα του ενός να υστερούν έναντι των δικαιωμάτων του άλλου και ότι ενώ τα εν λόγω δικαιώματα μπορούσαν να ρυθμιστούν από την αρχή, ήτοι κατά την έκδοση της απόφασης της 16/11/18, εντούτοις για ένα σχεδόν χρόνο, ήτοι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, όχι μόνο καμία πλευρά δεν επεδίωξε τέτοια ρύθμιση αλλά ειδικότερα η πλευρά των εναγόντων άφησε την πλευρά των εναγομένων να θεωρεί ότι δικαιούται να προχωρήσει απρόσκοπτα με την πλήρη και άνευ όρων εκτέλεση της δικής της απόφασης εξ' ου και εκδόθηκε το υπό κρίση ένταλμα, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θ.11.Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Θ.15. If either the deputy sheriff executing a writ or any person interested in or affected by the execution thereof wishes to have the Court's directions in any matter relating to it, he may apply to the Court out of which the writ issued or to a Judge thereof, for directions to the deputy sheriff; and the Court or Judge may, either ex parte or upon notice given to such person as the Court or Judge may think fit, give such directions as may be just. Directions given to the deputy sheriff on his own application need not be entered as an order. In other cases any person interested in or affected thereby may require the directions to be entered as an order and deliver an office copy of the order to the deputy sheriff for compliance therewith, or may appeal therefrom if dissatisfied : cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο