← Κύπρος

Ευθυμίου ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Aρ. Αίτησης - Έφεσης: 499/2013, 3/12/2019

Ευθυμίου ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Aρ. Αίτησης - Έφεσης: 499/2013, 3/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αίτησης - Έφεσης: 499/2013 Μεταξύ: xxxxx Ευθυμίου Εφεσείουσας και Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ Εφεσίβλητων ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 7.5.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.12.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείουσα - αιτήτρια: κα Καρακώστα Για εφεσίβλητους - καθ' ων η αίτηση: κα Σουσανίδη, για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εφεσείουσα, με την πιο πάνω έφεσή της ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του διαιτητή, ημερομηνίας 20/4/2012, για την οποία - όπως αναφέρεται στο σώμα της έφεσης - έλαβε γνώση, στις 2/9/2013, για 6 λόγους. Συγκεκριμένα, επειδή: πρώτο, η ίδια δεν κλήθηκε σε διαιτησία, δεύτερο, η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα, τρίτο, ο διαιτητής δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση, τέταρτο, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, πέμπτο, ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και έκτο, ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η έφεση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εφεσείουσας. Με αυτή, η εφεσείουσα, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται τα εξής: Στις 2/9/2013, της επιδόθηκε το επισυναπτόμενο ως τεκμήριο Α, έγγραφο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως απόφαση σε διαιτησία, μεταξύ της ίδιας και των εφεσίβλητων. Ουδέποτε κλήθηκε να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία διαιτησίας. Είναι σε διάσταση με το σύζυγό της από το 2011 και δε γνωρίζει κατά πόσο αυτός έχει λάβει τέτοια γνωστοποίηση, για την οποία, ουδέποτε την ενημέρωσε. Δε γνωρίζει εάν έλαβε χώρα οποιαδήποτε διαιτησία που την αφορούσε. Αμφισβητεί όμως το διορισμό τέτοιου διαιτητή και πιστεύει ότι καμιά διαιτησία δεν έλαβε χώρα, παρά μόνο καταρτίστηκε απόφαση διαιτησίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις των εφεσίβλητων. Πιστεύει ότι σε καμιά περίπτωση δεν έχουν εκτεθεί τα αληθινά γεγονότα ενώπιον του διαιτητή και πιστεύει ότι δικαιούται να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί πριν την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον της. Η υπόθεση αφορά συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 16/10/2009, για το ποσό των €193.000,00, με τόκο 6,5% ετησίως. Καταρχήν, θα πρέπει να αναφέρει ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε για αύξηση του επιτοκίου και όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της, τέτοια αύξηση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη και κανένας διαιτητής δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα να εγκρίνει επιτόκιο 11%, όπως αναφέρεται στο τεκμήριο Α. Την πιο πάνω συμφωνία, την υπέγραψε κατόπιν εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων, εκ μέρους, τόσο του εν διαστάσει συζύγου της όσο και των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων των εφεσίβλητων και άλλων προσώπων. Η εν λόγω συμφωνία έγινε για να εξοφληθεί χρέος του συζύγου της προς κάποια γυναίκα, η οποία τον απειλούσε προσωπικά και μέσω τρίτου, οι οποίοι απείλησαν και την ίδια και την ανάγκασαν να υπογράψει τη συμφωνία, παρά τις επιφυλάξεις της. Όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων, ο εν διαστάσει σύζυγός της, για να πετύχει τη χορήγηση του δανείου, σε συνεννόηση με υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους των εφεσίβλητων βρήκε 2 ακίνητα, τα οποία θα αγόραζε για κάποιο ποσό και για τα οποία θα εξασφάλιζε εκτίμηση, για πολύ μεγαλύτερη αξία από το ύψος του δανείου. Για να την πείσουν να υπογράψει τη συμφωνία, της παρέστησαν ότι το δάνειο ήταν πλήρως καλυμμένο από την υποθήκευση των πιο πάνω ακινήτων και της απέκρυψαν ότι είχαν φροντίσει να ετοιμαστεί εκτίμηση, για πολύ μεγαλύτερη αξία από την πραγματική. Οι συνεχείς απειλές σε βάρος του συζύγου της και η πίεση και απειλές που δεχόταν η ίδια, αλλά και τα ψέματα του συζύγου της προς την ίδια, κατάστρεψαν την έγγαμη τους σχέση και ακολούθως, έχοντας να αντιμετωπίσει διάφορα προβλήματα από τις οικονομικές δοσοληψίες του συζύγου της, ανακάλυψε την απάτη που είχε γίνει σε βάρος της. Στην πιο πάνω απάτη συμμετείχαν και οι εφεσίβλητοι, διά των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων τους. Ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό από το δάνειο. Με την υπό κρίση αίτηση, η εφεσείουσα ζητά τ' ακόλουθα: Με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Α), τροποποίηση της έφεσης, με την προσθήκη στους λόγους της ακόμη 9 λόγων. Με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία (υπό Β), τροποποίηση της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την έφεση, με τη διαγραφή της παραγράφου 3 και την αντικατάστασή της με νέα παράγραφο, με περιεχόμενο το οποίο εκτίθεται στο σώμα της αίτησης. Με την τρίτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Γ), τροποποίηση της ίδια ένορκης δήλωσης, με την προσθήκη μετά την παράγραφο 7, 15 επιπλέον παραγράφων (των παραγράφων 8 μέχρι 22), με περιεχόμενο το οποίο εκτίθεται και πάλι στο σώμα της αίτησης. Με την τέταρτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Δ), τροποποίηση και πάλι της ίδιας ένορκης δήλωσης, με την αρίθμηση της παραγράφου 8, ως παραγράφου 23. Τέλος, με την πέμπτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Ε), καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την ίδια «..προς υποστήριξη των λόγων της αίτησης - έφεσης που αναφέρονται στην παράγραφο Α πιο πάνω και των τροποποιήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους Β, Γ και Δ ανωτέρω.» Η αίτηση - μεταξύ άλλων - βασίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος καθώς και στις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη γενική πρακτική. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εφεσείουσας. Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται σε 8 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του xxxxx Βρούλου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στις ένορκες δηλώσεις όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως στις το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή στις Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας στις είναι σχετικός. Δεν είναι στις εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση στις και η σημασία στις ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό στις χρησιμότητας στις τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με στις παράγοντες, στις για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον στις δικαιοσύνης. Στις ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό στις δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση στις δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή στις νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Προκαταρκτικά, θα ήθελα να τοποθετηθώ επί του ακόλουθου ισχυρισμού των ευπαίδευτων δικηγόρων των εφεσίβλητων, οι οποίοι, στη γραπτή αγόρευσή τους αναφέρουν τα εξής: Η υπό κρίση αίτηση έχει εγερθεί εναντίον λανθασμένων εφεσίβλητων. Οι εφεσίβλητοι, προστίθεται, ως αναφέρονται στην αίτηση είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή δεν υφίστανται πλέον (το όνομά τους από Συνεργατική Εταιρεία μετατράπηκε από τις 3/9/2018 σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ) και ως εκ τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ακολουθεί η θέση μου: Από τη στιγμή που κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, στις 7/5/2018, το όνομα των εφεσίβλητων ήταν αυτό που αναφέρεται στον τίτλο της αίτησης, το γεγονός ότι αυτό, αργότερα και συγκεκριμένα, στις 3/9/2018 μετατράπηκε στο όνομα που αναφέρουν οι εφεσίβλητοι μέσω των δικηγόρων τους, κατά τη γνώμη μου δε μου παρέχει εξουσία να απορρίψω την αίτηση. Πολύ περισσότερο, που αυστηρά ομιλούντες, η επί του προκειμένου θέση των εφεσίβλητων, θεωρώ πως δεν εμπίπτει σ' οποιοδήποτε λόγο ένστασής τους στην αίτηση, αλλά και να ενέπιπτε, κατά τη γνώμη μου και πάλι, δεν μπορεί να εγείρεται υπό μορφή λόγου ένστασης σε αίτηση τροποποίησης, δεδομένης της φύσης τέτοιας αίτησης. Με τον 1ο λόγο ένστασης, μεταξύ άλλων, υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη. Με το 2ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι αντικανονική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή σε αντίθεση με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Με τον 4ο λόγο, μεταξύ άλλων, υποβάλλεται ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια προσκόμισης μαρτυρίας που αποτελείται από εκ των υστέρων σκέψεις της εφεσείουσας και των δικηγόρων της. Τέλος, με τον 7ο λόγο, υποβάλλεται ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Όλοι οι παραπάνω λόγοι ένστασης - τους οποίους, λόγω της συνάφειάς τους θα συνεξετάσω - για λόγους και στην έκταση που θα αναφέρω αμέσως, είναι βάσιμοι. Συγκεκριμένα, στο βαθμό που με την υπό κρίση αίτηση, εκτός από την τροποποίηση της έφεσης με την προσθήκη και επιπλέον λόγων έφεσης, επιδιώκεται και η τροποποίηση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση, είτε με τη διαγραφή της παραγράφου 3 και την αντικατάστασή της με νέα παράγραφο, είτε με την προσθήκη και επιπλέον - νέων παραγράφων είτε ακόμη με την αναρίθμηση ουσιαστικά της παραγράφου 8 σε παράγραφο 23 και τέλος, ζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη για όλους τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Ό,τι μπορεί να τροποποιηθεί στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης, η οποία εδράζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι τα δικόγραφα και στην προκειμένη περίπτωση - τηρουμένων των αναλογιών -, μόνο η έφεση, δηλαδή το σώμα της και συγκεκριμένα, οι λόγοι της καθώς και η σχετική με αυτούς, αιτιολογία - που εδώ δεν υπάρχει - και όχι η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται έφεση, για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησής της. Η μαρτυρία και δη η ένορκη μαρτυρία που υποστηρίζει την έφεση δεν υπόκειται σε τροποποίηση και πολύ περισσότερο, σε διαγραφή στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης. Η εφεσείουσα, εάν υπό το φως της πρώτης αιτούμενης θεραπείας, με την οποία επιδιώκει την προσθήκη και επιπλέον λόγων έφεσης, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την ικανοποίηση της εν λόγω αιτούμενης θεραπείας, επιθυμεί να συμπληρώσει είτε ακόμη, να αναπροσαρμόσει τη μαρτυρία της κατά τρόπο ώστε να καλύπτει και τους νέους λόγους έφεσης που επιθυμεί να εισάξει, κατά τη γνώμη μου, σε περίπτωση που η εν λόγω αιτούμενη θεραπεία, γίνει αποδεκτή, θα μπορεί να το κάνει στο πλαίσιο της ένορκης της δήλωσης που θα συνοδεύει την τροποποιημένη έφεσή της. Και βέβαια, σε τέτοια περίπτωση είναι αυτονόητο, ότι ανάλογο δικαίωμα θα έχουν και οι εφεσίβλητοι σε σχέση με την ένορκη δήλωση στην οποία θα προβούν προς υποστήριξη των λόγων της ένστασής τους στην τροποποιημένη έφεση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς. Ο συγκεκριμένος λόγος, εκτός από γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης είναι και αβάσιμος. Το τελευταίο, επειδή στη νομική βάση της αίτησης περικλείεται και η Δ.25 που αποτελεί το ορθό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που διέπει γενικά, αιτήσεις τροποποίησης. Με τον 1ο λόγο ένστασης και πάλι υποβάλλεται ότι η παρούσα αίτηση δε δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή είναι ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή έχει υποβληθεί πολύ καθυστερημένα. Με τον 5ο λόγο υποβάλλεται ότι στην αίτηση και στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος, με βάση τον οποίο το Δικαστήριο θα μπορέσει να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Με τον 6ο λόγο υποβάλλεται ότι πλήττονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εφεσίβλητων με την αιτούμενη θεραπεία, μετά πάροδο 5 χρόνων από την καταχώρηση της έφεσης και συγκεκριμένα, το δικαίωμά τους για εκδίκαση της δικαστικής διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου. Τέλος, με τον 8ο λόγο υποβάλλεται ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας και/ή ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επειδή και αυτοί οι λόγοι, ως εκ της διατύπωσής τους είναι συναφείς, θα συνεξεταστούν. Η εφεσείουσα, στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Η έφεσή της καταχωρήθηκε στις 20/9/2013 από τους τότε δικηγόρους της (οι οποίοι αναφέρονται). Η δικηγόρος της, κα Καρακώστα καταχώρησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, στις 21/3/2018, ημερομηνία κατά την οποία η έφεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ζήτησε χρόνο για να τη μελετήσει. Η δικηγόρος της, μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης κατά την προετοιμασία της ακρόασης της έφεσης και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 αντιλήφθηκε ότι παραλήφθηκε να γίνει αναφορά στους λόγους έφεσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3Α (πιο πάνω), αλλά και δεν έχουν αναφερθεί όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αναφέρονται λεπτομερώς στις παραγράφους 3Β και Γ (ανωτέρω) και ιδιαίτερα, τα γεγονότα και στοιχεία που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της έφεσης. Άμεσα και χωρίς καμιά καθυστέρηση προβήκαν στην παρούσα αίτηση ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι αναγκαίοι και χρήσιμοι ισχυρισμοί στην έφεση. Τα πιο πάνω είναι αναγκαία να προστεθούν για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη εικόνα της υπόθεσης και θα πρέπει επίσης να τεθούν ενώπιόν του, όλα τα γεγονότα και ισχυρισμοί για να μπορέσει να αποφασίσει. Μέχρι σήμερα δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της έφεσης. Πιστεύει πως δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης καταχώρησης της αίτησης. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο αποφασίσει την ύπαρξη καθυστέρησης, το γεγονός αυτό δεν είναι καταληκτικό και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η προσθήκη όλων των ισχυρισμών της, με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, είναι καλόπιστες και ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα των εφεσίβλητων. Σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, θα χρειαστεί αριθμός διαδικασιών και πιθανόν νέα αγωγή με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα και να πλήττεται ο σκοπός της δικαιοσύνης. Ο ενόρκως δηλών για τους εφεσίβλητους, στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται - θα έλεγα γενικά και αόριστα -, τα εξής: Η αίτηση γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, ήτοι, μετά από πάροδο 5 ετών από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας, στην έφεση. Εξ' όσων τον ενημερώνει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, την παρέκκλιση της διαδικασίας και την καταχρηστική ανάλωση δικαστικού χρόνου και σε καμιά περίπτωση την εξυπηρέτηση του δικαίου. Επομένως, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δε θα βοηθήσει σε οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο να καταλήξει σε δίκαιη απόφαση, αλλά, αντίθετα, θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της έφεσης σε αντίθεση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, κάτι το οποίο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Περαιτέρω, η αίτηση αποτελεί προσπάθεια προσκόμισης μαρτυρίας που αποτελείται από εκ των υστέρων σκέψεις της εφεσείουσας και της δικηγόρου της. Εάν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στους εφεσίβλητους, που δεν ευθύνονται για τις παραλείψεις και λάθη της εφεσείουσας και των δικηγόρων της. Η διαδικασία αυτή, σκοπό έχει την καθυστέρηση και είναι τυπικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφού η εφεσείουσα θεωρεί τη διαιτησία προστάδιο για να προσφύγει στο Δικαστήριο. Παρατηρώ τα εξής: Μολονότι είναι γεγονός, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κάπως καθυστερημένα και ομολογώ πως δε θεωρώ απολύτως πειστική την εξήγηση που προβάλλει η εφεσείουσα γι' αυτό, εντούτοις, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι επικαλούνται τον παράγοντα καθυστέρηση, ως λόγο απόρριψης της αίτησης δε μ' έχουν πείσει ότι σε περίπτωση αποδοχής της, συνεπεία της σημειωθείσας καθυστέρησης, θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι η ακρόαση της έφεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Εν πάση περιπτώσει, όσο αμελής και να υπήρξε η εφεσείουσα συναφώς με το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την αίτηση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αυτό, δεν οδηγεί άνευ άλλου σε απόρριψη της αίτησης. Για να επαναλάβω σύμφωνα με τη Χαρίδη (ανωτέρω): «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.» Να σημειωθεί ότι στη Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (ανωτέρω), η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 και το αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κατά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς, δύο φορές. Στην περίπτωσή μας - για να επαναλάβω - η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ειδικά για τον 6ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι πλήττεται το συνταγματικό δικαίωμα των εφεσίβλητων για εκδίκαση της δικαστικής διαφοράς, εντός ευλόγου χρόνου, η θέση μου είναι η εξής: Κατά την εξέταση ισχυρισμού παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός διαδίκου για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός ευλόγου χρόνου, ο χρόνος, ως στοιχείο καθόλα σχετικό δε λαμβάνονται υπόψη κατ' απομόνωση προς οτιδήποτε άλλο. Η ευθύνη για τη σημειωθείσα καθυστέρηση που - κατά περίπτωση - παρατηρείται αποτελεί ένα μόνο παράγοντα, ο οποίος συνεκτιμάται μαζί με διάφορους άλλους. Ένας τέτοιος - άλλος - παράγοντας είναι η πραγματική ζημιά που υφίσταται - αν υφίσταται τέτοια ζημιά - η πλευρά που εγείρει το θέμα, συνεπεία της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι συνεπεία της καθυστέρησης έχει απωλέσει - ή καταστράφηκε - κάποιο σημαντικό έγγραφο που σκόπευε να παρουσιάσει κατά τα δίκη, είτε ακόμη, ότι κάποιος μάρτυράς του δε βρίσκεται πλέον στη ζωή ή δεν μπορεί να εντοπιστεί. Απ' εκεί και πέρα, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, τα έξοδά της καθώς και αυτά που θα προκύψουν συνεπεία των τροποποιήσεων, σε εφαρμογή πάγιας νομολογιακής αρχής, θα βαραίνουν την εφεσείουσα. Εν πάση περιπτώσει - για να καταλήξω - σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα δοθούν εκ μέρους μου τέτοιες οδηγίες ώστε η έφεση να οριστεί χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση για ακρόαση. Και με δεδομένο ότι το μόνο αίτημα της εφεσείουσας που απομένει για κρίση είναι το πρώτο, με το οποίο επιδιώκει την προσθήκη 8 επιπλέον λόγων έφεσης και επειδή η φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων αποτελεί καθόλα σχετικό παράγοντα κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης, υπεισέρχομαι αμέσως και στη φύση των επιπλέον λόγων έφεσης που επιθυμεί να προσθέσει η εφεσείουσα. Ειδικότερα: Οι δυο πρώτοι λόγοι είναι αμιγώς νομικοί. Με αυτούς, η εφεσείουσα επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης διαιτητικής απόφασης, για λόγους που αφορούν και στο άρθρο 23 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Και ο τρίτος λόγος είναι νομικός. Με αυτό υποβάλλεται ότι κατά τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, οι εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η συνομολόγηση των εν λόγω συμφωνιών ήταν παράνομη και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους. Το ίδιο ισχύει και για τον τέταρτο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι το πόρισμα του διαιτητή αποτελεί κακοδικία και συνιστά παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ο επόμενος λόγος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον υφιστάμενο 6ο λόγο έφεσης, τον οποίο διευρύνει. Ενώ με τον 6ο λόγο υποβάλλεται ότι ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός, με τον προτεινόμενο 11ο λόγο έφεσης, του προσάπτεται ότι επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε την υπόθεση κακώς ή έγινε κακή διαχείριση της υπόθεσης εκ μέρους του ή των εφεσίβλητων. Οι επόμενοι δυο συναφείς μεταξύ τους λόγοι έφεσης, τους οποίους επιθυμεί να προσθέσει η εφεσείουσα (οι υπ' αριθμό 12 και 13), ουσιαστικά αποτελούν απλώς διεύρυνση του υφιστάμενου 1ου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εφεσείουσα δεν κλήθηκε σε διαιτησία. Με τον προτεινόμενο 12ο λόγο υποβάλλεται ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ακριβοδίκαιης δίκης, γιατί δε δόθηκε η ευκαιρία στην εφεσείουσα να αποδείξει την υπόθεσή της και με το 13ο ότι έχει παραβιαστεί το φυσικό δικαίωμά της να ακουστεί κατά τη λήψη του πορίσματος του διαιτητή. Ο προτεινόμενος 14ος λόγος έφεσης, ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη, με διαφορετική, κάπως, διατύπωση, του υφιστάμενου 6ου λόγου έφεσης. Με αυτό δεδομένο, δεν εγκρίνεται. Ενώ με τον 6ο λόγο (για να επαναλάβω) υποβάλλεται ότι ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός, με τον προτεινόμενο 14 λόγο, του προσάπτεται ότι δεν ενήργησε δίκαια και προς τα δυο μέρη. Τέλος, ο προτεινόμενος 15ος λόγος, επίσης είναι αμιγώς νομικός. Και με δεδομένο ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, καταρχήν, θα δοθεί η ευκαιρία στους εφεσίβλητους να τοποθετηθούν συναφώς με αυτούς και λαμβάνοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης της έφεσης και κάθε λόγου που τη συνιστά βρίσκεται στους ώμους της εφεσείουσας, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική στοιχειοθετούνται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους της παραγράφου 8 της ένορκης του δήλωσης: εάν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στους εφεσίβλητους, που δεν ευθύνονται για τις παραλείψεις και λάθη της εφεσείουσας και των δικηγόρων της. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω -, ενώ από τη μια θεωρώ καθ' όλα δικαιολογημένες και αναγκαίες τις αιτούμενες τροποποιήσεις, για σκοπούς ορθής, δίκαιης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, έκταση καθώς και το περιεχόμενό τους, δεν έχω πεισθεί ότι σε περίπτωση που τις επιτρέψω, οι εφεσίβλητοι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α. της αίτησης, με διαφοροποίηση, ως ακολούθως: στο βαθμό που με την ίδια αιτούμενη θεραπεία ζητείται η προσθήκη του προτεινόμενου 14ου λόγου έφεσης, το αίτημα απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις άλλες αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες, επίσης απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά θα προκύψουν συνεπεία των τροποποιήσεων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος της εφεσείουσας. Στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της έφεσης. Η τροποποιημένη έφεση, να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Η ένσταση στην τροποποιημένη έφεση, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης έφεσης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.