← Κύπρος

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ S.K MASTER DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αίτησης: 472/15, 20/12/2019

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ S.K MASTER DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αίτησης: 472/15, 20/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A604 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 472/15 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 Άρθρα 203, 209,210,211(ε),(στ) 212 και 213 και ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ S.K MASTER DEVELOPMENTS LTD ------------------------------- Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Αντωνία Αργυρού για Ν. Pirilides & Associates LLC Για την Καθ' ης η αίτηση: Ορθοδοξία Γρηγορίου για Λέανδρο Θεοχάρους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος: Μόνικα Σοφοκλέους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια που είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας S.K. Masters Developments Ltd, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και ειδικότερα δυνάμει των άρθρων 211

(3)και 212(α). Ως προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρήθηκε στις 25.6.
  1. Η αίτηση σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη που βρίσκεται στον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην οδό Γρίβα Διγενή 81-83 Ιακωβίδης Tower στο ισόγειο. Περαιτέρω έγιναν δημοσιεύσεις της αίτησης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών έτερος πιστωτής της εταιρείας η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ εμφανίσθηκε ως ενδιαφερόμενο μέρος και δήλωσε την πρόθεση της να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης. Περαιτέρω, υπήρχε εμφάνιση εκ μέρους της εταιρείας η οποία με την σειρά της καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για την εκκαθάριση της εταιρείας. Στα πλαίσια της διαδικασίας είχε επιτραπεί στους αιτητές να καταχωρήσουν αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22 Μαΐου
  2. Η αίτηση αυτή ορίσθηκε για ακρόαση και όλα τα μέρη είχαν δηλώσει ότι υιοθετούν τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και των ενστάσεων. Τα μέρη δηλώσαν ότι δεν επιθυμούσαν να προσκομίσουν επιπρόσθετη μαρτυρία και δηλώσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες σε σχέση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που είχαν καταχωρήσει προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Η μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια για να υποστηρίξει το αίτημα της για εκκαθάριση της εταιρείας είναι εν συντομία ως ακολούθως: Ένας εκ των διευθυντών της αιτήτριας εταιρείας εξουσιοδοτήθηκε εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας να ορκισθεί εκ μέρους της εταιρείας και να επιβεβαιώσει τα γεγονότα που περιέχονται στην αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είχε εγγραφεί στις 21.1.2004 με αριθμό εγγραφής ΗΕ 144896 με διεύθυνση στην οδό Γρίβα Διγενή 81-83 ως ανωτέρω.
  3. Το ονομαστικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση είναι €1,710.00 διαιρεμένο σε 1,000 συνήθεις μετοχές αξίας €1,71 έκαστη. Το εκδοθέν και πληρωθέν κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση είναι €1,710.00, διαιρεμένο σε 1,000 συνήθεις μετοχές αξίας €1,71 έκαστη και είναι κατανεμημένες στους: XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ 100 μετοχές XXXXX 10 XXXXX XXXXX Λευκωσία XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ 900 μετοχές XXXXX 10 XXXXX XXXXX Λευκωσία Ο Διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση είναι: XXXXX Σταύρου XXXXX 10 XXXXX XXXXX Λευκωσία Η Γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση είναι: XXXXX Σταύρου XXXXX 5 XXXXX XXXXX Λευκωσία
  4. Οι σκοποί για τους οποίους συστάθηκε η Καθ' ης η Αίτηση είναι, μεταξύ άλλων, η ασχολία με την ανάπτυξη γης, την ανέγερση κατοικιών και διαμερισμάτων καθώς και την προώθηση των πωλήσεων των ακινήτων μετά την ανάπτυξη τους.
  5. Η Αιτήτρια είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε με έδρα των εργασιών της στην Λεμεσό.
  6. Η Καθ' ης η Αίτηση οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €292,000 πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως από 12.02.2009 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως έχουν υπολογισθεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο ύψους €7,702.96, πλέον €479.54 πραγματικά έξοδα με τόκο προς 5,5% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από 12.02.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €59.00 έξοδα της απόφασης, πλέον το εκάστοτε σε ισχύ ΦΠΑ, δυνάμει Απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 8339/2006 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 23.12.
  7. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Αιτήτριας, η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να εξοφλήσει τα ως άνω στην παράγραφο 6 οφειλόμενα ποσά, με αποτέλεσμα ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, τόκων και ΦΠΑ να οφείλεται μέχρι σήμερα από την Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια.
  8. Συνεπεία της ως άνω παράλειψης της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια επέδωσε την 18.05.2015 αφήνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση, γραπτή απαίτηση της ημερ. 16.05.2015, Βάσει και/ή δυνάμει των προνοιών των άρθρων 211 (ε) και 212(a) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, με την οποία κάλεσε την Καθ' ης η Αίτηση όπως εξοφλήσει προς την Αιτήτρια το ως άνω οφειλόμενο ποσό εντός 3 εβδομάδων από την ημέρα λήψης της εν λόγω γραπτής απαίτησης. Παράλληλα η Αιτήτρια επέδωσε την εν λόγω γραπτή απαίτηση της ημερ. 16.05.2015 στον μοναδικό διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση κ. Αχιλλέα Σταύρου, παρά δε το γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέραν των τριών
(3)εβδομάδων από της εν λόγω επιδόσεως, η Καθ' ης η Αίτηση μέχρι σήμερα αμέλησε και/ή παρέλειψε να εξοφλήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο ικανοποιήσει την απαίτηση της Αιτήτριας εξ ολοκλήρου και/ή μερικώς με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό να παραμένει μέχρι σήμερα δικαίως και αληθώς οφειλόμενο στην Αιτήτρια. Επιπρόσθετα η αιτήτρια έχει καταβάλει νενομισμένο τέλος ύψους 500 ευρώ στον Επίσημο Παραλήπτη στις 17 Ιουνίου
  1. Είναι θέση του XXXXX Κυθραιώτη ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η δε περιουσία της είναι επιβαρυμένη και υποθηκευμένη. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης του κ. Κυθραιώτη επισυνάπτεται η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 23.12.14 που θεμελιώνει το χρέος. Η Δικαστική απόφαση αντιστοιχεί με το χρέος που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της αίτησης πιο πάνω. Το ενδιαφερόμενο μέρος έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του σχετικού νόμου για καταχώριση αίτησης διάλυσης εναντίον της Εταιρείας. (β) Εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η αγωγή υπ' αρ. XXXXX/12 η οποία καταχωρίστηκε από τον Πιστωτή κατά της Εταιρείας στην οποία αξιώνονται περίπου €1.000,000 πλέον Διατάγματα εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων της Εταιρείας. (γ) Δεν λήφθηκε ποτέ οποιοδήποτε μέτρο εκτελέσεως από τους Αιτητές εναντίον της Εταιρείας, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. (δ) Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα ο Πιστωτής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. (ε) Θα είναι κατάφορα άδικο για τον Πιστωτή η τυχόν εκκαθάριση της Εταιρείας υπό το φως της ισχύουσας κείμενης νομοθεσίας η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από το Μαϊo
  2. (στ) Η Εταιρεία είναι πλήρως δραστηριοποιημένη, έχει σημαντικά έσοδα και δεν αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου εκ μέρους της ενδιαφερόμενης πιστωτή της οφειλέτης εταιρείας η τράπεζα είχε παραχωρήσει δάνεια ανάπτυξης γης ύψους περίπου 3,000,000 ευρώ τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για αγορά γης και ανέγερση διαμερισμάτων τα οποία πωλήθηκαν σε τρίτους με αγοραπωλητήρια συμβόλαια. Πέραν των προσωπικών εγγυήσεων των κκ XXXXX και XXXXX Σταύρου τα δάνεια εξασφαλίστηκαν με υποθήκες ήτοι πρώτη υποθήκη επί 4 οικοπέδων στην Έγκωμη για το ποσό των 2289525.93 ευρώ πλέον τόκους προμήθειες έξοδα και τυχόν επιβαρύνσεις η οποία υποθήκη εξασφάλιζε το ένα δάνειο της εταιρείας. Η υποθήκη ενεγράφη στις 8.9.2004 και έλαβε αριθμό ΥXXXXX/
  3. Επιπρόσθετα η πρώτη υποθήκη προς όφελος της πιστωτής τράπεζας επί 4 οικοπέδων στη Λακατάμεια για το ποσό των 1913633.61 πλέον τόκους προμήθειες έξοδα και τυχόν επιβαρύνσεις που εξασφάλιζε το δεύτερο δάνειο της εταιρείας. Η υποθήκη ενεγράφη στις 9.11.2004 και έλαβε αριθμό ΥXXXX/
  4. Επίσης, δόθηκαν και επιπρόσθετες πιστωτικές διευκολύνσεις στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία με δέκα εγγυητικές επιστολές για λογαριασμό της εταιρείας πληρωτέες σε μελλοντικό χρόνο ύψους 863744.97 ευρώ πλέον τόκους. Τα διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί στα υποθηκευμένα οικόπεδα έχουν πωληθεί αλλά ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας δεν έχουν εκδοθεί με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαμαρτυρίες. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν ανανεωθεί μέχρι το
  5. Η πιστωτής καταχώρησε αγωγή εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρεία στις 22.10.2012 με αριθμό XXXXX/12 με αξίωση το ποσό των 813375.87 ευρώ πλέον τόκο καθώς και διατάγματα εκποίησης υποθηκών. Η υπόθεση αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10.5.
  6. Είναι θέση του ενδιαφερόμενου μέρους ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει για τους λόγους που αναγράφονται στην παράγραφο 6 α μέχρι ζ πιο κάτω. 6α. Υπό το φώς της νέας νομοθεσίας του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις εταιρειών (άρθρα 233Α
(4), 233Α
(1)και
(6)) σε περίπτωση εκκαθάρισης της Εταιρείας ο Πιστωτής θα χάσει την προτεραιότητα του που έχει με το παρόν καθεστώς εις την αγωγή XXXXX/
  1. Βάσει των εν λόγω νέων άρθρων, η εξασφαλισμένη περιουσία, ήτοι οι υποθήκες ΥXXXXX/2004 και ΥXXXXX/2004, περιέρχεται στο όνομα του Επίσημου Παραλήπτη (με την διάλυση) ή εκκαθαριστή, και εξουσιοδοτείται ο Επίσημος Παραλήπτης ή εκκαθαριστής να λάβει στη φύλαξη του την εξασφαλισμένη περιουσία για σκοπούς διάθεσης της, σαν να μην ήταν υποκείμενη με εξασφάλιση, γεγονός το οποίο αποφέρει σοβαρούς κινδύνους για τον Πιστωτή σε περίπτωση που εκδοθεί το Διάταγμα Διάλυσης. Ως εκ τούτου, η έκδοση του Διατάγματος Εκκαθάρισης θα φέρει τον Πιστωτή σε πολύ χειρότερη θέση σε σχέση με τις τρέχουσες εξασφαλίσεις του. Κατ' επέκταση, με το παρόν νέο καθεστώς νοείται οι Αιτητές οι οποίοι δεν έχουν όποια εξασφάλιση επί ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας θα αποκτήσουν ευνοϊκότερη θέση εις βάρος του Πιστωτή. β. Επιπρόσθετα, υπό το φως της νέας νομοθεσίας ενδέχεται ο επίσημος παραλήπτης να αποφασίσει μονομερώς και να διαθέσει την εξασφαλισμένη περιουσία για ποσό μικρότερο του ποσού της εξασφάλισης και χωρίς την προηγούμενη έγγραφη γνώμη του εξασφαλισμένου πιστωτή, όπου ο εξασφαλισμένος πιστωτής («Ο Πιστωτής») θα αφεθεί να προσφεύγει στο Δικαστήριο για την εξέταση της προτιθέμενης διάθεσης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή γεγονός που από μόνο του οιονεί δυσχέρεια και αοριστία στον Πιστωτή σε περίπτωση που η Εταιρεία τεθεί υπό εκκαθάριση. γ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης, επειδή έχουν πωληθεί διαμερίσματα της Εταιρείας σε τρίτους και των οποίων ο ξεχωριστός τίτλος δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα ενδέχεται με την εκκαθάριση της αυτοί να μην εκδοθούν ποτέ αφήνοντας εκτεθειμένους τους δεκάδες αγοραστές τους. δ. Επιπρόσθετα, επειδή βρίσκονται σε ισχύ δέκα Εγγυητικές Επιστολές συνολικού ποσού €863.744,97 πλέον τόκους τις οποίες ο Πιστωτής προσέφερε σε δικαιούχους χρηματοδοτικούς οργανισμούς αγοραστών των διαμερισμάτων η τυχόν κατάπτωση τους θα επιφέρει και την αύξηση του οφειλόμενου ποσού της Εταιρείας προς τον Πιστωτή του οποίου το λαβείν περιορίζεται στην ενυπόθηκη εξασφάλιση του και στην τυχόν έκδοσης Απόφασης και Διαταγμάτων εκποίησης των αναφερόμενων ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εκ τούτου, η τυχόν εκκαθάριση της Εταιρείας σε συνδυασμό της ενδεχόμενης κατάπτωσης Εγγυητικών Επιστολών θα εκθέσει τον Πιστωτή σε περισσότερο οικονομικό κίνδυνο. ε. Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω και πληροφορούμαι ουδέποτε οι Αιτητές έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον της Εταιρείας, μέσα στα πλαίσια οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Εταιρείας. στ. Η Εταιρεία έχει εγγεγραμμένη επ' ονόματι της σημαντική ακίνητη περιουσία και είναι δραστηριοποιημένη και είναι ικανή να πληρώσει τα χρέη της, ειδικότερα λαμβανομένων υπόψιν μελλοντικά έσοδα και εισπράξεις της εταιρείας από τις πωλήσεις των λοιπών τεσσάρων διαμερισμάτων. ζ. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα και μοναδικό σκοπό έχει να προωθήσει την εξασφάλισης του λαβείν των Αιτητών εις βάρος του Πιστωτή με την αποδυνάμωση των εξασφαλίσεων που βρίσκονται επί του παρόντος σε όφελος του Πιστωτή καθώς και την παράκαμψη των τρίτων/αγοραστών των διαμερισμάτων της Εταιρείας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενδιαφερόμενου μέρους ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει επ' ονόματι της σημαντική περιουσία και είναι δραστηριοποιημένη και ικανή να πληρώσει τα χρέη της κατέθεσε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερομηνίας 26.2.2018 από το οποίο προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει ακίνητη περιουσία σε όλη την Κύπρο καθώς και εναντίον της εν λόγω ακίνητης περιουσίας υπάρχουν επιβαρύνσεις. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει καταχωρήσει ένσταση και έχει ισχυρισθεί ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης επειδή το χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο. Εναντίον της δικαστικής απόφασης που θεμελιώνει το χρέος έχει καταχωρηθεί η έφεση αριθμός 49/
  2. Η απαίτηση του χρέος δεν έγινε με τον τρόπο που υποστήριξαν οι αιτητές. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη με ημερομηνία 21.5.2015 η απαίτηση επιδόθηκε στον διευθυντή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας XXXXX Σταύρου με τον ακόλουθο τρόπο, δηλαδή δεν τον βρήκε ο επιδότης στο σπίτι του ή στον χώρο της εργασίας του και επέδωσε την επιστολή απαίτησης στην XXXXX Σταύρου σύζυγο του XXXXX Σταύρου. Η XXXXX Σταύρου δεν είναι αξιωματούχος της εταιρείας και η επιστολή απαίτησης δεν τέθηκε υπόψη του XXXXX Σταύρου από την σύζυγο του. Η επιστολή απαίτησης επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας με το να αφεθεί εκεί χωρίς να υπογράψει κάποιο πρόσωπο ότι παρέλαβε την επιστολή απαίτησης του χρέους. Η αίτηση εκκαθάρισης ημερομηνίας 25.6.2015 περιήλθε εις γνώση του διευθυντή της εταιρείας XXXXX Σταύρου στις 30.5.2018 από έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του στην αίτηση έφεση XXXXX/17 διά μέσου της κυρίας XXXXX Σοφοκλέους δικηγόρο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας. Η αίτηση έφεση ήταν ορισμένη στις 4.6.2018 ενώπιον άλλου Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αφού οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση τις διαδικασίες στην συνέχεια απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 1.6.2018 και τους ενημέρωσαν ότι η αίτηση εκκαθάρισης μόλις είχε περιέλθει εις γνώση τους. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο άρθρο 211(ε) και το άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  3. Oι λόγοι για τους οποίους η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας μπορεί να καταχωρηθεί προδιαγράφονται στο άρθρο 211 το Κεφ. 113 ως ακολούθως: «Περιπτώσεις που η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο
  4. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από επτά στην περίπτωση δημόσιας εταιρείας. Το Δικαστήριο χορηγεί στην εταιρεία επαρκή κατά την κρίση του προθεσμία για την άρση του λόγου διαλύσεως, και προχωρεί στην διάλυση μόνο αν η εταιρεία είτε δηλώσει εξ αρχής αδυναμία να αυξήσει τον αριθμό των μελών της, είτε δεν δυνηθεί να τον αυξήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία· (ζ) η SE αποτυγχάνει να επανορθώσει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).» Oι αιτητές στηρίζονται ειδικά στις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 Περί Εταιρειών Νόμου για να ζητήσουν εκκαθάριση της εταιρείας. Το άρθρο 212(α) προνοεί τα ακόλουθα:
  5. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της. Ειδικότερα η αιτήτρια στηρίζεται στην διαδικασία που προδιαγράφεται στο άρθρο 212(α) για να θεμελιώσει το δικαίωμα της να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Είναι θέση της αιτήτριας ότι έχει επιδώσει νόμιμη απαίτηση πληρωμής χρέους που υπερβαίνει το ποσό των 5000 ευρώ με παράδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Η εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής εντός 21 ημερών από την παράδοση της απαίτησης ως εκ τούτο τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της και η αιτήτρια νόμιμα έχει προβεί στην καταχώρηση αίτησης με την οποία ζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας για τον λόγο ότι είναι αφερέγγυα και ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Οι πρόνοιες του άρθρου 211 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπουν ότι εταιρεία μπορεί να διαλυθεί από το Δικαστήριο εάν δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της εάν πιστωτής αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι έχει αποστείλει νόμιμη απαίτηση για εκκαθαρισμένο χρέος με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 212(α) και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με την απαίτηση εντός 21 ημερών. Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση αφορά χρέος που προκύπτει από δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2006 στις 23.12.14 για το ποσό των 292,000.00 ευρώ. Το δικονομικό μέτρο με το οποίο προωθείται εκκαθάριση εταιρείας είναι εναρκτήρια αίτηση που συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Οι πραγματικές παραστάσεις των μερών καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Επειδή τα μέρη έχουν επιλέξει απλά να υιοθετήσουν και να επιβεβαιώσουν τις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έλαβα υπόψη μου τις θετικές παραστάσεις των μερών και στην περίπτωση που υπήρχε αμφισβητούμενο πραγματικό γεγονός καθοριστικό για την επίλυση των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται έλαβα υπόψη μου το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις. Το άρθρο 218 του Κεφ. 113 προνοεί ότι πιστωτής δύναται να αιτηθεί για την διάλυση της οφειλέτριας εταιρείας με εναρκτήρια αίτηση (petition). Ο κανονισμός 92 των Company (Winding up) rules του 1933 που έχει εφαρμοστεί στην περίπτωση παρουσίασης αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας παραπέμπει στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας ως δικονομικό πλαίσιο για ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στην διαδικασία διάλυσης εταιρείας. Όμως, ο κ.92 προνοεί ότι οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας εφαρμόζονται μόνο στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με τους Company (Winding up) rules. (βλ. KMC Motors Ltd. V Jorephanco Trading and Contracting Co 1 ΑΑΔ 390
(1984)). Στην περίπτωση που γίνει αίτηση για την διάλυση εταιρείας, είναι φανερό ότι το δικονομικό μέτρο που εφαρμόζεται με βάσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 είναι εναρκτήρια αίτηση (petition) επομένως, δεν έχει εφαρμογή η Δ.48 διότι υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια που προβλέπει την διαδικασία με την οποία πιστωτής θα ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για την εκκαθάριση της οφειλέτριας εταιρείας. Oι αιτητές στηρίζονται στις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 Περί Εταιρειών Νόμου για να ζητήσουν εκκαθάριση της εταιρείας. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) οι αιτητές πρέπει να αποδείξουν ότι το εκκαθαρισμένο χρέος που οφείλεται υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 και ότι έχει απαιτηθεί. Πρέπει να αποδειχθεί ότι, έχουν παρέλθει τουλάχιστον 21 ημέρες από την καθορισμένη από τον νόμο απαίτηση πληρωμής και ότι το χρέος εξακολουθεί να οφείλεται. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αμφισβητήσει την ύπαρξη της Δικαστικής Απόφασης η οποία θεμελιώνει το χρέος αλλά και ούτε έχουν αμφισβητήσει ότι το χρέος αυτό παραμένει απλήρωτο. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία οι καθ' ων η αίτηση έχουν ισχυρισθεί ότι η απαίτηση της πληρωμής αφέθηκε στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας χωρίς να δοθεί η απαίτηση αυτή σε κάποιο πρόσωπο και χωρίς να επισημανθεί στην ένορκη δήλωση του επιδότη με ποιο τρόπο η επίδοση έχει αφεθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η επιστολή απαίτησης της πληρωμής και η ένορκη δήλωση του επιδότη δεν φέρουν υπογραφή προσώπου ότι παρέλαβε την επιστολή απαίτησης πληρωμής ή εναλλακτικά ότι η επιστολή απαίτησης χρέους έχει αφεθεί στην παρουσία κάποιου προσώπου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η επιστολή απαίτησης πληρωμής επιδόθηκε και στην σύζυγο και συγκάτοικο του μοναδικού διευθυντή της εταιρείας και ήταν ισχυρισμός του Αχιλλέα Σταύρου ότι δεν έλαβε γνώση της απαίτησης ή της αίτησης μέχρι που ο δικηγόρος του έλαβε γνώση της διαδικασίας στα πλαίσια άλλης υπόθεσης όταν του παρέδωσε τα έγγραφα η δικηγόρος Μόνικα Σοφοκλέους. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί με άλλη μαρτυρία και οι αιτητές δεν είχαν ζητήσει όπως αντεξετασθεί ο Αχιλλέας Σταύρου σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Περαιτέρω, από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η αίτηση εκκαθάρισης επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας με τον ίδιο τρόπο που επιδόθηκε η απαίτηση πληρωμής ήτοι αφέθηκε αντίγραφο της αίτησης χωρίς να την παραλάβει κάποιο πρόσωπο ώστε η αίτηση να φέρει υπογραφή ότι έχει παραληφθεί. Σημειώνεται ότι με βάση τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η αίτηση καταχωρήθηκε το 2015, έγιναν δημοσιεύσεις τον Οκτώβριο 2015 αλλά η πρώτη φορά που εμφανίσθηκε δικηγόρος εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση στην διαδικασία ήταν τις 19 Ιούνιο 2018. Στην συνέχεια η καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και κατέθεσε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης για τον λόγο ότι δεν είχε επιδοθεί ορθά η επίδοση της επιστολής απαίτησης και η αίτηση εκκαθάρισης. Συνεπώς η καθ' ης η αίτηση εταιρεία εγείρει ζήτημα σε σχέση με την κανονικότητα της επίδοσης της απαίτησης της πληρωμής. Η ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκε και έτσι το ζήτημα εξετάζεται εκ νέου. Το Δικαστήριο δεν φαίνεται να κατέληξε σε πραγματικά ευρήματα σε σχέση με τον τρόπο επίδοσης της απαίτησης πληρωμής και σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αχιλλέα Σταύρου ότι δεν έλαβε γνώση της απαίτησης και της διαδικασίας. Κατά συνέπεια αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να αποδειχθούν θετικά προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με την κανονικότητα της επίδοσης. Οι αιτητές οφείλουν στον βαθμό που ουσιώδη γεγονότα αμφισβητούνται να ζητήσουν να προσφέρουν προφορική ή έτερη μαρτυρία ώστε να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που εναποτίθεται στους ώμους τον αιτητών, ώστε να δικαιούνται να ζητούν την εκκαθάριση της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Κατά την εναρκτήρια αίτηση το Δικαστήριο οφείλει να κάνει ευρήματα γεγονότων και στο βαθμό που τα γεγονότα είναι αντικρουόμενα ή ελλιπής ο αιτητής οφείλει να τα αποδείξει με πρόσθετη μαρτυρία ή με αντεξέταση των μαρτύρων που αντικρούουν τα γεγονότα της αίτησης που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Στη υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπάρη για άδεια και καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari 1 ΑΑΔ 2476
(2013)ημερ. 3.12.2013, η Δικαστής Σταματίου επεξήγησε ότι στα πλαίσια εναρκτήριων αιτήσεων η μαρτυρία της υπόθεσης περιορίζεται συνήθως στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης, αλλά εκεί όπου υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα σημαντικά για την επίλυση των σημαντικών ζητημάτων, το Δικαστήριο πάντοτε διατηρεί την εξουσία να επιτρέψει την λήψη και προφορικής μαρτυρίας. «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd ημερομηνίας 28.05.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. JosephancoTrading and Contracting Company[1] ). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law,
(1984)1 Α.Α.Δ. 390, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα επιβεβαιώνονται με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Λίγα είναι τα αμφισβητούμενα γεγονότα ώστε να έχει καταστεί ανάγκη η παράθεση προφορικής ή έτερης μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης εκκαθάρισης. Το μόνο γεγονός που έχει αμφισβητηθεί είναι η κανονικότητα της επίδοσης. Ο τρόπος επίδοσης της απαίτησης πληρωμής και το γεγονός ότι οι καθ' ης η αίτησης δεν έχουν λάβει γνώση της απαίτησης είναι κάτι που έχει αποδειχθεί με θετική μαρτυρία στην ένορκη δήλωση του Αχιλλέα Σταύρου. Παραμένει προς επίλυση κατά πόσο η απαίτηση πληρωμής έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) και δεύτερο κατά πόσο θα πρέπει να αρνηθώ την έκδοση διαταγής για εκκαθάριση της εταιρείας εξαιτίας του τρόπου που έγινε η επίδοση με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση της διαδικασίας η καθ' ης η αίτηση. H διαδικασία για εκκαθάριση της εταιρείας θα πρέπει να παραμερισθεί στην περίπτωση που δεν έχει προηγηθεί απαίτηση πληρωμής χρέους με επίδοση της απαίτησης και παράδοση της στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η αποστολή της απαίτησης με αυτό τον τρόπο είναι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εκκαθάριση της εταιρείας βασιζόμενη στο άρθρο 212(α). Οι αιτητές έχουν επιδώσει απαίτηση πληρωμής στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία δυνάμει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 212(α) του Κεφ. 113. Το χρέος υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 και πρόκειται για εκκαθαρισμένη οφειλή που προέκυψε δυνάμει δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας στις 23 Δεκεμβρίου 2014. Επομένως, το χρέος οφείλεται καθότι το ποσό δεν έχει ακόμη πληρωθεί. Το θέμα της ορθής επίδοσης σε εταιρικό πρόσωπο διέπεται από το άρθρο 372 του Κεφ. 113 αλλά και από την Δ.2 κ.5 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με την επίδοση δικαστικών έγγραφων που επιδίδονται σε νομικό πρόσωπο το Εφετείο στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. Michaelides (Εstates) Ltd 1 ΑΑΔ 43
(2002)επεξήγησε ότι αυτές οι διατάξεις πρέπει να διαβασθούν και να ερμηνευθούν με αναφορά το άρθρο 30 του Συντάγματος ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του διάδικου να λάβει γνώση της διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον του. «Το επίμαχο άρθρ. 372, το οποίο βασικά επικαλείται η εφεσείουσα για να αποδείξει τη νομιμότητα της επίδοσης, προβλέπει ότι: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Η διάταξη αποτελεί αντιγραφή του άρθρ. 437
(1)του ομώνυμου αγγλικού νόμου του
  1. Η λέξη document (έγγραφο), που απαντάται στο άρθρο αυτό, περιλαμβάνει, σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε από τα αγγλικά δικαστήρια και κλητήριο ένταλμα αγωγής (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 6, παραγρ. 275 στη σελ. 131). Διευκρινίστηκε περαιτέρω από την αγγλική νομολογία ότι η επίδοση είναι νομότυπη έστω και αν δεν καθορίστηκε σε ποιόν αφέθηκε το κλητήριο (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 115, το στοιχείο "Proof of Service"). Ο δικηγόρος της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού (εφεσείουσας) πρόβαλε ακριβώς τα ισχύοντα στο αγγλικό δίκαιο για να προωθήσει τη θέση του ότι έχουν εκπληρωθεί, στην προκείμενη περίπτωση, οι προϋποθέσεις νομιμότητας της επίδοσης, που περιέχει η πανομοιότυπη διάταξη 372 του ημεδαπού εταιρικού δικαίου. Ο πρωτόδικος δικαστής κατέληξε ότι, προκειμένου για επίδοση κλητηρίου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να εγχειρίζεται το κλητήριο στον κατά τις διατάξεις της Δ.5, θ.7 εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, όπως τον πρόεδρο ή άλλο ψηλόβαθμο αξιωματούχο του. Το ουσιαστικό μέρος της Δ.5, θ.7 έχει ως εξής: "Ιn the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service;" Είναι σημαντικό ότι ο δικαστής προέβη σε εύρημα, με βάση το υλικό που του προσκομίστηκε, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί με την έφεση, ότι πράγματι η εφεσίβλητη δε γνώριζε για την αγωγή που κατατέθηκε εναντίον της. Το πληροφορήθηκε όταν πήρε επιστολή του δικηγόρου της Μητρόπολης που την καλούσε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της. Γι' αυτό λοιπόν ο πρωτόδικος δικαστής συμπέρανε ότι η απόφαση ήταν ακυρωτέα ex debito justitie "λόγω κακής επίδοσης και παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων να πληροφορηθούν για τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους." .s. 372 providing "a document may be served on a company by leaving it or sending it by post to the registered office of the company." It is doubtful whether this rule applies to service of judicial proceedings. If that were the case it would appear to me to fall short of complying with the provisions of Article 30.3 (a)." Tο ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην υπόθεση Lexicon, ανωτέρω. Στην Balm Maritime Co., η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη
  2. Το ναυτοδικείο εντούτοις ακύρωσε την απόφαση, που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων, καθοδηγούμενο από τη συνταγματική αρχή του άρθρ. 30.3.(α). Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος». Η καταχώρηση αίτησης διάλυσης γίνεται με εναρκτήρια αίτηση η νομική βάση της οποίας θεμελιώνεται στο άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  3. Οι πρόνοιες του άρθρου 213 είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 224 του Αγγλικού Companies Act
  4. Με βάση τον κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών δύναται να χρησιμοποιείται η γενική πρακτική και διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία εκτός εάν ο Νόμος ή οι κανονισμοί των εταιρειών προνοούν διαφορετικά». Στην υπόθεση Karaoglanian v Karaoglanian,
(1976)12 JSC 1656, ο Δικαστής Γ. Πικής εξέφρασε την άποψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν εφαρμογή οι Αγγλικοί περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί 1949. Σε σχέση με το ζήτημα της επίδοσης ο κανονισμός 29 των Αγγλικών Κανονισμών προνοεί ότι η αίτηση διάλυσης εταιρείας κοινοποιείται στην εταιρεία αφού επιδοθεί στο εγγεγραμμένο της γραφείο της εταιρείας. Σε επεξηγηματικό σημείωμα (Schmitthoff and Thompson, Palmers Company Law) 21st edition, Stevens & Sons Ltd. 1968, Chapter 74 page 747 του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται ότι στην περίπτωση που το εγγεγραμμένο γραφείο είναι κλειστό ή εάν για κάποιους λόγους είναι αδύνατη η επίδοση της αίτησης εκκαθάρισης στο εγγεγραμμένο γραφείο δύναται η αίτηση να επιδοθεί σε πρόσωπο υπεύθυνο που έχει σχέση με την εταιρεία. Αυτό καταδεικνύει ότι στην περίπτωση που το εγγεγραμμένο γραφείο είναι κλειστό δεν μπορεί η επίδοση να πραγματοποιηθεί με παράδοση του στο εγγεγραμμένο γραφείο ώστε να θεωρηθεί ότι έχουν εκπληρωθεί οι πρόνοιες του άρθρου 212(α) σε σχέση με επίδοση της απαίτησης που είναι προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας. Στην περίπτωση που δεν έχει εφαρμογή ο κανονισμός 29 και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. KMC Motors Ltd. Josephanco Trading),
(1984)1 ΑΑΔ 390 ισχύουν οι πρόνοιες της διαταγής 5, κανονισμός 7 που προβλέπουν ότι επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας με παράδοση της αίτησης είναι καλή επίδοση. Παρατίθεται το κείμενο της διαταγής πιο κάτω: 7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or enumber of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly. Σε κάθε περίπτωση η επίδοση δικαστικού εγγράφου πραγματοποιείται με τρόπο που είναι εύλογα αναμενόμενο να λάβει γνώση της διαδικασίας η επηρεαζόμενη εταιρεία. Δηλαδή, το δικαστικό έγγραφο είτε δίδεται σε κάποιο πρόσωπο ή αφήνεται στην παρουσία προσώπου στον χώρο που έχει καθορισθεί ότι είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Επίδοση δικαστικού εγγράφου δεν μπορεί να γίνει εάν δεν υπάρχει κάποιο πρόσωπο παρών στην διεύθυνση για να παραλάβει το έγγραφο ή για να αφεθεί στην παρουσία του. Επίδοση δεν είναι πράξη που αφορά μόνο την παράδοση του εγγράφου με οποιοδήποτε τρόπο στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας. Επίδοση εγγράφου με την παράδοση του στην εγγεγραμμένη διεύθυνση δεν μπορεί να σημαίνει, επί παραδείγματι, ο δικαστικός επιδότης να αφήσει το δικαστικό έγγραφο δίπλα από κλειστή πόρτα στο εγγεγραμμένο γραφείου της εταιρείας. Τούτο είναι ξεκάθαρο από την Δ.5 κ. 2 που προνοεί ότι ο Δικαστικός επιδότης σε κάθε περίπτωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος οφείλει να συμπληρώσει ένορκη δήλωση στον τύπο 5 που επισυνάπτεται στους θεσμούς εις στην οποία θα αναφέρεται από ποιο πρόσωπο έχει παραληφθεί το κλητήριο ένταλμα ή στην παρουσία ποιου προσώπου έχει αφεθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος ως ακολούθως: FORM No. 5: AFFIDAVIT OF SERVICE (O. 5, r. 2). I, a process-server, make oath and say that I served an office copy of the writ of summons in Action No. οf the Registry, at (a)on the day of,19, by leaving the same in the presence of with the Defendant (b)(
  1. c)οf, for the Defendant whom I did not find at his house or at his usual place of employment, the said, being a (d)of the said Defendant. A duplicate of the document(
  2. s)served is attached hereto as an exhibit and is marked " A " or This affidavit is endorsed on a duplicate of the document served. Signed and sworn before me at on the day (Signed) of 19 Registrar. (
  3. a)Town or village where service effected. (
  4. b)Strike out the words " the Defendant," if inapplicable. (
  5. c)Strike out to the end, if inapplicable. (
  6. d)State his relationship to the Defendant for whom the writ is left. Note.-The affidavit of service should be sworn within seven days after service. Το ίδιο ισχύει και στην Αγγλία δηλαδή, η έννοια της επίδοσης είναι η παράδοση του δικαστικού εγγράφου στον τόπο της εργασίας και την παραλαβή του από κάποιο φυσικό πρόσωπο διαφορετικά δεν μπορεί να θεωρείται κανονική επίδοση. Οι Αγγλικοί θεσμοί πολιτικής δικονομίας προνοούν ότι προκειμένου να πραγματοποιηθεί έγκυρη επίδοση δικαστικού εγγράφου ή εγγράφου συναφή με δικαστική διαδικασία που παράγει έννομες συνέπειες θα πρέπει να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση της επίδοσης που να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: Certificate of service The service of an application or petition must be verified by a certificate of service22. The certificate of service, which must be verified by a statement of truth, must identify the application or petition, identify the company and the applicant or petitioner, specify the court or hearing centre in which the application was made or petition filed with the court reference number and the date, and specify whether the copy served was a sealed copy, the person served, and the manner of service and the date of service23.( Bailey & Groves Corporate Insolvency Law & Practice, B. Service par 2.9) Έγκυρη επίδοση πρέπει να περιλαμβάνει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης του επιδότη που πιστοποιεί με ποιο τρόπο έγινε η επίδοση εφόσον το άρθρο 212(α) προβλέπει παράδοση της προβλεπόμενης απαίτησης με επίδοση νοείται ότι η καταχώρηση ένορκης δήλωσης του επιδότη πρέπει να περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία, πιο πάνω, για να αποδειχθεί το έγκυρο της επίδοσης. Περαιτέρω το να προηγηθεί έγκυρη επίδοση επιστολής απαίτησης με την οποία η καθ' ής η αίτηση εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη υποβολή αίτησης εκκαθάρισης βασιζόμενη στο άρθρο 212(α) του νόμου. Στην περίπτωση που η εναγόμενη είναι νομικό πρόσωπο δεν θεωρείται έγκυρη η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή άλλου δικαστικού εγγράφου εάν αυτό δεν έχει παραληφθεί από κάποιο πρόσωπο ή έχει αφεθεί στην παρουσία κάποιου προσώπου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας. Εάν σκοπός της επίδοσης είναι η εναγόμενη να λάβει γνώση της διαδικασίας αυτό δύσκολα μπορεί να γίνει κατορθωτό όταν οι συνθήκες της επίδοσης δεν είναι γνωστές υπό την έννοια ότι δεν είναι γνωστό τι έκανε ο επιδότης με το κλητήριο ένταλμα ή το δικαστικό έγγραφο όταν επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Αν το άφησε εκεί χωρίς να καθορίσει κατά πόσο αυτό έγινε στην παρουσία φυσικού προσώπου στο εγγεγραμμένο της εταιρείας πως αποδεικνύεται η παράδοση του εγγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δηλαδή, στην περίπτωση που ο επιδότης είχε αφήσει το κλητήριο ένταλμα ή το δικαστικό έγγραφο με το να το περάσει κάτω από κλειστή πόρτα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ως εισηγήθηκε η δικηγόρος της αιτήτριας με αναφορά το σύγγραμμα McPerson 's Law of Company Liquidation Second edition (Creditors petition for a winding-up order C. Service par. 3.026) αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρη επίδοση λαμβάνοντας υπόψη ότι η Δ.5 κ. 7 και το άρθρο 372 του Κεφ. 113 πρέπει να ερμηνευθούν με τρόπο που να μην παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου ως προδιαγράφονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Εκείνο που απέδειξε η αιτήτρια ήταν ότι ο δικαστικός επιδότης πήγε προσωπικά στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Όμως πουθενά δεν γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του επιδότη κατά πόσο αυτό παραλήφθηκε από κάποιο φυσικό πρόσωπο ή εάν αφέθηκε στην παρουσία κάποιου προσώπου ως απαιτείται να γίνεται με βάση του θεσμούς ώστε η επίδοση του δικαστικού εγγράφου να θεωρείται ότι πρόκειται για έγκυρη επίδοση. Η επίδοση της αίτησης εκκαθάρισης έγινε με τον ίδιο τρόπο που επιδόθηκε η επιστολή απαίτησης χρέους. Το αποτέλεσμα είναι να μην αποδεικνύεται θετικά κατά πόσο η αίτηση έχει πράγματι παραδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η αιτήτρια έχει αποδείξει θετικά ότι ο δικαστικός επιδότης πήγε επί τόπου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενος εταιρείας αλλά δεν είναι γνωστό τι βρήκε εκεί που άφησε την αίτηση και σε ποιο πρόσωπο δόθηκε η αίτηση ή εάν αφέθηκε στην παρουσία κάποιο προσώπου που ήταν παρών στο εγγεγραμμένο γραφείο. Η καθ' ης η αίτηση έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι δεν έχει λάβει γνώση της διαδικασίας. Η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει άλλη μαρτυρία για να αντικρούσει αυτό τον ισχυρισμό. Ούτε και έχει ζητήσει να αντεξετάσει τον Αχιλλέα Σταύρου σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι δεν έχει λάβει γνώση της διαδικασίας. Συνεπώς, η επίδοση της αίτησης εκκαθάρισης δεν ήταν έγκυρη. Η απαίτηση πληρωμής του χρέους δεν είναι δικαστικό έγγραφο αλλά αυτό δεν μπορεί να απαλλάξει την αιτήτρια από το να εφαρμόσει επακριβώς τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) που καθορίζουν τον τρόπο που πρέπει να επιδοθεί η επιστολή απαίτησης χρέους προκειμένου να αποκτήσει έννομο συμφέρον να καταχωρήσει αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας. Πιο κάτω έχω παραθέσει το άρθρο 123
(1)του Αγγλικού Insolvency Act 1986 που είναι το αντίστοιχο άρθρο του δικού μας 212(α). Definition of inability to pay debts.
(1)A company is deemed unable to pay its debts— (a) if a creditor (by assignment or otherwise) to whom the company is indebted in a sum exceeding £750 then due has served on the company, by leaving it at the company's registered office, a written demand (in the prescribed form) requiring the company to pay the sum so due and the company has for 3 weeks thereafter neglected to pay the sum or to secure or compound for it to the reasonable satisfaction of the creditor, or (b)if, in England and Wales, execution or other process issued on a judgment, decree or order of any court in favour of a creditor of the company is returned unsatisfied in whole or in part, or (c)if, in Scotland, the induciae of a charge for payment on an extract decree, or an extract registered bond, or an extract registered protest, have expired without payment being made, or (d)if, in Northern Ireland, a certificate of unenforceability has been granted in respect of a judgment against the company, or (e)if it is proved to the satisfaction of the court that the company is unable to pay its debts as they fall due.
(2)A company is also deemed unable to pay its debts if it is proved to the satisfaction of the court that the value of the company's assets is less than the amount of its liabilities, taking into account its contingent and prospective liabilities.
(3)The money sum for the time being specified in subsection
(1)(a) is subject to increase or reduction by order under section 416 in Part XV. Σε Αγγλική Δικαστική υπόθεση εις την οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω πρόνοια έχει τονισθεί ότι το έγγραφο απαίτησης πληρωμής για χρέος (statutory demand) πρόκειται για έγγραφο που προκαλεί σοβαρές συνέπειες στο νομικό πρόσωπο και έτσι οι προϋποθέσεις του νόμου ως προς τον τρόπο που αυτή η ειδοποίηση θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην επηρεαζόμενη εταιρεία πρέπει να τηρηθούν αυστηρά. Στην υπόθεση In re a Company [1985] BCLC 37 αποφασίστηκε ότι η αποστολή της απαίτησης με το ταχυδρομείο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου ώστε να θεωρηθεί ότι η διαδικασία της εκκαθάρισης είχε ξεκινήσει νομότυπα. Ο Δικαστής θεώρησε ότι δεν ήταν απαραίτητο η απαίτηση να παραληφθεί στην εταιρεία με την επίδοση ως προνοούσε το άρθρο 123
(1)Insolvency Act και σημασία είχε ότι ο ταχυδρόμος είχε παραδώσει την απαίτηση στο εγγεγραμμένο γραφείο και ότι αυτή είχε παραληφθεί. Όμως σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παραδοχή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ότι η απαίτηση είχε παραληφθεί διά μέσω του ταχυδρομείου και έτσι δεν τίθετο ζήτημα ότι οι αξιωματούχοι ή άλλα πρόσωπα σχετιζόμενη με την εταιρεία δεν είχαν λάβει γνώση της απαίτησης. 'Although I understand that it is sometimes the practice of the Companies Court to act on the basis of a statutory demand which has been sent through the post, it seems to me that once the point taken by counsel for the company has been taken, it is seen to be a good one. Section 437
(1)is in these terms: "A document may be served on a company by leaving it at or sending it by post to the registered office of the company". That shows clearly that sending it by post is not leaving it at the registered office within s 223(a). It may be that the provisions of the Companies Acts have not yet fully caught up with modern conditions and that there would be a case for allowing a statutory demand to be sent through the post, or indeed to be sent by telex. On the other hand a statutory demand is a solemn document with potentially serious consequences. I can well understand that the legislature might have consciously intended that the service of a document of that character should be carried out in much the same way as the service of a winding-up petition, which cannot be sent through the post and certainly cannot be sent on the telex machine.' The object of service is to bring a document to the attention of the company. The two alternatives set out in s 725 of the 1985 Act provide alternative acts by which service is to be proved. The first, leaving it at the office, indicates that the person who has to prove service has to prove that it arrived. The second, sending it by post, only requires him to prove postage and, unless it is returned through the dead-letter office, that is deemed after a suitable period after posting to have been received. It seems to me that the distinction sought to be made in this case, with the greatest respect to Nourse J, is quite unsound. The applicant accepts that the statutory demand was left at its registered office. There is no dispute about that. It is said that there is no good service because of the way in which it was left. It was not contended, of course, that if the creditor left it personally that would not be good service. It was not suggested that if his employee on his specific instructions left it at the registered office that would not be good service. When one extends the possible analogies a little further, counsel was not disposed to accept that, if I employ a security firm to leave it at the registered office and who was merely my agent for that purpose, that that would be leaving it at the office. But it seems to me that it necessarily would be, and I cannot see any sense in a distinction which says that if it is proved that the document was left at the registered office that it should not be deemed or treated as adequate service because it was left by the postman rather than by a creditor, his employee, agent, or some perhaps independent third party. It seems to me that the alternatives posed by s 725 are alternative facts which have to be established to prove service. The draftsman of s 123, for the reasons indicated by Nourse J, namely the potentially serious consequences of service of a statutory demand, has required the creditor seeking to rely on it to prove that it was left at the office, not merely that he put it in the post box. But, once it is accepted as having been left at the once, although transmitted by means of the Royal Mail, it seems to me that it is served within s 123 perfectly properly. Το πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύει ότι εκείνο που έχει σημασία είτε στην περίπτωση της επίδοσης ή της αποστολής της απαίτησης δια του ταχυδρομείου είναι να αποδειχθεί ότι η απαίτηση έχει παραληφθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ώστε να υπάρχει η προσδοκία ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία θα λάβει γνώση της απαίτησης. Η σημασία της επίδοσης έναντι της ταχυδρόμησης είναι ότι στην πρώτη την περίπτωση ο πιστωτής δύναται να βασιστεί στην ένορκη δήλωση του επιδότη ότι η απαίτηση έχει φθάσει στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Ενώ στην περίπτωση που η απαίτηση έχει απλά ταχυδρομηθεί ο πιστωτής δεν κατέχει την ένορκη δήλωση του επιδότη για να αποδείξει την παραλαβή της επιστολής απαίτησης. Το να φθάσει ένα έγγραφο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας προϋποθέτει κατά την άποψη μου ότι παραλήφθηκε από κάποιο άτομο ή ότι αφέθηκε στην παρουσία κάποιου ατόμου. Το να αναφερθεί στην ένορκη δήλωση ότι έχει αφεθεί ένα έγγραφο σε ένα γραφείο χωρίς άλλη επεξήγηση δεν σημαίνει και ότι έχει παραληφθεί από την εταιρεία. Δημιουργούνται ερωτήματα ως προς το που αφέθηκε το έγγραφο πχ. σε μέρος που θα ήταν αντιληπτό από κάποιο, ή σε ώρα που το γραφείο λειτουργούσε ή σε διεύθυνση έστω και να είναι η εγγεγραμμένη διεύθυνση στην οποία δραστηριοποιείται η εταιρεία να διεξάγει εργασίες. Στην πιο πάνω υπόθεση ο Δικαστής δεν προβληματίσθηκε σε σχέση με την εγκυρότητα της αποστολής της απαίτησης με το ταχυδρομείο διότι ήταν δεκτό ότι αυτή είχε φθάσει στον προορισμό της και είχε παραληφθεί. Στην περίπτωση όμως που δεν υπήρχε τέτοια αποδοχή τότε δύσκολα θα μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία της εκκαθάρισης. Εξαιτίας των σοβαρών συνεπειών για την εταιρεία ο πιστωτής οφείλει να λάβει μέτρα ώστε να περιέλθει σε γνώση της εταιρείας η αίτηση για απαίτηση χρέους. Ενόψει του γεγονότος ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι ατελής οι πιστωτές δεν έχουν αντικρούσει με επιτυχία ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αίτησης και της επιστολής απαίτησης χρέους. Δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα ότι επιστολή απαίτησης έχει επιδοθεί με παράδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Δεν αποκλείεται ο πιστωτής να έχει εκπληρώσει αυτό το καθήκον ακόμη και στην περίπτωση που περάσει την απαίτηση χρέους κάτω από την πόρτα του εγγεγραμμένου γραφείου αλλά στην περίπτωση που το γραφείο αυτό δεν λειτουργεί ή δεν είναι το μέρος όπου διεξάγονται οι δραστηριότητες της εταιρείας με αποτέλεσμα η εταιρεία να μην λάβει γνώση δεν μπορεί να είναι σωστό πιστωτής να βασιστεί στην επίδοση της απαίτησης με αυτό τον τρόπο ώστε να θεμελιώσει το δικαίωμα του να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάριση. Δεν υπάρχει αντίθετη θεώρηση των πραγμάτων στο Σύγγραμμα McPhperson's Law of Company Liquidation στο οποίο με παρέπεμψε η συνήγορος των αιτητών, πιο πάνω, διότι στο απόσπασμα του συγγράμματος που με παρέπεμψε επεξηγείται ότι η χαλαρότητα ως προς τον τρόπο επίδοσης της απαίτησης πληρωμής δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει ότι η εταιρεία πράγματι έχει λάβει γνώση της απαίτησης. 'So the consequence of this is that where a company denies receipt of a demand by post, a creditor is not going to be able to rely on the demand, even if proof of posting could be adduced. Σε σχόλιο Αγγλικού Δικαστηρίου σε μεταγενέστερη απόφαση επί του θέματος Andrews v Bohm
(2005)EWHC 3520 (Ch) αφήνεται να νοηθεί ότι ο πιστωτής έχει υποχρέωση να λάβει μέτρα ώστε να περιέλθει εις γνώση της εταιρείας η απαίτηση για χρέος. [41] What does that tell us as to whether or not the creditors, Mr and Mrs Bohm, have complied with their obligation in Insolvency r 6.3
(2)to do all that is reasonable for the purpose of bringing the statutory demand to the debtor's attention? They do not have his home address. If they were going to go by the book, they would have to take some steps to find the home address and then put in an affidavit indicating why they have not to a substituted service standard. They short-circuited that by relying on the mechanism which Judge Harris had laid down in his order, a mechanism which was laid down with some encouragement from Mr Stubbert at the time in suggesting that his firm could receive some material. In my view, on the facts of this case, they acted perfectly reasonably in doing that. The only thing that can be said about the steps that they took and the extent to which they do not comply with the Rules is that they did not set out fully the circumstances in which substituted service was justified, ie they did not set out the background to the order, the fact that they did not know where he lived and the fact that he would not say where he lived. If that is a defect, then I am prepared to waive it under 7.5
(5). All in all, I am quite satisfied that, on the material I have seen, they have done what is reasonable to bring the statutory demand to the attention of Mr Andrews. If it matters, we know that they were entirely successful because, within a very few days, Chua's had drawn the statutory demand to his attention, as he admitted to the district judge when he said he had received the demand in early February and he was in a position to pass it on to his sister, who took the steps that she took in trying to get it set aside, commencing with her application and letter of 16 February 2005. In the circumstances, I hold that the statutory demand was properly served. Συνεπώς, το πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει αυστηρή και απαρέγκλιτη προσήλωση του νόμου ως προς τον τρόπο κοινοποίησης δικαστικών εγγράφων που παράγουν σοβαρές συνέπειες για την εταιρεία αλλά σημαίνει ότι η απαίτηση πληρωμής του χρέους πρέπει να περιέλθει εις γνώση της εταιρείας και ότι ο πιστωτής έχει υποχρέωση να διασφαλίσει ότι αυτό θα γίνει με τον νενομισμένο τρόπο αποστολής της απαίτησης πληρωμής εκτός εάν συντρέχουν περιστάσεις που καταδεικνύουν ότι ο νενομισμένος τρόπος επίδοσης δεν θα οδηγήσει στο να λάβει γνώση της απαίτησης η εταιρεία. Στην παρούσα περίπτωση ο πιστωτής επέδωσε την απαίτηση πληρωμής με τρόπο που δεν έχει συμμορφωθεί με το άρθρο 212(α) ήτοι στην σύζυγο διευθυντή της εταιρείας και με τρόπο που είναι σε συμμόρφωση με το άρθρο 212(α) επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Όμως στην δεύτερη περίπτωση τα στοιχεία που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδείξει ότι είχε συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του νόμου ήταν ημιτελής διότι η ένορκη δήλωση του επιδότη δεν αναφέρει κατά πόσο η απαίτηση παραδόθηκε σε κάποιο φυσικό πρόσωπο ή ότι αφέθηκε στην παρουσία φυσικού προσώπου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ώστε να μπορέσω να καταλήξω θετικά σε συμπέρασμα ότι αυτή παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο εργασία της εταιρείας. Τα πράγματα έχουν γίνει ακόμη πιο περίπλοκα ένεκα του γεγονότος ότι και η αίτηση εκκαθάρισης επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο χωρίς πλήρη αποδεικτικά στοιχεία της παράδοσης της αίτησης και η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει λάβει γνώση της απαίτησης και της διαδικασίας εκκαθάρισης μέχρι το 2018 που έλαβε γνώση της διαδικασίας τυχαία μέσω της δικηγόρο του ενδιαφερόμενου μέρους σε άλλη δικαστική διαδικασία. Για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς η πιστωτής εταιρεία δεν έχει προσκομίσει άλλη μαρτυρία ως αυτή του επιδότη, επί παραδείγματι, για να αναφέρει στο Δικαστήριο τι βρήκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και να αναφέρει ακριβώς που παρέδωσε τα έγγραφα. Ούτε έχει ζητήσει να αντεξετάσει τον XXXXX Σταύρου σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ώστε να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε ιδέα για την απαίτηση και την διαδικασία. Περαιτέρω, εκείνο που προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης είναι ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία εμφανίσθηκε στην διαδικασία τον Ιούνιο 2018 και καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της αίτησης επειδή δεν έλαβε γνώση της απαίτησης και της διαδικασίας. Επομένως ο πιστωτής δεν έχει αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι έχει επιδώσει την απαίτηση ως ορίζει ο νόμος και δεν έχει αποδείξει ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία παρέλαβε την απαίτηση ώστε να γνωρίζει ότι θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την πληρωμή του χρέους εντός 21 ημερών. Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο διασώζεται η διαδικασία ένεκα του γεγονότος ότι η καθ' ης η αίτηση έχει λάβει γνώση της διαδικασίας το 2018 δηλαδή ενώ εκκρεμούσε η παρούσα διαδικασία και πριν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 που ανέφερα πιο πάνω είναι παρόμοιο με το άρθρο 123
(1)του Insolvency Act στο οποίο απαριθμούνται οι περιπτώσεις βάση των οποίων μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, CM Schmitthaff 24th edition 1987 volume 1 Chap.88 par.88-06 pg 1366-1367 επεξηγείται ότι στην περίπτωση που ο αιτητής έχει αποστείλει απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 223
(1)Insolvency Act και η οφειλέτης εταιρεία αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει το χρέος τεκμαίρεται ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η μόνη δικαιολογία για την μη πληρωμή του χρέους είναι μία ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Εάν δεν αποδείξει η εταιρεία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους είναι μάταιο να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος και το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του αυθαίρετη απόφαση της εταιρείας να μην πληρώσει το χρέος. Στην Κυπριακή απόφαση GIP Constructions v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων,
(1991)1 ΑΑΔ 14 το Εφετείο επεξήγησε ότι η αποστολή απαίτησης πληρωμής με βάση το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας της πληρωμής των χρεών της εταιρείας. Το Εφετείο επεξήγησε περαιτέρω τις νομικές συνέπειες της διαδικασίας που ακολουθούν δυνάμει των συγκεκριμένων προνοιών του Άρθρου 212 του Κεφ. 113. Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η εφεσείουσα αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει το άρθρου 211 του Κεφ. 113, έστω και αν η μαρτυρία κάλυπτε και μια από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου. Η διαφορά μεταξύ των δύο προνοιών συνίσταται στο ότι απόδειξη μιας των εξειδικευμένων περιπτώσεων του άρθρου 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ενώ στην εξέταση με βάση τον γενικό ισχυρισμό του άρθρου 211 το ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, περιλαμβανομένων και εκείνων που τυχόν θα προβάλει η εταιρεία. Αίτηση εκκαθάρισης που στηρίζεται μόνο στις πρόνοιες του άρθρου 211 και όχι το άρθρο 212(α) διαφέρει ως προς το αποδεικτικό υλικό που είναι αναγκαίο ο αιτητής να προσκομίσει για να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας. Όταν η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 211, πρέπει να αποδειχθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ότι αυτή αδυνατεί να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της, δηλαδή ότι είναι αφερέγγυα. Επί παραδείγματι στην υπόθεση να C. Phasarías Ltd. Εταιρεία Σκυροποιιας Λεωνικ Λτδ, 1Β ΑΑΔ 1457
(2009), το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν ανάγκη να αποδειχθεί πέραν της απαίτησης για πληρωμή και το γεγονός ότι η οφειλέτρια εταιρεία ήταν αφερέγγυα. Όμως, σε εκείνη την περίπτωση δεν μπορούσε να προχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 212α επειδή η επίδοση της απαίτησης δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο. Οι πιστωτές αναγκάσθηκαν να προχωρήσουν την αίτηση μόνο στην βάση του άρθρου 212(β) και επί του άρθρου 211(ε). Οπότε εκεί δεν πέτυχε η αίτηση διότι δεν ήταν σε θέση η αιτητές να προσκομίσουν θετική μαρτυρία γενική ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Αυτή η αίτηση αφορά απαίτηση για πληρωμή χρέους. Σε τέτοια περίπτωση αποφεύγεται η εκκαθάριση της εταιρείας εάν η οφειλέτης εταιρεία εγείρει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Χρέος το οποίο καλόπιστα αμφισβητείται έχει ερμηνευθεί στην Αγγλική υπόθεση In re Gold Mines 26 C.A. 210. Σε εκείνη την υπόθεση η εργοδότηση υπαλλήλου είχε τερματισθεί για λόγους υπαιτιότητας του υπαλλήλου. Ο υπάλληλος απαίτησε πληρωμή για μισθούς διότι τερματίσθηκε η εργοδότηση του χωρίς προειδοποίηση. Η εταιρεία αμφισβητούσε την απαίτηση του υπαλλήλου, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 110 Αγγλικών Στερλινών. Ο υπάλληλος καταχώρησε αίτηση για την διάλυση της εταιρείας και ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η εταιρεία κατέθεσε το ποσό της απαίτησης σε μετρητά στο Δικαστήριο αφού αμφισβητούσε ότι ο υπάλληλος είχε δικαίωμα σε τέτοιο μισθό. Η πιο πάνω απόφαση δείχνει ότι δεν είναι αρκετό η απαίτηση πληρωμής να αμφισβητείται ότι οφείλεται αλλά η αμφισβήτηση πρέπει να είναι καλόπιστη και ουσιαστική. Στην Αγγλική υπόθεση In re a Company
(1997)BCC 830 ο Δικαστής Chadwick είπε τα ακόλουθα σε σχέση με την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το χρέος για το οποίο έχει καταχωρηθεί η αίτηση αμφισβητείται: «It is in my view important to re-emphasize that there is no rule of practice in this court that a petition will be struck out or dismissed merely because the company alleges that the debt is disputed. The true rule, which has existed for many years, is the rule of practice that this court will not allow a winding-up petition to be used for the purpose of deciding a substantial dispute raised on bona fide grounds». Ελεύθερη μετάφραση: «Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να τονίσω ότι δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής της πτωχευτικής διαδικασίας που να καθορίζει ότι αίτηση διάλυσης θα πρέπει να απορριφθεί μόνο επειδή η καθ' ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται ότι το χρέος αμφισβητείται. Η πρακτική που ακολουθείται για πολλά χρόνια είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στη διαδικασία αίτησης διάλυσης της εταιρείας να εγερθούν και να επιλυθούν διάφορα ζητήματα σε σχέση με αξίωση που αμφισβητείται καλόπιστα για λόγους ουσίας». Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για τη εκκαθάριση της εταιρείας, ακόμη και εάν το χρέος που έχει απαιτηθεί αμφισβητείται. Μόνο στην περίπτωση που εγείρεται ζήτημα ουσίας που προκύπτει από καλόπιστη πεποίθηση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν οφείλεται το εν λόγω ποσό δικαιολογείται η μη τήρηση των προνοιών του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Νοείται ότι το Δικαστήριο με βάση τις αρχές της επιείκειας δικαιούται να εξετάσει όλα τα δεδομένα. Δεν περιορίζεται από τις επιφανειακές παραστάσεις των μερών. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν προβάλει ουσιαστικό λόγο γιατί αμφισβητούν το χρέος. Αντιθέτως, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης υπάρχει παραδοχή των καθ' ων η αίτηση ότι το χρέος θεμελιώνεται με την έκδοση της Δικαστικής απόφασης και ότι αυτή η απόφαση έχει εφεσιβληθεί. Όμως ως επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Re Amalgamated Properties of Rhodesia [1917] 2 Ch. 115 η καταχώρηση έφεσης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγος να στερήσει το δικαίωμα του εξ' αποφάσεως χρεώστη να απαιτήσει το χρέος του. Εάν υπήρχε τέτοιος κανόνας τότε κάθε φορά που μία εταιρεία θα ήταν ανεπιτυχής πρωτόδικα θα μπορούσε να επικαλεστεί την έφεση ως λόγος να στερήσει τον επιτυχόντα διάδικο αυτό που δικαιούται με βάση τον νόμο με κίνδυνο εάν αυτός είναι μη εξασφαλισμένος πιστωτής να απωλέσει και την δυνατότητα να ικανοποιήσει το χρέος του σε μελλοντικό χρόνο. The result is that the petitioners, as judgment creditors for this very large sum, are prima facie entitled ex debito justitiae to a winding up order, and it seems to me to be impossible to displace that prima facie position without the very strongest proof that the petition is being improperly made use of for some ulterior motive. Sir John Simon, for the respondents, has said that the speech of the chairman at the meeting of the petitioning company in itself discloses an ulterior motive at that time, and shows that the petitioners are not presenting this petition bona fide in order to obtain payment of the sum owing to them, but that it is presented for the purpose of stifling the appeal. ....... I have yet to learn that judgment creditors who are entitled to be paid a judgment debt are to have evil motives attributed to them, or are to be deprived of their rights, because they are seeking to enforce those rights before the assets to which they look are mortgaged or charged in such a way as to deprive them of the legitimate expectation of being paid. But then it is said: "Well, at any rate the result of this petition, whatever the motive is, must be to hamper the prosecution of the appeal, and therefore it would be unfair to make a winding up order." And the argument goes to this length, that the Court should not merely decline to make a winding up order now, and should not merely postpone the hearing of the petition, but should actually dismiss the petition of the judgment creditors, because, while the petition is on the file, some difficulties will be experienced by the respondents to the petition in prosecuting their appeal. The argument is such a bold one that it answers itself, for it really comes to this, that, if an unsuccessful litigant happens to be a limited company and intends to appeal, that litigant practically is discharged from the necessity which litigants are under in such a state of things, of applying to the Court of first instance or to the Court of Appeal to stay execution on the judgment, because the respondents to the petition can always say that the necessary effect of the enforcement of the judgment by execution in the shape of a winding up order must be to hamper the appeal, and therefore no such order must be made and the petition must actually be dismissed for fear of those consequences. In the first place, it seems to me that, even if a winding up order is made, the consequences are not such as the respondents endeavour to make out. It is common practice for companies in liquidation to pursue litigation, either by way of appeal or otherwise... At any rate, I am not frightened by the suggestion that the effect of a winding up order would be to deprive the respondents in any real sense of any legitimate opportunity of appealing... There is no reported authority on the point before me, but my attention has been drawn to a case in which Mr. Holmes was engaged, Wyler and the Ibo and Nyassa Corporation v. Lewis and Marks
(1), another celebrated litigation as regards length and cost. In that case the plaintiffs had been successful in the Court of first instance, but had failed in the Court of Appeal and been ordered to pay a large sum for costs. They presented an appeal from that judgment to the House of Lords, and while that appeal was pending a petition was presented, in respect of the costs, to wind up the plaintiff corporation. The petition was opposed by the corporation and creditors, and was heard by Neville J., who thought that the petition should not be dismissed - I do not know whether anybody had the courage to ask for its dismissal - but that it should stand over. The Court of Appeal, however, apparently took the view that the petitioners were entitled to their order ex debito justitiae, and accordingly made a winding up order. That is a precedent, in substance, for the order I propose to make, though not for all the details of that order, and I feel bound to follow it. Οι πιστωτές κατέχουν δικαστική απόφαση που θεμελιώνει το χρέος έχουν δικαίωμα να προβούν σε δικαστικά διαβήματα που τους παρέχει ο νόμος. Εφόσον η καθ' ης η αίτηση δεν έχει εξασφαλίσει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης η καταχώρηση της έφεσης δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων του πιστωτή. Εξάλλου στην περίπτωση που θα προχωρούσα να εκδώσω διάταγμα εκκαθάρισης θα μπορούσε η καθ' ης η αίτηση να καταθέσει εγγύηση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ως ύστατο μέτρο για να αποφύγει την εκκαθάριση και παράλληλα διατηρώντας το δικαίωμα της να εφεσιβάλει την πρωτόδικη κρίση. Συνεπώς, το χρέος είναι εκκαθαρισμένο, οφείλεται και οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν παραθέσει καμία μαρτυρία, για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη του χρέους που θεμελιώνεται με Δικαστική Απόφαση. Δεν τεκμηριώνεται καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους. Οι καθ' ων η αίτηση δεν με έχουν πείσει για το γνήσιο και το καλόπιστο της άρνησης τους και/ή παράλειψης τους να πληρώσουν το εν λόγω ποσό χρημάτων. Περαιτέρω, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραθέσει στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να πείσει ότι είναι φερέγγυα. Οπότε στην περίπτωση που έχει αποδειχθεί ότι η απαίτηση πληρωμής έχει γίνει σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου τεκμαίρεται ότι δεν έχει ικανοποιήσει το χρέος και δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μαρτυρία ότι ο πιστωτής έχει ζητήσει χρέος και δεν έχει πληρωθεί είναι εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. A winding up petition is a perfectly proper remedy for enforcing payment of a just debt. It is the mode of execution the court gives to a creditor against a company unable to pay its debts. (βλ. PaLMERS Company precedents, stevens seventeenth edition part two winding up forms and practice, Compulsory winding up and right to petition pg. 25) Στην Αγγλική υπόθεση In Re World Industrial Bank [1909] WN 148 το Αγγλικό Δικαστήριο, εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας ακόμη και για μικρή οφειλή, και ακόμη και εάν αποδείχθηκε ότι η εταιρεία είχε τα χρήματα να καλύψει το χρέος επειδή παράλληλα ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν πλήρωνε το χρέος ετσιθελικά και αυθαίρετα όχι καλή τι πίστη. Παρά την ύπαρξη της πιο πάνω διαπίστωσης, οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η απαίτηση πληρωμής έγινε κανονικά ήτοι με την επίδοση της απαίτησης πληρωμής και με την παράδοση της στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δεν έχουν αποδειχθεί όλες οι πρόνοιες του άρθρου 212(α) ώστε να δικαιούνται οι αιτητές να προχωρήσουν κατά της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας για εκκαθάριση της εταιρείας. Ούτε κατά την άποψη μου έχω την εξουσία εκ των υστέρων σ' αυτό το στάδιο να διορθώσω το ελάττωμα που εντοπίζεται στην διαδικασία. Η αποστολή της απαίτησης πληρωμής χρέος είναι προϋπόθεση για την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης. Ακόμη και με δεδομένο ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση της απαίτησης πληρωμής τον Ιούνιο 2018 δεν διαφοροποιείται η κατάσταση. Σκοπός της επίδοσης απαίτησης με τον ενδεδειγμένο τρόπο είναι για να υπάρχει βαθμός βεβαιότητας ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση της απαίτησης. Το ζήτημα που προκύπτει δεν είναι τυπικής φύσεως αλλά είναι η ουσία διότι μόνο στην περίπτωση που υπάρχει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) ασκείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης. Εφόσον δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει προηγηθεί νόμιμη απαίτηση πληρωμής του χρέος και η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της απαίτησης ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να αντιδράσει στην απαίτηση πληρωμής του χρέους ως ορίζει ο νόμος αναπόφευκτα επηρεάζεται η νομιμότητα της παρούσας διαδικασίας και κατά συνέπεια η τύχη της αίτησης. Παρόλο ότι είναι εύρημα μου ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούνται να ζητήσουν την εκκαθάριση της εταιρείας επειδή δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω και την ένσταση του ενδιαφερόμενου μέρους για χάριν πληρότητας των θεμάτων που εγείρονται. Το άρθρο 233Α του Κεφ. 113 που επικαλούνται ως λόγο για να μην διαταχθεί η εκκαθάριση της εταιρείας δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία για την μη έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Δεν αληθεύει ότι με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης πιστωτής θα χάσει την προτεραιότητα του ως εξασφαλισμένος πιστωτής στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2012 σε σχέση με τις δύο υποθήκες που εξασφαλίζουν το χρέος. Εκείνο το οποίο προνοεί το άρθρο 234Α του νόμου είναι ότι δύναται ο επίσημος παραλήπτης να λάβει στην φύλαξη του περιουσία που εξασφαλίζει χρέος πιστωτή και να την διαθέσει με τρόπο ως να μην ήταν περιουσία υποκείμενη σε εξασφάλιση εάν φανεί ότι η διάθεση της περιουσίας υποκείμενη σε εξασφάλιση μπορεί να οδηγήσει σε ευνοϊκότερη ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας που θα λάμβανε χώρα. Ακόμη και σε τέτοια περίπτωση ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν χάνει την προτεραιότητα του έναντι της περιουσίας και δύναται στην περίπτωση που κάποιος αιτηθεί κάτι τέτοιο να προσφύγει στο Δικαστήριο σε σχέση με ανάλογη απόφαση του επίσημου παραλήπτη. Επίσης τέτοιο δικαίωμα παρέχεται στον επίσημο παραλήπτη νοουμένου ότι η περιουσία δεν διατίθεται για ποσό μικρότερο της εξασφάλισης. Οπότε το μέτρο αυτό αποσκοπεί στην κατάλληλη περίπτωση στην διαφύλαξη των δικαιωμάτων όλων των πιστωτών χωρίς να ζημιώνονται κατ' ανάγκη τα συμφέροντα του εξασφαλισμένου πιστωτή. Επομένως, αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει ικανός λόγος να στερηθεί εξ' αποφάσεως πιστωτής δικαιώματος που του παρέχεται διά νόμου με βάση το άρθρο 213(α) του Κεφ. 113 να ανακτήσει την οφειλή του ή να προστατεύσει τα οικονομικά του συμφέροντα. Είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την διακριτική του εξουσία κατά της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης στην περίπτωση που το διάταγμα αυτό δεν θα επωφελέσει την πλειονότητα των πιστωτών του χρεώστη (βλ. In re Greenwood & Co [1900] QB 306). Η προοπτική να επισυμβεί η κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών που εξέδωσε το ενδιαφερόμενο μέρος θα έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι συνολικές υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Ο πρώτος που θα επηρεασθεί από τέτοια εξέλιξη είναι όλοι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Όμως το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει αποδείξει ότι είναι προς το συμφέρον της πλειονότητας των πιστωτών και ειδικά προς το συμφέρον των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένοι να μην εκδοθεί το διάταγμα. Το ενδιαφερόμενο μέρος έχει ισχυριστεί ότι η καθ' ης η αίτηση διαθέτει σημαντική ακίνητη ιδιοκτησία. Αλλά η πιστωτής έχει παραθέσει στοιχεία του Κτηματολογίου ήτοι έρευνα όλης της ακίνητης ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας που αποτελείται από 110 σελίδες στην οποία διαφαίνεται ότι όλη η περιουσία έχει επιβαρύνσεις. Κατά συνέπεια είναι άγνωστο κατά πόσο τα ακίνητα που υπόκεινται στις εξασφαλίσεις καλύπτουν στο σύνολο τους τα χρέη που εξασφαλίζουν. Οπότε υπό το φως αυτών των δεδομένων θα ήταν άδικο οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές να στερηθούν το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης με κίνδυνο στο τέλος να μην ικανοποιηθεί το χρέος ή μέρους του χρέους που τους οφείλεται από την υπάρχουσα περιουσία της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Το ενδιαφερόμενο μέρος δεν ανήκει στην κατηγορία των πιστωτών του αιτητή ο οποίος είναι μη εξασφαλισμένος πιστωτής. Εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής και είχε προβάλει το επιχείρημα ότι είναι καλύτερα να μην εκδοθεί το διάταγμα με την ελπίδα να ικανοποιηθούν όλοι οι πιστωτές τότε το επιχείρημα του ότι δεν είναι προς το συμφέρον των πιστωτών η εκκαθάριση θα είχε κάποια βάση. Όμως στην παρούσα περίπτωση το ενδιαφερόμενο μέρος είναι εξασφαλισμένος πιστωτής και έτσι δεν μπορεί να είναι αντιπρόσωπος των πιστωτών που δεν έχουν καμία εξασφάλιση για το χρέος που τους οφείλεται. Στην Αγγλική υπόθεση In re CRIGGLESTONE COAL COMPANY, LIMITED. No. 1 of 1906.][1906] 2 Ch. 327 επεξηγήθηκε ότι ο μη εξασφαλισμένος πιστωτής είναι σε δυσμενή θέση στην περίπτωση αφερεγγυότητας του χρεώστη. Εάν τα χρέη του δεν μπορεί να καλυφθούν από τα εισοδήματα του και περιουσιακά στοιχεία της οφειλέτης εταιρείας το ατομικό δικαίωμα του μη εξασφαλισμένο πιστωτή να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης υποχωρεί μόνο στην περίπτωση που οι υπόλοιποι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας συμφωνούν ότι η εκκαθάριση της εταιρείας είναι διάβημα που θα επιφέρει δυσμενή αποτέλεσμα στην κατηγορία των πιστωτών στο σύνολο της. « I think that, as between the creditor and the company as his debtor, the creditor who proves insolvency is, without exception, entitled ex debito justiti' to a winding-up order. But then comes another consideration, viz., that the order which the petitioner seeks not an order for his benefit, but an order for the benefit of a class of which he is a member. The right ex debito justiti' is not his individual right, but his representative right. If a majority of the class are opposed to his view, and consider that they have a better chance of getting payment by abstaining from seizing the assets, then, upon general grounds and upon s. 91 of the Companies Act, 1862, the Court gives effect to such right as the majority of the class desire to exercise. This is no exception. It is a recognition of the right, but affirms that it is the right not of the individual, but of the class; that it is for the majority to seek or to decline the order as best serves the interest of their class. It is a matter upon which the majority of the unsecured creditors are entitled to prevail, but on which the debtor has no voice". Στην παρούσα περίπτωση το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει τις ίδιες ανησυχίες με τον πιστωτή. Είναι δικαίωμα του πιστωτή να προχωρήσει ως ορίζει ο νόμος ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ως μη εξασφαλισμένος πιστωτής. Εξάλλου το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει παραθέσει πειστικά στοιχεία ότι θα ήταν προς το συμφέρον της τάξης πιστωτών που δεν έχουν εξασφαλίσεις να απέχουν από το δικαίωμα που τους παρέχει ο νόμος με την ελπίδα ότι θα εισπράξουν το λαβείν τους από την οφειλέτη εταιρεία σε μελλοντικό χρόνο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω η αίτηση εκκαθάρισης αποδεικνύεται ότι καταχωρήθηκε παράτυπα και κατά συνέπεια αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.