ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΑΛΕΞΗΣ ΦΟΥΡΟΥΚΛΑΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 6142/2015, 16/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A658 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 6142/2015 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- ΑΛΕΞΗΣ ΦΟΥΡΟΥΚΛΑΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ
- ***** ΦΟΥΡΟΥΚΛΑ
- ***** ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 16/05/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Χ. Καρύδης και κ. Κ. Μάρκου Για τους Κατηγορουμένους 1 και 3: κ. Μ. Παρασκευά Κατηγορούμενη 3, Παρούσα ---------- Αίτηση της Κατηγορούμενης 3 ημερομηνίας 22/03/2019 για διαταγή του Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 και του σχετικού περί Προδικαστικής Παραπομπής Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ. 1) του 2008, για παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερωτήματος με σκοπό την έκδοση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του Άρθρου 234 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής καλούμενος «ο Χάρτης»), το οποίο επιγράφεται «Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα της υπεράσπισης», ορίζει ότι: «
- Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.
- Διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο.». Οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη (βλ. 2007/C 303/02) διευκρινίζουν ότι: «Το άρθρο 48 είναι το ίδιο με το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της ΕΣΑΔ, που έχει ως εξής: "
- Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.
- Ειδικότερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπεραπίσεώς του, γ) όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορον να τω παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης, δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας, ε) να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοή ή δεν ομιλή την χρησιμοποιουμένην εις το δικαστήριον γλώσσαν." Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, το δικαίωμα αυτό έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στην ΕΣΑΔ.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνεπώς, με δεδομένο ότι, το προαναφερόμενο Άρθρο 48 του Χάρτη, είναι το ίδιο με το Άρθρο 6[
(2)και
(3)] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής καλούμενη «η Ε. Σ. Δ. Α.»), και έχει την ίδια έννοια και εμβέλεια με αυτό, το Δικαστήριο μπορεί εύκολα να εξετάσει την νομολογία που έχει ερμηνεύσει ή/και εξετάσει αυτό, ειδικότερα αυτήν του Ε. Δ. Α. Δ., για να αποφασίσει ζητήματος που αφορά το δίκαιο της Ένωσης και την προστασία που αυτό παρέχει, ήτοι, σε ότι αφορά το «Τεκμήριο της αθωότητας και το δικαιώματα της υπεράσπισης κατηγορουμένου» . Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα, είναι η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ως ήταν τότε, του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση R v G (Appellant) (On appeal from the Court of Appeal (Criminal Division)) [2009] 1 Α. C. 92 και ειδικότερα, οι αποφάσεις των Λόρδων Hoffmann και Hope, οι οποίοι ανέλυσαν τις αρχές της νομολογίας, με αναφορά και στην απόφαση του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Salabiaku v France
(1991)13 E.H.R.R. 379, σχετικά με το κατά πόσο, τα λεγόμενα αδικήματα αυστηρής ευθύνης, παραβιάζουν τις πρόνοιες του Άρθρου 6 της Ε. Σ. Δ. Α. Αρχικά, δια του Λόρδου Hoffmann, αναφέρθηκαν τα εξής: «3 The mental element of the offence under section 5, as the language and structure of the section makes clear, is that penetration must be intentional but there is no requirement that the accused must have known that the other person was under 13. The policy of the legislation is to protect children. If you have sex with someone who is on any view a child or young person, you take your chance on exactly how old they are. To that extent the offence is one of strict liability and it is no defence that the accused believed the other person to be 13 or over. 4 Article 6
(1)provides that in the determination of his civil rights or any criminal charge, everyone is entitled to a "fair and public hearing" and article 6
(2)provides that everyone charged with a criminal offence "shall be presumed innocent until proved guilty according to law". It is settled law that Article 6
(1)guarantees fair procedure and the observance of the principle of the separation of powers but not that either the civil or criminal law will have any particular substantive content: see Matthews v Ministry of Defence [2003] UKHL 4; [2003] 1 AC 1163. Likewise, article 6
(2)requires him to be presumed innocent of the offence but does not say anything about what the mental or other elements of the offence should be. In the case of civil law, this was established (after a moment of aberration) by Z v United Kingdom
(2001)34 EHRR 97. There is no reason why the reasoning should not apply equally to the substantive content of the criminal law. In R v Gemmell [2002] EWCA Crim 1992; [2003] 1 Cr App R 343, 356, para 33 Dyson LJ said: "The position is quite clear. So far as Article 6 is concerned, the fairness of the provisions of the substantive law of the Contracting States is not a matter for investigation. The content and interpretation of domestic substantive law is not engaged by Article 6." 5 The only authority which is said to cast any doubt upon this proposition is the decision of the Strasbourg court in Salabiaku v France
(1988)13 EHRR 379 and in particular a statement in paragraph 28 (at p.388) that "presumptions of fact or of law" in criminal proceedings should be confined "within reasonable limits". No one has yet discovered what this paragraph means but your Lordships were referred to a wealth of academic learning which tries to solve the riddle. 6 My Lords, I think that judges and academic writers have picked over the carcass of this unfortunate case so many times in attempts to find some intelligible meat on its bones that the time has come to call a halt. The Strasbourg court, uninhibited by a doctrine of precedent or the need to find a ratio decidendi, seems to have ignored it. It is not mentioned in Z v United Kingdom
(2001)34 EHRR 97. I would recommend your Lordships to do likewise. For my part, I would simply endorse the remarks of Dyson LJ in R v Gemmell [2003] 1 Cr App R 343, 356.». Και στην συνέχεια, δια του Λόρδου Hope, αναφέρθηκαν τα εξής: «24 Mr Owen's primary submission was that the offence which section 5 creates, interpreted as one of strict liability, is incompatible with article 6
(2)of the Convention, which provides that everyone charged with a criminal offence shall be presumed innocent until proved guilty according to law. He sought support for this argument in the observations of the European Court in Salabiaku v France
(1988)13 EHRR
- In paras 27-28 of its judgment the court said: "
- As the Government and the Commission have pointed out, in principle the Contracting States remain free to apply the criminal law to an act where it is not carried out in the normal exercise of one of the rights protected under the Convention and, accordingly, to define the constituent elements of the resulting offence. In particular, and again in principle, the Contracting States may, under certain conditions, penalise a simple or objective fact as such, irrespective of whether it results from criminal intent or from negligence. Examples of such offences may be found in the laws of the Contracting States. .
- . Presumptions of fact or of law operate in every legal system. Clearly, the Convention does not prohibit such presumptions in principle. It does, however, require the Contracting States to remain within certain limits in this respect as regards criminal law .. Article 6
(2)does not therefore regard presumptions of fact or of law provided for in the criminal law with indifference. It requires States to confine them within reasonable limits which take into account the importance of what is at stake and maintain the rights of the defence." 25 Mr Owen sought to apply what he described as the reasonable limits test to the offence that section 5 creates. The effect of any offence of strict liability, he said, was to create a presumption that the accused had done something of which he was innocent. So the creation of strict criminal liability will always engage a consideration of compatibility with the presumption of innocence in article 6
(2). The conduct to which the appellant had pleaded guilty in this case was morally blameless, as the complainant willingly agreed to have sexual intercourse with him. It was difficult to distil from Salabiaku a clear principle that strict criminal liability was always free from regulation under article 6
(2). The European Court said in para 27 that the Contracting States could penalise a simple or objective fact as such irrespective of whether there was criminal intent. But it had made it clear that it could only do so under certain conditions. This was to be read as applying not just to matters of procedure. The substance of an offence could be examined too, and it would violate article 6
(2)if it failed properly to recognise that the accused is to be presumed innocent until proven guilty of the conduct which it was intended to deter. 26 He said that support for this submission was to be found in Hansen v Denmark, application no 28971/95, 16 March 2000. That case concerned the compatibility of a strict liability tachograph offence with article 6
(2). Although the complaint was declared inadmissible, the court adopted and applied the references in para 27 and 28 of Salabiaku to "certain conditions" and "reasonable limits" to test the issue of compatibility. They were not said to be irrelevant to an offence of strict liability. Domestic authority which might suggest the contrary, referred to by the Court of Appeal in paras 37-39, should not be followed: eg Barnfather v Islington Education Authority [2003] EWHC 418 (Admin); [2003] 1 WLR 2318, para 18, per Maurice Kay J; R v Daniel [2002] EWCA Crim 959; [2003] 1 Cr App R 99, para 34, per Auld LJ. 27 This argument seems me to read far too much into the wording of article 6
(2)and to the Court's reasoning in Salabiaku. Article 6
(2), like article 6
(3), must be read in the context of article 6
(1). The article as a whole is concerned essentially with procedural guarantees to ensure that there is a fair trial, not with the substantive elements of the offence with which the person has been charged. As has been said many times, article 6 does not guarantee any particular content of the individual's civil rights. It is concerned with the procedural fairness of the system for the administration of justice in the contracting states, not with the substantive content of domestic law: Matthews v Ministry of Defence [2003] 1 AC 1163, para 3, per Lord Bingham of Cornhill, paras 30-35 per Lord Hoffmann, para 142, per Lord Walker of Gestingthorpe; R (Kehoe) v Secretary of State for Work and Pensions [2005] UKHL 48; [2006] 1 AC 42, para 41. The approach which the article takes to the criminal law is the same. Close attention is paid to the requirements of a fair trial. But it is a matter for the contracting states to define the essential elements of the offence with which the person has been charged. So when article 6
(2)uses the words "innocent" and "guilty" it is dealing with the burden of proof regarding the elements of the offence and any defences to it. It is not dealing with what those elements are or what defences to the offence ought to be available. 28 The observations in paras 27-28 of Salabiaku are not inconsistent with this analysis. As the Court of Appeal noted in para 31 of its decision, that case was decided, in accordance with the practice of the Strasbourg court, on its own facts. The principles which it was seeking to enunciate are set out in rather general terms, which that court has not so far attempted to enlarge upon. But the key to a proper understanding of the passage as a whole is to be found in the first sentence of para 27. It contains a clear affirmation of the principle that the contracting states are free to apply the criminal law to any act, so long as it is not one which is carried out in the exercise of one of the rights protected under the Convention. Accordingly they are free to define the constituent elements of the offence that results from that act. So when the court said in the next sentence that the contracting states may "under certain conditions" penalise a simple or objective fact as such, irrespective of whether it results from criminal intent or negligence, it was reaffirming the same principle. As in the previous sentence, the certain conditions that are referred to indicate that objection could be taken if the offence was incompatible with other articles of the Convention. But they have no wider significance. If there is no such incompatibility, the definition of the constituents of the offence is a matter for domestic law. 29 Salabiaku is not easy to construe, as my noble and learned friend Lord Hoffmann points out. But I do not agree with him that we should simply ignore it. Read in the way I have indicated, it continues to offer guidance about the extent of the guarantee that is afforded by article 6
(2). Dyson LJ's remarks in R v Gemmell [2003] 1 Cr App R, 343, 356, para 33 with which I too agree, are consistent with that guidance. The substantive content of the criminal law does not raise issues of fairness of the kind to which that article is directed. 30 I would therefore respectfully endorse the conclusion which the Court of Appeal drew from the reasoning in Salabiaku. It said in para 33: "An absolute offence may subject a defendant to conviction in circumstances where he has done nothing blameworthy. Prosecution for such an offence and the imposition of sanctions under it may well infringe articles of the Convention other than article 6. The legislation will not, however, render the trial under which it is enforced unfair, let alone infringe the presumption of innocence under article 6
(2)." It follows that I would not attach the significance to the decision in Hansen v Denmark that Mr Owen sought to attach to it. The offence in that case was one of strict liability. But, as the court noted, the burden of proof of all its elements was throughout on the prosecution. As it said, there was nothing to indicate that the courts in fulfilling their functions started from the assumption that the applicant was liable. This passage in its judgment is consistent with the view that article 6
(2)does not proscribe offences of strict liability, so long as the prosecution bears the burden of proof of all the elements that constitute the offence.». (Σημειώνεται εδώ παρενθετικά, ότι, αίτησης του κατηγορουμένου στην υπόθεση R v G ανωτέρω, που ακολούθησε της προαναφερόμενης απόφασης της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, προς το Ε. Δ. Α. Δ., βασιζόμενη στο ότι η καταδίκη του παραβίαζε τα Άρθρα 6 και 8 της Ε. Σ. Δ. Α., δεν έγινε αποδεκτή από το Ε. Δ. Α. Δ.: Βλ. G v United Kingdom (Admissibility) (37334/08), [2012] Crim. L. R. 46). Από τα προεκτεθέντα, έπεται ότι, το Άρθρο 6 της Ε. Σ. Δ. Α., κατ' ουσία, αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις (μέσα από το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από τις συμβαλλόμενες χώρες) προς διασφάλιση της δικαιότητας της δίκης ενός προσώπου, και όχι με τα συστατικά στοιχεία ενός αδικήματος (με το ουσιαστικό εθνικό [ποινικό] δίκαιο των συμβαλλόμενων χωρών) με το οποίο κατηγορείται. Η προσοχή συνεπώς, του Άρθρου 6 της Ε. Δ. Δ. Α. εστιάζεται, στις διαδικαστικές προϋποθέσεις για μια δίκαιη δίκη, σε ότι αφορά κατηγορία για την διάπραξη ποινικού αδικήματος (και δη στο βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος), και όχι στον ορισμό των ιδίων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος (ή και των διαθέσιμων σε ότι αφορά αυτό υπερασπίσεων), που είναι ζήτημα καθαρά των συμβαλλόμενων στην Ε. Σ. Δ. Α. χωρών. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Λόρδου Hope ανωτέρω, οι συμβαλλόμενες χώρες, είναι ελεύθερες να ποινικοποιήσουν την οποιαδήποτε πράξη, νοουμένου ότι η πράξη αυτή δεν εκτελείται κατά την άσκηση δικαιώματος που προστατεύεται από την Ε. Σ. Δ. Α. Επομένως, οι συμβαλλόμενες χώρες, είναι ελεύθερες να ορίσουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προκύπτει από την πράξη αυτή. Είναι απόλυτα ελεύθερες να ορίσουν ένα αδίκημα ως αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, χωρίς κάτι τέτοιο, ως ζήτημα ουσιαστικού δικαίου, να θέτει ζήτημα ότι ο κατηγορούμενος για την διάπραξη του, δεν τυγχάνει δίκαιης δίκης, ή και ότι αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του, βάσει του Άρθρου 6
(2)της Ε. Σ. Δ. Α. Τα αδικήματα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, έχοντας υπόψη και τον δικαστικό λόγο του ιδίου του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Salabiaku v France ανωτέρω, δεν απαγορεύονται από το Άρθρο 6
(2)της Ε. Σ. Δ. Α., νοουμένου ότι, ο κατήγορος, φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών τους στοιχείων. Καταλήγω συνεπώς στο ότι, η επιζητούμενη, από πλευράς Κατηγορουμένης 3, παραπομπή στο Δ. Ε. Ε., δεν είναι αναγκαία για την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή. Όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ανάλυση, νομολογία του Ε. Δ. Α. Δ., έχει ήδη ερμηνεύσει το Άρθρο 6[
(2)και
(3)] της Ε. Σ. Δ. Α., το οποίο, [Άρθρο 6[
(2)και
(3)] της Ε. Σ. Δ. Α.], ως έχει προαναφερθεί, κατοχυρώνει το ίδιο ακριβώς δικαίωμα με το Άρθρο 48 του Χάρτη, ήτοι, αυτό του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, μπορεί να αποφασίσει την υπόθεση αυτή, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας», στο βαθμό που επηρεάζουν την υπό κρίση διαδικασία, με βεβαιότητα, χωρίς να τίθεται ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων της από το Δ. Ε. Ε., εφόσον, η βασική φιλοσοφία του συστήματος προστασίας που θεσπίζει, είναι γνωστή. Βλ. Περικλέους ν Ellinas Finance Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A170, Πολιτική Έφεση Αρ. 283/2010, 10/03/
- Ως άλλωστε αναφέρεται στην, αιτιολογική σκέψη 13 της Οδηγίας 2016/343, «Η παρούσα οδηγία αναγνωρίζει τις διαφορετικές ανάγκες και τα διαφορετικά επίπεδα προστασίας ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας όσον αφορά φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα. Όσον αφορά φυσικά πρόσωπα, η εν λόγω προστασία αντικατοπτρίζεται στην πάγια νομολογία του του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου .» (η υπογράμμιση είναι δική μου), και ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 48 της Οδηγίας 2016/343, «Η παρούσα Οδηγία συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένης . του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Ειδικότερα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), σύμφωνα με το οποίο η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη και σύμφωνα με το οποίο τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.» (η υπογράμμιση είναι δική μου), και αμέσως μετά, στην αιτιολογική σκέψη 49 της Οδηγίας 2016/343, «Δεδομένου ότι η οδηγία ορίζει ελάχιστους κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να διευρύνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία με σκοπό την παροχή μεγαλύτερης προστασίας. Το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προτύπων του Χάρτη ή της ΕΣΔΑ, όπως αυτά έχουν ερμηνευτεί από την νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Πρόνοια, στην βάση των οποίων [σκέψεων], που γίνεται από το Άρθρο 13 της Οδηγίας 2016/343, που ορίζει ότι: «Καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν επιτρέπεται να εκληφθεί υπό την έννοια ότι περιορίζει ή αποκλίνει από τα δικαιώματα και τις δικονομικές εγγυήσεις που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, την ΕΣΔΑ ή από άλλες σχετικές διατάξεις διεθνούς δικαίου ή από το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους που παρέχει υψηλότερο βαθμό προστασίας.». Πρόκειται ακριβώς, ως αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα στην Οδηγία 2016/343, για «δικονομικές εγγυήσεις», που, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 9 της Οδηγίας 2016/343, σκοπό έχουν «.. να ενισχυθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών». Δια της Οδηγίας 2016/343, επιδιώκεται, ως στην ίδια αιτιολογική σκέψη 9 αναφέρεται, η θέσπισης «. κοινών ελάχιστων κανόνων [μεταξύ των κρατών μελών] για ορισμένες πτυχές του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη». Σκοπός της οποίας, Οδηγίας 2016/343, σύμφωνα και με την αιτιολογική σκέψη 10 της ιδίας, είναι «η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και ως εκ τούτου, η συμβολή της στη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις. .». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, που, στην Δημοκρατία, κατ' ακολουθία και σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Άρθρων 3, 6 και 7 της Οδηγίας 2016/343, υπήρξε τροποποίησης του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και της προσθήκης σε αυτόν των Άρθρων 3Α, 3Β και 3Γ, με τον περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018, Νόμο 110(Ι)/
- Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Άρθρο 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, ως αδίκημα απόλυτης ευθύνης, καθιστά, προσωπικά ποινικά υπεύθυνους, τους διευθυντές και άλλους αξιωματούχους μίας εταιρείας υποκείμενης στον φόρο βάσει του Νόμου 95(Ι)/2000, για τα αδικήματα του Άρθρου 46 του Νόμου 95(Ι)/2000, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, ως εκ της ιδιότητας τους, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης αδικήματος του Άρθρου 46 του Νόμου 95(Ι)/2000 από το νομικό πρόσωπο, ως αξιωματούχοι του, φέρουν ευθύνη. Την διάπραξη, βεβαίως, του αδικήματος, από το νομικό πρόσωπο, αλλά και την ιδιότητα του κατηγορουμένου προσώπου ως αξιωματούχου του κατά τον ουσιώδη χρόνο, και στον απαιτούμενο βαθμό, φέρει σε όλα τα στάδια της δίκης ο Κατήγορος. Αυτά, αποτελούν αρχές της νομολογίας μας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αφορούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, που καμία επίπτωση, επηρεασμό ή παραβίαση επιφέρουν στις προαναφερόμενες δικονομικές διασφαλίσεις της Οδηγίας 2016/
- Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316). Ως έχει προαναφερθεί, τα αδικήματα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, έχοντας υπόψη και τον δικαστικό λόγο του ιδίου του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Salabiaku v France ανωτέρω, δεν απαγορεύονται από το Άρθρο 6
(2)της Ε. Σ. Δ. Α., νοουμένου ότι, ο κατήγορος, φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών τους στοιχείων. Τα δικαιώματα αυτά της Κατηγορουμένης 3, ήταν από ανέκαθεν, από της θέσπισης του Συντάγματος, κατοχυρωμένα. Πρόνοια για αυτά, πλέον, γίνεται και στο Κεφ. 155, στα Άρθρα 3Α, 3Β και 3Γ, τις διατάξεις των οποίων εφαρμόζει το Δικαστήριο μέχρι στιγμής, και η υπόθεσης αυτή θα κριθεί από το Δικαστήριο τελικώς, στη βάση και αυτών. Ως άλλωστε αναφέρεται και στην αιτιολογική σκέψη 22 της Οδηγίας 2016/343, «Η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και κατηγορουμένων και οποιαδήποτε αμφιβολία θα πρέπει να είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου. Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν το βάρος της αποδείξεως μετατίθεται από την εισαγγελική αρχή στην υπεράσπιση, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενων αυτεπάγγελτων εξουσιών έρευνας του δικαστηρίου, της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος κατά την εκτίμηση της ενοχής του υπόπτου ή κατηγορουμένου και της χρήσης πραγματικών ή νομικών τεκμηρίων σχετικά με την ποινική ευθύνη προσώπου που είναι ύποπτο ή κατηγορείται για τη τέλεση αξιόποινης πράξης. Τα τεκμήρια αυτά θα πρέπει να περιορίζονται σε λογικά όρια, με συνεκτίμηση της σοβαρότητας του διακυβεύματος και διαφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, ενώ τα χρησιμοποιούμενα μέσα θα πρέπει να είναι ευλόγως αναλογικά με τον επιδιωκόμενο θεμιτό στόχο. Τέτοια τεκμήρια θα πρέπει να είναι μαχητά και εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο υπό τον όρο ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ., σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, και στο σύγγραμμα Smith, Hogan and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στις σελίδες 148 και 149, υπό την επιγραφή «5.1.4. Strict liability and the presumption of innocence.». Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle and Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, στις σελίδες 462 και 463 και τις αποφάσεις του E. Δ. Α. Δ. που εκεί μνημονεύονται, Attorney General v Malta Unreported, 10/12/1991, 16641/90;
(1991)DA και Radio France v France, 30/03/2004, 53984/00;
(2005)40 E.H.R.R. 29. Σε αυτές, αποφασίστηκε από το Ε. Δ. Α. Δ., ότι, το μαχητό τεκμήριο ότι ένας διευθυντής εταιρείας είναι ένοχος αδικήματος που διέπραξε η εταιρεία, δεν είναι ασυμβίβαστο με τις διατάξεις του Άρθρου 6
(2)της Ε. Σ. Δ. Α. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση της Κατηγορουμένης 3, απορρίπτεται. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο