← Κύπρος

Islam ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7338/11, 21/11/2019

Islam ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7338/11, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A705 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7338/11 Μεταξύ: XXXXX Islam Ενάγοντα και

  1. XXXXX Νικολάου
  2. Μεταλλικές Κατασκευές Κ. Νικολάου Λτδ Εναγομένων και
  3. Commercial General Insurance Ltd
  4. XXXXX Χ'Ττοφής Τριτοδιάδικοι Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Δημητριάδης Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κα Παπαφώτη Για τον Τριτοδιάδικο αρ. 1: κ. Ιωαννίδης Για τον Τριτοδιάδικο αρ. 2: κ. Κούτρας με κ. Κενδέα ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη σε εργατικό ατύχημα την 19.8.
  5. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 28 ετών και καθόλα υγιής και αρτιμελής. Την 13.4.2010 προσλήφθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 ως ηλεκτροκολλητής και τεχνίτης μεταλλικών κατασκευών με απολαβές €1.200 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε Ασφάλεια Ευθύνης Εργοδότη με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 ασφαλιστική εταιρεία. Την 19.8.2010 ο Ενάγοντας εκτελούσε μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 1 εργασίες τοποθέτησης χολέτρας γύρω από τσίγκους οροφής και ο Ενάγοντας ανεβοκατέβαινε σε σκάλα. Σε κάποιο στάδιο ο Ενάγοντας χρειάστηκε να απλώσει τα χέρια του για να εκτελέσει την εργασία του, η σκάλα υποχώρησε και ο Ενάγοντας έπεσε στο έδαφος όπου υπέστη σοβαρό τραυματισμό. Είναι η θέση του ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων αρ. 1 και
  6. Αποτελεί δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία του ατυχήματος έχει καταστεί μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία και έχει χαθεί ή μειωθεί η εισοδηματική του ικανότητα. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει κάποιο έντυπο για να καλυφθούν έξοδα από την ασφάλεια, πράγμα που έπραξε ο Ενάγοντας την 18.11.2010 χωρίς να του μεταφραστεί ή επεξηγηθεί το περιεχόμενο, και το οποίο στη συνέχεια διαπιστώθηκε να είναι «Απόδειξη Είσπραξης και Απαλλαγής» παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε το ποσό των €15.000 από την ασφαλιστική εταιρεία. Την απόσπαση του ποσού αυτού αποδίδει σε απάτη του Εναγομένου αρ.
  7. Η Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία για πρώτη φορά δήλωσε τον Ενάγοντα ως εργοδοτούμενο της 6 μέρες μετά το επίδικο ατύχημα. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στην Υπεράσπιση τους αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Είναι η θέση τους ότι παρείχαν σε αυτόν ασφαλή μέθοδο και σύστημα εργασίας και είχαν δώσει στον Ενάγοντα τις δέουσες οδηγίες και αναγκαία εξαρτήματα για την ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών του. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 εργοδότησε τον Ενάγοντα τον Μάιο 2010 με μηνιαίο μισθό €850.
  8. Παραδέχονται ότι ο Ενάγοντας υπέστη ατύχημα την 19.10.2010 στον χώρο εργασίας του αλλά ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του ίδιου του Ενάγοντα ο οποίος ενήργησε χωρίς να έχει την αίσθηση του κινδύνου. Όσον αφορά στις ζημιές του Ενάγοντα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σε αυτόν διάφορα ποσά σε χαριστική βάση ενώ θεωρούν ότι, ένεκα του ότι ο Ενάγοντας σταμάτησε από μόνος του την φυσιοθεραπεία, οποιαδήποτε ζημιά τυχόν του έχει απομείνει οφείλεται στην δική του ανευθυνότητα. Επιπλέον αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 το 2007 σύνηψε συμβόλαιο Ασφάλειας Ευθύνης Εργοδότη με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 εταιρεία και ασφαλιστή τον Τριτοδιάδικο αρ.
  9. Την 26.1.2010 ενέγραψε την Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία αλλά οι Τριτοδιάδικοι αρ. 1 και 2 συνέχισαν να εισπράττουν τα ασφάλιστρα χωρίς να συμβουλέψουν τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι έπρεπε να συνάψει νέο συμβόλαιο στο όνομα της Εναγομένης αρ.
  10. Ο Τριτοδιάδικος αρ.2 συμβούλεψε τον Ενάγοντα μετά το ατύχημα ως προς το τι να πράξει με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι μετά το ατύχημα επισκέφτηκε την Τριτοδιάδικο αρ. 1 και ζήτησε όπως καλύψουν τα έξοδα και αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του Ενάγοντα, πράγμα που αυτοί αρνήθηκαν. Μετά από διαμαρτυρίες προς τους Τριτοδιάδικους αρ. 1 και 2 αυτοί τον ξεγέλασαν ότι το ποσό των €15.000 θα κάλυπτε τις θεραπείες και τις αποζημιώσεις του Ενάγοντα εξ'ου και Ενάγοντας και Εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψαν την Απόδειξη Απαλλαγής. Ο Ενάγοντας καταχώρησε την 5.12.2012 Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αρ. 1 και 2 που προβάλλονται στην Υπεράσπιση τους και εμμένει στους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαιτήσεως. Μετά την έκδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν Έκθεση Απαιτήσεως κατά των Τριτοδιάδικων αρ. 1 και 2 με την οποία αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 κατά το 2007 σύνηψε συμβόλαιο ασφάλειας ευθύνης εργοδότη με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 ασφαλιστική εταιρεία και ασφαλιστής του ήταν ο Τριτοδιάδικος αρ.
  11. Μετά την εγγραφή της Εναγόμενης αρ. 2 εταιρείας οι Τριτοδιάδικοι συνέχισαν να εισπράττουν τα ασφάλιστρα χωρίς να τους συμβουλέψουν να συνάψουν νέα σύμβαση με συμβαλλόμενη πλέον την εταιρεία. Μετά το επίδικο ατύχημα ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 τους συμβούλεψε να εγγράψουν τον Ενάγοντα ως εργοδοτούμενο στην Εναγόμενη αρ. 2 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις γνωρίζοντας ότι δεν τον κάλυπτε το υφιστάμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο, πράγμα που αποδίδουν σε δόλο και απάτη, ενώ οι Τριτοδιάδικοι αρ. 1 και 2 έπεισαν τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 να λάβουν το ποσό των €15.000 πείθοντας τους ότι με αυτό θα κάλυπταν τις θεραπείες και αποζημιώσεις του Ενάγοντα εν γνώσει τους ότι το ποσό δεν αρκούσε. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν χαριστικά το ποσό των €17.802,09 για έξοδα θεραπείας του Ενάγοντα και οφείλουν ακόμα ποσό €3.000 για έξοδα φυσιοθεραπειών του, ποσά τα οποία αξιούν. Επιπλέον αξιούν συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσό τυχόν διαταχθούν να καταβάλουν στον Ενάγοντα. Με την Υπεράσπιση της η Τριτοδιάδικος αρ. 1 αρνείται την απαίτηση των Εναγομένων και ισχυρίζεται ότι όποιες διαφορές μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων δεν την αφορούν. Είναι η δικογραφημένη της θέση ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 βάσει του οποίου την 25.8.2010 υπέβαλε απαίτηση για το επίδικο ατύχημα. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 απέρριψε την απαίτηση ένεκα του ότι ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο του ατυχήματος εργοδοτείτο από την Εναγόμενη αρ. 2 με την οποία δεν υπήρχε αντίστοιχο συμβόλαιο κάλυψης. Χαριστικά ώστε να καλύψει τα ιατρικά έξοδα του Ενάγοντα η Τριτοδιάδικος αρ. 1 κατέβαλε στον Εναγόμενο αρ. 1 το ποσό των €15.000 και ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψαν απόδειξη είσπραξης και απαλλαγής. Ως εκ τούτου αποτελεί ισχυρισμό της Τριτοδιαδίκου αρ. 1 ότι η είσπραξη του προαναφερόμενου ποσού και η υπογραφή της απόδειξης εμποδίζει την έγερση οποιασδήποτε απαίτησης εναντίον της. Αρνείται ότι συμβούλεψε τον Εναγόμενο αρ. 1 να εγγράψει τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη αρ.
  12. Επιπλέον θέση της Τριτοδιαδίκου αρ. 1 αποτελεί ότι, εφόσον ο Ενάγοντας ευρίσκετο παράνομα στην Κύπρο και καταζητείτο από τις Αρχές από το 2006, το όλο υπόβαθρο της σύμβασης είναι εξ υπαρχής άκυρο το δε ασφαλιστικό συμβόλαιο του Εναγομένου αρ. 1 δεν καλύπτει την παράνομη εργοδότηση. Υπεράσπιση καταχώρησε και ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 ο οποίος εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι εφόσον η εργοδότηση του Ενάγοντα από τους Εναγόμενους ήταν παράνομη το Δικαστήριο δεν αποζημιώνει την παρανομία. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Ενάγοντας δεν κατείχε άδεια εργασίας αλλά καταζητείτο από το Τμήμα Αλλοδαπών και επρόκειτο να απελαθεί. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε πληροφόρησαν τους Τριτοδιάδικους ότι η σύμβαση εργοδότησης ήταν παράνομη. Με την Υπεράσπιση αυτή εγείρεται και δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1 εμποδίζονται να προβάλλουν την υπό εκδίκαση αξίωση ενόψει της υπογραφής εξοφλητικής απόδειξης απαλλαγής μετά την καταβολή χαριστικώς του ποσού των €15.
  13. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 επεξήγησε σε αμφότερους το περιεχόμενο της δήλωσης απαλλαγής. Αρνείται όλες τις λεπτομέρειες δόλου και απάτης που εγείρονται από τους Εναγόμενους και ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 τον πληροφόρησε μεν ότι σκέπτετο να προέβαινε σε σύσταση εταιρείας αλλά ουδέποτε του έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες ή τον ενημέρωσε ότι είχε ήδη συστήσει τέτοια εταιρεία. Είναι η θέση του ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε για λογαριασμό του Εναγομένου αρ. 1 του οποίου και ήταν ασφαλιστής ενώ αρνείται ότι τον συμβούλεψε να εγγράψει τον Ενάγοντα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Σημειώνω ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ότι τα Ιατρικά Πιστοποιητικά Τεκμήρια 4, 12 και 13 είναι παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι το άθροισμα των Τεκμηρίων 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23 και 24 ανέρχεται σε €17.802,09 το οποίο πληρώθηκε από τον Εναγόμενο αρ.
  14. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, ο κ. XXXXX Λάμπρου και ο Δρας XXXXX Αλκιβιάδους ενώ εκ μέρους των Εναγομένων μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος αρ. 1 και ο κ. XXXXX Καλογήρου. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 1 κάλεσε ως μάρτυρες τους κ.κ. XXXXX Δημητριάδου, XXXXX Πολυδώρου και XXXXX Μουζούρη και ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 έδωσε μαρτυρία ο ίδιος. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές την 30.8.1982 και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζετο νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής Πολιτικού Ασύλου. Την 13.4.2010 προσελήφθη από τον Εναγόμενο αρ. 1 ως ηλεκτροκολλητής και τεχνίτης μεταλλικών κατασκευών με μισθό €1.200 μηνιαίως ενώ διέμενε δωρέαν σε υποστατικά του Εναγομένου αρ. 1 στο Μένοικο. Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε ασφάλεια ευθύνης εργοδότη. Την 19.8.2010 κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου αρ. 1 εργαζόταν σε υποστατικό και ασχολείτο με την τοποθέτηση χολέτρων γύρω από τους τσίγκους της οροφής του γκαράζ. Ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε μονή σκάλα για να ανεβοκατεβαίνει ενώ ο Εναγόμενος αρ. 1 βρισκόταν στην οροφή του γκαράζ. Σε κάποια στιγμή ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να απλώσει τα χέρια του για να σπρώξει την χολέτρα, η σκάλα υπαναχώρησε, έγειρε και μετακινήθηκε ο δε Ενάγοντας έπεσε από ύψος 2μ. Κατά την πτώση το δεξί του χέρι πιάστηκε σε τσίγκο και κόπηκε. Μεταφέρθηκε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο και ακολούθως σε κλινική στην Λεμεσό. Ο Ενάγοντας έκανε αναφορά στις σωματικές βλάβες που υπέστη, λεπτομερής εξέταση των οποίων θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Είναι η θέση του ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται ο Εναγόμενος αρ.
  15. Κάποια μέρα μετά τον επισκέφτηκε ο Εναγόμενος αρ. 1 και του είπε ότι είχε πληρώσει ιατρικά έξοδα μετά το ατύχημα και του ζήτησε να υπογράψει κάποιο έντυπο ώστε αυτά να καλυφθούν από την ασφάλεια. Το έγγραφο υπέγραψε την 18.11.2010 στα Ελληνικά χωρίς να του επεξηγήσει οιοσδήποτε τι ήταν. Ουδέποτε, ισχυρίστηκε, έλαβε το ποσό των €15.
  16. Έμαθε από τους δικηγόρους του ότι 6 μέρες μετά το ατύχημα, ήτοι την 25.8.2010, οι Εναγόμενοι αρ. 2 τον δήλωσαν για πρώτη φορά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και του πλήρωσαν εισφορές για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο στην βάση των €450 και €360 αντίστοιχα. Ο Ενάγοντας, όμως, γνώριζε ότι εργοδότης του ήταν ο Εναγόμενος αρ. 1 ο οποίος και έχει υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των €15.000 το οποίο, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη. Ο Ενάγοντας έφυγε από την Κύπρο την 25.12.
  17. Ο κ. XXXXX Λάμπρου ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος Σύμβουλος Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας και, κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου του Ενάγοντα, ετοίμασε έκθεση διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος. Ο Δρας XXXXX Αλκιβιάδους ανέφερε ότι είναι Ορθοπεδικός Μικροχειρουργός. Όπως είπε, ο Ενάγοντας υπέστη ατελή μη βιώσιμο ακρωτηριασμό ήτοι αποκόπηκαν οι δύο κύριες αρτηρίες από τον καρπό μέχρι και τον αγκώνα του. Έγιναν συρραφές όλων των στοιχείων του αντιβραχίου. Το χέρι ακινητοποιήθηκε για 4 βδομάδες και μετά άρχισε πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Η εξέλιξη του Ενάγοντα ήταν πάρα πολύ καλή και η λειτουργικότητα του χεριού του είναι επίσης πάρα πολύ καλή. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία, η οποία ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές, ενεγράφη την 26.1.2010 και του ανήκει, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής της. Τον Ενάγοντα εργοδότησε στα μέσα Απριλίου 2010 ως βοηθό του αφού ο πρώτος του είπε ότι ήταν Πολιτικός Πρόσφυγας. Συμφώνησαν προφορικά ότι ο Ενάγοντας θα λάμβανε μισθό €850 μηνιαίως και ότι θα του παρείχε δωρεάν διαμονή. Την 19.8.2010 ξεκίνησαν με τον Ενάγοντα το πρωί για δουλειά στην οδό XXXXX 5 στο Μένοικο όπου ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε αναλάβει να τοποθετήσει χολέτρα στο υποστατικό με τα κεραμίδια που βρίσκετο πίσω από το τσίγκενο γκαράζ. Ήταν η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι ουδέποτε είχε λάβει οδηγίες να τοποθετήσει χολέτρες στο γκαράζ. Πήραν μία ανοιγόμενη σκάλα τύπου «τριστέλλι». Ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέβηκε στα κεραμίδια και ο Ενάγοντας τοποθέτησε την σκάλα του ανοιγμένη στα δεξιά του υποστατικού. Αφού βίδωσαν την χολέτρα στην άκρη δεξιά και στο κέντρο, ο Ενάγοντας πήρε την σκάλα και ήρθε κάτω από το σημείο όπου δούλευε ο Εναγόμενος αρ.
  18. Η σκάλα ήταν ανοιχτή. Ο Εναγόμενος αρ. 1 κρατούσε την χολέτρα και ο Ενάγοντας προσπαθούσε να την βιδώσει. Στην προσπάθεια του αυτή τεντώθηκε και η σκάλα έπεσε προς τα αριστερά και το χέρι του κόπηκε από τον τσίγκο του γκαράζ. Μαζί με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού μετέφεραν τον Ενάγοντα στο Απολλώνειο όπου ο Δρας Αταλιανής τους είπε ότι έπρεπε να τον δει Μικροχειρουργός - Ορθοπεδικός συστήνοντας τους τον Δρα Αλκιβιάδους. Ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην Πολυκλινική Υγεία στην Λεμεσό και ο Εναγόμενος αρ. 1 τους ακολούθησε. Όταν ο Ενάγοντας εξήλθε της κλινικής έμεινε για λίγες μέρες στο σπίτι του Εναγομένου αρ. 1 όπου τον φρόντιζαν αλλά μετέπειτα ο Ενάγοντας είπε ότι επιθυμούσε να πάει να μείνει σε φίλους του. Ο Εναγόμενος αρ.1 τον επισκεπτόταν και του έδινε χρήματα. Ο Ενάγοντας μετά επέστρεψε και πάλι στο σπίτι του Εναγομένου αρ. 1 στο Μένοικο και υποβάλλετο σε φυσιοθεραπείες για αρκετό καιρό. Ένα χρόνο μετά το ατύχημα ο φυσιοθεραπευτής επικοινώνησε με τον Εναγόμενο αρ. 1 και του είπε ότι ο Ενάγοντας είχε σταματήσει να πηγαίνει. Έκτοτε ο Εναγόμενος αρ. 1 έχασε επαφή με τον Ενάγοντα. Όσον αφορά στην ασφάλεια ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε ασφάλεια ευθύνης εργοδότη με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 η οποία περιλάμβανε και την περίοδο από 11.5.2010 - 10.5.2011 πληρώνοντας τα ασφάλιστρα του. Ο ασφαλιστής του Τριτοδιάδικος αρ. 2 γνώριζε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε εγγράψει εταιρεία αλλά ουδέποτε τον συμβούλεψε να αλλάξει το συμβόλαιο του και να το κάνει στο όνομα της Εναγομένης αρ.
  19. Μετά το ατύχημα εκπρόσωπος της Τριτοδιαδίκου αρ. 1 του είπε ότι έπρεπε να παρουσιάσει χαρτιά από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και, σε ερώτηση που έκανε στον Τριτοδιάδικο αρ. 2, αυτός του είπε ότι έπρεπε να γράψει τον Ενάγοντα ως υπάλληλο της Εναγόμενης αρ.
  20. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 αρνήθηκε να αποζημιώσει τον Ενάγοντα λέγοντας ότι η ασφάλεια δεν κάλυπτε την Εναγόμενη αρ.
  21. Μετά από πολλές συζητήσεις η Τριτοδιάδικος αρ. 1 έδωσε στον Εναγόμενο αρ. 1 ποσό €15.000 με επιταγή που του έφερε ο Τριτοδιάδικος αρ.
  22. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 είπε στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο αρ. 1 ότι το ποσό το δίνει η Τριτοδιάδικος αρ. 1 για τις ζημιές και τα έξοδα του Ενάγοντα και ο Εναγόμενος αρ. 1 πίστεψε ότι το ποσό ήταν αρκετό για αυτά. Έτσι Ενάγοντας και Εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψαν την Απόδειξη Τεκμήριο
  23. Ο κ. XXXXX Καλογήρου ανέφερε ότι διαμένει με την οικογένεια του στην οδό XXXXX 5 στο Μένοικο και τον Αύγουστο 2010 ανέθεσε στον Εναγόμενο αρ. 1 να κατασκευάσει ένα γκαράζ και να τοποθετήσει μία χολέτρα κάτω από τα κεραμίδια στο υφιστάμενο υποστατικό πίσω από το γκαράζ. Την 19.8.2010 ενώ ο ίδιος βρισκόταν μέσα στο σπίτι του άκουσε τον Εναγόμενο αρ. 1 να φωνάζει ότι είχε τραυματιστεί ο Ενάγοντας. Έβαλαν τον Ενάγοντα μέσα στο αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο. Η κα XXXXX Δημητριάδου ανέφερε ότι είναι Διοικητική Λειτουργός στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και είπε ότι ο Ενάγοντας αφίχθηκε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία την 23.6.
  24. Την 9.12.2003 καταχώρησε αίτημα διεθνούς προστασίας το οποίο απέρριψε η Υπηρεσία Ασύλου την 29.4.
  25. Κατά της απόφασης αυτής ο Ενάγοντας υπέβαλε προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή η οποία απορρίφθηκε την 9.8.2006 και, ακολούθως, την προσφυγή με αρ. 2033/06 στο Ανώτατο Δικαστήριο η οποία απορρίφθηκε την 8.2.
  26. Η κα XXXXX Πολυδώρου ανέφερε ότι είναι Λειτουργός στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και έκανε αναφορά στον φάκελο του Ενάγοντα με αρ. XXXXX
  27. Όπως είπε, ο Ενάγοντας εισήλθε στην Δημοκρατία την 25.6.2003 για να φοιτήσει στο KES College και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και φοίτησης μέχρι την 30.6.
  28. Αναφέρθηκε στην υποβολή της αίτησης για παροχή ασύλου και στις προσφυγές που ακολούθησαν και είπε ότι από την 9.8.2006 όταν το αίτημα του Ενάγοντα απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αυτός βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Την 17.10.2013 ο Ενάγοντας συνελήφθη να εργάζεται παράνομα και την 21.11.2013 του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών. Την 25.11.2013 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέστειλε την ποινή του Ενάγοντα υπό τον όρο ότι θα εγκατέλειπε την Κύπρο. Την 16.12.2013 εξεδόθησαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα και την 23.12.2013 απελάθηκε, τα δε στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών. Ο κ. XXXXX Μουζούρης ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος του Τμήματος Αποδοχής Κινδύνων στην Τριτοδιάδικο αρ. 1 εταιρεία μεταξύ των πελατών της οποίας είναι και ο Εναγόμενος αρ.
  29. Έκανε αναφορά στην Πρόταση Ασφάλισης Ευθύνης Εργοδότη Τεκμήριο 25 και στα ασφαλιστήρια Τεκμήρια 27 και 28 λέγοντας ότι δεν καλύπτει ατύχημα σε εργοδοτούμενο ο οποίος εργοδοτείτο παράνομα. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 ανέφερε ότι κατέχει άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή από το 1989 και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, με την Τριτοδιάδικο αρ. 1 ασφαλιστική εταιρεία. Γνωρίζει τον Εναγόμενο αρ. 1 από πολλά χρόνια και μεσολάβησε για αριθμό ασφαλιστικών του συμβολαίων. Την 11.5.2007 ο Εναγόμενος αρ. 1 τον φώναξε και του είπε ότι επιθυμούσε να συνάψει σύμβαση ασφάλισης ευθύνης εργοδότη και ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 συμπλήρωσε πρόταση εξηγώντας του τα του συμβολαίου. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 εξέδωσε ασφαλιστικό συμβόλαιο με ασφαλισμένο πρόσωπο τον Εναγόμενο αρ. 1 το οποίο και ανανεώνετο μέχρι την 10.5.
  30. Περί τα τέλη του 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 ότι σκεφτόταν να εγγράψει εταιρεία και ο τελευταίος του εξήγησε ότι σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να του το πει ώστε να προβούν σε αλλαγή του ασφαλιστικού συμβολαίου. Τον δε Μάρτιο 2010 ο Εναγόμενος αρ. 1 του είπε ότι ο λογιστής του ακόμα δεν είχε ακόμα μεταφέρει τις εργασίες στην Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία. Την 25.8.2010 ο Εναγόμενος αρ. 1 πληροφόρησε τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 ότι υπάλληλος του είχε υποστεί ατύχημα και συναντήθηκαν για να συμπληρώσει το Έντυπο Απαίτησης. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 ζήτησε την προσκόμιση εγγράφων που να καταδεικνύουν ότι ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν εργοδοτούμενος του Εναγομένου αρ. 1 και αυτά τα προσκόμισε ο Εναγόμενος αρ.
  31. Αργότερα η Τριτοδιάδικος αρ. 1 τον ενημέρωσε ότι το περιστατικό δεν καλύπτετο λόγω του ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης αρ.
  32. Ο Εναγόμενος αρ. 1 πήρε τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 τηλέφωνο εξαγριωμένος και μαζί επισκέφτηκαν τον Διευθυντή Απαιτήσεων. Όπως πληροφορήθηκε, ο Εναγόμενος αρ. 1 και ο Διευθυντής Απαιτήσεων κατέληξαν σε συμφωνία όπως του καταβληθεί ποσό €15.000 προς διευθέτηση. Όταν η επιταγή ετοιμάστηκε ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 πήγε στο μέρος όπου βρίσκονταν ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 2 και τους έδωσε το Έντυπο Απαλλαγής. Ο Εναγόμενος αρ. 1 το διάβασε και το εξήγησε στα Ελληνικά στον Ενάγοντα. Συμφώνησαν και οι δύο και υπέγραψαν το Τεκμήριο
  33. Η ημερομηνία ήταν 22.11.2010 και όχι 18.11.2010 όπως λανθασμένα έγραψε ο Ενάγοντας. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε συμβούλεψε τον Εναγόμενο αρ. 1 μετά το ατύχημα να εγγράψει τον Ενάγοντα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδοτούμενο της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προχωρώντας στην αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, τονίζω ότι η διαδικασία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου είναι ανεξάρτητη διαδικασία από την διαδικασία μεταξύ Εναγομένων και Τριτοδιαδίκων. Για τον λόγο αυτό τα ευρήματα του Δικαστηρίου θα γίνουν πιο κάτω σε θεματικές ενότητες, αφού διαφορετικές ήταν και οι βάσεις αξίωσης μεταξύ των διαδίκων. Η δε εξέταση των αξιώσεων θα γίνει ξεχωριστά μετά την εξαγωγή ευρημάτων. Ο Ενάγοντας δεν έπεισε για την εκδοχή που προέβαλε. Η μαρτυρία του ήταν δυσνόητη σε βαθμό που δυσχεραίνει την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα. Δεν παραγνωρίζω ότι έδωσε μαρτυρία με την βοήθεια διερμηνέα. Παρά ταύτα πολλοί ισχυρισμοί του καταρρίφθηκαν σε βαθμό που να μην μπορεί να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στα λεχθέντα του. Ενδεικτικά παραθέτω τα πιο κάτω: - Ο Ενάγοντας ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 25.6.2003 ως φοιτητής και γράφτηκε στο KES College ενώ σχεδόν αμέσως μετά υπέβαλε αίτηση για Πολιτικό Άσυλο. Την άδεια παραμονής Τεκμήριο 1 έλαβε ως αιτητής Πολιτικού Ασύλου. Ουδόλως ενδιαφέρθηκε, όμως, αφού η αίτηση του απορρίφθηκε, ως προς το κατά πόσο αυτός δικαιούτο να παραμένει και να εργάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι που συνελήφθη το 2013 να εργάζεται παράνομα. Δεν έπεισε ως προς τον ισχυρισμό του ότι ήταν νόμιμη η εργοδότηση του ούτε και για το καθεστώς διαμονής του. Σημειώνω ότι κακή εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε ο ίδιος ότι απελάθηκε το 2013 μετά που του είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως για παράνομη εργοδότηση, παρουσιάζοντας απλώς ότι εγκατέλειψε την Δημοκρατία. - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι για 3 χρόνια από το 2010 που υπέστη το ατύχημα μέχρι και το 2013 που έφυγε από την Κύπρο δεν δούλευε και ότι τον βοηθούσαν οι φίλοι του. Η θέση αυτή δεν πείθει. Σε μεταγενέστερο στάδιο ισχυρίστηκε ότι πήρε χρήματα από τον δικηγόρο του. Συνελήφθη δε το 2013 να εργάζεται κολλώντας αυτοκόλλητα σε βιτρίνα. - Όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας επέμενε ότι εργάζετο τοποθετώντας χολέτρα στο τσίγκενο γκαράζ. Η θέση αυτή καταρρίφθηκε από την μαρτυρία τόσο του Εναγομένου αρ. 1 όσο και του ιδιοκτήτη του υποστατικού. Επιπλέον στις φωτογραφίες Τεκμήριο 2 δεν φαίνεται να υπάρχει χολέτρα στο γκαράζ, παρά μόνο στο υποστατικό με τα κεραμίδια, πράγμα που υποστηρίζει την εκδοχή του Εναγομένου αρ.
  34. - Ξεκάθαρα προέκυψε ότι η σκάλα ήταν ανοιγόμενου τύπου γνωστή ως «τριστέλλι». Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι αυτή ήταν κλειστή όταν έπεσε αλλά ισχυρίστηκε ότι την έκλεισε ο Εναγόμενος αρ.
  35. Ο Εναγόμενος αρ. 1, όμως, βρισκόταν ήδη πάνω στην οροφή του υποστατικού όταν τοποθετήθηκε η σκάλα στο σημείο του ατυχήματος, αφού ήδη είχαν βιδώσει την χολέτρα στην δεξιά άκρη και στο μέσο. Δέχτηκε δε ο Ενάγοντας ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε ανεβεί από άλλη σκάλα. Συνεπώς δεν θα μπορούσε ο Εναγόμενος αρ. 1 να την είχε κλείσει, αφού στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα την σκάλα μετέφερε ο ίδιος ο Ενάγοντας ενόσω ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν πάνω στα κεραμίδια. - Ο Ενάγοντας κατηγορούσε τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι απέσπασε το ποσό των €15.000 με δόλο και απάτη. Ερωτηθείς, όμως, δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είχε πληρώσει κανένα ποσό ούτε στο Απολλώνειο, ούτε για την παραμονή του για 7 νύχτες στην Πολυκλινική Υγεία στην Λεμεσό, ούτε για την αμοιβή του χειρούργου Δρος Αλκιβιάδους αλλά ούτε και για έξοδα φυσιοθεραπείας ή φαρμάκων. Αποτέλεσε δε παραδεκτό γεγονός ότι όλα αυτά τα πλήρωσε ο Εναγόμενος αρ. 1 και μάλιστα ότι το ποσό που αυτός κατέβαλε υπερέβη τις €15.
  36. Δέχτηκε επιπλέον ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 πήγαινε και τον έβλεπε στο σπίτι των φίλων του όπου διέμενε και του έδιδε χρήματα. - Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν του εξήγησε τον λόγο για τον οποίο υπέγραφε το Τεκμήριο
  37. Ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει με την κυρίως εξέταση του όπου ανέφερε ότι του είπε ότι το ποσό των €15.000 ήταν για να καλυφτούν τα έξοδα. Ο κ. Σταύρος Λάμπρου και ο Δρας XXXXX Αλκιβιάδους Μ.Ε.2 και 3 έδωσαν μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο αυτοί έχουν τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθούν όντως εμπειρογνώμονες, και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ.543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34) Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. ................. Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ τώρα στην ξεχωριστή αξιολόγηση των προσόντων και της εμπειρίας των πιο πάνω μαρτύρων. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 Βιογραφικό Σημείωμα. Από αυτό προκύπτουν οι ακαδημαϊκές σπουδές αλλά και η εμπειρία στην διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα αυτό. Τελικά, όμως, ο κ. Λάμπρου έδωσε μία μαρτυρία η οποία δεν προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση. Παρά το ότι παρουσιάστηκε ως ειδικός για θέματα ασφάλειας, σε πολλά σημεία προέβαινε σε παράθεση και ερμηνεία Νομοθεσιών, έργο που ανήκει στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, όμως, ο Μ.Ε.2 έκανε την διερεύνηση του 7 χρόνια μετά το ατύχημα ενώ στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτά που του είχε πει ο Ενάγοντας. Θεώρησε δεδομένο ότι η σκάλα ήταν μονή, ενώ ο ίδιος ο Ενάγοντας αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ήταν ανοιγόμενη και απλώς ήταν ακουμπημένη στον τοίχο. Δεν γνώριζε το ύψος της σκάλας, το δε υποστατικό το είδε από τον δρόμο και δεν το πλησίασε. Το ύψος το υπολόγισε βάσει του είδους του γεωργικού μηχανήματος που φαίνεται στις φωτογραφίες σταθμευμένο κάτω από το γκαράζ χωρίς να ξέρει τι μοντέλο ήταν. Προέβαινε σε ισχυρισμούς ότι θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί μηχάνημα με καλάθι χωρίς να έχει καν μετρήσει αν το καλάθι χωρούσε στο επίμαχο σημείο. Γενικώς η μαρτυρία του στερείτο σοβαρού υποβάθρου και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τα προσόντα του Δρος Αλκιβιάδους αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός από τα οποία και προκύπτει ότι είναι Ορθοπεδικός Μικροχειρουργός. Ο Μ.Ε.3 μου έκανε επιπλέον καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ενώ τα όσα αυτός ανέφερε υποστηρίζονται και από τα λοιπά ιατρικά πιστοποιητικά το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, πλην της διαφωνίας του ότι το χέρι μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί μόνο ως βοηθητικό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι θέση του Δρος Αλκιβιάδους ήταν ότι η ανάρρωση του Ενάγοντα ήταν πάρα πολύ καλή όπως πάρα πολύ καλή είναι και η λειτουργικότητα του τραυματισθέντος χεριού. Όμως, δεδομένης της δήλωσης από πλευράς συνηγόρου για τους Εναγόμενους ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 είναι παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, δεν έχω επιλογή παρά να μην αποδεχτώ την θέση του Μ.Ε.3 επί του σημείου αυτού μόνο. Θεωρώ σημαντικό να γίνει μνεία στην αναφορά του Μ.Ε.3 ότι σπάνια βρίσκεται εργοδότης να επιδείξει τόσο ενδιαφέρον για τον υπάλληλο του και να φέρνει αυτόν μέχρι να γίνει καλά όπως και να πληρώνει όλα τα έξοδα που προκύπτουν. Ο Εναγόμενος αρ. 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Έδωσε μαρτυρία με αυθορμητισμό και ανεπιτήδευτα, ενώ επεξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα έδωσε λογικές απαντήσεις και εξηγήσεις δίδοντας την εντύπωση ανθρώπου που, προσπάθησε μεν να κάνει το σωστό, όμως έλαβε εσφαλμένες αποφάσεις ενδεχομένως λόγω άγνοιας. Δεδομένης της ύπαρξης Τριτοδιαδίκων κρίνω σκόπιμο να διαχωριστεί η ειδικότερη αξιολόγηση του Εναγομένου αρ. 1 σε ζητήματα που αφορούν στο ατύχημα και σε ζητήματα που αφορούν στην υπόθεση κατά των Τριτοδιαδίκων. Συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα: - Η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι το γκαράζ έχει κλίση, κατάτροχο και διπλό αυλάκι κάτω από την αριστερή του πλευρά για να μαζεύει τα νερά με αποτέλεσμα να μην υπήρχε ανάγκη για τοποθέτηση χολέτρας εκεί ήταν λογική. Όντως δε από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι το γκαράζ είναι πιο ψηλό από το σπίτι με τα κεραμίδια. Συνεπώς, αφού και ο Ενάγοντας λέει ότι έστεκε στα 2μ ύψος, η λογική οδηγεί στο ότι το ατύχημα έγινε στο σημείο που είπε ο Εναγόμενος αρ. 1 και όχι εκεί που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας. - Επεξήγησε ότι οι σκαλωσιές ήταν ύψους 2.80, ύψος στο οποίο δούλευαν ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1, πράγμα που θα σήμαινε ότι αν χρησιμοποιούσαν σκαλωσιές θα έπρεπε να σκύβουν για να δουλέψουν. Η θέση αυτή γίνεται δεκτή ως λογική. Επίσης έπεισε ότι το μηχάνημα την χρήση του οποίου εισηγείτο ο Μ.Ε.2 δεν θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί στον επίδικο χώρο αφού θα έπρεπε να ανεβεί σε ύψος πέραν των 5μ, να προεκταθεί οριζόντια περίπου 20μ και να κατεβεί κάθετα 2 - 3μ , πράγμα που θα ήταν επικίνδυνο. Η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι θα ήταν υπερβολικό να ενοικιάσει ένα μηχάνημα για να βάλει μίαν χολέτρα στα 3μ όπως, για παράδειγμα, το ύψος που αλλάζεις «μία λάμπα στο σπίτι», ήταν επίσης λογική. - Από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2 προβάλλει ως ορθή η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι, με δεδομένο ότι ο ίδιος ήταν πάνω στα κεραμίδια, δεν μπορούσε να βλέπει τι έκανε ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας είχε την ευθύνη να στήσει την σκάλα του σωστά. Στο σημείο αυτό σημειώνω και ότι αποτέλεσε υποβολή του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι: «.η σκάλα μπορεί να ήταν ανοιγοκλεινόμενη τύπου τριστέλλι αλλά κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε κλείσει, έκλεισεν την ο Ενάγοντας δηλαδή και ακούμπησεν την στο σημείο που έπεσε κάτω». Έπεται πως το στήσιμο της σκάλας με τον τρόπο που έγινε ήταν πράξη του ίδιου του Ενάγοντα και έγινε με δική του πρωτοβουλία. - Σημειώνω επίσης ότι η ανάγκη να τεντωθεί ο Ενάγοντας προς το πλάι προέκυψε λόγω της επιλογής του μέρους όπου ο ίδιος έστησε την σκάλα. Συνεπώς ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα αποδέχομαι την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 1 και όχι του Ενάγοντα. Υπογραφή Απόδειξης Απαλλαγής και άλλα ζητήματα που αφορούν στους Τριτοδιαδίκους αρ. 1 και 2 - Διεφάνη από την μαρτυρία του Εναγομένου αρ. 1 ότι γνώριζε τι υπέγραφε αφού θέση του ήταν ότι «πίστεψα ότι το ποσό ήταν αρκετό για τα έξοδα και τη ζημιά του Ενάγοντα» αλλά τελικά φάνηκε ότι δεν ήταν. Δέχτηκε ότι διάβασε το Τεκμήριο 5 αλλά είπε ότι «δεν στάθηκα στις λέξεις». Επομένως δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ευσταθεί η θέση του Εναγομένου αρ. 1 περί δόλου και απάτης από μέρους των Τριτοδιαδίκων αρ. 1 και 2. Απλώς ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 έκανε λάθος υπολογισμούς. - Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος αρ. 1 δέχτηκε ότι όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 5 του το είχαν εξηγήσει και δεν τον έσπρωξαν ή ξεγέλασαν να το υπογράψει. Είπε μάλιστα ότι για το ύψος του ποσού συζητούσαν αρκετό καιρό ώσπου να καταλήξουν. - Σημειώνω, όμως, ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είπε ότι εξήγησε στον Ενάγοντα ότι τα χρήματα θα τα έπαιρναν για να πληρωθούν οι γιατροί, η φυσιοθεραπεία και τα φάρμακα και όχι ότι ήταν για πλήρη αποζημίωση του Ενάγοντα. Η θέση αυτή έχει σημασία στο κατά πόσο η υπογραφή του Τεκμηρίου 5 από τον Ενάγοντα αποτελεί κώλυμα για αυτόν στην διεκδίκηση αποζημιώσεων, θέμα που θα εξεταστεί πιο κάτω. - Από την μαρτυρία του Εναγομένου αρ. 1 προέκυψε ότι κατά τη μέρα του ατυχήματος η Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία είχε ήδη συσταθεί, η δε ασφάλεια ευθύνης εργοδότη ήταν στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1. Δέχτηκε, επιπλέον, ότι μόλις ενέγραψε την Εναγομένη αρ. 2 ο ίδιος μπήκε ως υπάλληλος αυτής και πλήρωνε Κοινωνικές Ασφαλίσεις μόνο για τον εαυτό του ως υπάλληλος της. Το σημείο αυτό αποκτά βαρύτητα με δεδομένο ότι η ασφάλεια κάνει πρόνοια μόνο για ένα υπάλληλο, άρα τον Εναγόμενο αρ. 1, και όχι για τον Ενάγοντα που ήταν ο δεύτερος υπάλληλος της. Συνεπώς, ακόμη και αν ο Εναγόμενος αρ. 1 πίστευε ότι η ασφάλεια κάλυπτε την Εναγόμενη αρ. 2 και πάλι δεν κάλυπτε τον Ενάγοντα ως υπάλληλο αυτής. - Μετά από διευκρινιστική ερώτηση ο Εναγόμενος αρ. 1 ξεκαθάρισε ότι το παράπονο του από τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 έγκειται στο ότι δεν έγινε σωστά το συμβόλαιο, θεωρούσε δε ότι ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 θα έπρεπε από μόνος του να είχε σκεφτεί να αλλάξει την ασφάλεια. Ο κ. Καλογήρου ήταν αντικειμενικός μάρτυρας ο οποίος δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Έδειξε ότι η χολέτρα ήταν κάτω από τα κεραμίδια θέση που ενισχύει την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 1, όπως και η θέση του ότι η αποθήκη αυτή έχει ύψος 2μ και οι διάδικοι δούλευαν με δύο τριστέλλια. Σημειώνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν είδε πως έγινε το ατύχημα. Ήταν όμως θέση του και αυτού ότι δεν θα μπορούσαν να είχαν μπει σκαλωσιές για την χολέτρα ένεκα του ότι αυτή θα έμπαινε σε πιο χαμηλό ύψος. Την μαρτυρία του Μ.Υ.2 αποδέχομαι. Οι κ.κ. XXXXX Δημητριάδη και XXXXX Πολυδώρου έδωσαν μαρτυρία υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα. Υπήρξαν αντικειμενικές και τυπικές, δίδοντας μαρτυρία από στοιχεία των φακέλων που είχαν ενώπιον τους. Η Μ.Τ.1
(1)δεν αντεξετάστηκε καθόλου ενώ η Μ.Τ.1
(2)υποβλήθηκε σε τυπική αντεξέταση μόνο. Τα όσα αυτές ανέφεραν αποδέχομαι. Τυπικός μάρτυρας ήταν και ο κ. XXXXX Μουζούρης ο οποίος κατέθεσε τα έγγραφα που αφορούν στο Συμβόλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Εργοδότη το οποίο και δεν αμφισβητείται. Το πώς επηρεάζει το παράνομο καθεστώς του Ενάγοντα είναι ούτως ή άλλως θέμα νομικό και ως τέτοιο εναπόκειται στο Δικαστήριο. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 έδωσε την εντύπωση επιπόλαιου χειρισμού του θέματος της ασφάλισης των Εναγομένων, ενδεχομένως και λόγω άγνοιας του ιδίου. Όταν τον Μάρτιο 2010 εξέδωσε απόδειξη στην Εναγόμενη αρ. 2 αντί στον Εναγόμενο αρ. 1 θα έπρεπε να είχε προβληματιστεί. Παρά ταύτα δέχομαι τη θέση του ότι η επιταγή εκείνη δόθηκε για την ασφάλιση αυτοκινήτων και ο Εναγόμενος αρ. 1 του είχε πει ότι ο λογιστής δεν είχε ακόμα μεταφέρει την ιδιοκτησία τους στην Εναγομένη αρ. 2 εταιρεία. Ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν του ζήτησε να αλλάξει την ασφάλεια θεωρώντας ότι ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 θα έπρεπε να το σκεφτεί από μόνος του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 28 ετών και κατάγετο από το Μπαγκλαντές. Αφίχθηκε στην Κύπρο την 23.6.2003 και ενεγράφη στο KES College ως φοιτητής, ενώ του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και φοίτησης μέχρι την 30.6.
  1. Την 9.12.2003 ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτημα Διεθνούς Προστασίας το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου την 29.4.
  2. Κατά της απόφασης αυτής ο Ενάγοντας υπέβαλε προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων η οποία απορρίφθηκε την 9.8.
  3. Εναντίον της απόφασης της Αρχής ο Ενάγοντας καταχώρησε την Προσφυγή με αρ. 2033/06 η οποία και απορρίφθηκε την 8.2.
  4. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές και την 26.1.2010 ενέγραψε την Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία η οποία ασχολείται με τις ίδιες εργασίες, μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της οποίας ήταν ο Εναγόμενος αρ.
  5. Την 13.4.2010 ο Ενάγοντας προσελήφθη από τον Εναγόμενο ως ηλεκτροκολλητής και τεχνίτης μεταλλικών κατασκευών. Το πρωί της 19.8.2010 ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1 μετέβησαν σε υποστατικό ιδιοκτησίας του Μ.Υ.2 στην οδό XXXXX 5 στο Μένοικο ώστε να τοποθετήσουν χολέτρα στο υποστατικό πίσω από το γκαράζ από τσίγκους σε ύψος 2.80μ. Χρησιμοποιούσαν δύο ανοιγοκλεινόμενες σκάλες τύπου «τριστέλλια». Ο Έναγόμενος αρ. 1 ανέβηκε στα κεραμίδια και ο Ενάγοντας παρέμεινε στο έδαφος. Βίδωσαν πρώτα την χολέτρα στην δεξιά άκρη του υποστατικού και μετά στο μέσο. Ακολούθως ο Ενάγοντας πήρε την σκάλα του και την ακούμπήσε κλειστή πάνω στον τοίχο ελαφρώς δεξιότερα από την αριστερή άκρη του υποστατικού όπου θα βίδωναν την χολέτρα, σημείο πάνω από το οποίο βρισκόταν ο Εναγόμενος αρ.
  6. Ανέβηκε στην σκάλα και, στην προσπάθεια του να τεντωθεί, η σκάλα έγειρε και έπεσε. Κατά το πέσιμο το δεξί χέρι του Ενάγοντα τραυματίστηκε σοβαρά από τους τσίγκους του γκαράζ που βρισκόταν από πίσω. Ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο από τον Εναγόμενο αρ. 1 και τον Μ.Υ.2 όπου ο Δρας Αταλιανής τους παρέπεμψε στον Δρα Αλκιβιάδους στην Λεμεσό. Ο Εναγόμενος αρ. 1 πλήρωσε τα ποσά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23 και 24 και τα οποία ανέρχονται σε €17.802,
  7. Από την όλη μαρτυρία ενώπιον μου ως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω αλλά και από τα Τεκμήρια 4, 12 και 13 το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: · Υπέστη ατελή μη βιώσιμο ακρωτηριασμό στο ύψος του αντιβραχίου με διανομή στους καμπτήρες - τενοντες, ωλένιου και μέσου νεύρου. · Έγινε συρραφή όλων των στοιχείων του αντιβραχίου και το χέρι ακινητοποιήθηκε για 4 βδομάδες. · Ακολούθησε εντατική φυσιοθεραπεία για περίοδο ενός έτους. · Η εξέλιξη του χεριού ήταν πολύ καλή. Παρουσιάζει όμως αδυναμία απαγωγής και συντονισμού των δαχτύλων συνεπεία της βαριάς κάκωσης που υπέστη η οποία θεωρείται μόνιμη. · Υπάρχει απουσία πλήρους κάμψης και έκτασης των δαχτύλων με έλλειμμα στην τελική έκταση και κάμψη και 10% έλλειψη στο εύρος κίνησης των μακρών καμπτήριων τενόντων. · Απουσιάζει το αίσθημα της αφής από τα 4 κερκιδικά δάχτυλα και παραμένει μόνο το αίσθημα του προστατευτικού πόνου. · Σε ηλεκτρομυογράφημα παρουσιάζει μερική αποκατάσταση του μέσου και ωλένιου νεύρου με σημαντική μείωση της λειτουργίας των αισθητικών και κινητικών μονάδων. · Το δεξί χέρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως βοηθητικό και δεν μπορεί να εκτελέσει χειρονακτική εργασία λόγω σημαντικής ανεπάρκειας της αισθητικότητας. Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε ασφάλεια κάλυψης ευθύνης εργοδότη με την Τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία και ασφαλιστής του ήταν ο Τριτοδιάδικος αρ.
  8. Πλήρωνε τα ασφάλιστρα του. Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 ότι επιθυμούσε την αλλαγή συμβολαίων όταν μετέφερε τις εργασίες του στην Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία και η προαναφερόμενη ασφάλεια παρέμεινε στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1 ως εργοδότη. Μετά το ατύχημα του Ενάγοντα ο Εναγόμενος αρ. 1 ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 και συμπλήρωσαν Έντυπο Απαίτησης. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 ζήτησε την προσκόμιση χαρτιών από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ενέγραψε τον Ενάγοντα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως υπάλληλο της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας και πλήρωσε αναδρομικά τις εισφορές που αναλογούσαν. Η Τριτοδιάδικος αρ. 1 αρνήθηκε να αποζημιώσει τον Ενάγοντα. Μετά από πολλές συζητήσεις η Τριτοδιάδικος αρ. 1 και ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησαν όπως δοθεί στον Εναγόμενο αρ. 1 χαριστικώς το ποσό των €15.
  9. Την 22.11.2010 ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 έφερε την επιταγή για το πιο πάνω ποσό και την Απόδειξη Είσπραξης και Απαλλαγής Τεκμήριο 5 στο μέρος όπου βρίσκονταν ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ.
  10. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέγνωσε το Τεκμήριο 5 και εξήγησε στον Ενάγοντα ότι αφορούσε σε ποσό για την κάλυψη των ιατρικών εξόδων. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1 ακολούθως υπέγραψαν το Τεκμήριο
  11. Ο Εναγόμενος αρ. 1 έχασε επαφή με τον Ενάγοντα περίπου ένα έτος μετά το επίδικο ατύχημα. Την 17.10.2013 ο Ενάγοντας συνελήφθη να εργάζεται παράνομα και την 21.11.2013 του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών. Μετά από απόφαση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας η ποινή ανεστάλη υπό τον όρο ο Ενάγοντας να εγκαταλείψει την Δημοκρατία. Εξεδόθησαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ο Ενάγοντας απελάθηκε την 23.12.2013 και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών. ΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΚΑΤΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 ΚΑΙ 2 Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό όπως προχωρήσω στην εξέταση της απαίτησης από μέρους του Ενάγοντα κατά των Εναγομένων αρ. 1 και
  12. Αμέλεια των Εναγομένων αρ. 1 και 2 Ενώ δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στον εργοδοτούμενο λογικά ασφαλείς συνθήκες εργασίας και να μην εκθέτει αυτόν σε περιττούς κινδύνους, πηγάζει από το άρθρο 51 του εν λόγω Νόμου, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινού δικαίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Σταύρου Στυλιανού
(2002)1 (Γ) 1718: «Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να επιδεικνύει προς τον εργοδοτούμενο την εύλογη φροντίδα προς προμήθεια ασφαλούς εξοπλισμού, ασφαλούς συστήματος εργασίας, ασφαλούς τόπου εργασίας και ασφαλούς πρόσβασης σ΄ αυτόν. Για να καταλήξουμε κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής θα πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν τη φύση του χώρου. Εξ άλλου ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για αμέλεια, αν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, ο εργοδοτούμενος υποστεί τραυματισμό, λόγω ελαττώματος του εξοπλισμού που του έχει παρασχεθεί από τον εργοδότη του για σκοπούς της εργασίας του εργοδότη». Στην απόφαση Άριστος Κυμίσης ν. Α. Χρυσοστόμου, ECLI:CY:AD:2017:A110, Πολ. Εφ. 361/11 ημερ. 24.3.2017 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην, σχετικά, πρόσφατη απόφασή μας ΑΗΚ ν. Χριστοφόρου, ΠΕ 82/2010 και 82Α/2010, ημερ. 5.2.2015, ενδιατρίψαμε στη νομική πτυχή που καλύπτει το ζήτημα της υποχρέωσης του εργοδότη προς παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 211, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1661, Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 ΑΑΔ 1855, Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1 ΑΑΔ 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 304, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1 ΑΑΔ 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 206 ). Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω): «Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.» Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60: «Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (
  1. i)the organization of the work; (
  2. ii)the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (
  3. iv)the sequence of events; (
  4. v)the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (
  5. vi)the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks. Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.» Σε ελληνική μετάφραση: «Εννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  6. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  7. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  8. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  9. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  10. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313: «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παραμένει, ως ακλόνητο εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος καλουψής, έλαβε ρητές οδηγίες να στήσει σκαλωσιές, που υπήρχαν στο χώρο εργασίας, προκειμένου να αρχίσει να ξεκαλουπώνει. Αντί αυτού, επέλεξε, παραβιάζοντας τις οδηγίες του εργοδότη του, να χρησιμοποιήσει μεταλλικό βαρέλι, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Κατά τη συζήτηση της έφεσης απασχόλησε ιδιαίτερα το ζήτημα της υποχρέωσης διασφάλισης της εποπτείας και επίβλεψης του συστήματος εργασίας που παρείχε ο εργοδότης. Κατά πόσο δηλαδή οι Εφεσίβλητοι θα έπρεπε, εύλογα, να διασφαλίσουν ότι οι οδηγίες τους ακολουθούνται στην πράξη και ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Όπως έχει νομολογιακά καθοριστεί, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Στην εξέταση τέτοιου ζητήματος η φύση της εργασίας και η ιδιαιτερότητα του κινδύνου, είναι καθοριστικοί παράγοντες προκειμένου να σταθμιστεί η ανάγκη λεπτομερούς οργάνωσης και η υποχρέωση τυχόν επίβλεψης, προς το συμφέρον της ασφάλειας των εργοδοτουμένων. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εφεσείων θα εκτελούσε εργασία, η οποία, με βάση τα δεδομένα, δεν ενείχε ιδιαίτερους κινδύνους, πολύ περισσότερο για κάποιο έμπειρο καλουψή, όπως ήταν ο Εφεσείων. Το ύψος ήταν περιορισμένο και το στήσιμο σκαλωσιάς, χαμηλού ύψους, προς ασφάλεια, απλή λειτουργία, καθημερινής ρουτίνας γι΄ αυτού του είδους τις εργασίες. Οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες, δεν είχαν κανένα λόγο να προβλέψουν ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος ως λέχθηκε, δεν θα εκτελούσε, χωρίς επίβλεψη, κατά τρόπο λογικά ασφαλή την εργασία που του ανατέθηκε, μετά μάλιστα και από την παροχή σχετικών οδηγιών. Αναπόδραστα προβάλλει ότι οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες παρείχαν στον Εφεσείοντα, ως ήτο υποχρέωσή τους, ασφαλές σύστημα εργασίας, ούτως ώστε να μην είναι εκτεθειμένος σε περιττό ή μη αναγκαίο κίνδυνο. Υπό τις συνθήκες που έχουμε ήδη καταγράψει και με μέτρο το συνετό εργοδότη, οι Εφεσίβλητοι δεν υπείχαν καθήκον επίβλεψης, ούτως ώστε και να τους αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα που ακολούθησε». Η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτούμενους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν τέτοιοι κινδύνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν (βλ. Διονύση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 219). Το απομακρυσμένο του κινδύνου δεν συνιστά από μόνο του λόγο για θεώρηση του συστήματος ως ασφαλούς (βλ. Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 918). Περαιτέρω, το γεγονός ότι η πιθανότητα εκδηλώσεως του κινδύνου είναι μικρή, δεν απαλλάττει τον κάτοχο υποστατικών από την λήψη προστατευτικών μέτρων, εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 70. Όπως αναφέρεται στην Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (πιο πάνω): «Το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί, όντως, καθήκον του εργοδότη, όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε 'περιττούς' κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, όπως εξηγείται στην Tziellas v. The Ship 'Nadalena' H
(1982)1 C.L.R. 807, ο οποίος είναι, αφ' ενός, προβλεπτός και, αφ' ετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους». Για περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία του τι συνιστά 'περιττό κίνδυνο' βλ. Σάββας Αθανασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1969)1 Α.Α.Δ. 160. Το τι απαιτεί η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ερώτημα πραγματικό και όχι νομικό (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Μετάλκο Λτδ
(1982)1 Α.Α.Δ. 636). Στην υπόθεση Perentis v. General Constructions
(1981)1 C.L.R. 1, εξετάστηκε το κατά πόσο ο επιστάτης θα έπρεπε να είχε παραμείνει στον χώρο ώστε να διαβεβαιωθεί ότι οι οδηγίες του θα ακολουθούντο. Κρίθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, με γνώμονα το ότι ο Ενάγοντας ήταν ο ίδιος έμπειρος υπάλληλος, ότι η εργασία ήταν απλή και σχετικά ασφαλής νοουμένου φυσικά ότι είχαν ακολουθηθεί οι οδηγίες του, και ότι αυτό που ο Εφεσείοντας έκανε δεν ήταν λογικά προβλεπτό. (βλ επίσης Nicos Panayi v. G. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 416). Στην υπόθεση Dandan v. C. & A. Toumazis Co. Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1346 ο Εφεσείοντας που εργαζόταν σε ανεγειρόμενη οικοδομή χρησιμοποίησε την εξωτερική πλευρά ικριώματος ως σκάλα για να ανεβεί στον 4ο όροφο της οικοδομής, με αποτέλεσμα την πτώση και τον τραυματισμό του. Η κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείοντας είχε εκθέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο κρίθηκε ορθή, αφού τέτοιο ενδεχόμενο τρόπου εργασίας από υπάλληλο δεν ήταν προβλεπτό, και οι Εφεσίβλητοι είχαν λάβει πέραν του δέοντος προστατευτικά μέτρα για την αντιμετώπιση προβλεπτού κινδύνου πτώσης των εργαζομένων. Ούτε και υπήρχε μαρτυρία ότι περιήλθε στην αντίληψη των Εφεσιβλήτων ότι εργάτες χρησιμοποιούσαν τα κιγκλιδώματα ως σκάλες. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η σκάλα ήταν ανοιγοκλεινόμενη, ο Ενάγοντας την ακούμπησε κλειστή πάνω στον τοίχο πιο κάτω από το σημείο όπου θα έπρεπε να εργαστεί. Λόγω της τοποθέτησης της σε πιο κάτω μέρος δεν έφτανε και επέλεξε να τεντωθεί αντί να κατεβεί και να την επανατοποθετήσει. Ο λόγος δε που έγειρε η σκάλα ήταν επειδή ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν την είχε ανοίξει, πράγμα που θα του παρείχε περισσότερη ισορροπία και ασφάλεια. Με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μου αποτελεί ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας, και ο Ενάγοντας απέτυχε να καταδείξει ότι αυτοί φέρουν ευθύνη για το ατύχημα το οποίο υπέστη. Θεωρώ ότι θα ήταν υπερβολικό να αποδοθεί ευθύνη στους Εναγόμενους επειδή ο Εναγόμενος αρ. 1, ενώ ήταν πάνω στα κεραμίδια, δεν έλεγξε ώστε να επιβεβαιώσει ότι ο Ενάγοντας τοποθέτησε ορθά την σκάλα και στο τρίτο σημείο όπου την μετακίνησε. Τούτου δεδομένου, αποτελεί κατάληξη μου ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο ίδιος ο Ενάγοντας. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341: «. Given the findings of the Court in this case we fail to see what a prudent employer should do other than forbid, as the appellant did, the respondent from having anything to do with the machine and bring to the notice of his subordinates, the man in charge in his absence, his instructions. He had no reason to anticipate that the respondent, a man of age, would disobey his instructions and far less in the irresponsible manner he did. If the respondent chose, as the trial Court found, to go about the premises of his employer 'looking for trouble' he should not look to the appellant to compensate him. Responsibility for the accident lied with him and for that reason he should bear the consequences». Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω το θέμα των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων καθώς και την αξίωση για συνεισφορά κατά των Τριτοδιαδίκων. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Η νομολογιακή αρχή είναι ότι ο Ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες και αξιοί (βλ. Κούνουνα ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2126). Όπως αναφέρεται στην απόφαση Κυριακή Κολάνη ν Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 Α.Α.Δ. 1108: «Είναι κατά αρχάς καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης θα πρέπει να διεκδικούνται και επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ενώ οι απώλειες ως προς μελλοντικό χρόνο, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. (Fysco Constructing Co. Ltd. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ.1014, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σταύρου Στυλιανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1718). Αναφορικά με τον επιδικασμό αποζημιώσεων για απώλεια μέχρι τη δίκη, με δεδομένο ότι αυτές συνιστούν ζημιά η οποία έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί, αποτελούν στοιχείο ειδικών αποζημιώσεων και επομένως θα πρέπει τα διεκδικούμενα ποσά να αποδεικνύονται με την απαιτούμενη ακρίβεια, βεβαιότητα και αυστηρότητα. Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ελλείπουν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ποσό, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιδικάζεται κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση οποιοδήποτε ποσό που αντιπροσωπεύει απώλεια εισοδημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. (Βλ. π.χ. Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.921)». Από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα προκύπτει ότι η αξίωση για ειδικές ζημιές αφορά πλέον μόνο σε απώλεια απολαβών από τη μέρα του εργατικού ατυχήματος μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης απόφασης «τουλάχιστον προς €850 μηνιαίως». Είναι γεγονός ότι αποτέλεσε θέση και του Εναγομένου αρ. 1 ότι κατέβαλλε στον Ενάγοντα ποσό €850 ως μισθό. Η όλη αξίωση, όμως, εδράζεται επί του δεδομένου ότι ο Ενάγοντας δεν ξαναεργάστηκε από την ημερομηνία του ατυχήματος. Με δεδομένο ότι αυτός συνελήφθη το 2013 να εργάζεται παράνομα, τέτοια κατάληξη δεν μπορεί να υπάρξει. Συνεπώς δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία στοιχεία ώστε να μπορεί να υπολογιστεί η πραγματική απώλεια εισοδημάτων του Ενάγοντα με αποτέλεσμα η αξίωση για ειδικές ζημιές να μην έχει αποδειχτεί. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Όσον αφορά στις σωματικές βλάβες που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι υπέστη, θεωρώ ότι αυτές έχουν ως παρατίθενται πιο πάνω, κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να προβεί στην αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας καθώς και της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγοντας. Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνη Θεμιστοκλέους
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355 (απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο και κρίθηκε ότι απέδιδε ορθά τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα του υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων): «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, Miller v. Peter, Πολ. Εφ. 10408/16.12.99)». Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, στις σελ. 74 - 75: «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727, Φοινικαρίδης και άλλων ν. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303 Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». Εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα ήταν ότι θα πρέπει να επιδικαστεί ποσό €200.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Μελετώντας την Νομολογία στην οποία παρέπεμψε επισημαίνω και τις διαφορές μεταξύ αυτών και της επίδικης περίπτωσης, παρά το ότι σε ορισμένες σωματικές βλάβες μπορεί να υπάρχει ταύτιση. Αφού έλαβα υπόψη το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγοντας, την ηλικία του Ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός πέρασε και την σημερινή του κατάσταση με την μονιμότητα της όπως αυτά καταγράφονται στα ευρήματα πιο πάνω, κατέληξα ότι ένα ποσό της τάξεως των €150.000 θα αποτελούσε για την περίπτωση του δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Ανικανότητα για εργασία Δεν έχω πειστεί ότι ο Ενάγοντας είναι παντελώς ανίκανος για εργασία. Ούτως ή άλλως αυτός συνελήφθη ενώ εργαζόταν κολλώντας αυτοκόλλητα σε βιτρίνα καταστήματος το 2013. Η μαρτυρία ενώπιον μου οδηγεί στο ότι το δεξί του χέρι μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί μόνο ως βοηθητικό. Αυτό δεν οδηγεί, από μόνο του, στο ότι δεν υπάρχει κανένα είδος εργασίας την οποία να μπορεί να διεκπεραιώσει ο Ενάγοντας. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Κυριακή Κολάνη ν Δημήτρη Ταμπούρα (πιο πάνω): «Διαφορετική όμως είναι η προσέγγιση ως προς το θέμα του επιδικασμού γενικών αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών απολαβών, απολαβών δηλαδή από την έκδοση της απόφασης και για κάποιο μελλοντικό χρονικό διάστημα. Σ' αυτή την περίπτωση η νομολογία υποδεικνύει ότι, εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τα εισοδήματα του ενάγοντα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου. Νοείται ότι αυτή η μέθοδος δεν μπορεί να επιστρατεύεται εκεί όπου ελλείπει μαρτυρία, είτε ως προς την προκείμενη του πολλαπλασιαστή, είτε κυρίως του πολλαπλαστέου, οπότε το Δικαστήριο δικαιολογείται σε μια τέτοια περίπτωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα γι' αυτή του την απώλεια με ένα λογικό, κατ' αποκοπήν ποσό. (Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.2134)». Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο Ενάγοντας δεν κατέστη ανίκανος για εργασία, αλλά έχει μειωθεί η εισοδηματική του ικανότητα που θα είχε αν δεν επεσυνέβαινε το δυστύχημα. Ο Ενάγοντας υποβάλλει εισήγηση για εφαρμογή πολλαπλασιαστή 20 ετών επί ποσού €10.200 (€850 μισθό μηνιαίως). Όμως δεν έχει τεθεί κάποια μαρτυρία για υπολογισμό μειωμένης εισοδηματικής ικανότητας που να μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο.Έπεται πως η παρούσα δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για χρήση της μεθόδου του πολλαπλασιαστή. Όπως αναφέρεται στη Νομολογία, εκεί «όπου ελλείπουν τα στοιχεία για αριθμητικό προσδιορισμό μελλοντικής ζημιάς με τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου η διαφαινόμενη ζημιά συμπλέκεται με τις γενικές αποζημιώσεις και αποτιμάται κάτω από πλατιά σκοπιά, υπό το φως του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης» (Γεώργιος Τιτώνη ν Χαρ. Πηλακούτας Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ.479). Η δε έλλειψη σταθμητών στοιχείων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να προβεί σε κάποιο υπολογισμό των πιθανών απωλειών (Σολέας ν Σολέα
(1999)1 Α.Α.Δ. 904). Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Σταύρος Αντωνίου ν Panayides Contracting Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A333, Πολ. Εφ. 259/11 ημερ. 4.10.2017 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει αποφασιστεί κατ΄ επανάληψη ότι η αδυναμία συγκεκριμένου τρόπου υπολογισμού μελλοντικής απώλειας εισοδημάτων διότι ελλείπουν ενδεχομένως στοιχεία, δεν πρέπει να αποστερεί τον παθόντα από τις αποζημιώσεις αυτές, (Πασάντας ν. Μόρου
(2008)1 AAΔ 690 και McGregor on Damages, 15η έκδ. σελ. 220, παρ. 356). Εφόσον υπάρχει μαρτυρία που είναι βοηθητική στον υπολογισμό, η αποζημίωση πρέπει να επιδικάζεται είτε στη βάση ενός κατ΄ αποκοπήν ποσού (Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 ΑΑΔ 528), είτε στη βάση μιας διαφορετικής μεθοδολογίας όπως το μέσο εθνικό ετήσιο εισόδημα, (Taylor v. Glass, όπως αναφέρεται στον (Taylor v. Glass όπως αναφέρεται στον Kemp & Kemp: The Quantum of Damages, 2ος Τόμος, παρ. 1-715), ή, μια ανάμεικτη μεθοδολογία χρησιμοποιώντας όπου είναι εφικτό και ένα πολλαπλασιαστή και ένα πολλαπλασιαστέο, Connoly v. Camden and Inslingtom Area Healthy Authority
(1981)3 All ER 250)». Όπως αναφέρθηκε και στη Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ.66 σε περίπτωση μη εφαρμογής της μεθόδου του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου το ύψος του ποσού των αποζημιώσεων συναρτάται με όλους τους παράγοντες που τείνουν να διαφωτίσουν για την πιθανότητα απώλειας εισοδήματος στο μέλλον μεταξύ των οποίων λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του Ενάγοντα, η επαγγελματική του κατάσταση και κατάρτιση και η φύση της ανικανότητας. Ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 28 ετών. Δεν κατέστη ανίκανος για εργασία, ενώ από την Κύπρο απελάθηκε ένεκα του ότι δεν είχε άδεια παραμονής ή εργασίας εδώ και συνελήφθη εργαζόμενος παράνομα με αποτέλεσμα τα στοιχεία του να τεθούν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών. Μάλιστα στην Δημοκρατία ο Ενάγοντας βρισκόταν παράνομα από την 9.8.2006, ήτοι πολύ πριν το επίδικο ατύχημα. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι αυτός θα είχε την ευκαιρία να εργάζεται στην Κύπρο και να κερδίζει τον ίδιο μισθό. Αφού έχω συνεκτιμήσει όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του κατ' αποκοπή ποσού, έχω καταλήξει ότι ποσό της τάξης των €50.000 θα ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις. Παράνομη Παραμονή του Ενάγοντα στην Κύπρο Ενδιαφέρον παρουσιάζει, έστω σε ακαδημαϊκό επίπεδο δεδομένης της κατάληξης ως προς την ευθύνη, το κατά πόσο το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ευρίσκετο στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα και κατά συνέπεια η όλη εργοδότηση του από τους Εναγόμενους ήταν επίσης παράνομη, αποστερεί από αυτόν το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις για εργατικό ατύχημα. Είναι γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν προβλήθηκε από πλευράς Εναγομένων αλλά αποτέλεσε απλώς θέση των Τριτοδιαδίκων όσον αφορά, όμως, στο παράνομο της ασφαλιστικής σύμβασης. Η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα υπήρξε στο σημείο αυτό ιδιαίτερα κατατοπιστική. Παραπέμπω και εγώ στις αποφάσεις που παρέπεμψε ο κ. Δημητριάδης ιδιαίτερα στην υπόθεση Hounga v Allen
(2014)UKSC 47 όπου η Ενάγουσα υπήρξε θύμα δυσμενούς ρατσιστικής διάκρισης, σωματικής και συναισθηματικής κακοποίησης κατά τη διάρκεια παράνομης εργοδότησης της και παράνομης διαμονής της στην Αγγλία. Εξετάζοντας την εξέλιξη της Νομολογίας ο Lord Wilson έκανε αναφορά στο γνωστό ως «reliance test» επεξηγώντας ότι παράλληλα παρατηρείται η εφαρμογή ενός νέου τεστ, του γνωστού ως «the inextricable link test». Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση Hall v Woolston Hall Leisure
(2001)ICR 99: «.....in Hall v Woolston Hall Leisure Ltd [2001] ICR 99, the inextricable link test was applied to a complaint of unlawful sex discrimination. The employer dismissed the employee because of her pregnancy and thus discriminated against her on ground of sex. Her wages were £250 net per week but, to her knowledge, were misrepresented on her pay slips as £250 gross per week so that the employer might account to the Inland Revenue for less sums than were due. Rejecting the employer's defence of illegality, the Court of Appeal allowed her appeal against a refusal to include in her award compensation for loss of earnings. Peter Gibson LJ held at para 46 that there was no inextricable link between the employee's complaint and the employer's illegal underpayments to the Revenue. After citing the decision in the Cross case, Mance LJ said: "
  1. While the underlying test therefore remains one of public policy, the test evolved in this court for its application in a tortious context thus requires an inextricable link between the facts giving rise to the claim and the illegality, before any question arises of the court refusing relief on the grounds of illegality. In practice, as is evident, it requires quite extreme circumstances before the test will exclude a tort claim."». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «PUBLIC POLICY
  2. The defence of illegality rests upon the foundation of public policy. "The principle of public policy is this." said Lord Mansfield by way of preface to his classic exposition of the defence in Holman v Johnson
(1775)1 Cowp. 341, p 343, 98 Eng Rep 1120, p
  1. "Rules which rest upon the foundation of public policy, not being rules which belong to the fixed or customary law, are capable, on proper occasion, of expansion or modification": Maxim Nordenfelt Guns and Ammunition Co v Nordenfelt [1893] 1 Ch 630, 661 (Bowen LJ). So it is necessary, first, to ask "What is the aspect of public policy which founds the defence?" and, second, to ask "But is there another aspect of public policy to which application of the defence would run counter?"». Όπως ανέφερε και ο Lord Hughes στην σελ. 23 της απόφασης: «Once again, it can be seen that the proportionality to which Bingham LJ was directing his attention was such as lay between the claimant's offence and the claim, not as between the claimant's turpitude and that of the defendant. However, although the relative turpitude of claimant and defendant is not the test, the extent of the claimant's turpitude may be relevant to determining whether there is a sufficiently close connection between the illegal act and the claim. An example is Vakante v Governing Body of Addey and Stanhope School (No 2) [2004] EWCA Civ 1065; [2005] ICR 231, in which the claimant had obtained his employment not only in breach of immigration law but also by criminal deception which caused the employers to take him on, and to risk themselves committing an offence, quite innocently; there his illegal acts were held to be so central to his claims for statutory discrimination, both in employment and in dismissal, as to bar them.
  2. For the reasons given by Lord Wilson, I agree that the claim of statutory tort in the present case was set in the context of the claimant's unlawful immigration, but that there was not a sufficiently close connection between the illegality and the tort to bar her claim. Contrast her claim to recover for breach of contract of employment (or, by statutory extension, for unfair dismissal), when such claims depend on a lawfully enforceable contract of employment but her whole employment was forbidden and illegal». Εφαρμόζοντας την Νομολογία αυτή, κατάληξη μου αποτελεί ότι το παράνομο καθεστώς του Ενάγοντα δεν θα πρέπει να αποστερήσει από αυτόν το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο για αποζημιώσεις δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Παρά το γεγονός ότι προβληματίζει το να παρέχεται το δικαίωμα αποζημίωσης από τα Δικαστήρια για ζημιά που υπέστη άτομο καθώς διενεργούσε μία παράνομη πράξη, οι τυχών επιδράσεις από ένα αντίθετο αποτέλεσμα θα ήταν πολύ σοβαρές, αφού παράνομοι εργοδότες δεν θα είχαν καμία συνέπεια εάν παρείχαν άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες σε εργοδοτούμενους τους. Εν' όψει της κατάληξης μου επί του ζητήματος της ευθύνης όμως, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. ΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 ΚΑΙ 2 ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΩΝ ΑΡ. 1 ΚΑΙ 2 ΓΙΑ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας ευρίσκετο παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία από την 9.8.2006 όπως παράνομη ήταν και η εργοδότηση του από τους Εναγόμενους αρ. 1 ή/και
  3. Το αρ. 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Αντιπαροχές και σκοποί νόμιμοι και μη
  4. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 148 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό υποθέσεων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση στην Αγαθοκλής Μιχαήλ Αγαθοκλέους κ.α. ν. Νίκης Λάππα,
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2202 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G.M. Platritis & Co. v. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R. 125, Χαραλάμπους ν. Daccache
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd. v. Daniel
(1924)1 K.B. 138 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank, Ltd.,
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (Ιδε Cope v. Rοwlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd. v. Hurlock
(1948)2 All E.R. 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση. (Anderson Ltd. v. Daniel (πιο πάνω))». (βλ. επίσης Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026, Χριστόφορου Αθηνοδώρου κ.α. ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου,
(2000)1(A) A.A.Δ. 615, A and C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1321, Μιχάλης Σκουτέλας ν. Ανδρέας Αγαπίου,
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338). Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Πολυξένη Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd, Πολ. Εφ. 177/07 ημερομηνίας 21.12.2010: «Αποτελεί αρχή του δικαίου ότι παρανομία σε σύμβαση καθιστά τα συμφωνηθέντα ανεφάρμοστα διότι κανένα Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα είναι εκ του νόμου απαγορευμένη. Αυτό είναι και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από το νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη... ........................................ Η συνισταμένη της νομολογίας θεωρεί ότι η παρανομία σε συμβόλαιο μπορεί να σχετίζεται είτε με την συνομολόγηση του, είτε με την εκτέλεση αυτού». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σύμβαση για κάλυψη της ευθύνης του Εναγομένου αρ. 1 για την παράνομη εργοδότηση του Ενάγοντα δεν θα είχε οποιαδήποτε ισχύ. Κατ' επέκταση, ακόμη και αν το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο ήταν στο όνομα της Εναγομένης αρ. 2 το Δικαστήριο και πάλι δεν θα μπορούσε να διατάξει την Τριτοδιάδικο αρ. 1 να καταβάλει αποζημιώσεις στη βάση του, αφού ο σκοπός του θα ήταν παράνομος. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέγνωσε το Τεκμήριο 5 προτού το υπογράψει και είχε κατανοήσει το περιεχόμενο του. Απλώς είχε εσφαλμένα υπολογίσει ότι το ποσό των €15.000 θα αρκούσε για την κάλυψη των εξόδων του Ενάγοντα. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι η υπογραφή του Τεκμηρίου 5 συνιστά κώλυμα για διεκδίκηση συνεισφοράς από μέρους της Τριτοδιαδίκου αρ. 1 από τον Ενάγοντα (Βλ. Χ'Στυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολ. Εφ. 182/11 ημερ. 24.5.2016). Έστω εκ του περισσού αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι η υπογραφή της Απόδειξης Απαλλαγής από μέρους του Ενάγοντα θα συνιστούσε και για αυτόν κώλυμα. Και τούτο ένεκα του ότι το Τεκμήριο 5 είναι γραμμένο στα Ελληνικά και επεξηγήθηκε πρόχειρα στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο δίδοντας του την εντύπωση ότι αφορούσε απλώς στην πληρωμή των ιατρικών εξόδων και τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά στην αξίωση κατά του Τριτοδιαδίκου αρ. 2 από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω διαφαίνεται ότι δεν έχει γίνει δεκτή η θέση περί δόλου ή απάτης. Ούτως ή άλλως ο Εναγόμενος αρ. 1 ερωτηθείς περιόρισε το παράπονο του κατά του Τριτοδιαδίκου αρ. 2 στο ότι το συμβόλαιο δεν είχε γίνει σωστά. Όπως αναφέρεται, όμως, στο σύγγραμμα McGillivray & Parkington on Insurance Law, 6η έκδοση στις παρα. 478 - επόμενες: «
  1. Liability for failure to effect insurance. An agent who has undertaken to procure an insurance is liable to his principal if he negligently fails to effect a valid insurance in accordance with his instructions, and will also forfeit his rights against his principal as a result. It is for the principal who alleges breach of duty on the part of his agent to establish that the agent was obliged to effect an insurance on his behalf. Such obligation need not arise only from an express agreement, but it can be implied from a course of dealings between merchants or businessmen or from usage in a particular trade ...........
  2. The principal will not succeed in showing that the agent has departed from his instructions if these were ambiguously worded, with the result that the agent has quite reasonably understood them in a contrary sense to that intended..». Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ενημέρωσε συγκεκριμένα τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 ότι οι εργασίες του είχαν επίσημα μεταφερθεί στην Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία, ούτε και ζήτησε από τον Τριτοδιάδικο αρ. 2 να προβεί σε αλλαγές στα ασφαλιστικά συμβόλαια. Θεώρησε, εσφαλμένα ότι ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 θα έπρεπε να το κάνει από μόνος του. Συνεπώς, ακόμη και αν είχε αποδειχθεί ευθύνη των Εναγομένων, δεν θα μπορούσε και πάλι να πετύχει η αξίωση των Εναγομένων για συνεισφορά από μέρους του Τριτοδιάδικου αρ.
  3. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η απαίτηση των Εναγομένων εναντίον των Τριτοδιαδίκων αρ. 1 και 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Τριτοδιαδίκων αρ. 1 και 2 και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.