← Κύπρος

Loizos Iordanou Constructions Ltd ν. db Technologies B.V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2988/18, 18/12/2019

Loizos Iordanou Constructions Ltd ν. db Technologies B.V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2988/18, 18/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρε

υνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A708 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2988/18 Μεταξύ: Loizos Iordanou Constructions Ltd Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση ν 1. db Technologies B.V. 2. Anaergia Inc. Εναγομένων - Αιτητές Αίτηση ημερ. 22.11.2018 Ημερ.: 18 Δεκεμβρίου, 2019. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Αραούζος Για τους Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κ. Χαχολιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω Διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η ακύρωση και/ή η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Β. Διαζευκτικά και άνευ Βλάβης της ανωτέρω παραγράφου Α, διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να αναστέλλεται η παρούσα αγωγή και/ή οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, συμπεριλαμβανομένου του διατάγματος ημερ.14.11.2018 και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση τυχόν επιδιώξουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να παραπέμπει την διαφορά που αναφύεται από την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα σε διαιτησία και/ή συγκεκριμένα στον διαιτητή ο οποίος θα διοριστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο στην Γενική Αίτηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμό XXXXX/2018 ή σε οποιονδήποτε άλλο διαιτητή διοριστεί ούτως ώστε επιλύσει σύμφωνα με την Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων (Agreement for the Assignment of Economic Rights) ημερ. 24.11.2016 όλες τις διαφορές που ανακύπτουν και/ή σχετίζονται (arising or in connection with) με την εν λόγω συμφωνία». Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (101/1987) αρ. 8, 9 και 16, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.Θ. 1,2,3 και 4, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 8 και 9, Δ.49 και Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 2, 29, 30, 31 και 32, στα αρ. 4, 5, 6 και 9 του Κεφ.6, στο Αρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) και της Επιείκειας (Equity), στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Θεοφάνους εκ των δικηγόρων των Εναγομένων αρ. 1. Όπως αναφέρει ο κ. Θεοφάνους οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα, ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ολλανδία και δραστηριοποιούνται στον τομέα της μελέτης, κατασκευής και λειτουργίας ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης στερεών απορριμμάτων. Οι διάδικοι μαζί με την Medcon Constructions Ltd και την Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractor and Developer Limited δημιούργησαν Κοινοπραξία ώστε να πλειοδοτήσουν συλλογικά για έργο στην Επαρχία Λεμεσού. Την 2.3.2015 τα μέρη υπέγραψαν την Συμφωνία Συνεταιρισμού και την 4.3.2015 υπεγράφη η Συμφωνία Ανάληψης του Έργου με την Κ.Δ.. Κατά την διάρκεια εκτέλεσης του Έργου δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ των συνεταίρων της Κοινοπραξίας, αναφορικά με τις οποίες ο Ομνύοντας παραθέτει την δική του εκδοχή. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 - Αιτητές, υπό το φως έντονων και ανεπίτρεπτων πιέσεων που τους ασκούνταν από τους Ενάγοντες και την Miltiades Neophytou, υπέκυψαν στην απαίτηση των προαναφερόμενων να τους εξαγοράσουν από την Κοινοπραξία και το Έργο. Οι Εναγομένοι αρ. 1 και η Medcon ως εκδοχείς και οι Ενάγοντες και η Miltiades Neophytou ως εκχωρητές υπέγραψαν την Συμφωνία ημερ. 24.11.2016 (πιο κάτω αναφερόμενης ως η «Συμφωνία Εκχώρησης»). Στην βάση αυτής οι Εναγόμενοι αρ. 1 θα κατέβαλλαν για το μερίδιο που θα τους εκχωρείτο από τους Ενάγοντες και την Miltiades Neophytou το ποσό των €2.2εκ, ποσό το οποίο θα καταβάλλετο σταδιακά. Προς εξασφάλιση των δόσεων οι Εναγόμενοι αρ. 1 παρείχαν γραμμάτια συνήθους τύπου εγγυημένα από τους Εναγόμενους αρ. 2. Τα γραμμάτια περιέχουν ρητό όρο δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ενώ η Συμφωνία Εκχώρησης περιέχει όρο ότι οι διαφορές θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Την 17.6.2017 οι εκχωρητές αξίωσαν την 3η δόση, ήτοι ποσό €340.000 έκαστος. Οι τότε δικηγόροι των Εναγομένων αρνήθηκαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ζητώντας μάλιστα την επιστροφή του ποσού των €370.000 που είχαν καταβάλει μέχρι εκείνη τη στιγμή στη βάση ασκηθείσας ανεπίτρεπτης πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων ισχυριζόμενοι επιπλέον ότι το έργο δεν είχε πραγματοποιήσει κέρδη με αποτέλεσμα να μην έχουν υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού. Οι δικηγόροι των Εναγόντων εισηγήθηκαν την παραπομπή των διαφορών ενώπιον διαιτητή, θέση που απέρριψε η άλλη πλευρά. Οι Ενάγοντες κατέστησαν δε σαφές ότι θα προχωρούσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναφορικά με την αξίωση που προέκυπτε από τα γραμμάτια συνήθους τύπου. Οι δικηγόροι των Εναγομένων με επιστολές τους κατέστησαν σαφές ότι ήταν διατεθειμένοι να παραπέμψουν την διαφορά που προέκυπτε από την Συμφωνία σε διαιτησία και κάλεσαν τους Ενάγοντες να υποδείξουν κατά πόσο ήταν διατεθειμένοι και έτοιμοι να προχωρήσουν κατ' αυτόν τον τρόπο απέχοντας από το να ξεκινήσουν διαδικασίες στα Επαρχιακά Δικαστήρια. Οι Ενάγοντες απάντησαν ότι θα προχωρούσαν με καταχώρηση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναφορικά με τις διαφορές που προέκυπταν από τα γραμμάτια συνήθους τύπου. Θέση των Εναγομένων ήταν ότι οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τα γραμμάτια αποτελούσε μέρος ή προϊόν της Συμφωνίας Εκχώρησης συμπαρασυρόμενη σε ακυρότητα σε περίπτωση ακύρωσης της Συμφωνίας εκείνης με αποτέλεσμα να έπρεπε να περιληφθεί στην παραπομπή της όλης διαφοράς σε διαιτησία. Οι προσπάθειες για παραπομπή σε διαιτησία απορρίφθηκαν από τους Ενάγοντες και καταχωρίστηκαν η παρούσα αγωγή και η αγωγή με αρ. XXXXX/18. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/18 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για διορισμό του κ. XXXXX Παύλου ως διαιτητή, αλλά και την μονομερή Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/18 ζητώντας διάταγμα που να απαγορεύει στους Ενάγοντες και τους Miltiades Neophytou να ξεκινήσουν ή συνεχίσουν οποιαδήποτε διαδικασία σε Κυπριακό Δικαστήριο. Η τελευταία αποσύρθηκε την 2.11.2018. Είναι η θέση του κ. Θεοφάνους ότι σε περίπτωση που ξεκινήσει η διαιτησία για θέματα που αφορούν στην Συμφωνία Εκχώρησης αλλά και η παρούσα αγωγή για θέματα που αφορούν στα γραμμάτια συνήθους τύπου είναι ορατός ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις. Εισηγείται ότι θα πρέπει να τηρηθεί ο ρητός και ευρύτερος όρος της Συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία συμπεριλαμβανομένων των γραμματίων. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.Θ. 1-4, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1-9 και Δ.64 Θ.Θ.1-2, στα αρ. 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα αρ. 8 και 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν. 101/1987, στα αρ. 2, 21-23 και 29-32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στα αρ. 1-81 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στα αρ. 10 ΕΚ και 249 ΕΚ του Νόμου που κυρώνει την Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα Αρ. 1Α και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις με βάση την νομική βάση της Αίτησης και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 2. Το Δικαστήριο ούτε με βάση το άρθρο 8 ούτε και με βάση το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του Ν. 101/1987 ούτε και με βάση οποιοδήποτε άλλο νόμο ή θεσμό πολιτικής δικονομίας έχει εξουσία να εκδώσει οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, ως έχουν. 3. Το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει και/η στερείται δικαιοδοσίας και/ή διακριτικής ευχέρειας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ως έχουν, στο βαθμό που θα αφορούν και/η θα επηρεάζουν τις απαιτήσεις των Εναγόντων κατά των Εναγομένων 1 που βασίζονται στα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Εκχώρησης, έχοντας υπόψη πως αυτά περιέχουν ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας προς όφελος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ως εκ τούτου απαιτήσεις και/η οι διαφορές που προκύπτουν ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με αυτά είναι δυνατόν να επιλυθούν, όπως έχουν συμφωνήσει οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους 1 με τους Αιτητές, μόνο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. 4. Τέτοιες δε απαιτήσεις και/η οι διαφορές είναι ξεχωριστές από τυχόν άλλες απαιτήσεις και διαφορές μεταξύ των μερών με βάση τους λοιπούς όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και συνεπώς ο Όρος 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης δεν έχει εφαρμογή, ακόμη και αν η Συμφωνία Εκχώρησης είναι άκυρη. 5. Αν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, τότε θα ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει την ελευθερία πρόσβασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αποκλειστική δικαιοδοσία του οποίου οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν σε ότι αφορά τυχόν απαιτήσεις των Εναγόντων με βάση τα εν λόγω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου και/ή θα ενεργήσει κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής και/ή κατά παράβαση του Άρθρου 25 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. 6. Τα γεγονότα και οι διαφορές πάνω στα οποία εδράζεται η Αίτηση δεν καλύπτονται από τον Όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης, εφόσον οι διαφορές δεν προκύπτουν από και/ή σχετίζονται με τους όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή εν πάση περιπτώσει είναι τέτοιας φύσης που δεν είναι δυνατό να παραπεμφθούν ενώπιον διαιτητή. 7. Ακόμη και αν το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία και/ή διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση, αν αυτή αποσκοπεί στο να εμποδίσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ν' αναλάβει την αποκλειστική δικαιοδοσία που του έχει δοθεί μέσα από τα πιο πάνω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου, έχοντας επίσης υπόψη πώς οι Εναγόμενοι 1 με την Αίτηση δεν αμφισβητούν ούτε ζητούν την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 19/10/2018 στην Γενική Αίτηση 381/2018 ΕΔ Λευκωσίας, στην βάση του οποίου δόθηκε άδεια για σφράγιση και καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος. 8. Οι Εναγόμενοι 1 εμποδίζονται με βάση τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους, περιλαμβανομένης και της δικονομικής συμπεριφοράς τους, από του να αιτούνται το αιτούμενο διάταγμα εφόσον, μεταξύ άλλων, με τη Συμφωνία Εκχώρησης αποποιήθηκαν και των οποιωνδήποτε αξιώσεων είχαν κατά των Εναγόντων. 9. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και/ή την ευχέρεια να παραπέμψει την ισχυριζόμενη διαφορά σε διαιτησία είτε ενώπιον του Σταύρου Παύλου, δικηγόρου από τη Λεμεσό, είτε ενώπιον οποιουδήποτε άλλου διαιτητή ως προνοείται στον Όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης για τον λόγο ότι αφενός ο Σταύρος Παύλου δεν είναι προτεινόμενος διαιτητής, ο οποίος είτε είναι αποδεκτός από τους Ενάγοντες είτε προέρχεται από χώρα που δεν έχει οποιοδήποτε σχέση με οποιοδήποτε από τους διάδικους και αφετέρου το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση από μόνο του να επιλέξει τέτοιο διαιτητή από τέτοια χώρα. 10. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι αποσκοπεί στο ίδιο αποτέλεσμα που αποσκοπεί και η Γενική Αίτηση Αρ. XXXXX ΕΔ Λευκωσίας, την οποία οι Εναγόμενοι 1, εκεί ως αιτητές, εξακολουθούν να προωθούν παράλληλα προς την παρούσα Αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1, εκτός αν κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας Αίτησης, αποσύρουν ανεπιφύλακτα την πιο πάνω αίτηση με έξοδα που θα έχουν καταβάλει στους Ενάγοντες, εμποδίζονται από του να προωθούν την παρούσα Αίτηση». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Ιορδάνους ιδιοκτήτη και διοικητικού συμβούλου των Εναγόντων ο οποίος αναφέρεται και αυτός στην δημιουργία της Κοινοπραξίας και την κατακύρωση σε αυτήν του Έργου. Όπως λέει, ενώ οι εργασίες κατασκευής του Έργου βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη, οι συνέταιροι κατέληξαν σε υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες και οι Miltiades Neophytou μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στους Medcon και Εναγόμενους αρ. 1. Με την επιστολή των Εναγομένων αρ. 1 ημερ. 18.7.2018 προβάλλονται 2 λόγοι ως προς το γιατί αυτοί αρνούνται την πληρωμή του επίδικου ποσού. Θέση του κ. Ιορδάνους είναι ότι ο πρώτος τέτοιος λόγος, ήτοι ότι οι Εναγόμενοι θα ήσαν υπόχρεοι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό μόνο εάν το Έργο ήταν κερδοφόρο, συγκρούεται με το γεγονός ότι η Medcon έχει ήδη καταβάλει τις δικές της οφειλές προς τους Ενάγοντες έστω και αν το Έργο δεν ήταν κερδοφόρο αλλά και από το ότι η Συμφωνία Εκχώρησης δεν συναρτά την πληρωμή των συμφωνημένων ποσών με κέρδη ή άλλη προϋπόθεση. Οι Εναγόμενοι σε κανένα σημείο μέχρι και την απαίτηση των Εναγόντων ημερ. 17.8.2018 για πληρωμή της επίδικης δόσης προειδοποίησαν ότι δεν θα κατέβαλλαν τις εναπομείνασες οφειλές τους εάν το Έργο δεν ήταν κερδοφόρο. Ισχυρίζεται ότι η δικαιολογία ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν την 2η δόση ενώ τελούσαν υπό ψυχική πίεση και οικονομικό εξαναγκασμό είναι παραποίηση της αλήθειας, και παραθέτει τη δική του εκδοχή. Ο τρόπος διαμοιρασμού του ποσού των €1.700.000 ήταν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και της Medcon και δεν αφορούσε τους Ενάγοντες ούτε και τέθηκε κατά την υπογραφή του Εντύπου Σ2 την 20.9.2017. Εισηγείται ότι εφόσον προωθείται ζήτημα ανεπίτρεπτης πίεσης οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να προωθούνται χωρίς να επιζητείται διάταγμα ακύρωσης της Συμφωνίας Εκχώρησης και επαναφορά των πραγμάτων σε ότι αφορά στην συμμετοχή των συνεταίρων στην Κοινοπραξία, και άρα οι Εναγόμενοι αρ. 1 έμμεσα ή άμεσα προσβάλλουν την νέα σύνθεση αυτής. Συνεπώς, αφού οι ισχυρισμοί έχουν ως αντικείμενο ή αντίκτυπο στο κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης της Κοινοπραξίας, μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Αναφερόμενος στα γραμμάτια που δόθησαν αυτά αντιστοιχούσαν μεν στα ποσά που προβλέπονταν στην Συμφωνία Εκχώρησης, συμφωνήθηκε όμως ότι για αυτά αποκλειστική δικαιοδοσία θα είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καθώς και ότι η μητρική των Εναγομένων αρ. 1 εταιρεία θα εγγυάτο τις υποχρεώσεις αυτών. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε μετά που περιήλθε στην αντίληψη των Εναγόντων ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε εκδώσει και το τρίτο Πιστοποιητικό Ενδιάμεσης Πληρωμής και είχε κάνει και πληρωμή σύμφωνα με αυτό στους Εναγόμενους αρ. 1 και την Medcon, οι δε Εναγόμενοι απέρριψαν την απαίτηση των Εναγόντων για πληρωμή του επίδικου Γραμματίου. Και ο κ. Ιορδάνους κάνει αναφορά στην αποτυχία της προσπάθειας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και στην καταχώριση από μέρους των Εναγομένων των Γενικών Αιτήσεων με αρ. XXXXX/18 και XXXXX/18. Η βάση της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής είναι η άρνηση των Εναγομένων στις 22.9.2018 να καταβάλουν το ποσό των €340.000 σύμφωνα με το τρίτο και τελευταίο γραμμάτιο (πιο κάτω αναφερόμενου ως «το Γραμμάτιο»). Θέση του Ομνύοντα είναι ότι και τα τρία γραμμάτια είναι γραμμάτια συνήθους τύπου με βάση τις πρόνοιες του αρ. 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 αλλά, ακόμη και αν διαφανεί ότι δεν είναι τέτοια, οι Ενάγοντες εξακολουθούν να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες στην διαζευκτική βάση ότι τα γραμμάτια αποτελούν έγκυρες και δεσμευτικές συμβάσεις μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων αρ. 1. Οι υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 και 2 κάτω από τα γραμμάτια και τις εγγυήσεις είναι ξεχωριστές από τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης και ως εκ τούτου ο όρος στην Συμφωνία Εκχώρησης για επίλυση διαφορών με διαιτησία δεν έχει οποιαδήποτε εφαρμογή. Σημειώνω ότι μεγάλο μέρος των Ενόρκων Δηλώσεων των μερών αναλώνεται σε αναφορές και ισχυρισμούς όσον αφορά στις διαφορές τους που προέκυψαν από την εκτέλεση του Έργου αλλά και την απόφαση τους να συνάψουν την Συμφωνία Εκχώρησης, ζητήματα που δεν θα αποφασιστούν στο παρόν στάδιο. Αμφότεροι οι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις Ένορκες Δηλώσεις προκύπτει ότι υπάρχουν διαφορετικές ρήτρες που διέπουν την δικαιοδοσία στην Συμφωνία Εκχώρησης και στα Γραμμάτια. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η παρ. 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης αναφέρει τα εξής: «In the event of any dispute arising from/or in connection with the terms of this agreement, such disputes shall be resolved in accordance with the provisions of the Cyprus International Commercial Arbitration Law 101(I)/1987 before a sole arbitrator from a country with no connection with any of the Parties. The seat of the arbitration shall be Cyprus and the language of the arbitration shall be English». Στο πλαίσιο της Συμφωνίας Εκχώρησης (παρ. 6) συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι αρ. 1 παραδώσουν Γραμμάτια Συνήθους Τύπου στους Escrow Agents ως εγγύηση προς τους Ενάγοντες για τις πληρωμές που ανέλαβαν δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης. Στο Γραμμάτιο που αφορά η υπό εκδίκαση αγωγή, όμως, προβλέπονται τα εξής: «The Debtors and the Creditors agree that the Nicosia District Court shall have exclusive jurisdiction over any claim or matter arising from or relating in any way to this Bond in Customary Form». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο Γραμμάτιο γίνεται ρητή αναφορά ότι αφορά στην πληρωμή των €340.000 που προβλέπεται στην παράγραφο 3(
  2. q)της Συμφωνίας Εκχώρησης. Διαφορετικά είναι τα κριτήρια με τα οποία θα εξεταστούν τα τρία αιτητικά, αφού το (Α) αφορά σε παραμερισμό και ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος, το (Β) σε αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και το (Γ) σε παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Μελετώντας την αγόρευση του κ. Χαχολιάδη διαφαίνεται ότι το αιτητικό (Α) εδράζεται επί εισήγησης ότι το Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία επικαλούμενος το αρ. 7 του ΕΚ1215/2012. Θέση του είναι ότι δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια στα οποία οι Εναγόμενοι έχουν την κατοικία τους, στην προκειμένη περίπτωση στην Ολλανδία, υπαλλακτικά δε η αγωγή θα έπρεπε να είχε εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αφού εκεί είναι το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγόντων όπου είναι και ο τόπος πληρωμής του Γραμματίου. Εκείνο, όμως, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι ταυτόχρονα ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγείται ότι θα πρέπει το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η διαφορά υπάγεται κάτω από ρήτρα διαιτησίας, απόφαση η οποία να δεσμεύει και το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση. Αντίθετη είναι η θέση του κ. Αραούζου ο οποίος εισηγείται ότι από τη στιγμή που η αγωγή εγείρεται στην βάση του Γραμματίου στο οποίο οι Εναγόμενοι αρ. 1 αποδέχθηκαν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το ζήτημα τελειώνει εκεί. Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ερώτημα κατά τόπου αρμοδιότητας Δικαστηρίου εφόσον τα μέρη έχουν συνειδητά επιλέξει την δικαιοδοσία που διέπει το επίδικο Γραμμάτιο. Παραθέτω το σχετικό μέρος του Αρ. 25 του ΕΚ 1215/12 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις: «Άρθρο 25 1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως...». Τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτουν από την Έκθεση Απαιτήσεως. Από αυτά προβάλλει ξεκάθαρα ότι το αγώγιμο δικαίωμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εδράζεται επί του Γραμματίου Συνήθους Τύπου και της μη πληρωμής αυτού. Το εν λόγω Γραμμάτιο προβλέπει ρητά ότι αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς την εκδίκαση ζητημάτων που πηγάζουν ή σχετίζονται με αυτό θα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Κατ' επέκταση η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους αρ. 1 ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία δεν ευσταθεί. Μελετώντας την αγόρευση του κ. Χαχολιάδη φαίνεται ότι, ταυτόχρονα με την πιο πάνω θέση, προωθείται και η εισήγηση ότι κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της αγωγής έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αφού εκεί βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων αρ. 1. Η εισήγηση αυτή παραγνωρίζει τα προβλεπόμενα στο Αρ. 25 του ΕΚ 1215/12 πιο πάνω. Επιπλέον στο επίδικο Γραμμάτιο όντως η έδρα εργασιών των Εναγομένων αρ. 1 καθορίζεται ως η Λεωφ. Τσερίου στην Λευκωσία, όπου και τοποθετείται πλέον ο τόπος εκπλήρωσης της υποχρέωσης των Εναγομένων αρ. 1 για πληρωμή του ποσού. Παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Φρησλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν Clappas Trading House Ltd

(2011)1 A.A.Δ.1200 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του καθόρισε ότι αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων αποτελούσε, η παραβίαση από την εφεσείουσα των όρων της συμφωνίας για αποστολή εμπορευμάτων προς την εφεσίβλητη. Η «επίδικη παροχή» του Άρθρου 5 του Καν. 44/2001δεν είναι η αποκλειστικότητα ή μη της όποιας συμφωνίας αλλά η διακοπή της συνεργασίας ένεκα της άρνησης αποστολής εμπορεύματος στην Κύπρο από την εφεσείουσα. Η θέση της εφεσίβλητης επί του προκειμένου είναι ότι ο «τόπος» όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η επίδικη παροχή είναι η Κύπρος, τα δικαστήρια της οποίας αποκτούν δικαιοδοσία. Στη Case 9/87 S.P.R.L. Arcado v. S.A. Haviland [1988] Ε.C.R. 1539 αποφασίστηκε ότι η απαίτηση για αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της συνεργασίας αντιπροσωπείας αποτελεί «διαφορά εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του Άρθρου 5 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Με βάση το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου φαίνεται πως κάτι ανάλογο αξιώνουν και οι εφεσίβλητοι από την εφεσείουσα. Επομένως τα δικαστήρια της Κύπρου αποκτούν εν προκειμένω δικαιοδοσία και με βάση τον προαναφερόμενο Κανονισμό. Ενόψει των πιο πάνω οριστικά αποφαινόμαστε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης» Θα εξετάσω στο σημείο αυτό την εισήγηση των Εναγομένων αρ. 1 περί ύπαρξης ρήτρας παραπομπής σε διαιτησία. Αρχικά παρατηρώ ότι κανείς δεν μπορεί με συμφωνία να αποκλείσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου[1]. Προκύπτει, συνεπώς ότι, το κατά πόσο αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί ή όχι είναι θέμα που εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται Δικαστικά. Όπως αναφέρεται στον Russell on Arbitration, 20th edition, σελ. 172, τα Δικαστήρια δεν επιβάλλουν την ειδική εκτέλεση συμφωνιών παραπομπής σε διαιτησία, αλλά έχουν την διακριτική ευχέρεια να αρνηθούν σε διάδικο την επιλογή της εκδίκασης της διαφοράς από Δικαστήριο, αφήνοντας τον έτσι χωρίς άλλη επιλογή από του να προχωρήσει με την διαιτησία[2]. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής έχουν καθιερωθεί από την Νομολογία. Όπως προκύπτει αυτές έχουν ως εξής:
(1)Τα Δικαστήρια αποκλίνουν σε στήριξη των συμφωνιών διαιτησίας, που εκφράζουν καθαρά τη βούληση και επιλογή των συμβαλλομένων να χρησιμοποιήσουν το θεσμό της διαιτησίας.
(2)Τα Δικαστήρια δεν είναι υπόχρεα να αναστείλουν την διαδικασία, αλλά έχουν διακριτική ευχέρεια να το πράξουν ή όχι.
(3)Η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αναστολής εκτός αν υπάρχει πολύ καλός λόγος για απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης τέτοιου πολύ καλού λόγου φέρει ο Ενάγοντας. Ειδικότερα, όπου διαπιστωθεί η ύπαρξη ρήτρας ως δεδομένη, το βάρος τίθεται πλέον στους Ενάγοντες να καταδείξουν ότι υπάρχουν καλοί λόγοι, ή ότι είναι ορθό και δίκαιο, ότι η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος της αναστολής της διαδικασίας.
(4)Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. (βλ. Yalta Sea Trade Port v. Emed Chartering Ltd,
(2001)1 A.A.Δ. 7, Τhe Eleftheria
(1969)2 All E.R. 641, Russell on Arbitration, 20th Edition, σελ. 172, 187, 190 και 217). Πέραν των πιο πάνω η ρήτρα πρέπει να είναι σαφής, ενώ η διαφορά σε σχέση με την οποία επιζητείται η εκδίκαση, να είναι «διαφορά» η οποία να εμπίπτει στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Yalta Sea Trade Port v. Emed Chartering Ltd, (πιο πάνω): «Αναμφισβήτητα, η συμφωνία διαιτησίας, όπως και κάθε άλλη συμφωνία, πρέπει να χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα και καθαρότητα των όρων της. Έτσι μόνο μπορεί να φέρει το στίγμα της εγκυρότητας. Ο εκδότης του Russel on Arbitration,
(1997)21η έκδοση, παραγ. 2-002 σελ. 27 θέτει το ζήτημα ως εξης: "Terms must be clear and certain. To be valid, the terms of an arbitration agreement must be clear and certain. This is assessed in the same way as the validity of any contract. An arbitration agreement is void if its terms are uncertain or there is no clear reference to arbitration. Even if not void, disputes about the meaning of terms, their incorporation, and so forth can be costly and delay an arbitration. It is of fundamental importance that the parties' agreement makes arbitration the means for final and binding resolution of disputes:..................."» Επιπλέον ρήτρα διαιτησίας έχει όση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι περισσότερη (βλ. Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading Shipping Ltd,
(1999)1 A.A.Δ. 1069). Το λεκτικό της ίδιας της ρήτρας είναι αυτό που καθορίζει, επομένως, ποίες και οι διαφορές οι οποίες εμπίπτουν εντός των πλαισίων της[3]. Το ζήτημα κατά πόσο υφίσταται ή όχι διαφορά για παραπομπή σε διαιτησία αποφασίζεται με αναφορά στο Κλητήριο Ένταλμα και στην Έκθεση Απαιτήσεως, όπου υπάρχει, στις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αίτησης, και γενικά στο περιεχόμενο του φακέλου. Θα συμφωνήσω με τα όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του αναφορικά με το αρ. 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου, ήτοι ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση Αίτηση. Εξάλλου κάτι τέτοιο δεν προωθήθηκε ούτε και με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους αρ. 1 με τη δική του εξίσου εμπεριστατωμένη αγόρευση. Το αρ. 8 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου Ν.101(Ι)/87αναφέρει τα εξής: «Συμφωvία περί διαιτησίας και έγερση αγωγής εvώπιov Δικαστηρίoυ 8.-
(1)Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα oριζόμεvα στo εδάφιo
(1)δεv απoτελεί κώλυμα για τηv έvαρξη ή τη συvέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή τηv έκδoση τελικής διαιτητικής απόφασης, εv όσω τo επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov τoυ Δικαστηρίoυ». Συνεπώς εκείνο που πρέπει να εξεταστεί πρώτο είναι το κατά πόσο η υπό εκδίκαση αγωγή αφορά σε «ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας». Στην Έκθεση Απαιτήσεως δικογραφείται ότι αυτή εγείρεται ένεκα του ότι «οι Εναγόμενες αρ. 1 και 2 αρνούνται να συμμορφωθούν με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους δυνάμει του επίδικου Γραμματίου» το οποίο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ή εν πάσει περιπτώσει έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και το οποίο δημιουργεί ανεξάρτητες και ξεχωριστές υποχρεώσεις από αυτές της Συμφωνίας Εκχώρησης. Ούτε και η ίδια η πλευρά των Εναγομένων αρ. 1 - Αιτητών δεν αμφισβητεί ότι στο σώμα του επίδικου Γραμματίου δεν υπάρχει ρήτρα για παραπομπή σε διαιτησία. Ουσιαστικά εκείνο που προωθείται στην σελίδα 31 της αγόρευσης τους είναι η πιο κάτω εισήγηση την οποία και θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια: «.προκύπτει ότι οι διαφορές που προκύπτουν από την Συμφωνία Εκχώρησης και τα γραμμάτια που δόθηκαν ως συνεπακόλουθο αυτής καλύπτονται από την ρήτρα διαιτησίας και το λεκτικό της αφού το λεκτικό «any .terms» σε συνδυασμό με το "in connection with the terms» αποτελούν το πλέον πλατύ λεκτικό και τον όρο που καλύπτει τις περισσότερες διαφορές. Μάλιστα όπως φαίνεται το λεκτικό "in connection with the terms» το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην ρήτρα διαιτησίας δύναται να καλύψει και διαφορές που προκύπτουν από άλλο συμβόλαιο που σχετίζεται με το συμβόλαιο στο οποίο εμπεριέχεται η ρήτρα διαιτησίας, όπως δηλ. συμβαίνει στην εν προκειμένη περίπτωση». Εν πρώτοις θα πρέπει να τονιστεί ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι καν τα ίδια στην Συμφωνία Εκχώρησης και στο Γραμμάτιο, οι δε Εναγόμενοι αρ. 2 δεν είναι συμβαλλόμενοι στην Συμφωνία Εκχώρησης. Θα ήταν, συνεπώς, παράδοξο να κριθεί ότι αυτοί δεσμεύονται από μία ρήτρα διαιτησίας με την οποία οι ίδιοι όχι μόνο δεν συμφώνησαν, αλλά αντιθέτως συμφώνησαν ρητά για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ακόμα, όμως, και αν δεν προβλημάτιζε η ύπαρξη των Εναγομένων αρ. 2 δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένα παρατεθείσα βούληση των συμβαλλομένων μερών. Με συνειδητή επιλογή αυτών εισήχθη στο επίδικο Γραμμάτιο πρόνοια για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αυτό παρά το ότι γνώριζαν ότι στην Συμφωνία Εκχώρησης υπήρχε πρόνοια για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Παραπέμπω στην απόφαση Credit Suisse First Boston (Europe) Ltd v MLC (Bermuda) Ltd
(1999)1 Lloyd's Rep.777 στην οποία παρέπεμψε και ο κ. Αραούζος, όπου το ζήτημα τίθεται σαφέστατα: «.where different agreements are entered into for different aspects of an overall relationship, and those different agreements contain different terms as to jurisdiction, it would seem to be applying too broad and indiscriminate a brush simply to ignore the parties' careful selection of palette». Κατ' επέκταση με δεδομένο ότι το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου συνιστά αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν διέπεται από την ρήτρα διαιτησίας που υπάρχει στην Συμφωνία Εκχώρησης αλλά από την πρόνοια επί του σώματος του ιδίου του Γραμματίου περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όσον αφορά στο αιτητικό (Γ) με το οποίο ζητείται η παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Νομική Βάση της Αίτησης δεν περιλαμβάνει τα αρ. 35 και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και άρα φαίνεται ότι έρεισμα για το αιτητικό αυτό αποτελεί το αρ. 8 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου Ν.101(Ι)/87. Ούτως ή άλλως για εφαρμογή των αρ. 35 και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων των ενδιαφερομένων μερών, πράγμα που δεν υφίσταται εν προκειμένω. Τυχόν κατάληξη στα συμπεράσματα ως προς τις πραγματικές επιθυμίες των συμβαλλομένων μερών ως οι σχετικές εισηγήσεις στην αγόρευση του κ. Χαχολιάδη, θα συνιστούσε αυθαιρεσία δεδομένου ότι η επιθυμία των μερών είναι καταγραμμένη με σαφήνεια. Το δε αρ. 8 του Ν.101(Ι)/87 εφαρμόζεται όπου το επίδικο ζήτημα αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας για διαιτησία, πράγμα που επίσης δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Έπεται πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και οι Εναγόμενοι αρ. 1 - Αιτητές καταδικάζονται να πληρώσουν τα έξοδα των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] « .parties cannot by contract oust the jurisdiction of the courts.» Russell on Arbitration, 20th edition, p. 209 [2] «The law will not enforce the specific performance of such agreements, but, if duly appealed to, it has the power in its discretion to refuse to a party the alternative of having the dispute settled by a court of law, and thus to leave him in the position of having no other remedy than to proceed by arbitration». (per Lord Wright, Heyman v. Darwins Ltd
(1942)A.C. 356 at. P. 376). [3] « The legal proceedings which it is sought to stay must be in respect of a matter which the parties have agreed to refer and which, therefore, comes within the terms of the arbitration agreement». Russell on Arbitration, 20th edition, σελ. 179 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.