ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10390/10, 17/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A693 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10390/10 Ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 10.10.2018 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων και
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου, 2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Βασιλακκάς Για τον Εναγόμενο αρ. 1: κ. Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 ποσό €112.066,63 πλέον τόκους. Όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως δυνάμει εγγράφων συμφωνιών ημερ. 18.9.2006 οι Ενάγοντες διόρισαν τον Εναγόμενο αρ. 1 ως ασφαλιστικό αντιπρόσωπο και ως Διευθυντή Ασφαλιστικών Συμβούλων. Ο Εναγόμενος αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου αρ. 1 που δημιουργήθηκαν δυνάμει των συμφωνιών μέχρι ποσού €85.430,
- Οι Ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό με τον Εναγόμενο αρ. 1 όπου και γίνονταν οι απαραίτητες χρεοπιστώσεις. Την 18.9.2006 και την 25.9.2006 ο Εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψε δύο γραμμάτια συνήθους τύπου για ποσό €17.086,01 έκαστο. Την 8.7.2010 οι Ενάγοντες τερμάτισαν την συνεργασία τους με τον Εναγόμενο αρ. 1 και κατά τον Ιούλιο 2010 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €113.266,63 έναντι του οποίου πιστώθηκε το ποσό των €1.200 με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, ως τελικώς διαμορφώθηκε, ο Εναγόμενος αρ. 1 αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων. Παραδέχεται μεν την υπογραφή των συμφωνιών αλλά ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο υπογραφής αυτών δεν είχε το δικαίωμα να ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης και/ή αντιπροσώπευσης και ούτε ήταν γραμμένος στο μητρώο του Εφόρου Ασφαλίσεων για να ασκεί τέτοιες εργασίες γεγονός που καθιστά τις συμβάσεις παράνομες και εξ υπαρχής άκυρες αφού παραβιάζουν την Νομοθεσία. Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να έχουν οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 αφού γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν ήτο εγγεγραμμένος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι η συνεργασία του με τους Ενάγοντες διέπεται από την Συμφωνία Agency Manager της οποίας αναπόσπαστο μέρος αποτελούν οι Συμφωνία Προπληρωμής Υπερπρομηθειών, Συμφωνία Ωφελημάτων Ανάπτυξης και Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου. Θέση του αποτελεί ότι οι προπληρωμές υπερπρομηθειών και ωφελημάτων που του είχαν καταβληθεί δεν θα ήταν απαιτητές σε περίπτωση παράνομου ή αντισυμβατικού τερματισμού από μέρους των Εναγόντων. Δηλώνει πλήρη άγνοια για τον ισχυριζόμενο λογαριασμό και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος και αντισυμβατικός για λόγους που παραθέτει. Εν όψει του ότι η Ανταπαίτηση αποσύρθηκε μεταγενέστερα δεν θα γίνει αναφορά στα όσα εκεί δικογραφούνται. Την 24.10.2018 καταχωρίστηκε Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία οι Ενάγοντες αρνούνται ότι οι συμφωνίες είναι παράνομες ή άκυρες και εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται ότι αυτές είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, δύο δε εξ αυτών δεν προϋποθέτουν την εγγραφή στον Έφορο Ασφαλίσεων και ερμηνεύονται ξεχωριστά από τις υπόλοιπες συμφωνίες. Είναι η θέση τους ότι ακόμη και αν διαφανεί ότι κάποια συμφωνία είναι παράνομη η συμφωνία ωφελημάτων ανάπτυξης και η Σύμβαση Agency Manager διασώζονται. Πέραν των πιο πάνω οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 1 που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Κατά την 26.10.2018 δηλώθηκε από μέρους των συνηγόρων για τους Ενάγοντες ότι, ενόψει των τροποποιήσεων που έγιναν, οι Ενάγοντες δεν επιμένουν σε ότι αφορά στις Συμφωνίες Ασφαλιστικού Συμβούλου Τεκμήριο 1, Σύμβαση Προμηθειών Τεκμήριο 3 και στην Σύμβαση Προπληρωμής Υπερπρομηθειών Τεκμήριο 5 και για τον λόγο αυτό η μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων θα περιορίζετο πλέον στις Συμφωνίες Agency Manager και Συμφωνία Προπληρωμής Ωφελημάτων Τεκμήρια 2 και
- Επίσης την 20.12.2018 δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι στον Εναγόμενο αρ. 1 καταβλήθηκε το ποσό των €111.543,62 με επιταγές από τους Ενάγοντες. Σημειώνω επιπλέον ότι την 11.3.2011 εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης με αποτέλεσμα η εκδίκαση να συνεχίσει για τον Εναγόμενο αρ. 1 μόνο. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσαν η κα XXXXX Χριστοδούλου, ο κ. XXXXX Τζιάζας και ο κ. XXXXX Πεκρής ενώ εκ μέρους του Εναγομένου μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος. Η κα Χριστοδούλου ανέφερε ότι είναι Λειτουργός στην Εσωτερική Νομική Υπηρεσία των Εναγόντων και κατέθεσε τα έγγραφα που αφορούν στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Όπως είπε, η κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου αρ. 1 παρουσιάζει υπόλοιπο ύψους €111.237,
- Ο κ. XXXXX Τζάζας ανέφερε ότι είναι ο Διευθυντής Πωλήσεων των Εναγόντων οι οποίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατέχει άδεια παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών. Δυνάμει των Συμβάσεων Ασφαλιστικού Συμβούλου, Πληρωμής Προμηθειών και Προπληρωμής Υπερπρομηθειών ημερ. 18.9.2006 (Τεκμήρια 1, 3 και 5) ο Εναγόμενος αρ. 1 διορίστηκε ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος των Εναγόντων. Επίσης την ίδια ημερομηνία υπεγράφησαν το Τεκμήριο 2 Σύμβαση Agency Manager και το Τεκμήριο 4 Συμφωνία Ωφελημάτων Ανάπτυξης. Ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της Σύμβασης Agency Manager Τεκμήριο 2 ο Εναγόμενος αρ. 1 σε καμία περίπτωση δεν θα ασκούσε εργασίες διαμεσολάβησης. Ήταν η θέση του Μ.Ε.2 ότι βάσει της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 ο Εναγόμενος αρ. 1 έπρεπε να διατηρεί συγκεκριμένο επίπεδο έγκρισης Διευθυντή από το οποίο παρουσίαζε σοβαρές αποκλίσεις ενώ αρνείτο να συμμορφωθεί με τις εσωτερικές οδηγίες των λειτουργών των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες τοποθέτησαν συνεργάτες στο γραφείο του Εναγομένου αρ. 1 με σκοπό να τον βοηθήσουν να πετύχει τους στόχους του αλλά και πάλι αυτός δεν πληρούσε την προϋπόθεση του ελάχιστου αριθμού συνεργατών, ούτε και πέτυχε τους στόχους νέας παραγωγής και διατηρησιμότητας. Αποτέλεσμα τούτου ήταν την 1.7.2010 οι Ενάγοντες να δώσουν γραπτή προειδοποίηση τερματισμού στον Εναγόμενο αρ. 1 της Συμφωνίας Τεκμήριο
- Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 επιδείκνυε αντιεπαγγελματική συμπεριφορά με αποτέλεσμα την 8.7.2010 οι Ενάγοντες να τερματίσουν και την Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου Τεκμήριο
- Κατά την 8.7.2010 ο λογαριασμός του Εναγομένου αρ. 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €113,266,63 σε σχέση με την Συμφωνία Προπληρωμής Ωφελημάτων Τεκμήριο 4, σήμερα δε παραμένει υπόλοιπο ύψους €111.232,
- Ο Μ.Ε.2 είπε ότι ήταν ρητός όρος της Συμφωνίας Πληρωμής Ωφελημάτων Ανάπτυξης Τεκμήριο 4 ότι, σε περίπτωση που οι Συμφωνίες Ασφαλιστικού Συμβούλου Τεκμήριο 1 και Agency Manager Τεκμήριο 2 τερματιστούν πριν την πάροδο 5 ετών, τότε τα ποσά που θα είχαν πληρωθεί κάτω από την Συμφωνία Τεκμήριο 4 θα καθίστανται άμεσα απαιτητά και πληρωτέα με τόκο επ' αυτών προς 8% ετησίως από την ημερομηνία τερματισμού. Ο κ. XXXXX Πεκρής ανέφερε ότι εργάζεται ως Οικονομικός Διευθυντής των Εναγόντων από τον Ιανουάριο
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε την μερίδα με αρ. 620 στο λογισμικό σύστημα που αφορούσε αποκλειστικά στις πληρωμές και αποσβέσεις βάσει της Συμφωνίας Ωφελημάτων Ανάπτυξης Τεκμήριο 4 καθώς και την μερίδα με αρ. 621 που αφορούσε σε όλα τα υπόλοιπα. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το καλοκαίρι του 2006 τον προσέγγισαν οι Ενάγοντες και του ζήτησαν να πάει κοντά τους ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος και Agency Manager, τον δε Σεπτέμβριο 2006 του δόθηκαν οι Συμφωνίες Τεκμήρια 1 έως 5 οι οποίες συνδέονταν όλες μεταξύ τους. Θέση του ήταν ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι του είχε στερηθεί η άδεια Ασφαλιστικού Συμβούλου από το 2004 αλλά τον διαβεβαίωναν ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι να κάνουν την εγγραφή του. Αφού κέρδισε προσφυγή που είχε καταχωρήσει κατά της απόφασης για στέρηση της άδειας εγγραφής του στα Μητρώα του Εφόρου Ασφαλίσεων, ενεγράφη στο προαναφερόμενο Μητρώο την 16.3.2007, ήτοι 6 μήνες μετά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών. Θέση του Εναγομένου ήταν ότι και η εργασία του Agency Manager προϋποθέτει άδεια ασφαλιστικού συμβούλου. Πέραν των πιο πάνω ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίστηκε ότι, ακόμα και αν ήθελε αποφασιστεί ότι οι Συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 4 επιβιώνουν, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικούν ολόκληρο το ποσό που του κατέβαλαν αλλά μόνο την διαφορά από τις αποσβέσεις. Ο δε τερματισμός, είπε, ήταν παράνομος και αντισυμβατικός. Ισχυρίστηκε ότι ο πραγματικός λόγος που ο Μ.Ε.2 ήθελε να τερματίσει τις Συμφωνίες ήταν επειδή είχε στρατολογήσει κάποιον φίλο του ως Agency Manager. Για τον λόγο αυτό ο Μ.Ε.2 του δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα και τον υπέσκαπτε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η Μ.Ε.1 κα XXXXX Χριστοδούλου υπήρξε μία τυπική μάρτυρας. Σημειώνω ότι εργοδοτήθηκε στους Ενάγοντες τον Ιούνιο του 2010 και η ίδια δέχτηκε ότι δεν γνώριζε κάτω από ποιες συνθήκες υπογράφτηκαν οι επίδικες Συμφωνίες. Ούτε και γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο ετοιμάστηκαν οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού από το Λογιστήριο. Ο κ. XXXXX Τζάζας Μ.Ε.2 μου έκανε γενικώς καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Από τα όσα ανέφερε, όμως, επισημαίνω τα πιο κάτω: - Ερωτηθείς ως προς το πότε εργοδοτήθηκε στους Ενάγοντες ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι ήταν τον Σεπτέμβριο 2009 και ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφησαν οι επίδικες Συμφωνίες. - Ο Μ.Ε.2 προσπάθησε σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του να κάνει αναφορά σε νομική ερμηνεία των επίδικων Συμφωνιών και του κατά πόσο αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Παρά το ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια του να επιχειρηματολογεί υπέρ της θέσης των Εναγόντων, αποφεύγοντας μάλιστα σε σημεία να απαντά ευθέως σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, εντούτοις το όλο θέμα είναι νομικό και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και όχι οποιουδήποτε μάρτυρα. Κατ' επέκταση τα όσα ο Μ.Ε.2 ανέφερε που αφορούν σε νομικά ζητήματα και ζητήματα ερμηνείας των Συμφωνιών θα αγνοηθούν. - Η θέση που προέβαλε ο Εναγόμενος αρ. 1 ότι ο Μ.Ε.2 για αλλότριους σκοπούς του δημιουργούσε προβλήματα και τον υπέσκαπτε, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.2 ώστε αυτός να τοποθετηθεί και άρα δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. - Ο Μ.Ε.2 δέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το Τεκμήριο 27 αφορά σε προμήθειες, υπερπρομήθειες και άλλες καταγραφές που σχετίζονται με τα Τεκμήρια 1, 3 και
- - Η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο Μ.Ε.2 σε σχέση με τους Οργανισμούς των Εναγόντων αφορούσε επίσης σε νομικά θέματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι οι υποβολές του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο περί παραποίησης εγγράφων με σκοπό να δικαιολογηθεί ο τερματισμός του Εναγομένου δεν έπεισαν και παρέμειναν μετέωρες. - Η θέση του Μ.Ε.2 ότι δεν ήταν εφικτό οι Ενάγοντες να ανέμεναν ότι ο Εναγόμενος θα κάλυπτε το 70% του στόχου του αφού του είχε μείνει μόνο το 30% του χρόνου για να το καλύψει ήταν λογική. Ο κ. XXXXX Πεκρής έδωσε μαρτυρία με τρόπο που δυσχέραινε την διαδικασία και δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του τίθεντο σε σημείο που ανάγκαζε το Δικαστήριο να του το επισημαίνει. Ταυτόχρονα όμως σημειώνω ότι ο Μ.Ε.3 βασικά άντλησε πληροφόρηση από το σύστημα των Εναγόντων. Από τη στιγμή που αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό των €111.543,62 λήφθηκε όντως από τον Εναγόμενο αρ. 1, η ουσία έγκειται στο κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται ή όχι σε επιστροφή του. Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Επικαλείτο την παρανομία των Συμφωνιών εναντίον των Εναγόντων ωσάν να μην ήταν συνειδητά και αυτός μέρος της ίδιας πράξης, θεωρώντας ότι από το γεγονός ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων θα πρέπει να ζημιωθούν μόνο οι Ενάγοντες αλλά όχι αυτός. Ειδικότερα σημειώνω τα εξής: - Επέμενε ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι του είχε στερηθεί η άδεια από τον Έφορο Ασφαλίσεων ρίχνοντας όλη την ευθύνη για την διενέργεια παράνομων πράξεων στους Λειτουργούς των Εναγόντων. Καμία ευθύνη, όμως, δεν ανέλαβε ο ίδιος για το ότι δέχτηκε να διενεργεί ασφαλιστικές εργασίες κατά παράβαση του Νόμου, αποκομίζοντας ταυτόχρονα και οικονομικά οφέλη. - Ο Εναγόμενος αρ. 1 προσπάθησε να πείσει ότι είχε τονίσει στον κ. Φωτίου Λειτουργό των Εναγόντων ότι, από την στιγμή που δεν θα εξασφάλιζε την απαιτούμενη άδεια δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ούτε και οι υπόλοιπες Συμφωνίες. Η θέση αυτή δεν θεωρώ ότι είναι αληθής δεδομένου ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 ξεκίνησε να διενεργεί εργασίες διαμεσολάβησης χωρίς να του έχει δοθεί η άδεια από τον Έφορο. - Ο Εναγόμενος αρ. 1 δέχτηκε ότι δεν είχε αμφισβητήσει τις πληρωμές που του έγιναν πλην μίας φοράς που κατά δική του παραδοχή διορθώθηκε το λάθος. Ούτε και διαμαρτυρήθηκε για τις καταστάσεις λογαριασμού. Δέχτηκε μάλιστα ότι μέχρι και την ημερομηνία που εργαζόταν στους Ενάγοντες οι λογαριασμοί ήταν ορθοί. - Επαναλαμβάνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου αρ. 1 περί προσπάθειας του Μ.Ε.2 να ευνοήσει τον φίλο του δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Ε.2 ώστε να τοποθετηθεί. Ούτως ή άλλως θεωρώ ότι αυτοί αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις του Εναγομένου αρ.1, αφού αν όντως ευσταθούσαν θα ήταν λογικό να είχε αποστείλει κάποια επιστολή που να το αναφέρει, έστω μετά τον τερματισμό των Συμφωνιών. Στο σημείο αυτό, όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι αποτελούσε εξ αρχής θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών η άδεια Ασφαλιστικού Συμβούλου του είχε στερηθεί από τον Έφορο. Ωστόσο καμία μαρτυρία προσκόμισαν να αντικρούσουν την θέση αυτή, παραμένοντας σε υποβολές προς τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι δεν του είχε λεχθεί από τους κ.κ. Γ. Φωτίου και Χ. Χριστοδούλου ότι θα το διευθετούσαν οι Ενάγοντες. Έπεται πως η θέση του Εναγόμενου αρ. 1 περί γνώσης των Εναγόντων για την στέρηση της άδειας του από τον Έφορο θα γίνει δεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατέχουν άδεια παροχής Ασφαλιστικών Υπηρεσιών. Την 18.9.2006 υπεγράφησαν μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου αρ. 1 πέντε Συμφωνίες, ήτοι η Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου Τεκμήριο 1, η Σύμβαση Agency Manager Τεκμήριο 2, η Συμφωνία Προπληρωμής Προμηθειών Τεκμήριο 3, η Συμφωνία Ωφελημάτων Ανάπτυξης Τεκμήριο 4 και η Συμφωνία Προπληρωμής Υπερπρομηθειών Τεκμήριο
- Την 18.9.2006 ο Εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψε επίσης το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου προς όφελος των Εναγόντων Τεκμήριο 6 και την 25.9.2006 το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου Τεκμήριο
- Κατά τον χρόνο υπογραφής των πιο πάνω Συμφωνιών ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο προσώπων που ασκούν εργασίες διαμεσολάβησης εφόσον η άδεια άσκησης τέτοιων εργασιών του είχε στερηθεί από τον Έφορο Ασφαλίσεων από το
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 έλαβε από τους Ενάγοντες το ποσό των €111.543,
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν πέτυχε τους στόχους που προβλέπονται στην Συμφωνία Τεκμήριο 2 ούτε και πληρούσε την προϋπόθεση ελάχιστου αριθμού συνεργατών, και οι Ενάγοντες την 1.7.2010 απέστειλαν σε αυτόν την προειδοποίηση τερματισμού Τεκμήριο
- Την 8.7.2010 με το Τεκμήριο 9 τερμάτισαν επίσης και την Συμφωνία Τεκμήριο
- Κατά την 8.7.2010 ο λογαριασμός του Εναγομένου αρ. 1 με αριθμό μερίδας 620 που αφορούσε στην Συμφωνία Τεκμήριο 4 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €113.266,63 ενώ σήμερα το υπόλοιπο του ανέρχεται σε €111.232,
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 ενεγράφη στο Μητρώο του Εφόρου Ασφαλίσεων την 16.3.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως διαφαίνεται και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων η υπεράσπιση εδράζεται ουσιαστικά στην εισήγηση ότι και οι Συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 4 είναι παράνομες ένεκα της μη κατοχής άδειας ασφαλιστικού συμβούλου από τον Εναγόμενο αρ. 1 κατά το χρόνο της υπογραφής τους. Απαιτείται, συνεπώς, αρχικά η εξέταση του κατά πόσο οι Συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 4 μπορούν να επιβιώσουν από μόνες τους και να θεωρηθούν ανεξάρτητες από το σύνολο των Τεκμηρίων 1 έως
- Τα γεγονότα οδηγούν στο ότι οι Συμφωνίες υπογράφησαν όλες ως μέρος μίας επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι υπογράφτηκαν 5 ξεχωριστές Συμφωνίες οδηγεί και στο ότι πρόθεση των μερών ήταν η δημιουργία διαφορετικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων από την κάθε μία. Συνεπώς το γεγονός της παρανομίας των Συμφωνιών Τεκμηρίων 1, 3 και 5 δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε συμπέρασμα παρανομίας και ακυρότητας των Συμφωνιών Τεκμηρίων 2 και
- Έπεται πως θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο για την άσκηση των όσων καθηκόντων ανέλαβε ο Εναγόμενος αρ. 1 δυνάμει των Τεκμηρίων 2 και 4 απαιτείτο η εγγραφή του στο Μητρώο. Κατά τον ουσιώδη για την υπό εκδίκαση αγωγή χρόνο βρίσκετο σε ισχύ ο περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών Νόμος Ν35(Ι)/
- Από το αρ. 164 αυτού προκύπτει ότι εργασίες διαμεσολάβησης δύνανται να ασκούν μόνο Ασφαλιστικοί Συμβούλοι που είναι εγγεγραμμένοι στο αντίστοιχο μητρώο. Παράβαση δε του αρ. 179 συνιστά ποινικό αδίκημα από μέρος του Ασφαλιστικού Συμβούλου, ενώ σύμφωνα με το αρ. 189 ασφαλιστική επιχείρηση που χρησιμοποιεί εν γνώσει της για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης πρόσωπο που δεν κατέχει το αναγκαίο πιστοποιητικό εγγραφής διαπράττει επίσης ποινικό αδίκημα. Το αρ. 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Αντιπαροχές και σκοποί νόμιμοι και μη
- Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 148 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό υποθέσεων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση στην Αγαθοκλής Μιχαήλ Αγαθοκλέους κ.α. ν. Νίκης Λάππα,
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2202 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G.M. Platritis & Co. v. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R. 125, Χαραλάμπους ν. Daccache
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd. v. Daniel
(1924)1 K.B. 138 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank, Ltd.,
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (Ιδε Cope v. Rοwlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd. v. Hurlock
(1948)2 All E.R. 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση. (Anderson Ltd. v. Daniel (πιο πάνω))». (βλ. επίσης Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026, Χριστόφορου Αθηνοδώρου κ.α. ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου,
(2000)1(A) A.A.Δ. 615, A and C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1321, Μιχάλης Σκουτέλας ν. Ανδρέας Αγαπίου,
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338). Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Πολυξένη Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd, Πολ. Εφ. 177/07 ημερομηνίας 21.12.2010: «Αποτελεί αρχή του δικαίου οτι παρανομία σε σύμβαση καθιστά τα συμφωνηθέντα ανεφάρμοστα διότι κανένα Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα είναι εκ του νόμου απαγορευμένη. Αυτό είναι και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από το νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη... ........................................ Η συνισταμένη της νομολογίας θεωρεί ότι η παρανομία σε συμβόλαιο μπορεί να σχετίζεται είτε με την συνομολόγηση του, είτε με την εκτέλεση αυτού». Στο αρ. 2 του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών Ν35(Ι)/2002 δίδεται ο πιο κάτω ορισμός για τις εργασίες διαμεσολάβησης: ««εργασίες διαμεσολάβησης» σημαίνει τις δραστηριότητες οι οποίες συνίστανται είτε στην παρουσίαση, πρόταση προπαρασκευή σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην σύναψη σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην παροχή βοήθειας κατά τη διαχείριση και εκτέλεση σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου». Μελετώντας την Σύμβαση Agency Manager Τεκμήριο 2 στους ορισμούς αναφέρεται ότι: «Agency Manager» σημαίνει τον συντονιστή / διευθυντή Ασφαλιστικών Συμβούλων ο οποίος για λογαριασμό της «Εταιρίας» διαμεσολαβεί στη σύναψη Συμβάσεων «Ασφαλιστικού Συμβούλου» και προωθεί πωλήσεις ασφαλειών διαμέσου Ομάδας Ασφαλιστικών Συμβούλων τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει». Ανάγνωση της περιγραφής αυτής καταδεικνύει ότι η ενασχόληση του Agency Manager με πωλήσεις ασφαλειών γίνεται μέσω Ασφαλιστικών Συμβούλων και άρα δεν προκύπτει από τον ορισμό και μόνο ότι απαιτείτο η εγγραφή του Εναγομένου αρ. 1 στο Μητρώο. Στην δε παράγραφο Β
(1)της Συμφωνίας αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες διόρισαν τον Εναγόμενο αρ. 1 για να «ενεργεί σαν αντιπρόσωπος της Εταιρίας με σκοπό την στρατολόγηση, εκπαίδευση, επίβλεψη και παρακίνηση ενός ελάχιστου αριθμού «Ασφαλιστικών Συμβούλων»» τους οποίους, σύμφωνα με την παράγραφο Γ
(2), θα στρατολογεί, εκπαιδεύει, βοηθά καθώς και να επιβλέπει την παραγωγική και επαγγελματική συμπεριφορά τους. Συνεπώς κατάληξη μου αποτελεί ότι η Συμφωνία Τεκμήριο 2 δεν καθίσταται άκυρη λόγω παρανομίας. Η κατάληξη αυτή, όμως, δεν διασώζει την Συμφωνία ενόψει του όρου Η(α), ο οποίος προβλέπει ότι η Συμφωνία Τεκμήριο 2 τερματίζεται άμεσα με την ακύρωση της εγγραφής του «Agency Manager» ως Διαμεσολαβητή στα αντίστοιχα Μητρώα Διαμεσολαβητών του εφόρου Ασφαλίσεων ή την λήξη της ισχύος της και/ή την μη λήψη διαβημάτων για ανανέωση της. Συνεπώς, εφόσον η άδεια του Εναγομένου αρ. 1 είχε στερηθεί τότε η Συμφωνία ουσιαστικά τερματίστηκε αυτοδικαίως με την σύναψη της. Αυτό οδηγεί ταυτόχρονα και στο ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν στον Εναγόμενο αρ. 1 δυνάμει της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 αφού στην 4η σελίδα της Συμφωνίας Ωφελημάτων Ανάπτυξης Τεκμήριο 4 αναγράφονται τα εξής: «.συμφωνείται ότι στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο η συνεργασία του «Ασφαλιστικού Συμβούλου / Agency Manager» με την Εταιρία τερματισθεί, πριν την πάροδο των πέντε χρόνων ή την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων παραγωγής και στρατολόγησης, τότε όλα τα ποσά που έχουν πληρωθεί κάτω από αυτή την συμφωνία καθίστανται άμεσα απαιτητά και πληρωτέα στην Εταιρεία, και φέρουν τόκο 8% από την ημερομηνία τερματισμού». Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο αρ. 2 για ποσό €111.543,62 πλέον τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.7.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Δεδομένου του ότι τόσο οι Ενάγοντες όσο και ο Εναγόμενος αρ. 1 σύνηψαν και εκτελούσαν την Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου Τεκμήριο 1 παρά το γεγονός ότι ο Έφορος Ασφαλίσεων είχε στερήσει την άδεια του Εναγομένου αρ.1, θεωρώ ορθό όπως αντίγραφο της Απόφασης αυτής σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα ώστε να διερευνηθεί η διάπραξη τυχών ποινικών αδικημάτων. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο