← Κύπρος

FERRO FASHIONS LTD ν. ROUNIS FASHIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 304/11, 23/8/2019

FERRO FASHIONS LTD ν. ROUNIS FASHIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 304/11, 23/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A690 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 304/11 Μεταξύ: FERRO FASHIONS LTD Εναγόντων και

  1. ROUNIS FASHIONS LTD
  2. XXXXX ΚΥΡΙΑΖΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Ιωάννου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κα Α. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων ποσό €389.000 πλέον Φ.Π.Α. δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή άλλως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι η θέση των Εναγόντων ότι κατά την 8.9.2008 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων αρ. 1 συμφωνία η οποία προέβλεπε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 οφείλουν στους Ενάγοντες το αξιούμενο ποσό, η δε Εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ.
  3. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους δεν κατέβαλαν καμία δόση και δεν το έχουν πράξει μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων. Παραδέχονται την υπογραφή της Συμφωνίας αλλά ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία δεν προέβλεπε ποσό το οποίο και είχε παραμείνει για να συμφωνηθεί μεταγενέστερα. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι το ποσό που αξιώνεται εναντίον τους έχει αποπληρωθεί. Οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει όπως παραιτηθούν από την διεκδίκηση ποσού €85.518,57 και παραδόθηκαν επιπλέον κατά καιρούς τέτοιας αξίας εμπορεύματα στους Ενάγοντες που υπερκαλύπτουν το αιτούμενο ποσό. Εγείρουν την θέση ότι η Συμφωνία πρέπει να θεωρείται άκυρη ως αποτέλεσμα πλάνης ή απάτης γιατί υπεγράφη υπό την διαβεβαίωση ότι δεν θα ήταν εκτελεστή μέχρι καθορισμού τελικών ποσών. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε μόνο ο κ. XXXXX Ζωΐδης ενώ εκ μέρους των Εναγομένων μαρτυρία έδωσαν οι κ.κ. XXXXX Σιζόπουλος, XXXXX Μαρκίδης και η Εναγόμενη αρ.
  4. Ο κ. XXXXX Ζωΐδης ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας η οποία ασχολείται με την πώληση και εμπορία ειδών ρουχισμού και άλλων συναφών ειδών. Η Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία ασχολείται με την πώληση ειδών ρουχισμού. Την 8.9.2008 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία έλεγε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των €389.000 πλέον Φ.Π.Α το οποίο θα αποπλήρωναν με την καταβολή ποσού €84.000 ετησίως. Η Εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν κατέβαλαν καμία εκ των προβλεπόμενων στην συμφωνία δόσεων και οι Ενάγοντες απέστειλαν σε αυτούς επιστολές καλώντας τους να το πράξουν, αυτοί όμως δεν τα έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, η συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων αρ. 1 συνίστατο στο ότι οι Ενάγοντες εισήγαγαν εμπορεύματα από την Ελλάδα, τα διέθεταν στους Εναγόμενους αρ. 1 οι οποίοι ακολούθως τα διέθεταν στην Κυπριακή αγορά. Οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια στο όνομα των Εναγομένων αρ.
  5. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής οι Εναγόμενοι αρ. 1 εξέδωσαν επιταγές οι οποίες όμως επεστράφησαν απλήρωτες. Ο κ. XXXXX Σιζόπουλος ανέφερε ότι είναι υπάλληλος των Εναγομένων αρ. 1 και σύζυγος της Εναγομένης αρ. 2, όμως ο ίδιος ήταν που αγόραζε και πουλούσε εμπορεύματα και έβλεπε πελάτες. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι αρ. 1 συνεργάζονταν από το
  6. Ο Μ.Ε.1 του είχε πει ότι χρειάζετο να κάνουν μία συμφωνία με κάποια υπόλοιπα τα οποία θα τα συμφωνούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο, ώστε να μπορούν οι Ενάγοντες να λάβουν χρηματοδότηση από τράπεζα. Ο Μ.Ε.1 του έδωσε την Συμφωνία Τεκμήριο 3 χωρίς να αναγράφονται ποσά και ο Μ.Υ.1 την πήρε στην Εναγόμενη αρ. 2 η οποία έτσι την υπέγραψε. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλαν τα ποσά που αναγράφονται στις αποδείξεις Τεκμήρια 6 και 10 στους Ενάγοντες ενώ έγιναν και επιστροφές ελαττωματικών εμπορευμάτων. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 8 αποτελεί κατάσταση από υπόλοιπα πελατών που τα οφείλουν στους Ενάγοντες και ο Μ.Υ.1 έκανε τον μεσάζοντα ώστε οι Εναγόμενοι αρ. 1 να εισπράξουν το ποσό που οι Ενάγοντες της όφειλαν ως προμήθεια και το οποίο ανέρχετο σε €85.518,
  7. Κάποια δε προϊόντα δίνονταν από τους Εναγόμενους αρ. 1 στους Ενάγοντες υπό την μορφή «consignment» τα οποία θεωρεί ότι οι Ενάγοντες έχουν πουλήσει. Ο κ. XXXXX Μαρκίδης ανέφερε ότι είναι γραφολόγος και έλαβε εντολή από την συνήγορο των Εναγομένων να διενεργήσει γραφολογική εξέταση της γνησιότητας αμφισβητούμενων υπογραφών στα Τεκμήρια 10, 13 και
  8. Εξήγησε τους κινδύνους όταν η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι πρωτότυπη. Κατέληξε ότι όλες οι αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο και ότι, σε βαθμό ισχυρής υποψίας, αυτές είναι γνήσιες υπογραφές του Μ.Ε.
  9. Η Εναγόμενη αρ. 2 ανέφερε ότι κατά το 2008 ήταν μόνο τυπικά διευθύντρια των Εναγομένων αρ. 1 αφού δεν είχε καμία εμπλοκή σε αυτήν. Όλα τα ζητήματα των Εναγομένων αρ. 1 χειρίζετο ο Μ.Υ.
  10. Δεν γνωρίζει ούτε τους Ενάγοντες ούτε και τον Μ.Ε.
  11. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 αλλά ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.1 της έφερνε πολλά έγγραφα και αυτή απλώς τα υπέγραφε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Ε.1, παρά το ότι δεν έδωσε την εντύπωση ανειλικρινούς μάρτυρα, εντούτοις έδωσε μία μαρτυρία η οποία ήταν σε πολλά σημεία πρόχειρη, χωρίς να καταθέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα που θα διευκόλυναν την κατανόηση της από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί, όμως, να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μία συγκεκριμένη Συμφωνία, το Τεκμήριο 3, το οποίο και οι δύο συμβαλλόμενοι αποδέχονται ότι υπέγραψαν με μοναδική διαφωνία το κατά πόσο, κατά τον χρόνο που τέθηκαν οι υπογραφές, υπήρχαν αναγραμμένα τα ποσά. Στο σημείο αυτό με έπεισε η θέση του Μ.Ε.1, αφού δεν ήταν λογική η εκδοχή που προέβαλε η Υπεράσπιση ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν ένα τόσο σοβαρό έγγραφο χωρίς ποσά. Ούτως ή άλλως στο Τεκμήριο 3 υπάρχουν μονογραφές σε όλα τα σημεία που προστέθηκαν χειρόγραφα ποσά, πράγμα που οδηγεί στο ότι τα κενά είχαν συμπληρωθεί κατά τον χρόνο που τέθηκαν οι μονογραφές. Επίσης υπάρχει και υπολογισμός των δόσεων που θα πρέπει να καταβάλλονται από πλευράς Εναγομένων προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, πράγμα που οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι, για να υπολογιστούν οι δόσεις, ήταν γνωστό και το οφειλόμενο ποσό. Ο Μ.Ε.1 με έπεισε επιπλέον ότι το ποσό που αναγράφεται στο Τεκμήριο 7 αφορά στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 το οποίο δεν αποτελεί μέρος της επίδικης απαίτησης. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι Εναγόμενοι δεν προσδιόρισαν το ποσό που ισχυρίστηκαν ότι όφειλαν, απλώς προέβαλλαν γενική άρνηση περί του ύψους του. Οι αποδείξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 10, όπως και οι επιστροφές και τα waybill των Τεκμηρίων 11 και 12 είναι όλα ημερομηνιών προγενέστερων της υπογραφής της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 και άρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι μεταβάλλουν αυτά τα οποία εκεί αναγράφονται. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για κάποιες εκ των αποδείξεων που περιέχονται στο Τεκμήριο
  12. Συγκεκριμένα οι πιο κάτω αποδείξεις είναι ημερομηνιών μεταγενέστερων της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 αναγράφεται δε επί αυτών ότι τα ποσά δόθηκαν έναντι της Συμφωνίας ημερ. 8.9.
  13. Συγκεκριμένα αυτές είναι οι ακόλουθες: Αρ. Απόδειξης Ημερ. Ποσό € 01401 12.9.2008 500 01402 20.9.2008 553 01403 28.9.2008 500 01404 6.10.2008 3.440 01405 18.10.2008 2.000 01406 3.11.2008 3.070 01407 17.11.2008 2.000 01408 1.12.2008 3.000 01409 10.1.2009 5.000 01410 14.2.2009 5.000 01411 23.11.2009 600 01412 10.3.2010 501 ...... Σύνολο: 26.164 Συνεπώς το ποσό των €26.164 θα πρέπει να αφαιρεθεί από το αξιούμενο αφού οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οτιδήποτε για να αποδείξουν ότι οι επιταγές που ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι επεστράφησαν απλήρωτες αφορούσαν στα πιο πάνω ποσά. Ο κ. XXXXX Σιζόπουλος δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας παρουσιάζοντας μία εικόνα μπερδεμένη οικονομικά ως προς το τι οφείλει η μία εταιρεία της άλλης σε μία προσπάθεια αποπροσανατολισμού. Από τα όσα ο Μ.Υ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο επισημαίνω τα πιο κάτω ενδεικτικά: - Ενώ ισχυρίζετο ότι οι Ενάγοντες έχουν οφειλή προς τους Εναγόμενους αρ. 1, ούτε έδειξε κάποιο λογιστικό υπολογισμό αλλά ούτε και οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχώρησαν Ανταπαίτηση. - Η θέση του Μ.Υ.1 ότι δήθεν είπε στην σύζυγο του Εναγομένη αρ. 2 να βάλει μέχρι και μονογραφές σε μία Συμφωνία με την οποία αναγνώριζαν ότι οφείλουν να καταβάλουν σεβαστά ποσά (που φαίνεται από τις δόσεις που ήταν ούτως ή άλλως δακτυλογραφημένες) χωρίς δήθεν να έχει καθοριστεί το ποσό που όφειλαν, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Ειδικά σε συνάρτηση με το ότι ισχυρίζετο ότι το οφειλόμενο ποσό θα καθορίζετο σε «κάποια», αόριστη, στιγμή. - Ούτε και έδωσε λογική εξήγηση γιατί οι Εναγόμενοι αρ. 1 πλήρωναν έναντι της Συμφωνίας Τεκμήριο 3, όπως φαίνεται από τις αποδείξεις Τεκμήριο 6 αφού, κατά την εκδοχή του, δεν είχε καν καθοριστεί το ποσό που οι Εναγόμενοι αρ. 1 χρωστούσαν στους Ενάγοντες. - Τα πιο πάνω καθίστανται πιο έντονα εάν ιδωθούν σε συνάρτηση με την δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων ότι το ποσό των €389.000 ξοφλήθηκε. Πουθενά δε στην Υπεράσπιση δεν δικογραφείται η θέση που ο Μ.Υ.1 προέβαλε ότι δήθεν οι Ενάγοντες χρειάζονταν την Συμφωνία Τεκμήριο 3 για να λάβουν χρηματοδότηση από τράπεζα και γι' αυτό την υπέγραψαν οι Εναγόμενοι. - Όταν ο Μ.Υ.1 ρωτήθηκε ως προς το γιατί οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν Ανταπαίτηση απάντησε ότι «έχω χάσει χιλιάδες και δεν έχω κινήσει αγωγή σε κανένα», ισχυρισμός ο οποίος δεν έπεισε. Ο κ. XXXXX Μαρκίδης έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα γραφολόγου η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο ο Μ.Υ.2 έχει τα απαραίτητα προσόντα για να θεωρηθεί όντως εμπειρογνώμονας και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας του. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ.543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1)). Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34) Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Στην R. v. Silverlock
(1894)2 QB 766, επί της οποίας στηρίχθηκε ο συνήγορος των εφεσειόντων, ο Vaughan-Williams J Αναφέρει: «No one should be allowed to give evidence as an expert unless his profession or course of study gives him more opportunity of judging than other people." Στην Evangelou & Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, η αποδοχή από το πρωτόδικο δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα χωρίς να είναι αυτό επιτρεπτό και δικαιολογημένο κρίθηκε εσφαλμένη. «. . ... Nor was there any admissible evidence as to the value of the property of the company. Mr. Ambizas was, without justification, allowed to give expert testimony on the value of land. There was nothing before the Court to justify the reception of his opinion on the subject. To qualify as an expert, it must first be established that a witness, on account of his knowledge and experience in a given field of knowledge, is qualified to the extent that it is safe to admit his opinion as evidence of the fact in issue. There is nothing on record to suggest that Mr. Ambizas possessed such expertise, on the contrary, judging from his own evidence, he possessed no such qualifications. For, when asked to give his opinion as to the value of the immovable property of his wife at Nicosia, he disclaimed knowledge and refused to opine on the subject. The opinion of Mr. Ambizas was, for similar reasons, wrongly admitted with regard to property he acquired prior to the Turkish invasion in the Famagusta district, at Yialoussa, notably one third share in ten donums of land, for which he paid about £500.- The loss of Mr. Ambizas in this respect, is appreciable but there is no satisfactory evidence as to its extent, and, certainly, the Judge wrongly admitted opinion evidence from a non expert in the field of land valuation." Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι παραδεκτό ότι ο Μ.Ε.5 «σπούδασε ιατρική, απέκτησε ειδικότητα στην εσωτερική παθολογία και διδάσκει το αντικείμενο της γνώσης του, την ιατρική σε πανεπιστήμιο.» Η «έκθεση» την οποία προσπάθησε ο μάρτυρας ανεπιτυχώς να παρουσιάσει στο δικαστήριο και η οποία είναι ενώπιον μας, αναφέρεται σε «έρευνα της αξιολόγησης των προοπτικών πώλησης του σκευάσματος μελατονίνης «MelaPure» το οποίο κατασκευάζεται από την εταιρεία «Genzyme» στην αγορά της Ουκρανίας. Συνεπώς εκείνο που ήθελε ο διάδικος να αποδείξει στο δικαστήριο ήταν οι προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά της Ουκρανίας. Εξετάζοντας το υπόβαθρο που τέθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο Μ.Ε.5 είναι ειδικός, εμπειρογνώμονας επί του θέματος, συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.5 πράγματι είναι σπουδασμένος ιατρός με ειδικότητα στην παθολογία και διδάσκει ιατρική σε πανεπιστήμιο, πραγματικά σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα και πείρα στη διδασκαλία της ιατρικής. Αυτά όμως δεν του προσδίδουν αυτόματα την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επι του εξεταζόμενου θέματος που αφορούσε τις προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά. Το θέμα που πάντοτε εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας» («In what field is this witness being offered as an expert?») Αυτό καθιέρωσε η R. v. Silverlock (άνω) και επιβεβαιώθηκε στην R. v. Robb
(1991)93 Cr. App.R. 61. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε τόσο το στάδιο εξέτασης του θέματος όσο και την έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Ε.5 επί του εξεταζόμενου θέματος». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Στο Τεκμήριο 15 περιέχεται Βιογραφικό Σημείωμα του Μ.Υ.2 στο οποίο παρατίθεται το ιστορικό της εκπαίδευσης του στο τομέα της γραφολογίας αλλά και η πείρα του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες δήλωσε ότι τα προσόντα του Μ.Υ.2 είναι αποδεκτά. Από αυτά θεωρώ ότι καταδεικνύεται η εμεπιρογνωμοσύνη του μάρτυρα στο τομέα της γραφολογίας. Σημειώνω ότι ο Μ.Υ.2 επεξήγησε τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν η υπογραφή που εξετάζεται δεν είναι πρωτότυπη. Αυτό θα πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση όπου οι υπογραφές που ο Μ.Υ.2 εξέτασε στα τιμολόγια που βρίσκονται στις σελίδες 32 - 38 του Παραρτήματος του Τεκμηρίου 15 δέχτηκε ότι ήταν αντίγραφα του αντιγράφου που έγιναν χωρίς λαδόκολλα. Ο τρόπος που ο Μ.Υ.2 έδωσε μαρτυρία με προβλημάτισε ως προς το κατά πόσο αυτός ήταν αντικειμενικός. Ειδικότερα, βλέποντας το σημείο 2.1 που βρίσκεται σε σελ. 32 του Παραρτήματος του Τεκμηρίου 15 και συγκρίνοντας το με το σημείο 2.
  1. του ιδίου Παραρτήματος φαίνεται με γυμνό μάτι ότι οι δύο υπογραφές δεν ομοιάζουν. Αυτό οδηγεί στο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Μ.Υ.2 ότι οι υπογραφές αυτές είναι οι ίδιες. Πιο έντονο παράδειγμα είναι αυτό που παρουσιάζεται στην σελίδα 18 της Έκθεσης του αναφορικά με τις οποίες είπε ότι ήταν υπογραφές ανύποπτου χρόνου. Οι υπογραφές αυτές παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους, ενώ δεν γίνεται αντιληπτό που βάσισε την θέση του ο Μ.Υ.2 ότι ομοιάζουν με αυτή του σημείου 2.1 του Παραρτήματος. Δεν έπεισε η θέση του ότι αρκεί για την κατάληξη του περί «ισχυρής υποψίας» το ότι οι υπογραφές έχουν το ίδιο σημείο έναρξης. Συνεπώς κατάληξη μου αποτελεί ότι θα ήταν ακροσφαλής η υιοθέτηση του πορίσματος του Μ.Υ.
  2. Η μαρτυρία της Εναγόμενης αρ. 2 δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσίας στα επίδικα θέματα. Από την στιγμή που αποδέχεται ότι όντως υπέγραψε την Συμφωνία Τεκμήριο 3 δεν έχουν κάποια σημασία οι ισχυρισμοί της ότι δεν γνώριζε τι υπέγραφε. Ούτε, φυσικά, και μπορεί να αποτελέσει καλή δικαιολογία για τις πράξεις της το ότι υπέγραφε ότι της έδινε ο Μ.Υ.1 επειδή αυτός ήταν πτωχεύσας και ήθελε να τον βοηθήσει. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολούνται με την πώληση και εμπορία ειδών ρουχισμού και άλλων συναφών ειδών. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 είναι επίσης εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με την πώληση ειδών ρουχισμού. Η Εναγομένη αρ. 2 είναι διευθύντρια των Εναγομένων αρ.
  3. Οι δύο εταιρείες είχαν συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας οι Ενάγοντες εισήγαγαν εμπορεύματα από την Ελλάδα και τα διέθεταν στους Εναγόμενους αρ. 1 εκδίδοντας τιμολόγια. Ακολούθως οι Εναγόμενοι αρ. 1 τα διοχέτευαν στην Κυπριακή αγορά. Την 8.9.2008 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν την Συμφωνία Τεκμήριο 3 με την οποία, μεταξύ άλλων, οι Εναγόμενοι αρ. 1 αναγνώρισαν ότι οφείλουν στους Ενάγοντες ποσό €389.000 πλέον Φ.Π.Α., ήτοι σύνολο €447.
  4. Η Εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε προς τους Ενάγοντες τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ.
  5. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες έναντι της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 διάφορα ποσά τα οποία συμποσούνται σε €26.164 ενώ δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε άλλο ποσό, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο από τους Εναγόμενους αρ. 1 προς τους Ενάγοντες ποσό €421.
  6. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ.: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η εκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80 - 83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: "If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the Court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e. the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability". ..................... Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th edition, para. 4 - 38 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.).» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 οφείλουν σε αυτούς ποσό €421.186, την αποπληρωμή του οποίου και εγγυήθηκε προς του Ενάγοντες η Εναγόμενη αρ. 2. Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €421.186 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 14.1.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.