← Κύπρος

Νεοφύτου ν. Veluto Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 5786/12, 1/8/2019

Νεοφύτου ν. Veluto Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 5786/12, 1/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A686 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20.9.2016 Αρ. Αγωγής: 5786/12 Μεταξύ: XXXXX Νεοφύτου Ενάγοντα και

  1. Veluto Trading Limited
  2. XXXXX Δημοσθένους
  3. XXXXX Χ'Κυριάκου Εναγομένων Ημερομηνία: 1 Αυγούστου, 2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Ιακώβου Για τον Εναγόμενο αρ. 2: κ. Καλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ποσό €141.373,49 ως οφειλόμενα ενοίκια, ποσό €10.716,33 ως ενδιάμεσα ενοίκια καθώς και διάταγμα έξωσης της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι η θέση του Ενάγοντα ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του υποστατικού στην οδό XXXXX 52 (πιο κάτω αναφερόμενο ως «το Υποστατικό») και το οποίο ενοικίασε στην Εναγομένη αρ. 1 δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 28.2.2008 έναντι μηνιαίου ενοικίου €8.543, αυξανόμενο κατά 12% μηνιαίως κάθε δύο έτη. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν την πιστή τήρηση των όρων του ενοικιαστηρίου από μέρους της Εναγομένης αρ.
  4. Η Εναγόμενη αρ. 1 όφειλε στον Ενάγοντα ποσό €141.373,49 ως καθυστερημένα ενοίκια και ο Ενάγοντας την 1.8.2012 ακύρωσε την ενοικίαση και κάλεσε τους Εναγόμενους να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό και να παραδώσουν σε αυτόν κενή και ελεύθερη κατοχή του Υποστατικού. Την 22.2.2003 εξεδόθη απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
  5. Μετά την έκδοση σχετικού Διατάγματος ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε την 6.10.2016 Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία παραδέχεται μεν την σύναψη της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερ. 28.2.2008 αλλά ισχυρίζεται ότι το αρχικά καθορισμένο ενοίκιο των €8.543 παρέμεινε σταθερό και δεν αυξήθηκε από 1.4.2010 μετά από απόφαση του ιδίου του Ενάγοντα, ενώ τα τέλη Δεκεμβρίου 2011 συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης αρ. 1 μείωση του ενοικίου σε €6.000 από 1.1.
  6. Ο Εναγόμενος αρ. 2 ισχυρίζεται ότι στο ενοικιαστήριο έγγραφο υπήρχε ρητός όρος ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν υπόχρεη να εκδώσει τραπεζική εγγύηση για την πιστή τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας για όλη την διάρκεια του συμβολαίου, πράγμα το οποίο δεν τηρήθηκε με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος αρ. 2 να έχει απαλλαγεί από την όποια ευθύνη τυχών τον βαραίνει. Ο Ενάγοντας έχει παραβεί τους όρους 4 και 15 της Συμφωνίας με αποτέλεσμα και πάλι ο Ενάγοντας να έχει απαλλαγεί από την εγγύηση του. Επιπλέον αποτελεί θέση του Εναγομένου αρ. 2 ότι ο Ενάγοντας κωλύεται από το να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον του καθότι ο Ενάγοντας είναι ένοχος αδικαιολόγητης καθυστέρησης αλλά και ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ουδέποτε ενημερώθηκε δεόντως από τον Ενάγοντα για την παράλειψη της Εναγομένης αρ. 1 να προβαίνει σε τακτική πληρωμή των ενοικίων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας εισέπραξε από την Εναγόμενη αρ. 1 ποσό €17.086 καθώς και ποσό €51.258 από εγγυητική επιστολή. Κατά την ακρόαση μαρτυρία έδωσαν μόνο οι διάδικοι. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης της οικοδομής στην οδό XXXXX 52 στην Έγκωμη η οποία αποτελείται από ισόγειο εκθεσιακό χώρο και 3 ορόφους. Δυνάμει του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου Τεκμήριο 2 ημερ. 28.2.2008 ενοικίασε το ισόγειο στην Εναγόμενη αρ. 1 για περίοδο 5 ετών από 1.4.
  7. Το Τεκμήριο 2 εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1 υπέγραψε ο Εναγόμενος αρ. 2, ενώ οι Εναγομένοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την πιστή τήρηση από μέρους της Εναγομένης αρ. 1 των όρων του Ενοικιαστηρίου. Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι μέχρι την 1.8.2012 η Εναγόμενη αρ. 1 του όφειλε €141.373,49 και, λόγω συστηματικής καθυστέρησης στην καταβολή των ενοικίων, την 1.8.2012 τερμάτισε την μεταξύ των Συμφωνία. Από την εγγυητική επιστολή που του είχε παραχωρήσει η Εναγομένη αρ. 1 ο Ενάγοντας εισέπραξε ποσό €51.258 και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €90.115,49 για το οποίο και εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
  8. Ταυτόχρονα εξεδόθη απόφαση εναντίον των πιο πάνω για ποσό €10.716,33 μηνιαίως από 1.9.
  9. Το Υποστατικό παραδόθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 2 την 24.6.2013 με αποτέλεσμα το συνολικό οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε €196.206,86 έναντι του οποίου δεν έχει εισπράξει οτιδήποτε. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε αποδέχτηκε παγιοποίηση ή μείωση του ενοικίου. Ο Εναγόμενος αρ. 2 ανέφερε ότι διετέλεσε διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 3 και τον κ. XXXXX Κακούρη από 29.11.2002 μέχρι και την 3.4.
  10. Την 28.2.2008 υπεγράφη ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης αρ. 1 για το Υποστατικό το οποίο ο Εναγόμενος αρ. 2 υπέγραψε ως εγγυητής αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο αρ.
  11. Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας δόθηκε ποσό €17.086 ως ασφάλεια ενώ στην Συμφωνία υπήρχε ρητή πρόνοια ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν υπόχρεη να εκδώσει προς όφελος του Ενάγοντα τραπεζική εγγύηση. Θέση του ήταν ότι αυτός υπέγραψε σαν εγγυητής της Εναγομένης αρ. 1 έχοντας πάντα κατά νου ότι θα παραχωρείτο εγγυητική για όλη την διάρκεια της Συμφωνίας, πράγμα που για τον ίδιο ήταν ουσιώδες. Ουδέποτε συγκατατέθηκε, ισχυρίστηκε, να δοθεί εγγυητική για μειωμένο ποσό ή χρόνο. Από την αλλαγή αυτή της εγγυητικής έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του και θεωρεί ότι θα πρέπει να απαλλαγεί. Ο Εναγόμενος αρ. 2 είπε ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε για το ότι είχε παραχωρηθεί περιορισμένη ως προς τον χρόνο και αξία εγγυητική τον Δεκέμβριο 2011 και κατά τον χρόνο αυτό κάλεσε τον Ενάγοντα να προχωρήσει αμέσως σε εκτέλεση της, αφού κατά τον εν λόγω χρόνο το οφειλόμενο αντιστοιχούσε σχεδόν με την αξία της εγγυητικής επιστολής. Από την Εναγόμενη αρ. 1 πληροφορήθηκε, ισχυρίστηκε, ότι το ενοίκιο καταβάλλετο ανελλιπώς από την 1.4.2008 μέχρι και την 26.11.2010 και μετέπειτα η Εναγόμενη αρ. 1 προέβαινε σε τμηματικές πληρωμές. Τον Δεκέμβριο 2011 πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 3 ότι ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει να παραμείνει σταθερό το ενοίκιο από την 28.2.2010 μέχρι και τον Νοέμβριο 2010 και τον Δεκέμβριο 2011 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η μείωση του ενοικίου σε €6.000 από 1.1.
  12. Η Συμφωνία τερματίστηκε από τον Ενάγοντα την 1.8.
  13. Ανεξαρτήτως της θέσης του περί απαλλαγής του από την εγγύηση ο Εναγόμενος αρ. 2 ισχυρίστηκε ότι το οφειλόμενο ποσό δεν υπερβαίνει τις €4.
  14. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η υπογραφή και το περιεχόμενο του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου αποτελούν κοινού έδαφος, όπως κοινό έδαφος αποτελεί και το ότι η Συμφωνία τερματίστηκε από τον Ενάγοντα την 1.8.2012 και κατοχή του Υποστατικού παραδόθηκε σε αυτόν στις 24.6.2013 από τον Εναγόμενο αρ.
  15. Τα πιο πάνω αποτελούν συνακόλουθα και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων ήταν ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν ενήμερος για τους όρους της εγγυητικής που τελικώς δόθηκε ή αν είχε συγκατατεθεί στις αλλαγές αυτές, στο κατά πόσο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μείωση ενοικίου και στο ύψος του οφειλόμενου ποσού. Ως γενική αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα σημειώνω ότι αυτός κατέβαλε προσπάθειες να προβεί σε ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, πράγμα το οποίο αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενος ως προς το γιατί δεν έλαβε τραπεζική εγγύηση για 5 χρόνια ισχυρίστηκε ότι αυτό τους είπε η τράπεζα ότι θα έπρεπε να γίνει. Οι τυχών συνέπειες αυτής της πράξης θα εξεταστούν πιο κάτω στην παρούσα. Σημειώνω, όμως, ότι ο Ενάγοντας έπεισε ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν πρόσωπο με το οποίο συζητούσε και το οποίο είχε εμπλοκή στα θέματα της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, θέση που υποστηρίζεται και από το ότι η παράδοση του Υποστατικού στον Ενάγοντα έγινε από τον Εναγόμενο αρ. 2 χρόνια μετά που ο τελευταίος είχε σταματήσει να είναι εγγεγραμμένος διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Ο Εναγόμενος αρ. 2 αντεξετάστηκε εκτενώς ως προς τις συζητήσεις που έγιναν σε σχέση με την εγγυητική. Ενώπιον, όμως, του Δικαστηρίου υπάρχει το Ενοικιαστήριο Έγγραφο Τεκμήριο 2 οι όροι του οποίου είναι σαφείς. Η σημασία των όποιων συζητήσεων έγκειται μόνο στο κατά πόσο ο Εναγόμενος αρ. 2 γνώριζε περί της αλλαγής στους όρους της σύμβασης ή αν συγκατατέθηκε σε αυτούς, θέμα που πραγματεύομαι πιο κάτω στην παρούσα. Σημειώνω, όμως, ότι η θέση του Εναγομένου αρ. 2 ότι, εφόσον ουδείς τον ενόχλησε ή τον ενημέρωσε για οτιδήποτε που αφορά στην ενοικίαση, δεν είχε λόγο να προβληματιστεί για το κατά πόσο καταβάλλονταν τα ενοίκια, είναι λογική. Όντως η επιστολή Τεκμήριο 9 είναι υπογραμμένη από την υπεύθυνη του Λογιστηρίου της Εναγομένης αρ. 1, ο δε Ενάγοντας απάντησε με το Τεκμήριο 10 στην Εναγόμενη αρ.
  16. Δεν έχει, συνεπώς, αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε γνώση των καθυστερήσεων στην πληρωμή ενοικίου. Θα προχωρήσω στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με αναφορά στα αμφισβητούμενα ζητήματα ανά ενότητα. Ύψος Οφειλόμενου Ποσού Ο Ενάγοντας δεν έπεισε ότι δεν είχε συμφωνήσει σε μείωση του ενοικίου. Από το Τεκμήριο 8 που ο ίδιος ετοίμασε φαίνεται ότι για ολόκληρο το 2010 εισέπραττε ποσό €8.543 μηνιαίως, πράγμα που υποστηρίζει την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 2 ότι ο Ενάγοντας συμφώνησε να παραμείνει το ενοίκιο σταθερό. Εάν ευσταθούσε η θέση του Ενάγοντα ότι από την 1.4.2010 το ενοίκιο είχε αυξηθεί σε €9.568,16 θα ήταν λογικό να είχε αποστείλει κάποια επιστολή επισημαίνοντας στους Εναγόμενους ότι δεν καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό του ενοικίου. Απέφευγε μάλιστα να απαντήσει ευθέως στο κατά πόσο απέστειλε επιστολή, απαντώντας με υπεκφυγές. Βλέποντας το Τεκμήριο 8 το οποίο αρχίζει από 31.1.2010 (ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ο Ενάγοντας ορθά υπολόγιζε το αυξημένο ενοίκιο) η μαθηματική πράξη δεν οδηγεί στο ποσό που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι την 1.8.2012 το οφειλόμενο ποσό ανέρχετο σε €141.373,49 που περιλαμβάνει και το ενοίκιο του Μάρτη
  17. Εάν σε αυτό το ποσό προστεθούν ενοίκια προς €9.568,16 για άλλους 5 μήνες (ήτοι ποσό €48.290,80) το υπόλοιπο θα ανέρχετο σε €142.082,
  18. Πόσο μάλλον που κατά τη θέση του Ενάγοντα το συμβατικό ενοίκιο θα έπρεπε από 1.4.2012 να είχε αυξηθεί σε €10.716,33 μηνιαίως. Θεωρώ συνεπώς ότι ο Ενάγοντας είχε όντως συμφωνήσει όπως το ενοίκιο παραμείνει σταθερό προς €8.
  19. Διαφορετική, όμως, είναι η κατάληξη μου όσον αφορά στο κατά πόσο συμφωνήθηκε μείωση του ενοικίου σε €6.000 από 1.1.
  20. Ο Εναγόμενος αρ. 2 ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε για την εν λόγω συμφωνία από τον Εναγόμενο αρ. 3 πλην όμως δεν κάλεσε αυτόν ως μάρτυρα να επιβεβαιώσει το τόσο σημαντικό αυτό στοιχείο. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία να τείνει να υποστηρίξει συμφωνία περί μείωσης ενοικίου. Παρά την αναφορά στην επιστολή Τεκμήριο 12 περί του ότι ο Ενάγοντας είχε αποδεχτεί αυτό γραπτώς, τίποτε δεν επισυνάφθηκε ή προσκομίστηκε περί τούτου. Εύρημα μου συνεπώς αποτελεί ότι το ενοίκιο παρέμεινε σταθερό σε ποσό €8.543 από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και την λήξη της. Σημειώνω ότι ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι έλαβε το ποσό των €51.258 από είσπραξη της τραπεζικής εγγύησης, το οποίο και θα πρέπει να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο. Επιπλέον, ενώ δέχτηκε ότι έλαβε από την Εναγόμενη αρ. 1 ποσό €17.086 ως ασφάλεια για την πιστή τήρηση και καλή εκτέλεση των όρων του Ενοικιαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι δεν επέστρεψε το ποσό αυτό γιατί το χρησιμοποίησε ώστε να προβεί σε επιδιορθώσεις. Καμία μαρτυρία, όμως, δεν έφερε που να αποδείξει τέτοιες επιδιορθώσεις με αποτέλεσμα αυτό το ποσό να πρέπει επίσης να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο υπόλοιπο. Από το Τεκμήριο 8 διαφαίνεται ότι μέχρι και την 1.4.2010 το υπόλοιπο είναι μηδενικό. Υπολογίζοντας συνεπώς το ποσό που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί ως ενοίκια από 1.4.2010 μέχρι και Ιούνιο 2013 αυτό ανέρχεται σε €333.177 (39 μήνες x €8.543 =€333.177). Από το Τεκμήριο 8 φαίνεται ότι έχει καταβληθεί από την Εναγόμενη αρ. 1 συνολικό ποσό €135.844, ενώ ο Ενάγοντας έχει λάβει ποσό €51.258 από είσπραξη της τραπεζικής εγγυητικής και €17.086 ως ασφάλεια. Έπεται πως το οφειλόμενο ποσό κατά τον Ιούνιο 2013 ανέρχετο σε €126.
  21. Αλλαγή στους όρους της Σύμβασης Η παρ. 3 του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου Τεκμήριο 2 αναφέρει τα εξής: «Ο Ενοικιαστής είναι υπόχρεος να εκδώσει Τραπεζική Εγγύηση προς όφελος του Ιδιοκτήτη για την πιστή τήρηση των όρων της Συμφωνίας για όλη τη διάρκεια του συμβολαίου». Αποτέλεσε κοινώς αποδεκτό θέμα ότι η εγγυητική Τεκμήριο 7, όπως τελικά διαμορφώθηκε, ανέφερε τα εξής: «Δια της παρούσης εγγυώμεθα την πληρωμή από τους κ.κ. Veluto Trading Limited προς εσάς του ποσού των EUR 51.258 (ΕΥΡΩ πενήντα μία χιλιάδες διακόσια πενήντα οκτώ μόνο) (αντιπροσωπεύοντας το άθροισμα των 6 μηνιαίων ενοικίων) δυνάμει του προαναφερθέντος ενοικιαστηρίου εγγράφου και αναλαμβάνουμε με πληρώσουμε σε σας οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της παρούσης σε πρώτη γραπτή απαίτηση σας η οποία θα πρέπει να υποβληθεί σε μας δηλώνοντας ότι οι κ.κ. Veluto Trading Limited δεν έχουν καταβάλει πληρωμή ενοικίου.... Νοείται πάντοτε ότι η υποχρέωση μας δυνάμει της εγγυητικής αυτής περιορίζεται στο ανώτατο ποσό των EUR51.258». Η εγγυητική αυτή θα ανανεώνετο αυτόματα ανά εξάμηνο και θα έληγε στις 26.2.
  22. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά και ούτε είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων

(2002)1 (A) A.A.Δ. 518). Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφέρεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[1]. Από την παράγραφο 3 του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου που παρατίθεται πιο πάνω προκύπτει ότι η Εναγόμενη αρ. 1 όφειλε να εκδώσει τραπεζική εγγύηση που θα εγγυάτο την τήρηση των όρων της συμφωνίας για όλη τη διάρκεια αυτής, ήτοι για 5 χρόνια. Αντί τούτου η τραπεζική εγγύηση εγγυάτο την πληρωμή ενοικίων 6 μηνών. Αυτό είναι ουσιαστική μεταβολή των όρων της Συμφωνίας, την τήρηση της οποίας και εγγυήθηκε ο Εναγόμενος αρ. 2. Στο Τεκμήριο 7 δεν υπάρχει υπογραφή του Εναγομένου αρ. 2, ούτε και τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να οδηγήσει στο ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε συγκατατεθεί στην αλλαγή αυτή. Ειδικά αφού αυτός δεν ήταν πλέον διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1 κατά τον χρόνο έκδοσης της Τραπεζικής Εγγύησης, το δε θέμα επηρέαζε έντονα τον κίνδυνο στον οποίο ήταν εκτεθειμένος ο ίδιος ως εγγυητής. Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα ακόλουθα: «Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Το άρθρο αυτό είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 139 του Indian Contract Act. Στην σελ. 636 του συγγράμματος Indian Contract and Specific Relief Acts των κ.κ. Pollock & Mulla (πιο πάνω) αναφέρεται ότι, απλή παθητική συγκατάθεση εκ μέρους του πιστωτή σε ανωμαλίες εκ μέρους του πρωτοφειλέτη, όπως ελαστικότητα στον χρόνο και τρόπο παροχής λογαριασμών από συλλέκτη, δεν απαλλάσσει από μόνη της τον εγγυητή. Ούτε και απαλλάττεται ο εγγυητής από την ευθύνη του για την παράβαση του πρωτοφειλέτη, λόγω του ότι η παράβαση δεν θα λάμβανε χώρα αν ο πιστωτής εξασκούσε όλες τις εξουσίες επίβλεψης της τέλεσης από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων του που θα μπορούσε να είχε εξασκήσει[2]. (βλ. επίσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 11232, ημερ. 23.1.2004). Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 97, η απόδειξη τέλεσης από τον πιστωτή πράξης ασυμβίβαστης με τα δικαιώματα του εγγυητή, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση σαφέστατα υπάρχει, εφόσον έχει μειωθεί η εξασφάλιση που παρείχετο από την Εναγόμενη αρ. 1 στον Ενάγοντα αισθητά. Επιπλέον το άρθρο 91 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς την συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής». Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 133 του Indian Contract Act. Στην απόφαση Banque Populaire De Limassol Ltd v. Stavros Theodotou
(1971)1 C.L.R. 307 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «The law applicable to the parties contract is the relevant part of our Contract Law, Cap. 149 (Part XI sections 82 - 105). The defence of the guarantor´s discharge by reason of variance in the terms of the contract is provided for in section
  1. Such defence is only available to the guarantor when the variance made to the contract by the other parties thereto, without his consent, puts him at a disadvantage compared with his position under the contract. Here, as already indicated, the parties contract was neither intended nor did it have the effect of prohibiting other credit transactions between these parties outside the guaranteed credit under the contract.» Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την πρόνοια αυτή. Η παροχή τραπεζικής εγγύησης μόνο για 6 μηνών ενοίκια σε αντίθεση με 5 ετών έθεσε τον Εναγόμενο αρ. 2 σε μειονεκτική θέση χωρίς να έχει ληφθεί η συγκατάθεση του περί τούτου. Κατ' επέκταση κατάληξη μου αποτελεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 έχει απαλλαγεί της ευθύνης του δυνάμει της εγγύησης που παρείχε στον Ενάγοντα λόγω τέλεσης από τον Ενάγοντα πράξης ασυμβίβαστης με τα δικαιώματα του Εναγόμενου αρ. 2 και μεταβολή των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου με τρόπο που έθεσε αυτόν σε μειονεκτική θέση κατά παράβαση των αρ. 97 και 91 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. Όσον αφορά στην εισήγηση του κ. Ιακώβου ότι η έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 περιορίζει την δυνατότητα του Εναγομένου αρ. 2 να αμφισβητήσει την οφειλή θα παραπέμψω στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ.234 στην οποία παρέπεμεψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ. 2 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, δεν καθορίζει με τελεσίδικο ή απόλυτο τρόπο ακόμη και τα δικαιώματα αυτού τούτου του ενάγοντα εναντίον του εγγυητή. Ο τελευταίος, διαθέτει την ευχέρεια, δυνάμει των Δικονομικών Κανονισμών (βλ. θ. 10 της Δ.17) να αποταθεί στο δικαστήριο, για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης, ακόμα και να απαιτήσει την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού ενδεχομένως να είχε καταβάλει στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης». Έπεται πως ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Εναγομένου αρ. 2. Η αγωγή εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου αρ. 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "One must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". [2] "But mere passive acquiescence by the creditor in irregularities on the part of the principal debtor, such as laxity in the time and manner of rendering accounts by a collector of public moneys whose fidelity is guaranteed, will not of itself discharge the surety. Neither is the surety discharged from liability for the principal debtor´s default in a manner within the terms of the guarantee, because that default would not have happened if the creditor had exercised all the powers of superintending the performance of the debtor´s duty which he could have exercised consistently with the contract. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.