← Κύπρος

Χατζηγεωργίου ν. Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ), Αρ. Αγωγής: 5141/16, 12/7/2019

Χατζηγεωργίου ν. Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ), Αρ. Αγωγής: 5141/16, 12/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A681 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5141/16 Μεταξύ: XXXXX Χατζηγεωργίου Ενάγοντα και Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ) Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12.6.2018 για Παραμερισμό Αγωγής Ημερομηνία: 12 Ιουλίου, 2019 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χλωρακιώτου Για τον Ενάγοντα - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Την 3.10.2016 ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιοί εναντίον των Εναγομένων διάταγμα ή απόφαση για ποσό $113.075,65 καθώς και αποζημιώσεις. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε την 6.9.2017 και με αυτήν δικογραφείται η θέση ότι ο Ενάγοντας ήταν πελάτης των Εναγομένων όπως πελάτης αυτών ήταν και η εταιρεία Northfield Group Ltd, ο μέτοχος της οποίας επίσης διατηρούσε λογαριασμό με τους Εναγόμενους. Η προαναφερόμενη εταιρεία παρουσιάστηκε στον Ενάγοντα ως ειδική στην αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο των ΗΠΑ και ο Ενάγοντας κατέβαλε μέχρι 6.4.2015 στην εταιρεία δια κατάθεσης στον λογαριασμό της συνολικό ποσό €93.167,66 με σκοπό να αγοραστούν μετοχές προς όφελος του. Ακολούθως με άλλα τρία εμβάσματα ημερ. 29.10.14, 25.11.14 και 25.1.15 κατέβαλε στον λογαριασμό της Northfield συνολικό ποσό $113.075,

  1. Την 11.6.2015 ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι είχε πέσει θύμα απάτης από την προαναφερόμενη εταιρεία, εναντίον της οποίας καταχώρησε την αγωγή αρ. 1155/2016 στην οποία εξεδόθη απόφαση εναντίον της Northfield για ποσό $113.075,
  2. Θέση του είναι ότι οι Εναγόμενοι ήταν ενήμεροι, ενεπλάκησαν και έλαβαν ενεργό μέρος στην αγωγή XXXXX/16 αφού εκεί εξεδόθη διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να ακυρώσουν ή ανακαλέσουν την εντολή ή λάβουν όλα τα μέτρα για την παύση ή ακύρωση της πληρωμής προς την Northfield. Θέση του είναι ότι με την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή το Δικαστήριο διέταξε ότι η Northfield δεν είχε κανένα δικαίωμα στην είσπραξη των ποσών, και ο Ενάγοντας κάλεσε τους Εναγόμενους να του καταβάλουν το αξιούμενο ποσό που βρίσκεται στον λογαριασμό της Northfield ή οποιοδήποτε μικρότερο ποσό έχουν στην κατοχή τους αλλά αυτοί αμελούν να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι με την υπό εκδίκαση Αίτηση αξιούν τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή αναστέλλεται η ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καθ' ότι η έγερση και/ή προώθηση αυτής αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (abuse of the court process) και/ή πολλαπλότητα διαδικασιών, και/ή είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική για την Εναγόμενη». Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.Θ.1-8 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Βενιζέλου Ανώτερης Λειτουργού του νομικού τμήματος των Εναγομένων. Η κα Βενιζέλου αναφέρει ότι η καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αποτελεί κατάχρηση Δικαστικής διαδικασίας αφού προωθούνται παράλληλα δύο διαδικασίες όμοιες ως προς το αντικείμενο τους, ήτοι η Π.Ε.388/16 με την οποία ο Ενάγοντας εφεσίβαλε την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή αρ. XXXXX/16 και η παρούσα. Όπως εξηγεί, με την αγωγή αρ. XXXXX/16 ο Ενάγοντας ζητούσε μεταξύ άλλων διατάγματα με τα οποία οι Εναγόμενοι να διατάσσονται να ανακαλέσουν την πληρωμή του αξιούμενου ποσού και να το καταβάλουν στον λογαριασμό του. Το Δικαστήριο εξέδωσε μεν απόφαση εναντίον της Northfield αλλά δεν ενέκρινε τις θεραπείες οι οποίες στρέφονταν εναντίον της τράπεζας αφού αυτή δεν ήταν διάδικος στην εκεί αγωγή. Ο Ενάγοντας επέδωσε την απόφαση στην τράπεζα και ζήτησε την πληρωμή του ποσού των $113.075,
  3. Η τράπεζα τότε καταχώρησε αίτηση στην αγωγή XXXXX/16 με την οποία ζητούσε την διόρθωση της απόφασης τα οποίο εξεδόθη και με το οποίο το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι η τράπεζα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει το πιο πάνω ποσό στον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. Μετά την καταχώρηση της Έφεσης, όμως, καταχώρησε και την παρούσα αγωγή ζητώντας όπως η τράπεζα καταβάλει σε αυτόν το ίδιο ποσό. Θέση της κας Βενιζέλου είναι ότι τυχόν επιτυχία της Π.Ε.388/16 θα επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα με τυχόν επιτυχία της παρούσας αγωγής και άρα εισηγείται ότι η παρούσα περίπτωση αφορά κατάχρηση Δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ιδίου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα. Ο Ενάγοντας - Καθ'ου η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8 και 9(i), Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3 Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2 στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 αρ. 29-31, 41-43 και 47 ως και επί των Γενικών και Συμφιών εξουσιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  4. Η Εναγόμενη - Αιτήτρια χρησιμοποιεί τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά (in the abuse of the process of the Court).
  5. Η Αίτηση στερείται νομικής βάσης η οποία θα μπορούσε να στηρίξει την παροχή της αξιούμενης θεραπείας σε περίπτωση συνύπαρξης και των αναγκαίων πραγματικών γεγονότων.
  6. Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή των Διαδικαστικών Κανονισμών επί των οποίων βασίζεται.
  7. Η Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα.
  8. Δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό και/ή αναστολής της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
  9. Δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων στην υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με τους διαδίκους/μέρη στην Πολιτική Έφεση Αρ.388/
  10. Η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν ήταν ούτε είναι αντίδικος σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία με τον Ενάγοντα - Καθ' ού η Αίτηση στη παρούσα αγωγή.
  11. Το αντικείμενο και ο σκοπός της παρούσης υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής δεν ταυτίζονται με το αντικείμενο της Πολιτικής Έφεσης Αρ.388/16 στην οποία η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν είναι διάδικος.
  12. Η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/16 η οποία είναι το αντικείμενο της Έφεσης 388/16 είναι τελεσίδικη ανεξάρτητα του ότι μέρος της έχει εφεσιβληθεί.
  13. Δεν υπάρχει ούτε υπήρξε προηγούμενη Δικαστική διαδικασία για οποιονδήποτε θέμα μεταξύ του Ενάγοντα - Καθ' ού η Αίτηση και της Εναγομένης - Αιτήτριας.
  14. Οι σκοποί της Έφεσης 388/16 δεν είναι όμοιοι με τους σκοπούς της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
  15. Η Αίτηση είναι πρόωρη. Αυτή σε περίπτωση που θα μπορούσε να καταχωρηθεί θα έπρεπε να γίνει εν πάσει περιπτώσει μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης της Εναγομένης και την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων της υπόθεσης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ο οποίος αναφέρει ότι η μόνη διαδικασία που εκκρεμεί μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων είναι η παρούσα αγωγή αφού στην αγωγή XXXXX/16 αποφασίστηκε ότι του ανήκει ποσό που έχουν στην κατοχή τους με δικαιούχο τρίτο πρόσωπο. Με την Π.Ε.388/16 αιτείται την ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία επέτρεψε στους Εναγόμενους να λάβουν μέρος στην αγωγή XXXXX/16 και να πετύχουν την αλλαγή της προηγούμενης απόφασης. Εισηγείται ότι αυτά δείχνουν ότι οι δύο διαδικασίες δεν έχουν σχέση η μία με την άλλη. Με την παρούσα αγωγή ζητά να διαταχθεί η Εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό που ήδη αναγνωρίστηκε στην αγωγή XXXXX/16 ότι δικαιούται. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η οποία περιορίστηκε σε αγορεύσεις, αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους - Αιτητές προκύπτει ότι στηρίζει το αίτημα στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμποδίσει κατάχρηση των διαδικασιών. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν.Κ.Δ.

(2010)2 Α.Α.Δ. 226 «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής αναφερόμενος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου περιέγραψε αυτές ως «εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». ......... Στην προαναφερθείσα υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η εφεσείουσα μετά την απόσυρση και απόρριψη της έφεσης της, καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε επαναφορά της έφεσης. Στη νομική βάση της αίτησης ήταν και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Απορρίπτοντας την αίτηση, η Ολομέλεια στη σελ. 155 ανάφερε σχετικά τα ακόλουθα: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will."» Η εξουσία του Δικαστηρίου να καταστείλει διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση αποτελεί σύμφυτη ("inherent") δικαιοδοσία και βρίσκει έρεισμα στο κοινοδίκαιο[1]. Είναι μία εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Αποτελεί δε καλώς καθιερωμένη αρχή ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξης της και εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Όπως έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, ενώ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση της. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Beogradska
(1996)1(Β) A.A.Δ. 911 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Σημειώνω ότι η σύμφυτη αυτή δραστική εξουσία για αναστολή της δίκης ή για απόρριψη υπόθεσης ένεκα κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας ασκείται φειδωλά και μόνο εφόσον το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης κατάχρησης στο πλαίσιο αιτήματος για αναστολή βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που το επικαλείται. Το επίπεδο στο οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Secretary of State for the Home Department v CC and CF
(2012)EWCH 2837: "...It is clear from the authorities that, in general, on an abuse of process application the burden of proof lies on a party alleging abuse of process and that the standard of proof is the balance of probabilities. ......". Όπως λέχθηκε στην ίδια απόφαση, το επίπεδο (threshold) αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία κατάχρησης είναι πολύ ψηλό, και για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας θα πρέπει να γίνει μία αξιολόγηση του τι έχει λάβει χώρα υπό το φως πάντα των αλληλοσυγκρουόμενων δημοσίων συμφερόντων. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται από την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα είναι ότι το υπόβαθρο δεδομένων είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και επιτρέπει εξέταση της εισήγησης. Ουσιαστικά έγγραφα είναι το Κλητήριο Ένταλμα στην αγωγή XXXXX/16 (συνημμένο στο Τεκμήριο 6 της Αίτησης) η Έκθεση Απαιτήσεως στην αγωγή αρ. XXXXX/16 (Τεκμήριο 8 στην Αίτηση) η απόφαση ημερ. 31.5.2016 (Τεκμήριο 4 στην Αίτηση) η αίτηση για διόρθωση αυτής (Τεκμήριο 6 στην Αίτηση) και η απόφαση επ' αυτής μαζί με την Ειδοποίηση Έφεσης (Τεκμήριο 1 στην Αίτηση). Θα συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους - Αιτητές ότι η Νομολογία υποστηρίζει ότι η παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ. Ηλίας Τσιακλίδης ν. Ευάγγελου Ανδρέου Ευαγγέλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 119). Με την αγωγή αρ. XXXXX/16 ο Ενάγοντας αξίωσε εναντίον της εταιρείας Northfield απόφαση για ποσό $113.075,
  1. Παραθέτω, όμως, αυτούσιο και το αιτητικό Ε στην αγωγή XXXXX/16: «Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι ή/και η 'ΤΡΑΠΕΖΑ' όπως επιστρέψουν ή πληρώσουν ή καταβάλουν ή πιστώσουν τον λογαριασμό του Ενάγοντα τον οποίο αυτός τηρεί με την 'ΤΡΑΠΕΖΑ' με το ποσό των €113.075,66 είτε οποιοδήποτε μικρότερο ή εναπομείναν ή υπόλοιπο ποσό από το 'ΠΟΣΟ' το οποίο έχει κατατεθεί από τον Ενάγοντα στη 'ΤΡΑΠΕΖΑ' προς όφελος ή με δικαιούχους τους Εναγόμενους με τον τρόπο και τις ημερομηνίες που εκτίθενται στην παράγραφο Α πιο πάνω». Με κάποιες αλλαγές στην διατύπωση, το αιτητικό αυτό ταυτίζεται με το αιτητικό Α στην παρούσα αγωγή. Με την αρχική απόφαση που εξεδόθη στην αγωγή αρ. XXXXX/16 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως το πιο πάνω αιτητικό και ο συνήγορος για τον Ενάγοντα απέστειλε στην Εναγόμενη τράπεζα επιστολή εξηγώντας της ότι με την πιο πάνω απόφαση διατάττεται να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €113.075,
  2. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τότε αίτηση για διόρθωση της απόφασης και την 20.9.2016 εξεδόθη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο υπέδειξε ότι υπήρχε τυπογραφικό λάθος στην αρχική απόφαση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, αφού θεωρώ ότι είναι ενδεικτικό της όλης στάσης του Ενάγοντα: «Κατά την διαδικασία της απόδειξης της υπόθεσης, υπέδειξα στον συνήγορο του ενάγοντα ότι με την αγωγή επιζητούνται διατάγματα εναντίον της τράπεζας, η οποία όμως δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ο συνήγορος αγορεύοντας προς υποστήριξη της υπόθεση του, επέμενε στην αρχική του θέση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον και της τράπεζας εκτός από τα διατάγματα που ζητούσε εναντίον της εναγομένης. Το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτή την θέση. Με αιτιολογημένη απόφαση μου ημ. 31.5.16 έκρινα ότι δικαιολογούνται οι θεραπείες Α+Β του κλητηρίου που αφορούν διατάγματα εναντίον της εναγομένης. Όμως όσον αφορά τα διατάγματα εναντίον της τράπεζας υπό παρ. Γ, Δ, Ε, και Στ του κλητηρίου δεν δικαιολογούνται οι αιτούμενες θεραπείες αφού η τράπεζα δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Εξέδωσα ως εκ τούτου διατάγματα ως η παρ. Α+Β και απέρριψα τις θεραπείες υπό παρ. Γ, Δ, Ε, και Στ. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι παράγραφοι Α+Β αφορούσαν διατάγματα εναντίον της εναγομένης ενώ οι παράγραφοι Γ, Δ, Ε, και Στ αφορούσαν διατάγματα εναντίον της τράπεζας. Εκ παραδρομής όμως, η απόφαση αναφέρεται στις παραγράφους Α+Β της έκθεσης απαίτησης και όχι του κλητηρίου εντάλματος. Αυτό γιατί δεν έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο ότι στην μετέπειτα καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, αναγράφηκε διαφορετικό αιτητικό. Συγκεκριμένα, περιορίστηκαν οι αιτούμενες θεραπείες σε δύο μόνο παραγράφους (Α+Β) οι οποίες αφορούν την έκδοση δύο μόνο διαταγμάτων τόσο εναντίον της εναγομένης όσον και εναντίον της τράπεζας. Ο ενάγων παρά την πρόθεση του Δικαστηρίου να μην εκδώσει διατάγματα εναντίον της τράπεζας, ζήτησε και πήρε συνταγμένη (drawn up) απόφαση στην οποία λόγω της πιο πάνω παραδρομής, φαίνεται να έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της τράπεζας με την οποία διατάσσεται να επιστρέψει το ως άνω ποσόν στον ενάγοντα. Επέδωσε στην συνέχεια την απόφαση στην τράπεζα και επιπλέον ζήτησε με επιστολή του ημ. 16.6.16, την άμεση συμμόρφωση της τράπεζας και την πληρωμή στον ενάγοντα του ποσού των €113.075,66». Κατέληξε, συνεπώς, το Δικαστήριο ότι η πρόθεση του ήταν «κάτι περισσότερο από πρόδηλη» και προχώρησε στην έκδοση διατάγματος για διόρθωση της απόφασης. Αποτέλεσμα της διόρθωσης αυτής ήταν η αφαίρεση από την συντεταγμένη απόφαση του διατάγματος κατά της τράπεζας. Με την Έφεση αρ. 388/16 ο Ενάγοντας ζητά ακύρωση της απόφασης ημερ. 20.9.2016 με 7 λόγους έφεσης. Σε περίπτωση όπου η Έφεση πετύχει, θα έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά της απόφασης στην αρχική της μορφή, ήτοι με διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι πληρώσουν στον Ενάγοντα το ποσό των «€113.075,66 είτε οποιοδήποτε μικρότερο ή εναπομείναν ή υπόλοιπο ποσό από το 'ΠΟΣΟ' το οποίο έχει κατατεθεί από τον Ενάγοντα στη 'ΤΡΑΠΕΖΑ' προς όφελος ή με δικαιούχους» την εταιρεία Northfield. Ακριβώς το ίδιο θα είναι το αποτέλεσμα εάν πετύχει και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Σημειώνω, παρενθετικά, ότι ο Ενάγοντας ήταν ελεύθερος, σε περίπτωση όπου υπάρχει ποσό στην κατοχή των Εναγομένων με δικαιούχο την εταιρεία Northfield, να προωθήσει διαδικασία για έκδοση εντάλματος δυνάμει του Μέρους VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου στο πλαίσιο της αγωγής αρ. XXXXX/
  3. Αντί τούτου, όμως, καταχώρησε ταυτόχρονα με την Π.Ε.388/16 και την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Είναι, κατ' επέκταση, προφανές ότι με δύο παράλληλες διαδικασίες ο Ενάγοντας στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα, πράγμα ανεπίτρεπτο. Εκδίδεται συναφώς Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθότι η έγερση και προώθηση της αποτελεί κατάχρηση Δικαστικής διαδικασίας. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα - Καθ'ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] ".a formidable safeguard developed by common law" - Att. Gen of Trinidad and Tobago v Phillip
(1995)1 A.C.396, PC και Archbold 2000 §4-54 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.