BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3205/16, 6/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A688 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3205/16 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες και
- XXXXX ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
- XXXXX ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 8.3.2019 για προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 6 Αυγούστου, 2019 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χαραλάμπους Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Τσαγγαρίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 22.6.2016 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων απόφαση για ποσά €95.719,55 και €43.077,93 πλέον τόκους και διατάγματα για πώληση ενυπόθηκων κτημάτων. Με την Έκθεση Απαιτήσεως δικογραφείται η θέση ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους στεγαστικό δάνειο ύψους €95.000 καθώς και δάνειο ύψους €30.
- Προς εξασφάλιση των πιο πάνω οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υποθήκευσαν προς όφελος των Εναγόντων κτήματα ιδιοκτησίας τους με τις Υποθήκες με αρ. XXXXX/09 και XXXXX/
- Οι Εναγόμενοι παρέβησαν τις συμφωνίες και δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα ποσά. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν την 23.6.2017 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι οι συμφωνίες επιβλήθηκαν στους Εναγόμενους από τους Ενάγοντες και είναι άκυρες καθότι είναι καταχρηστικές, αισχροκερδείς, προσκρούουν στις αρχές της καλής πίστης, αποτελούν προϊόν απάτης και οικονομικού εξαναγκασμού και παραπλανητικών δηλώσεων και στηρίχθηκαν σε αντισυνταγματική Νομοθεσία ή Νομοθεσία που δεν εναρμονίζεται με την Ευρωπαϊκή. Δικογραφείται η θέση ότι οι Ενάγοντες μονομερώς, παράνομα και αυθαίρετα επιβάρυναν τους λογαριασμούς με καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις και υπερβολικά επιτόκια. Αρνούνται την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού και ανταπαιτούν απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι χρεώσεις τόκων ή τόκων υπερημερίας επί καθυστερημένων δόσεων είναι παράνομες, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες να επιστρέψουν στους Εναγόμενους ποσά και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση των υποθηκών με αρ. XXXXX/09 και XXXXX/
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως καταγράφονται στο πιο πάνω δικόγραφο και εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων, καταχώρηση ονομαστικών καταλόγων με σύνοψη μαρτυρίας δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ορισμός της αγωγής για ακρόαση. Την 8.3.2019 καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 - Αιτητές εξαιτούνται τα εξής: «Α. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή εντολοδόχων και/ή αντιπροσώπων αυτής και/ή μέσω συνδεδεμένων προς αυτήν εταιρειών, από το να προχωρήσει σε πλειστηριασμό και/ή εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. 37/42 χωρ., Τεμ. XXXXX το οποίο βρίσκεται στο χωριό Πρόδρομος στην Επαρχία Λεμεσού και το οποίο ανήκει όλο στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Β. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή εντολοδόχων και/ή αντιπροσώπων αυτής και/ή μέσω συνδεδεμένων προς αυτήν εταιρειών να προβεί στην έναρξη και/ή συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού και/ή εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στο αιτητικό (Α) ανωτέρω και/ή να αποστείλει την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ως προνοεί η Νομοθεσία, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 21, 29, 30, 31, 32 και 42, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 8 και 9, Δ.39, Δ.64 Θ.Θ.1 - 2, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)αρ. 44 A, 44Β και 44Ε, στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Ανδρονίκου, Εναγόμενος αρ. 2 - Αιτητής. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος την 23.6.2009 με την Εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψαν συμφωνία στεγαστικού δανείου και οι Ενάγοντες τους παραχώρησαν δάνειο €95.
- Για εξασφάλιση του δανείου αυτού υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων κατοικία του στον Πρόδρομο με την υποθήκη με αρ. XXXXX/
- Την 2.4.2013 μαζί με την Εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία μεταβάλλοντας τον χρόνο αποπληρωμής και το ποσό της δόσης. Την 10.5.2012 με την Εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψαν συμφωνία δανείου τακτής προθεσμίας και οι Ενάγοντες τους παραχώρησαν ποσό €30.500 το οποίο εξασφαλίστηκε μεταξύ άλλων με την πιο πάνω υποθήκη. Με τροποποιητική συμφωνία ημερ. 24.12.2012 μεταβλήθηκε ο χρόνος αποπληρωμής και το ποσό της δόσης. Από την Ένορκη Αποκάλυψη που κατέθεσαν οι Ενάγοντες παρουσιάστηκαν Ειδοποιήσεις Τύπου Θ προς τους Εναγόμενους αλλά θέση αυτών είναι ότι ουδέποτε παρέλαβαν τις επιστολές αυτές. Από το περιεχόμενο τους, όμως, εισηγείται ότι η Ενάγουσα απαιτούσε παράνομα και αυθαίρετα ποσά. Θέση του Εναγομένου είναι ότι οι πιο πάνω συμφωνίες είναι παράνομες, άκυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος διότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν παρασχέθηκε σε αυτούς χρόνος να λάβουν νομική συμβουλή. Ασκήθηκε σε βάρος τους αθέμιτος επηρεασμός από τους Ενάγοντες οι οποίοι ενήργησαν κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας τους θέσης. Οι συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικούς και ετεροβαρείς όρους σε βάρος των Εναγομένων οι οποίοι πλήττουν την εγκυρότητα τους. Αποτελεί θέση του Εναγομένου ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, η δε ενδεχόμενη ακυρότητα κάποιων όρων έχει επηρεάσει και διαμορφώσει το τελικό οφειλόμενο από αυτούς ποσό. Η καταχρηστική συμπεριφορά των Εναγόντων φαίνεται και από το ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν την Ειδοποίηση Τύπου Θ και, χωρίς να υπάρχει νόμιμος τερματισμός, καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ακολούθως δε μετά από 3 χρόνια απέστειλαν Ειδοποίηση Τύπου Ι. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 32 του Ν14/60 θέση του Εναγομένου είναι ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη. Σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου αυτό θα πωληθεί σε αξία πολύ χαμηλότερη από την πραγματική του, ενώ πλέον αποτελεί την κύρια του κατοικία αφού με την σύζυγο του βρίσκεται σε διάσταση, έχει δε και συναισθηματική αξία λόγω του ότι την κληρονόμησε από τους γονείς του. Οι Ενάγοντες χρειάστηκε να κουρέψουν μεγάλο ποσοστό των καταθέσεων των πελατών τους για να διασωθούν και το τελευταίο διάστημα επανήλθαν στο προσκήνιο συζητήσεις που τους θέλουν να μην μπορούν να επιβιώσουν στο εγγύς μέλλον. Συνεπώς το ενδεχόμενο να μην μπορεί να αποδοθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο είναι κάτι περισσότερο από πιθανό. Εισηγείται περαιτέρω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων αφού καμία αδικία δεν θα προκληθεί στους Ενάγοντες. Η ύπαρξη διατάγματος αποτελεί προϋπόθεση για να είναι σε θέση ενυπόθηκος οφειλέτης να κινηθεί νομικά εναντίον τράπεζας και άρα είναι επάναγκες να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Μετά την επίδοση της Αίτησης οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στα αρ. 21, 29, 30, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.59, Δ.64 και Δ.48, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 5 έως 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)αρ. 44 A, 44Β, 44Γ, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην σχετική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σε αυτήν εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η Αίτηση είναι εσφαλμένη και/ή πρόωρη και/ή εδράζεται σε εσφαλμένη νομική βάση διότι σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή είναι δυνατόν να ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης Αίτησης- Έφεσης εναντίον της Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» για συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι τίθενται εξαντλητικά υπό της σχετικής νομοθετικής διάταξης.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η υπό κρίση Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να επιτραπεί η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ήτοι: Ι. Οι Αιτητές, δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζουν προς υποστήριξη της θέσης τους. ΙΙ. Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη του κατ' επείγοντος καθώς και ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι προς εξυπηρέτηση και/ή το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Δεν έχει επιδοθεί στους Εναγόμενους ο Τύπος «ΙΑ» και δεν έχει προγραμματιστεί πλειστηριασμός και/ή παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και/ή γίνεται προληπτικά και ως εκ τούτου εκτός των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος, εφόσον δεν συντρέχει το κατεπείγον. ΙΙΙ. Οι Αιτητές, δεν έχουν αποκαλύψει και/ή καταδείξει πως και γιατί θα είναι δύσκολη και/ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Αποτύχανε να καταδείξουν ότι οι όποιες τυχόν ζημίες ήθελε υποστούν δεν θα δύναται σε μεταγενέστερο στάδιο να αποτιμηθούν σε χρήμα, το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση, δεν θα μπορεί και/ή δύναται να καταβάλλει
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου καθ' ότι σύμφωνα με τα έγγραφα της υποθήκης η Καθ' ης η Αίτηση έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.
- Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον αυτοί ελεύθερα και αυτόβουλα παραχώρησαν την Υποθήκη XXXXX/09 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν και ανέκκλητα κατέστησαν τον ενυπόθηκο δανειστή πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, δίδοντας του εξουσία να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη.
- Οι αξιώσεις είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση αποτυχίας της Αγωγής, ούτε και έχει προσκομισθεί οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την αφερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης.
- Η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή έχει σκοπό να καθυστερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση από το να ασκήσουν τα δικαιώματα τους και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας ήτοι της αρχής ότι το μέρος που επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου και την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσέλθει σ' αυτό με καθαρά χέρια {he who comes into equity must come with clean hands).
- Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τουνν επιτρέπει να αξιώνει θεραπείες του δικαίου της επιείκειας.
- Πιθανή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα επιφέρει δυσμενείς και/ή δυσανάλογες επιπτώσεις στα συμφέροντα και τα εκ του Νόμου δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Κουντούρη, υπαλλήλου των Εναγόντων, ο οποίος αναφέρει ότι δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.6.2009 παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 στεγαστικό δάνειο ύψους €95.000 και την 3.4.2012 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως η περίοδος αποπληρωμής του δανείου παραταθεί και το ποσό της δόσης τροποποιηθεί. Την 10.5.2012 η συμφωνία ξανατροποποιήθηκε και ο Εναγόμενος αρ.2 παραχώρησε την υποθήκη με αρ. XXXXX/09 επί του ακινήτου του στον Πρόδρομο. Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να τηρήσουν την συμφωνία δανείου και το πρόγραμμα αποπληρωμής οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού την 17.5.
- Με συμφωνία ημερ. 15.5.2012 οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 δεύτερο δάνειο για ποσό €30.
- Η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε την 31.12.2012 με παράταση της περιόδου αποπληρωμής και μείωση της δόσης. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να τηρήσουν και το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου αυτού και οι Ενάγοντες την 17.5.2016 τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού. Με την XXXXX/09 ο Εναγόμενος αρ. 2 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων κατοικία στον Πρόδρομο. Με την XXXXX/12 η Εναγόμενη αρ. 1 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων κατοικία στον Άγιο Δομέτιο. Θέση του κ. Κουντούρη είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς τους. Οι συμφωνίες υπογράφτηκαν από τους Εναγόμενους οι οποίοι είχαν πλήρη επίγνωση των όρων αυτών με ελεύθερη βούληση και κατόπιν δικών τους αιτημάτων. Ουδέποτε αμφισβήτησαν τις συμφωνίες ή τη νομιμότητα τους και με τις πράξεις τους τις αποδέχτηκαν ώστε να κωλύονται να αμφισβητούν τώρα τα πιο πάνω. Είναι παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν κάποια ποσά στους Ενάγοντες τα οποία αρνούνται να εξοφλήσουν. Το έγγραφο του Συμβούλου Αφερεγγυότητας ουδόλως επηρεάζει τους λογαριασμούς δανείου αλλά αναλύει τα οικονομικά δεδομένα των Εναγομένων. Επιπλέον θέση του κ. Κουντούρη είναι ότι οι Εναγόμενοι εσκεμμένα επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και δεν έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων και ισχυρίζονται ψευδώς ότι το ακίνητο έχει ενταχθεί στο σχέδιο Εστία. Η διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου αρ. 2 είναι στον Άγιο Δομέτιο στη Λευκωσία. Η όποια τυχόν ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι Εναγόμενοι αποτιμάται σε χρήμα και αντιστοιχεί στην αξία της ενυπόθηκης περιουσίας αφού αφαιρεθούν οι οφειλές των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες. Η διαδικασία εκτίμησης του ακινήτου γίνεται από δύο ανεξάρτητους εκτιμητές ως προβλέπει ο Ν9/65 ο οποίος θέτει όλες τις ασφαλιστικές δικλίδες ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτό δεν θα εκπλειστηριαστεί σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική του αξία. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε, εκτός από λαϊκισμούς, από πλευράς Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι. Οι Ενάγοντες είναι το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο και έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Εναγόμενους πλήρως για το ποσό που τυχόν διατάξει το Δικαστήριο. Μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος οι Ενάγοντες καταχώρησαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση την 11.6.2019 με την οποία ο κ. Κουντούρης αναφέρει ότι την 5.4.2019 επιδόθηκε σε αυτούς απαγορευτικό διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί μονομερώς στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 3473/16 μετά την καταχώρηση πανομοιότυπης αίτησης όπως και η υπό εκδίκαση. Η ίδια ουσιαστικά αίτηση, με το ίδιο αιτητικό για το ίδιο ακίνητο καταχωρίστηκε στην πιο πάνω αγωγή από τον Εναγόμενο αρ. 2 και μία εταιρεία του. Οι Εναγόμενοι, όμως, απέκρυψαν από το εκεί Δικαστήριο την υπό εκδίκαση διαδικασία. Εισηγείται ότι με αυτό το δεδομένο οι Εναγόμενοι κωλύονται από το να ζητούν την επιείκεια του Δικαστηρίου εφόσον δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια, καταχράστηκαν τις διαδικασίες και προσπάθησαν κακόβουλα να εξασφαλίσουν διάταγμα είτε από το ένα Δικαστήριο είτε από το άλλο. Στην δική του Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ο Εναγόμενος αρ. 2 παραδέχτηκε την έκδοση του μονομερούς διατάγματος στο πλαίσιο της αγωγής αρ. XXXXX/16 αλλά εισηγήθηκε ότι το γεγονός της σύμπτωσης του ακινήτου δεν καθιστά τις δύο αιτήσεις πανομοιότυπες εξ ου και οι ίδιοι οι Ενάγοντες καταχώρησαν ξεχωριστές αγωγές αξιώνοντας μεταξύ άλλων την εκποίηση του ιδίου ακινήτου. Καμία απόκρυψη γεγονότων δεν έγινε αντίθετα οι Ενάγοντες με την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ισχυριζόμενοι ότι η αίτηση στην άλλη αγωγή ακολούθησε της παρούσης ενώ οι δύο αιτήσεις καταχωρίστηκαν ταυτόχρονα. Η όποια κατάχρηση έγινε από τους Ενάγοντες οι οποίοι καταχώρησαν δύο ξεχωριστές αγωγές προωθώντας ταυτόχρονα την εκποίηση του ιδίου ακινήτου οι δε Ειδοποιήσεις Τύπου Ι που απέστειλαν δεν ξεκαθαρίζουν σε ποια από τις δύο αγωγές αναφέρονται. Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Από μελέτη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων αρ. 1 και 2 διαφαίνεται ότι αυτοί περιορίζονται σε ισχυρισμούς περί σύναψης των συμφωνιών υπό συνθήκες που απέκλειαν την ελεύθερη βούληση τους, επιβολής καταχρηστικών όρων και παράνομων χρεώσεων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα αιτητικά της Ανταπαίτησης αυτολεξεί: «Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι χρεώσεις τόκων και/ή τόκων υπερημερίας επί των καθυστερημένων δόσεων ήταν και/ή είναι καταχρηστικές και/ή παράνομες και/ή άκυρες και/ή καθ' υπέρβαση των συμφωνηθέντων. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως επιστρέψουν στους Εναγόμενους τα ποσά που περιγράφονται στο σημείο Α της Ανταπαίτησης. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση της υπ' αριθμό XXXXX/09 υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερομηνίας 26/06/2009 και τις με αριθμό XXXXX/12 υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 15/05/2012 ως προϊόν απάτης και/ή δόλου και/ή εξαναγκασμού». Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο Εναγόμενος αρ. 2 αναφέρεται μεν στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, δεν γίνεται όμως καμία αναφορά στα γεγονότα τα οποία κατά την άποψη του καθιστούν προϊόν απάτης ή δόλου ή εξαναγκασμού να υπογράψουν τις συμφωνίες Υποθήκευσης. Υπάρχει μία γενική αναφορά ότι οι όροι των συμφωνιών δανείου δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ότι δεν τους παρασχέθηκε χρόνος να λάβουν νομική συμβουλή, όπως και γενική αναφορά στο ότι όροι των συμφωνιών είναι καταχρηστικοί, χωρίς όμως συγκεκριμενοποίηση ή παραπομπή σε τέτοιους. Την δε καταχρηστική συμπεριφορά και δεσπόζουσα θέση των Εναγόντων συνδέει με την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου Θ, γεγονός που δεν είναι επίδικο στο πλαίσιο του δικογράφου. Μετά, όμως, την τροποποίηση του αρ. 32 του Ν14/60 με τον Ν17(Ι)/2004 Εναγόμενος έχει πλέον δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται σε περιορισμούς (βλ. την απόφαση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Igor Zhigachov κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ.133). Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω Νομολογία, Εναγόμενος για να δύναται να προωθήσει αίτημα για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα δυνάμει του αρ. 32 θα πρέπει είτε να έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση ή να υφίσταται ανταγωγή, ή να καταδείξει ότι η θεραπεία που ζητά πηγάζει από την αγωγή ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς, παρά το ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση που να υποστηρίζει την Ανταπαίτηση, θεωρώ ότι τα αιτητικά μπορούν να εξεταστούν και σε σχέση με την Υπεράσπιση υπό το φως και μόνο του κατά πόσο η θεραπεία που ζητείται πηγάζει από την αγωγή ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σημειώνω ότι μέρος του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων είναι οι συμφωνίες υποθήκης που αναγράφονται πιο πάνω, αφού αυτές συνιστούν το δικογραφημένο έρεισμα για τα αιτούμενα στην αγωγή διατάγματα. Η υπό εκδίκαση Αίτηση αφορά ακριβώς σε διαδικασία πώλησης με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου που περιλαμβάνεται στην υποθήκη XXXXX/
- Θεωρώ συνεπώς ότι τα επίδικα αιτητικά πηγάζουν από το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων και συνδέονται με αυτό. Κατ' επέκταση έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση, όμως, επιβάλλει στους Αιτητές να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Αιτητών. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχω αναφέρει, ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει στην Ένορκη του Δήλωση τους ισχυρισμούς του, ούτε και έχει προσκομίσει οποιαδήποτε υποστηρικτική αυτών μαρτυρία. Η Έκθεση του κ. Βασίλη Βασιλείου δεν προσθέτει κάτι, αφού επίσης περιέχει απλώς μίαν αόριστη κατάληξη περί υπερχρεώσεων χωρίς συγκεκριμενοποίηση καν του ποσού που ισχυρίζεται ότι αποτελεί τις υπερχρεώσεις αυτές. Κατάληξη μου, συνεπώς, αποτελεί ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν με την Αίτηση τους θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο για ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης, θα απέρριπτα αυτήν και για το ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 Α.Α.Δ. 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στην Αιτήτρια στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Ο Εναγόμενος αρ. 2 παραδέχεται ότι έχουν λάβει χρηματοδότηση από τους Ενάγοντες, απλώς ισχυρίζεται ότι το ποσό που οφείλεται περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις. Θα συμφωνήσω με τα όσα αναφέρει ο κ. Κουντούρης ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου αρ. 2 περί αφερεγγυότητας των Εναγόντων αποτελούν απλώς εικασίες από μέρους του στηριζόμενες σε φήμες και αόριστες συζητήσεις. Η θέση περί αφερεγγυότητας έχει αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες, οι οποίοι αναφέρουν ότι είναι το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου και έχουν την δυνατότητα να αποζημιώσουν πλήρως τους Εναγόμενους για οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ τους. Σε περίπτωση όπου οι Εναγόμενοι πετύχουν στην Ανταπαίτηση τους και αποδείξουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Υπεράσπιση και διαφανεί ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αυτή μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Εφόσον ο ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των Εναγόντων έχει αμφισβητηθεί, οι Εναγόμενοι όφειλαν να τον στηρίξουν με στοιχεία, πράγμα που δεν έχουν κάνει. Έπεται πως ούτε η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται και η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων αρ.1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο