← Κύπρος

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ν. ΚΩΣΤΟΥΛΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6602/10, 23/8/2019

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ν. ΚΩΣΤΟΥΛΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6602/10, 23/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A691 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6602/10 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ενάγοντα και ΚΩΣΤΟΥΛΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2019 Για τον Ενάγοντα: κα Ερωτοκρίτου Για τους Εναγόμενους: κ. Καλλής με κ. Δημητριάδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη σε εργατικό ατύχημα την 6.6.

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 49 ετών και εργάζετο ως οδηγός αυτοκινήτου με εισόδημα €1.350 μηνιαίως, οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX25 ιδιοκτησίας των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι ήταν εταιρεία η οποία ασχολείτο μεταξύ άλλων με την μεταφορά και απόρριψη σκυβάλων και άχρηστων υλικών χρησιμοποιώντας αυτοκίνητα που μετέφεραν Skip. Κατά την 6.6.2008 κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων ο Ενάγοντας μετέφερε με το πιο πάνω αυτοκίνητο Skip γεμάτο σκύβαλα για ξεφόρτωμα στην κτηνοτροφική ζώνη Ιδαλίου και ανέβηκε πάνω στο Skip για να αφαιρέσει το σκέπασμα. Ενώ κατέβαινε γλίστρησε και έπεσε. Είναι η θέση του ότι το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων οι οποίοι δεν παρείχαν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας που τους αποδίδονται με την Έκθεση Απαιτήσεως και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και στις πράξεις ή παραλείψεις του ίδιου του Ενάγοντα ο οποίος ανέβηκε στο skip χωρίς να είναι αναγκαίο ή επιβαλλόμενο να το πράξει, ενεργώντας επικίνδυνα και χωρίς να λάβει μέτρα προστασίας, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Εξέθεσε από μόνος του τον εαυτό του σε κίνδυνο και άρα τυγχάνει εφαρμογής η αρχή Volenti Non Fit Injuria. Οι λεπτομέρειες σωματικών βλαβών είναι υπερβολικές και οι ειδικές ζημιές εξογκωμένες. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, ο κ. XXXXX Καΐλας και οι Δρες XXXXX Βασιλείου και XXXXX Τρυφωνίδης ενώ από πλευράς Εναγομένων μαρτυρία έδωσαν ο κ. XXXXX Νικολάου και ο Δρας XXXXX Αθάνατος. Την 24.9.2018 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι έγινε ανταλλαγή των επιστολών Τεκμήρια 30 και 31 μεταξύ του Επίσημου Παραλήπτη και των δικηγόρων του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι κατά την 6.6.2008 ήταν ηλικίας 49 ετών και εργάζετο ως οδηγός βαρέων οχημάτων στην Εναγόμενη εταιρεία με μισθό €1.350,00 μηνιαίως. Τα καθήκοντα του συνήθως ήταν η οδήγηση Skip και η ξεφόρτωση αχρήστων υλικών σε ειδικό σκυβαλότοπο. Την 6.6.2008 οδηγούσε το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής XXXXX25 με οδηγίες των Εναγομένων από το μηχανουργείο τους στον Στρόβολο προς το μηχανουργείο της εταιρείας Scania που βρίσκεται απέναντι από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εκεί θα φόρτωνε πάνω στο φορτηγό ένα Skip γεμάτο για να το πάρει και να το ξεφορτώσει στην κτηνοτροφική ζώνη Ιδαλίου. Προτού φορτώσει το Skip στο όχημα έπρεπε να το καλύψει με ειδικό σκέπαστρο και όταν έφτανε στην κτηνοτροφική ζώνη Ιδαλίου να το ξεσκεπάσει. Αυτή η δουλειά έπρεπε να γίνει χειρονακτικά από τον ίδιο και για να το κάνει έπρεπε να σκαρφαλώσει πάνω στο όχημα, να ανεβεί πάνω στο Skip και να πατήσει πάνω στα υλικά που ήταν μέσα σε αυτό ώστε να καλύψει όλη την επιφάνεια του Skip με το κάλυμμα και να το στερεώσει ή να το αφαιρέσει ανάλογα. Μετά έπρεπε να κατεβεί στο έδαφος και να χειριστεί μηχανικά την φόρτωση και εκφόρτωση του Skip στο όχημα. Από το έδαφος ως τη βάση του οχήματος υπήρχε απόσταση 1.50μ και από τη βάση του οχήματος μέχρι το Skip ακόμη 1.50μ. Περιέγραψε, χαρακτηριστικά αυτό που έκανε ως «ακροβατικά σαν τον πίθηκο». Την 6.6.2008 και ώρα 11.00 π.μ. έφτασε στην κτηνοτροφική ζώνη Ιδαλίου και ανέβηκε πάνω στο Skip για να το ξεσκεπάσει. Ξεκίνησε από την πίσω πλευρά ερχόμενος προς την μπροστινή. Αφού ξεσκέπασε το Skip, στην προσπάθεια του να κατεβεί από αυτό πάνω στην βάση του οχήματος λόγω της απουσίας σκάλας με αντιολισθητικά σκαλοπάτια και της ύπαρξης λαδιών πάνω στο Skip, γλίστρησε και το δεξί του πόδι παγιδεύτηκε στην αλυσίδα που κρεμόταν από την αγκώνα του Skip. Κρεμάστηκε ανάποδα με το κεφάλι του προς το έδαφος και έμεινε έτσι για 15 - 20 λεπτά. Τον εντόπισε κάποιο πρόσωπο και τον βοήθησε να απελευθερωθεί. Όπως είπε ο Ενάγοντας, ένιωθε έντονους πόνους αλλά με δυσκολία μετέφερε το Skip άδειο στην Scania και το παρέδωσε ακολούθως στο μηχανουργείο των Εναγομένων. Μετά πήγε στα γραφεία των Εναγομένων στην Λακατάμεια για να πληρωθεί όπου συνάντησε τους κ.κ. Ξενή και XXXXX Κώστουλλο. Παρά το ότι τους είπε τι του είχε συμβεί αυτοί δεν του έδωσαν σημασία. Η ώρα 7.00μ.μ. μετέβη στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου όπου του τοποθέτησαν το πόδι του σε νάρθηκα και έδωσαν άδεια ασθενείας. Ο Ενάγοντας έκανε αναφορά στις σωματικές βλάβες και την ταλαιπωρία που ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι ουδέποτε του δόθηκε εξοπλισμός για σκοπούς ασφαλείας π.χ. παπούτσια αντιολισθητικά, ανθεκτικά γιλέκα, γάντια ή κράνος παρά το ότι τα ζήτησε. Ούτε και το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX25 διέθετε σκάλα με κατάλληλα σκαλοπάτια ή άλλο ασφαλή τρόπο ανάβασης ή κατάβασης από το Skip. Εισηγήθηκε ότι οι Εναγόμενοι τον διέτασσαν να εργαστεί υπό ακατάλληλες και ανασφαλείς συνθήκες εργασίας αδιαφορώντας για τους κινδύνους με αυξημένη και ορατή την πιθανότητα ατυχήματος. Ο κ. XXXXX Καϊλάς ανέφερε ότι είναι Επιθεωρητής Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας από το 2001 μέχρι και σήμερα. Με βάση το Τεκμήριο 25 μελέτησε το επίδικο ατύχημα. Ισχυρίστηκε ότι ένας εργοδοτούμενος θα πρέπει να έχει τα κατάλληλα μέτρα πρόσβασης για να κάνει τη δουλειά του. Το συγκεκριμένο ατύχημα δεν εξετάστηκε από το Τμήμα του επειδή δεν κατέστη δυνατό να πάνε την ίδια μέρα για να ελέγξουν τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα. Ο Δρας XXXXX Βασιλείου ανέφερε ότι είναι Ιατρός Ειδικός Ορθοπεδικός και κατά το 2009 εξέτασε τον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το 2009 προγραμμάτισε τον Ενάγοντα για αρθροσκόπηση στο δεξιό γόνατο με θέμα μηνισκεκτομή. Ανέγνωσε στο Δικαστήριο τα όσα περιέχονται στα Τεκμήρια του Γενικού Νοσοκομείου και από αυτά δήλωσε ότι ο Ενάγοντας παρουσιάστηκε την 6.6.2008 στο ΤΑΕΠ η ώρα 8.33μ.μ. και την 10.6.2008 έγινε παρακέντηση του γονάτου του. Όπως είπε, το υπερηχογράφημα ημερ. 20.6.2008 περιγράφει την ύπαρξη υγρού στο γόνατο, ύδραρθρο, πάχυνση του αρθρικού υμένος και εστίες ρήξεως στον έσω μηνίσκο. Όταν ο ίδιος εξέτασε τον Ενάγοντα την 11.6.2009 θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει αρθροσκοπική μηνισκεκτομή. Είχε ένα ασταθές γόνατο και παρουσιαζόταν με ειδικό νάρθηκα σταθεροποίησης. Ο Ενάγοντας δεν είχε καλυτερεύσει και είχε ακόμα πόνους. Όπως είπε ο Μ.Ε.3, ήταν ένα γόνατο το οποίο ήταν ήδη προβληματικό και επί κάκωσης θα επιδεινώθηκε σίγουρα η κατάσταση του. Την 3.12.2009 ο ίδιος διενήργησε στον Ενάγοντα μερική μηνισκεκτομή αρθροσκοπική υπό γενική αναισθησία. Θέση του ήταν ότι κατά την επέμβαση διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ατελής ρήξη οπίσθιου χιαστού αλλά ρήξη πρόσθιου χιαστού. Σε εξέταση που έγινε 10 μέρες μετά την επέμβαση η κίνηση του γονάτου ήταν ικανοποιητική. Θέση του ήταν ότι οι πιο πάνω βλάβες στατιστικά θα οδηγήσουν σε περίοδο 8 - 10 χρόνων σε ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας στο γόνατο. Επίσης εξέφρασε την άποψη ότι η κατάσταση που περιγράφεται στο Τεκμήριο 22 από τον Δρα Αθάνατο είναι μια εικόνα οστεοαρθρίτιδας. Ο Μ.Ε.3 εξέτασε τον Ενάγοντα 2 - 3 βδομάδες πριν από την μαρτυρία του στο Δικαστήριο και τότε ο Ενάγοντας παραπονείτο ότι πονούσε σε πλήρη έκταση και κάμψη πράγμα που στην περίπτωση του ήταν αναμενόμενο. Λόγω απουσίας του πρόσθιου χιαστού προκαλείται προσθοπίσθια αστάθεια στο δεξί γόνατο. Η καταστροφή του χόνδρου είναι μόνιμη και η κλινική εκδήλωση αυτής είναι ο πόνος και η δυσκολία στο ανέβασμα σκαλοπατιών ή αλλαγή κατεύθυνσης. Αυτό δυσκολεύει τον Ενάγοντα να κάνει τις κινήσεις που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 1 κατ' επανάληψη. Ο Δρας XXXXX Τρυφωνίδης ανέφερε ότι είναι Γιατρός Ορθοπεδικός Χειρούργος Τραυματιολόγος και εξέτασε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά το 2010 στο Γενικό Νοσοκομείο και για τελευταία φορά την 8.5.2018 στο ιατρείο του. Την 15.11.2010 επιβεβαίωσε την διάγνωση μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας του δεξιού γόνατος. Κατά την παρακολούθηση που ο ίδιος είχε του Ενάγοντα ο τελευταίος παρουσίαζε συμπτώματα μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας στο δεξί γόνατο που επηρέαζαν την λειτουργική του ικανότητα. Γι' αυτό πρότεινε στον Ενάγοντα ολική αρθροπλαστική γόνατος και καταχώρησε το όνομα του στην λίστα αναμονής της Ορθοπεδικής Κλινικής, όπου και βρίσκεται ακόμα. Την 8.5.2018 ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι συνεχίζει να ταλαιπωρείται με πόνο και συμπτωματολογία δυσλειτουργίας στο γόνατο, δυσκολεύεται να ανεβαίνει ή κατεβαίνει σκάλες και νιώθει πόνο στην προσπάθεια του να σηκωθεί μετά από πολλή ώρα σε καθιστή θέση, δυσκολία να περπατά μεγάλες αποστάσεις ή να οδηγεί για πολλή ώρα. Θέση του Μ.Ε.4 ήταν ότι το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στο γόνατο του Ενάγοντα από το ατύχημα μείωσε την εργασιακή του ικανότητα ως οδηγός βαρέων οχημάτων. Ο Μ.Ε.4 δεν εντόπισε αστάθεια του έσω συνδέσμου το
  2. Άποψη του ήταν ότι η ρήξη του μηνίσκου και του χιαστού κατά τον Ιούνιο του 2008 προκάλεσαν την ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας. Θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο για τον Ενάγοντα να κάνει την εργασία του οδηγού βαρέων οχημάτων. Ο κ. XXXXX Νικολάου ανέφερε ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης εταιρείας η οποία, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την μεταφορά και απόρριψη σκυβάλων, αδρανών, αχρήστων υλικών και χωμάτων σε ειδικούς σκυβαλότοπους με τη χρήση ειδικών αυτοκινήτων, φορτηγών, σκυβαλοφόρων κ.α. ένα εκ των οποίων ήταν το XXXXX25 ειδικά κατασκευασμένο για την μεταφορά Skip. Ο Ενάγοντα εργάζετο ως μηχανοδηγός στις αρχές του 2007 και του επεξηγήθηκε ότι τα Skip όταν ήταν γεμάτα θα έπρεπε να ήταν σκεπασμένα με ειδικό κάλυμμα. Όπως επεξήγησε ο Μ.Υ.1 το όχημα XXXXX25 έχει ειδικό μηχανισμό ανάβασης και κατάβασης του Skip και η διαδικασία σκεπάσματος και ξεσκεπάσματος του Skip πρέπει να γίνεται στο έδαφος. Ο λόγος που δεν υπάρχει σκάλα στο Skip είναι ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται κάποιος να ανεβεί πάνω σε αυτό για να το σκεπάσει ή ξεσκεπάσει. Οι οδηγίες των Εναγομένων ήταν όπως η εν λόγω διαδικασία γίνεται στο έδαφος. Εάν ο Ενάγοντας επέλεξε να ανεβεί πάνω στο Skip το έπραξε με δική του αποκλειστική ευθύνη, πράγμα που κατά την άποψη του Μ.Υ.1 κανένας συνετός άνθρωπος με την εμπειρία του Ενάγοντα δεν θα έπραττε. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι δεν του παρείχαν εξοπλισμό ασφαλείας αλλά και ότι τον είδε δήθεν χτυπημένο και δεν αντέδρασε. Ο Δρας XXXXX Αθάνατος ανέφερε ότι είναι Ορθοπεδικός Χειρούργος και εξέτασε τον Ενάγοντα την 15.4.
  3. Κατά την εξέταση ο Ενάγοντας παραπονείτο για δυσκολία στη βάδιση πέραν των 500μ και πρήξιμο στο γόνατο. Ο Μ.Υ.2 διαπίστωσε σε κλινική εξέταση ότι ο Ενάγοντας βαδίζει με ελαφρά χωλότητα, παρουσιάζει μικρή ατροφία του δεξιού τετρακεφάλου και πλήρη κάμψη με κάποια δυσφορία στην ακραία θέση καθώς και πλήρη δυσφορία στην ακραία θέση της έκτασης. Δεν παρατήρησε αστάθεια του γόνατος. Θέση του Μ.Υ.2 ήταν ότι ο Ενάγοντας υπέστη ρήξη του έσω μηνίσκου και διάταση του έσω συνδέσμου. Υπήρχαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις των μηνίσκων στο υπερηχογράφημα ημερ. 13.6.2008 με αρχόμενα οστεόφυτα στους έσω κονδύλους του γόνατος, τα οποία προϋπήρχαν του ατυχήματος. Συγκρίνοντας τις ακτινογραφίες αμέσως μετά το ατύχημα με τις ακτινογραφίες ημερ. 15.4.2016 θεωρεί ότι το γόνατο παρουσιάζει μικρές διαφοροποιήσεις στις οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις που δεν δικαιολογούν την ολική αρθροπλαστική γόνατος, η δε πιθανότητα να χρειαστεί τέτοια είναι πολύ μικρή. Μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του οδηγού αρκεί να αποφεύγει πήδημα από ύψος ή ανάβαση σε ψηλό όχημα. Ο Μ.Υ.2 ισχυρίζεται ότι η ατροφική κάκωση του γόνατος θα δικαιολογούσε τη ρήξη του ενός μηνίσκου αφού με στροφική κάκωση όλη την επίπτωση της στροφής την υφίσταται η μια πλευρά γόνατος. Αυτό τον οδηγεί στο ότι για να είχε ζημιά και στους δύο μηνίσκους σημαίνει ότι ήταν εκφυλιστική ρήξη μηνίσκου και όχι τραυματικής αιτιολογίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Εν πρώτοις παρατηρώ ότι εκδοχή των Εναγομένων, όπως προωθήθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, αποτέλεσε ότι το επίδικο ατύχημα δεν είχε λάβει χώρα και ήταν μία σκηνοθετημένη προσπάθεια από πλευράς Ενάγοντα να εισπράξει αποζημιώσεις για προϋπάρχουσες ζημιές. Μελετώντας, όμως, την Υπεράσπιση δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι πέραν μίας γενικής άρνησης της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν υπάρχει κάποιος άλλος συγκεκριμένος ισχυρισμός περί σκηνοθετημένου ατυχήματος. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι συνταγμένη η παρ. 7 της Υπεράσπισης παρέχει την ευχέρεια στην πλευρά των Εναγομένων για προώθηση μίας τόσο συγκεκριμένης γραμμής υπεράσπισης. Ούτως ή άλλως σημειώνω ότι έχω πειστεί ότι το ατύχημα όντως έλαβε χώρα. Αυτό λόγω τόσο της μαρτυρίας του Ενάγοντα όσο και των πλείστων ιατρών οι οποίοι απέδωσαν την ζημιά στο γόνατο του σε τραυματισμό. Η δε θέση των Εναγομένων περί προγενέστερου ατυχήματος παρέμεινε στην σφαίρα των εικασιών, αφού δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε απτό που να την υποστηρίζει. Πέραν των πιο πάνω, προτού προβώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα περί εφαρμογής στην παρούσα του δόγματος res ipsa loquitor με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης να έχει μεταφερθεί στους Εναγόμενους να αποδείξουν ότι δεν ήσαν αμελείς. Η αρχή αυτή καθιερώνεται από το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται - (α) ότι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στην ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε την ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στην ζημιά». Καθοριστική απόφαση ως προς την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής αποτελεί η απόφαση Lloyde v. West Midland Gas Board

(1971)2 All E.R. 1240, η οποία και έχει επανειλημμένα υιοθετηθεί από την Κυπριακή Νομολογία[1]. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Κατερίνα Σάββα ν. Σίμου Κυριακίδη,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 83, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, η αρχή res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και εφαρμόζεται όταν ο ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου, με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του, γιατί τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου. Έτσι, όπου βρεθεί ότι εφαρμόζεται η αρχή, ο ενάγων αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο, για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής». Όπως δηλαδή αναφέρθηκε στην απόφαση Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 156 «Το συγκεκριμένο απόφθεγμα (maxim) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα (το πράγμα) μιλούν από μόνα τους για το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στο δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη». (βλ. επίσης Πέτρος Σ. Πέτρου ν. Νίκος Θεμιστοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 1426, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ ν. Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1330). Με όλο το σέβας προς την ευπαίδευτο συνήγορο η παρούσα είναι ακριβώς η αντίθετη περίπτωση. Ο Ενάγοντας ήταν μόνος του όταν έγινε το ατύχημα και μόνο αυτός γνωρίζει το πώς ακριβώς αυτό έλαβε χώρα ή τι ευθύνετο, οι δε Εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό επεσυνέβη. Το γεγονός ότι το φορτηγό επί του οποίου ήταν φορτωμένο το Skip ανήκε στους Εναγόμενους δεν αρκεί για να ανατρέψει το βάρος απόδειξης, αφού δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω κάποιας βλάβης του οχήματος. Κατ' επέκταση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αρχή res ipsa loquitor τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εκδίκαση περίπτωση. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα θα πρέπει να γίνει με γνώμονα το ότι αμφισβητούνται τόσο ο τρόπος με τον οποίο έγινε το ατύχημα, όσο και η εκδοχή που αυτός έδωσε αναφορικά με τις οδηγίες που του είχαν δοθεί από τους Εναγόμενους και οι όποιες συνέπειες του ατυχήματος τις οποίες ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα Ο Ενάγοντας μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποποιηθεί της όποιας ευθύνης για το ατύχημα και να την αποδώσει όλη στους Εναγόμενους. Στην προσπάθεια του αυτή προέβαλλε ισχυρισμούς για παραλείψεις των Εναγομένων οι οποίες, πέραν του ότι δεν έπεισαν, δεν είχαν και σχέση με το επίδικο ατύχημα, πράγμα που οδηγεί στο ότι έγιναν για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο. Σε πολλά δε σημεία απέφευγε να απαντήσει σε ερωτήσεις με τις οποίες ζητείτο περιγραφή του ατυχήματος με σαφήνεια. Σημειώνω τα πιο κάτω: - Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι το φορτηγό είχε μηχανισμό ο οποίος κατέβαζε το Skip στο έδαφος και το ξαναανέβαζε. Δεν έδωσε, όμως, ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν το χρησιμοποίησε. - Παρά το γεγονός ότι ισχυρίζετο ότι αν υπήρχε σκάλα πάνω στο φορτηγό δεν θα γινόταν το ατύχημα, εντούτοις η σκάλα την οποία υπέδειξε στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3 είναι ώστε να ανεβαίνει κάποιος από το έδαφος στην βάση του φορτηγού και όχι από την βάση του φορτηγού στο Skip. Δεδομένου ότι ο Ενάγοντας έπεσε από το πάνω μέρος του Skip δεν πείθει η θέση του ότι η ύπαρξη σκάλας θα το είχε αποτρέψει. Όταν η αντίφαση αυτή του υποδείχθηκε ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι έπεσε επειδή δεν είχε γάντια και παπούτσια ασφαλείας. - Στο ίδιο πλαίσιο ο Ενάγοντας ισχυρίζετο ότι ο λόγος που γλίστρησε ήταν επειδή οι Εναγόμενοι δεν τους παρείχαν ούτε παπούτσια αντιολισθητικά ούτε γάντια, ούτε κράνος αλλά ούτε και γιλέκο. Αδυνατώ, όμως, να αντιληφθώ πως το γιλέκο ή το κράνος θα απέτρεπαν το συγκεκριμένο ατύχημα. - Ισχυρίστηκε ότι όταν εργάζετο στην εταιρεία Chapo τους έδιναν άλλο εξοπλισμό για να δείξει τις ελλείψεις των Εναγομένων. Όμως μετά δέχτηκε ότι με Skip ασχολήθηκε μόνο μετά που εργοδοτήθηκε στους Εναγόμενους. - Εκείνο που προέκυψε από την μαρτυρία του μετά και την αντεξέταση, ήταν ότι η οδηγία που ο Ενάγοντας πήρε από τον Μ.Υ.1 ήταν να πάρει το Skip από την Scania και να πάει στην Κτηνοτροφική Περιοχή Ιδαλίου να το ξεφορτώσει, αλλά όχι ο τρόπος με τον οποίο θα το ξεφόρτωνε. Ομοίως, ενώ ισχυρίζετο ότι ο Μ.Υ.1 του έλεγε «αν σου αρέσκει, εν σ΄αρέσκει πήγαινε αλλού» συνδέοντας το με την ασφάλεια κατά την εκτέλεση της εργασίας, εντούτοις διεφάνη ότι αυτό έλεγε ο Μ.Υ,.1 όταν ο Ενάγοντας δυσανασχετούσε όταν του έλεγαν να πάει σε κάποια δουλειά και κατά την άποψη του ιδίου βόλευε καλύτερα να πάει εκεί κάποιος άλλος υπάλληλος αντί αυτός. Συνεπώς η αντίδραση αυτή του Μ.Υ.1 δε σχετίζεται με την παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Σε συνάρτηση δε με το ίδιο θέμα, υπερβολικός ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι βρισκόταν υπό απειλή απόλυσης. - Μάλιστα ενώ αποτέλεσε θέση του Ενάγοντα ότι του είχαν πει να ανεβαίνει πάνω στο Skip για να το ξεσκεπάζει, μετέπειτα δέχτηκε ότι απλώς είχε δει άλλους συναδέλφους του να το πράττουν. Σε άλλο δε στάδιο ισχυρίστηκε αόριστα ότι τις οδηγίες να ανεβαίνει πάνω στο Skip του τις έδωσε κάποιος Αντρέας, χωρίς να εξηγήσει εάν αυτό το άτομο είχε καν σχέση με τους Εναγόμενους. - Δεδομένου ότι αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν ότι με την χρήση του μηχανισμού για να κατεβεί στο έδαφος το Skip χρειάζετο πιο λίγος χρόνος για να γίνει η δουλειά, δεν θα ήταν λογικό οι Εναγόμενοι να του είχαν δώσει οδηγίες να ανεβεί πάνω στο Skip. - Σε άλλο στάδιο ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το Skip μπορεί μόνο να ανεβεί όταν είναι γεμάτο και όχι να κατεβεί, θέση την οποία αναγκάστηκε να δεχτεί μετέπειτα ότι δεν γνώριζε. Διαφαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός έγινε απλώς για να πείσει ότι δεν θα μπορούσε να κατεβάσει το Skip για να το ξεσκεπάσει. Ζημιές που ο Ενάγοντας υπέστη - Ο Ενάγοντας δεν έπεισε με τις δικαιολογίες που έδωσε ως προς το γιατί δεν πήγε στις Α' Βοήθειες μόλις επέστρεψε στην Scania αφού το Γενικό Νοσοκομείο ήταν απέναντι. Αρχικά είπε ότι δεν το θεωρούσε σωστό να επισκεφτεί γιατρό προτού το αναφέρει στους εργοδότες του και τους παραδώσει το αυτοκίνητο, ενώ ερωτηθείς γιατί δεν τους ενημέρωσε τηλεφωνικώς ισχυρίστηκε ότι ήταν επειδή δεν είχε μονάδες. - Ούτε και έπεισε ότι τόσο οι εργοδότες του όσο και οι συναδέλφοι του τον είδαν τραυματισμένο και το πόδι του φουσκωμένο, να κουτσαίνει και να πονεί τρομερά αλλά δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο που έφυγε από το μέρος του ατυχήματος δεν πονούσε τόσο έντονα όσο ισχυρίστηκε, εξ ου και πήγε στο Νοσοκομείο τελικά μετά από αρκετές ώρες. - Η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι δεν ενδιαφέρθηκαν να αναφέρουν το ατύχημα και αρνήθηκαν να συμπληρώσουν την φόρμα καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 4 στο οποίο φαίνεται ότι την 22.6.2008 οι Εναγόμενοι δήλωσαν το ατύχημα και υπέβαλαν το έντυπο στο Υπουργείο. - Ενώ μιλούσε για νάρθηκα, μετά είπε ότι αυτό που είχε τοποθετηθεί από τις Α' Βοήθειες ήταν επιδέσμοι με βαμβάκι. - Για τον ακριβή τραυματισμό του Ενάγοντα θεωρώ ότι ευρήματα μπορούν να εξαχθούν μόνο μετά από ανάλυση της ιατρικής μαρτυρίας. - Ενδεικτικό της όλης τάσης του Ενάγοντα να αποδίδει τα πάντα στο ατύχημα και στους Εναγόμενους είναι το ότι ισχυρίστηκε ότι μετά το ατύχημα έχασε το σπίτι του, αφήνοντας ξεκάθαρα υπόνοια ότι ήταν λόγω του ότι δεν μπορούσε να εργαστεί. Όμως, αντεξεταζόμενος, δέχτηκε ότι κατά τη μέρα του ατυχήματος ήταν ήδη σε πτώχευση και ότι το σπίτι πουλήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη μετά από 2 - 3 μήνες. Ικανότητα του Ενάγοντα για εργασία - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι στην σελ. 3 του Τεκμηρίου 33 το Γενικό Νοσοκομείο λέει ότι αυτός δεν μπορεί να ασκήσει κανένα επάγγελμα ή να στέκεται ή περπατά πάνω από 30 λεπτά ή 500 μέτρα. Εκείνο, όμως, που αναγράφεται στο συγκεκριμένο σημείο αποτελεί απλώς την καταγραφή των όσων δήλωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας και όχι θέση των ιατρών. - Ενώ δε ισχυρίζετο ότι δεν μπορεί να εργάζεται και δεν μπορεί να στέκεται δέχτηκε ότι μετά από το ατύχημα εργάστηκε στην ταβέρνα Πλάκα σαν ψήστης όπου στεκόταν για 3 ώρες επί 6 μέρες τη βδομάδα. Η δικαιολογία ότι αυτό το έκανε για να βοηθήσει τον γαμπρό του δεν αφορά, αφού για σκοπούς της παρούσης σημασία έχει ότι είχε τη δυνατότητα να το πράξει. - Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στην πιο πάνω εργασία έμεινε μόνο 9 μήνες. Από το Τεκμήριο 17, όμως, φαίνεται ότι εργάστηκε στην ταβέρνα για 5 μήνες το 2012, 7 μήνες το 2013 και 4 μήνες το 2014. Ερωτηθείς δε γιατί σταμάτησε, ο Ενάγοντας είπε ότι τον σταμάτησαν οι εργοδότες του. Μετά, όμως, είπε ότι δεν έπιασε δουλειά σε άλλο εστιατόριο επειδή δεν τον ικανοποιούσε ο μισθός που του πρόσφεραν. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο ότι δεν ευσταθεί η θέση του Ενάγοντα ότι είναι ανίκανος για οποιουδήποτε είδους εργασία. Δέχτηκε δε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι μπορεί να οδηγεί μοτοποδήλατο αλλά ότι δεν μπορεί να βρει δουλειά ως οδηγός βαρέων οχημάτων λόγω ηλικίας. Ο κ. XXXXX Καΐλας έδωσε μία μαρτυρία η οποία δεν προσφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό. Παρά την προσπάθεια της ευπαιδεύτου συνηγόρου να τον παρουσιάσει ως εμπειρογνώμονα για θέματα ασφάλειας, αυτό που ο Μ.Ε.2 έκανε ήταν να προσπαθήσει να ερμηνεύσει Νομοθεσίες, έργο που ανήκει στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν παντελώς θεωρητική αφού το Τμήμα του δεν είχε διερευνήσει το ατύχημα. Σημειώνω ότι και ο Μ.Ε.2 δέχτηκε ότι παρείχετο η επιλογή στον Ενάγοντα να κατεβάσει το Skip στο έδαφος και εκεί να το ξεσκεπάσει. Με δεδομένο και το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους δήλωσε ως παραδεκτό ότι το σκέπασμα πάνω στο Skip έμπαινε χειρονακτικά, η ουσία στην προκειμένη περίπτωση έγκειται στην απόφαση να σκαρφαλώσει ο Ενάγοντας πάνω στο Skip για να το πράξει, και ποιος φέρει την ευθύνη για αυτήν. Οι Δρες XXXXX Βασιλείου (Μ.Ε.3), XXXXX Τρυφωνίδης (Μ.Ε.4) και XXXXX Αθάνατος έδωσαν μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο οι ιατροί αυτοί έχουν τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθούν όντως εμπειρογνώμονες, και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2013)1 Α.Α.Δ.543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1)). Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34) Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Στην R. v. Silverlock
(1894)2 QB 766, επί της οποίας στηρίχθηκε ο συνήγορος των εφεσειόντων, ο Vaughan-Williams J Αναφέρει: «No one should be allowed to give evidence as an expert unless his profession or course of study gives him more opportunity of judging than other people." Στην Evangelou & Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, η αποδοχή από το πρωτόδικο δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα χωρίς να είναι αυτό επιτρεπτό και δικαιολογημένο κρίθηκε εσφαλμένη. «. . ... Nor was there any admissible evidence as to the value of the property of the company. Mr. Ambizas was, without justification, allowed to give expert testimony on the value of land. There was nothing before the Court to justify the reception of his opinion on the subject. To qualify as an expert, it must first be established that a witness, on account of his knowledge and experience in a given field of knowledge, is qualified to the extent that it is safe to admit his opinion as evidence of the fact in issue. There is nothing on record to suggest that Mr. Ambizas possessed such expertise, on the contrary, judging from his own evidence, he possessed no such qualifications. For, when asked to give his opinion as to the value of the immovable property of his wife at Nicosia, he disclaimed knowledge and refused to opine on the subject. The opinion of Mr. Ambizas was, for similar reasons, wrongly admitted with regard to property he acquired prior to the Turkish invasion in the Famagusta district, at Yialoussa, notably one third share in ten donums of land, for which he paid about £500.- The loss of Mr. Ambizas in this respect, is appreciable but there is no satisfactory evidence as to its extent, and, certainly, the Judge wrongly admitted opinion evidence from a non expert in the field of land valuation." Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι παραδεκτό ότι ο Μ.Ε.5 «σπούδασε ιατρική, απέκτησε ειδικότητα στην εσωτερική παθολογία και διδάσκει το αντικείμενο της γνώσης του, την ιατρική σε πανεπιστήμιο.» Η «έκθεση» την οποία προσπάθησε ο μάρτυρας ανεπιτυχώς να παρουσιάσει στο δικαστήριο και η οποία είναι ενώπιον μας, αναφέρεται σε «έρευνα της αξιολόγησης των προοπτικών πώλησης του σκευάσματος μελατονίνης «MelaPure» το οποίο κατασκευάζεται από την εταιρεία «Genzyme» στην αγορά της Ουκρανίας. Συνεπώς εκείνο που ήθελε ο διάδικος να αποδείξει στο δικαστήριο ήταν οι προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά της Ουκρανίας. Εξετάζοντας το υπόβαθρο που τέθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο Μ.Ε.5 είναι ειδικός, εμπειρογνώμονας επί του θέματος, συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.5 πράγματι είναι σπουδασμένος ιατρός με ειδικότητα στην παθολογία και διδάσκει ιατρική σε πανεπιστήμιο, πραγματικά σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα και πείρα στη διδασκαλία της ιατρικής. Αυτά όμως δεν του προσδίδουν αυτόματα την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επι του εξεταζόμενου θέματος που αφορούσε τις προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά. Το θέμα που πάντοτε εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας» («In what field is this witness being offered as an expert?») Αυτό καθιέρωσε η R. v. Silverlock (άνω) και επιβεβαιώθηκε στην R. v. Robb
(1991)93 Cr. App.R. 61. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε τόσο το στάδιο εξέτασης του θέματος όσο και την έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Ε.5 επί του εξεταζόμενου θέματος». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ τώρα στην ξεχωριστή αξιολόγηση των προσόντων και της εμπειρίας εκάστου ιατρού με σκοπό να κριθεί κατά πόσο αυτοί μπορούν να θεωρηθούν εμπειρογνώμονες αναφορικά με το αντικείμενο για το οποίο έδωσαν μαρτυρία. Ο Δρας XXXXX Βασιλείου ανέφερε ότι σπούδασε Γενική Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και μετέπειτα έκανε 6 χρόνια Ειδικότητα στην Χειρουργική Ορθοπεδική Ιατρική. Εργάστηκε ως Ορθοπεδικός από το 2000 και από το 2004 μέχρι και το 2014 εκτελούσε χρέη Ειδικού Ορθοπεδικού στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και έκτοτε ιδιωτεύει. Ο Δρας XXXXX Τρυφωνίδης ανέφερε ότι σπούδασε στην Αγγλία όπου απέκτησε την Ειδικότητα στην Χειρουργική Ορθοπεδική με νοσοκομειακή εξάσκηση. Εργάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο από τον Αύγουστο 2010 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2015 και τώρα ιδιωτεύει. Είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire στην Κύπρο. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο Δρας XXXXX Αθάνατος είναι Ορθοπεδικός Χειρούργος με σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Μετεκπαίδευση και Ειδικότητα στην Αγγλία. Ασκεί ιδιωτική ιατρική στον τομέα αυτό από το 1981 στην Κύπρο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι και οι τρεις μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα της Χειρουργικής Ορθοπεδικής και άρα προχωρώ σε γενική αξιολόγηση των όσων οι πιο πάνω ιατροί ανέφεραν. Ο Δρας Γ. Βασιλείου ήταν ξεκάθαρο ότι δεν θυμόταν την περίπτωση του Ενάγοντα αλλά αντλούσε πληροφορίες από τον φάκελο του Νοσοκομείου. Όσον αφορά τον εν λόγω φάκελο Τεκμήριο 26 ο Μ.Ε.3 απλώς ανέγνωσε αυτά που κατέγραψαν άλλοι και στο σημείο αυτό η μαρτυρία του έχει περιορισμένη βαρύτητα. Ο ίδιος εξέτασε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά την 11.6.2009, ένα χρόνο μετά το επίδικο ατύχημα. Σημειώνω ότι ο Μ.Ε.3 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, επεξήγησε με λογική και σαφήνεια τις θέσεις του και ήταν αντικειμενικός. Από τα όσα αυτός ανέφερε επισημαίνω τα πιο κάτω: - Ο Μ.Ε.3 εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του την θέση ότι οι αλλοιώσεις της επιγονατίδας παρέπεμπαν σε πιο χρόνιες αλλοιώσεις και υποδηλούν χρόνιες κακώσεις. Τονίζω ότι ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε από τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα η θέση αυτή να τον δεσμεύει. - Ερωτηθείς κατά πόσο μπορεί να πει με σιγουριά ότι ο λόγος για την επέμβαση ήταν το ατύχημα, ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι κανένας δεν μπορεί να πει κάτι τέτοιο αλλά ότι αφού η επέμβαση αφορούσε ρήξη μηνίσκου, συνδέεται. Ειδικά, επεξήγησε, αφού πριν από το ατύχημα ο Ενάγοντας λειτουργούσε και εργάζετο. Η θέση αυτή είναι πειστική και λογική. - Ήταν θέση του Μ.Ε.3 ότι η δημιουργία υγρού και το οίδημα ήταν συμπτώματα των οστεόφυτων και της εκφύλισης που προϋπήρχαν του ατυχήματος. Δέχομαι, όμως, τη θέση του Μ.Ε.3 ότι ένα νέο συμβάν θα πυροδοτούσε το πρήξιμο και την δημιουργία υγρού. Ανέφερε, όμως, ταυτόχρονα, ότι μπορεί να προκληθούν και από φυσική κόπωση. - Όσον αφορά στην θέση που του υπέβαλε η πλευρά των Εναγομένων ότι η κατάσταση του Ενάγοντα οφείλετο σε παλαιά κάκωση, ο Μ.Ε.3 έπεισε ότι εάν η κάκωση που αναγράφεται ότι υπέστη ο Ενάγοντας το 2000 ήταν ρήξη πρόσθιου χιαστού και μηνίσκου δεν θα είχε αντιμετωπιστεί συντηρητικά. Κατ' επέκταση αποδέχομαι ότι τα όσα ο Μ.Ε.3 διαπίστωσε κατά την χειρουργική επέμβαση ήταν απότοκο του ατυχήματος. - Λογική ήταν επίσης η θέση του Μ.Ε.3 ότι ο μεταβολισμός του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικός και άρα το πόσος χρόνος απαιτείται για να απορροφηθεί ο χιαστός διαφέρει από άτομο σε άτομο. Λόγω του ότι η χειρουργική επέμβαση έγινε 1 χρόνο μετά το ατύχημα ο Μ.Ε.3 δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα πότε επεσυνέβη η ρήξη χιαστού. Ο Δρας XXXXX Τρυφωνίδης έδωσε μαρτυρία με τρόπο που δυσχέραινε την κατανόηση της από το Δικαστήριο. Σε μεγάλο βαθμό η κυρίως εξέταση του αναλώθηκε σε ανάγνωση του τι είχαν διενεργήσει άλλοι ιατροί, πράγμα που δεν αρκεί για να καταστήσει άμεση μαρτυρία τα όσα αναγράφονται επί του Τεκμηρίου
  1. Θα πρέπει να τονιστούν τα εξής: - Μεγάλο μέρος των απόψεων του Μ.Ε.4 στηρίχθηκε στο τι του περιέγραψε ο Ενάγοντας ως προς το τι μπορεί να κάνει και τι νιώθει, τα οποία και θεώρησε δεδομένα, και όχι σε δικά του ευρήματα. Συνεπώς, με την μη αποδοχή των ισχυρισμών του Ενάγοντα καταρρέει και το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η μαρτυρία και η άποψη του Δρος Τρυφωνίδη. - Ενδεικτικό αυτού είναι και το ότι ο Μ.Ε.3 ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν είχε καθόλου συμπτώματα πριν από το ατύχημα, οδηγεί στο ότι η οστεοαρθρίτριδα είναι μετατραυματικής φύσης. Ο Δρας XXXXX Βασιλείου, όμως, ο οποίος και χειρούργησε τον Ενάγοντα είπε στο Δικαστήριο ότι η οστεοαρθρίτιδα υπήρχε έκτοτε. Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.4 δέχτηκε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι προϋπήρχε του ατυχήματος. - Δεδομένης της μαρτυρίας των λοιπών ιατρών δεν μπορεί να μην παρατηρηθεί ότι ο Μ.Ε.4 είναι ο μόνος που εισηγήθηκε την διενέργεια ολικής αρθροπλαστικής γόνατος στον Ενάγοντα, εισήγηση η οποία προκύπτει ότι θα ήταν ακραία για την περίπτωση του. - Όσον αφορά στην θέση του Δρος Τρυφωνίδη ότι η κλινική εικόνα του Ενάγοντα όπως καταγράφεται στον φάκελο Τεκμήριο 26 και τα ευρήματα της επέμβασης συνάδουν πλήρως με στροφική κάκωση λόγω τραυματισμού, την αποδέχομαι, δεδομένου ότι συνάδει και με αυτά που ανέφερε ο Μ.Ε.
  2. Όμως η αποδοχή της περιορίζεται στα όσα επεξήγησε ο Δρας Αθάνατος ότι μόνο η μία πλευρά του μηνίσκου μπορεί να έχει τραυματιστεί τοιουτοτρόπως για λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Ο Δρας XXXXX Αθάνατος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, έδωσε μαρτυρία με σαφήνεια και αντικειμενικότητα, παρέχοντας στο Δικαστήριο την απαραίτητη πληροφόρηση ώστε να εξάξει συμπεράσματα. Επισημαίνω τα πιο κάτω: - Η θέση του Μ.Υ.2 ότι η στροφική κάκωση γόνατος θα δικαιολογούσε την ρήξη μόνο του ενός μηνίσκου αφού με την στροφική κάκωση όλη την επίπτωση της στροφής την υφίσταται η μία πλευρά βρίσκει έρεισμα στην λογική. Αποδέχομαι, συνεπώς ότι από το ατύχημα ο Ενάγοντας υπέστη ρήξη έσω μηνίσκου και διάταση του έσω συνδέσμου. - Σημειώνω, όμως, ότι ο Μ.Υ.2 δέχτηκε ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ρήξη πάνω σε μία εκφυλιστική κατάσταση μηνίσκου. - Όσον αφορά στις εκφυλιστικές αλλοιώσεις ο Μ.Υ.2 έπεισε ότι αυτές προϋπήρχαν του ατυχήματος. Αφενός η θέση του συνάδει και με αυτήν του Μ.Ε.
  3. Αφετέρου από την έκθεση του υπερηχογραφήματος ημερ. 13.6.2008 προκύπτει μία χρόνια κατάσταση. - Όσον αφορά, όμως, στην ρήξη του πρόσθιου χιαστού θεωρώ ότι σε καλύτερη θέση να τοποθετηθεί ήταν ο Μ.Ε.3 ο οποίος και χειρούργησε τον Ενάγοντα και είχε την πραγματική εικόνα. Ο ίδιος ο Μ.Υ.2 δέχτηκε ότι κατά την αρθροσκόπηση ο ιατρός βλέπει καλύτερα την κατάσταση απ' ότι απλώς με το υπερηχογράφημα. - Η θέση του Μ.Υ.2 αναφορικά με το χρώμα που θα έπρεπε να είχε το υγρό που αφαιρέθηκε από τον Ενάγοντα, παρά το ότι λογική, θα ήταν παρακινδυνευμένο να γίνει δεκτή. Αυτό γιατί το άτομο που κατέγραψε την αφαίρεση στον φάκελο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να υπάρχει ασφαλής κατάληξη ως προς το τι ακριβώς είχε εντοπίσει. Ο Δρας Αθάνατος δέχτηκε και αυτός ότι ένας έμπειρος γιατρός θα μπορούσε να ξεχωρίσει το είδος του υγρού, αλλά δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την πείρα του ατόμου που διενήργησε την παρακέντηση. - Αποδέχομαι πλήρως τα ευρήματα του Μ.Υ.2 ως προς την σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα, στα οποία κατέληξε μετά από κλινική εξέταση. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την θέση του ότι η ολική αρθροπλαστική είναι πολύ σοβαρή επέμβαση με πολλούς κινδύνους και επιπτώσεις στο μέλλον γι' αυτό δεν πρέπει να λαμβάνεται απόφαση εύκολα για τη διενέργεια της. - Αποδέχομαι επιπλέον την θέση του Δρος Αθάνατου ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί μεν να ασκεί την εργασία οδηγού βαρέων οχημάτων αλλά μπορεί να οδηγεί άλλα οχήματα. Ο κ. XXXXX Νικολάου με έπεισε ότι ήταν ειλικρινής. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι διεφάνη ότι έχει και ασφαλιστική κάλυψη οπόταν ο ίδιος δεν είχε κάποιο οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Θεωρώ, εν πάση περιπτώσει ότι έδωσε μία λογική εκδοχή, ενώ δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, παρά το γεγονός ότι σε σημεία υπήρξε είρωνας προς την συνήγορο για τον Ενάγοντα. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν παρών την ώρα που επεσυνέβη το ατύχημα και άρα η μαρτυρία του μπορεί να έχει βαρύτητα μόνο ως προς τις οδηγίες που δόθηκαν στον Ενάγοντα και στο σύστημα εργασίας. Από τα όσα είπε ο Μ.Υ.1 σημειώνω ενδεικτικά τα πιο κάτω: - Ο Μ.Υ.1 δέχτηκε ότι ο ίδιος έδινε οδηγίες στους υπαλλήλους του κάθε μέρα ως προς το που θα πάει για εργασία ο κάθε ένας. Το γεγονός αυτό, όμως, παρά την εκτεταμένη αντεξέταση, δεν έχει ουσιαστική σημασία στα επίδικα γεγονότα. - Λογική ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι εκείνο που απαιτείται είναι εμπειρία σε οδήγηση φορτηγού και ότι το Skip δεν χρειάζεται κάποια ειδική εκπαίδευση δεδομένου ότι απλώς πατιέται ένας μοχλός για να το ανεβάσει, κατεβάσει και γύρει προς τα κάτω, και ένας μοχλός των γάντζων που στερεώνει το Skip στις αλυσίδες. - Λογική, επιπλέον, ήταν η θέση του ότι είναι εύκολο να γίνει το σκέπασμα και το ξεσκέπασμα του Skip στο έδαφος αφού χρειάζονται πολύ λίγα λεπτά για να ανεβεί και να κατεβεί το Skip. Η θέση αυτή συνάδει και με τα όσα δήλωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Συνεπώς ο Μ.Υ.1 έπεισε ότι δεν θα ήταν λογικό να είχε δώσει οδηγίες για διεξαγωγή της εργασίας με τρόπο που ήταν πιο χρονοβόρος. - Ο Μ.Υ.1 εξήγησε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο του Skip είναι ασταθές, όπως για παράδειγμα άδεια κιβώτια. Από αυτό μόνο φαίνεται ότι δεν ευσταθεί η θέση του Ενάγοντα ότι δόθηκαν οδηγίες να πατούν πάνω στο περιεχόμενο του Skip για να το ξεσκεπάσουν. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 49 ετών και εργάζετο στους Εναγόμενους ως οδηγός βαρέων οχημάτων με μισθό €1.350 μηνιαίως. Την 6.6.2008 του δόθηκαν οδηγίες από τους Εναγόμενους να πάρει το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής XXXXX25 από το μηχανουργείο των Εναγομένων στον Στρόβολο, να μεταβεί στο μηχανουργείο της Scania απέναντι από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου θα έπρεπε να φορτώσει ένα Skip γεμάτο και να το μεταφέρει για ξεφόρτωμα στην κτηνοτροφική ζώνη Ιδαλίου. Το φορτηγό είχε μοχλό ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ανέβασμα και κατέβασμα του Skip στο έδαφος. Όταν ο Ενάγοντας έφτασε στην Κτηνοτροφική Ζώνη Ιδαλίου ανέβηκε πάνω στο Skip με σκοπό να το ξεσκεπάσει. Ξεκίνησε από πίσω και ερχόταν προς τα μπροστά. Στην προσπάθεια του να κατεβεί από το Skip στην βάση του φορτηγού γλίστρησε και το δεξί του πόδι παγιδεύτηκε στην αλυσίδα και κρεμάστηκε. Αφού απεγκλωβίστηκε με τη βοήθεια τρίτου προσώπου, ο Ενάγοντας μετέφερε το άδειο Skip στο μηχανουργείο της Scania και μετά το φορτηγό στο μηχανουργείο των Εναγομένων και πήγε στα γραφεία των τελευταίων για να πληρωθεί. Η ώρα 8.33 μ.μ. μετέβη στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου τοποθετήθηκε επίδεσμος στο γόνατο του. Από την όλη μαρτυρία ενώπιον μου ως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: · Την 13.6.2008 στο ΤΑΕΠ διαγνώστηκε με διατακτική κάκωση πλαγίου συνδέσμου και σημεία ατελούς ρήξης οπίσθιου χιαστού συνδέσμου και ρήξη έσω μηνίσκου. · Την 3.12.2009 υποβλήθηκε σε αρθροσκοπική μηνισκεκτομή υπό γενική αναισθησία. Έγινε μερική μηνισκεκτομή του έσω και του έξω μηνίσκου, καθαρισμός στο εσωτερικό του γόνατος και συρραφή στις πύλες εισόδου. Κατά την επέμβαση διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ατελής ρήξη οπίσθιου χιαστού αλλά ρήξη πρόσθιου χιαστού. · Χορηγήθηκε αντιβίωση στον Ενάγοντα και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες. · Δόθηκε στον Ενάγοντα άδεια ασθενείας από 6.6.2008 μέχρι 30.11.2008, από 1.2.2009 μέχρι 28.2.2009, από 27.8.2009 μέχρι 5.11.2009, από 15.11.2010 μέχρι 31.12.2010 και από 1.1.2011 μέχρι 13.7.
  4. · Κατά την 26.4.2016 βάδιζε με ελαφρά χωλότητα, παρουσίαζε μικρή ατροφία τετρακεφάλου 1 εκ, πλήρη κάμψη με κάποια δυσφορία στην ακραία θέση και πλήρη έκταση με δυσφορία στην ακραία θέση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας την αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Εναγόμενους διαφαίνεται ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται στην Υπεράσπιση τους δεν έχουν προωθηθεί και άρα θεωρώ ότι αυτές έχουν εγκαταλειφθεί. Ενώ δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στον εργοδοτούμενο λογικά ασφαλείς συνθήκες εργασίας και να μην εκθέτει αυτόν σε περιττούς κινδύνους, πηγάζει από το άρθρο 51 του εν λόγω Νόμου, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινού δικαίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Σταύρου Στυλιανού
(2002)1 (Γ) 1718: «Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να επιδεικνύει προς τον εργοδοτούμενο την εύλογη φροντίδα προς προμήθεια ασφαλούς εξοπλισμού, ασφαλούς συστήματος εργασίας, ασφαλούς τόπου εργασίας και ασφαλούς πρόσβασης σ΄ αυτόν. Για να καταλήξουμε κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής θα πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν τη φύση του χώρου. Εξ άλλου ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για αμέλεια, αν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, ο εργοδοτούμενος υποστεί τραυματισμό, λόγω ελαττώματος του εξοπλισμού που του έχει παρασχεθεί από τον εργοδότη του για σκοπούς της εργασίας του εργοδότη». Στην απόφαση Άριστος Κυμίσης ν. Α. Χρυσοστόμου, ECLI:CY:AD:2017:A110, Πολ. Εφ. 361/11 ημερ. 24.3.2017 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην, σχετικά, πρόσφατη απόφασή μας ΑΗΚ ν. Χριστοφόρου, ΠΕ 82/2010 και 82Α/2010, ημερ. 5.2.2015, ενδιατρίψαμε στη νομική πτυχή που καλύπτει το ζήτημα της υποχρέωσης του εργοδότη προς παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 211, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1661, Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 ΑΑΔ 1855, Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1 ΑΑΔ 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 304, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1 ΑΑΔ 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 206 ). Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω): «Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.» Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60: «Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (
  1. i)the organization of the work; (
  2. ii)the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (
  3. iv)the sequence of events; (
  4. v)the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (
  5. vi)the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks. Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.» Σε ελληνική μετάφραση: «Εννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  6. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  7. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  8. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  9. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  10. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313: «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παραμένει, ως ακλόνητο εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος καλουψής, έλαβε ρητές οδηγίες να στήσει σκαλωσιές, που υπήρχαν στο χώρο εργασίας, προκειμένου να αρχίσει να ξεκαλουπώνει. Αντί αυτού, επέλεξε, παραβιάζοντας τις οδηγίες του εργοδότη του, να χρησιμοποιήσει μεταλλικό βαρέλι, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Κατά τη συζήτηση της έφεσης απασχόλησε ιδιαίτερα το ζήτημα της υποχρέωσης διασφάλισης της εποπτείας και επίβλεψης του συστήματος εργασίας που παρείχε ο εργοδότης. Κατά πόσο δηλαδή οι Εφεσίβλητοι θα έπρεπε, εύλογα, να διασφαλίσουν ότι οι οδηγίες τους ακολουθούνται στην πράξη και ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Όπως έχει νομολογιακά καθοριστεί, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Στην εξέταση τέτοιου ζητήματος η φύση της εργασίας και η ιδιαιτερότητα του κινδύνου, είναι καθοριστικοί παράγοντες προκειμένου να σταθμιστεί η ανάγκη λεπτομερούς οργάνωσης και η υποχρέωση τυχόν επίβλεψης, προς το συμφέρον της ασφάλειας των εργοδοτουμένων. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εφεσείων θα εκτελούσε εργασία, η οποία, με βάση τα δεδομένα, δεν ενείχε ιδιαίτερους κινδύνους, πολύ περισσότερο για κάποιο έμπειρο καλουψή, όπως ήταν ο Εφεσείων. Το ύψος ήταν περιορισμένο και το στήσιμο σκαλωσιάς, χαμηλού ύψους, προς ασφάλεια, απλή λειτουργία, καθημερινής ρουτίνας γι΄ αυτού του είδους τις εργασίες. Οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες, δεν είχαν κανένα λόγο να προβλέψουν ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος ως λέχθηκε, δεν θα εκτελούσε, χωρίς επίβλεψη, κατά τρόπο λογικά ασφαλή την εργασία που του ανατέθηκε, μετά μάλιστα και από την παροχή σχετικών οδηγιών. Αναπόδραστα προβάλλει ότι οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες παρείχαν στον Εφεσείοντα, ως ήτο υποχρέωσή τους, ασφαλές σύστημα εργασίας, ούτως ώστε να μην είναι εκτεθειμένος σε περιττό ή μη αναγκαίο κίνδυνο. Υπό τις συνθήκες που έχουμε ήδη καταγράψει και με μέτρο το συνετό εργοδότη, οι Εφεσίβλητοι δεν υπείχαν καθήκον επίβλεψης, ούτως ώστε και να τους αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα που ακολούθησε». Η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτούμενους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν τέτοιοι κινδύνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν (βλ. Διονύση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 219). Το απομακρυσμένο του κινδύνου δεν συνιστά από μόνο του λόγο για θεώρηση του συστήματος ως ασφαλούς (βλ. Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 918). Περαιτέρω, το γεγονός ότι η πιθανότητα εκδηλώσεως του κινδύνου είναι μικρή, δεν απαλλάττει τον κάτοχο υποστατικών από την λήψη προστατευτικών μέτρων, εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 70. Όπως αναφέρεται στην Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (πιο πάνω): «Το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί, όντως, καθήκον του εργοδότη, όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε 'περιττούς' κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, όπως εξηγείται στην Tziellas v. The Ship 'Nadalena' H
(1982)1 C.L.R. 807, ο οποίος είναι, αφ' ενός, προβλεπτός και, αφ' ετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους». Για περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία του τι συνιστά 'περιττό κίνδυνο' βλ. Σάββας Αθανασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1969)1 Α.Α.Δ. 160. Όπoυ εργοδότης εκχωρεί αρμοδιότητες σε υπαλλήλους του, η ευθύνη συνεχίζει να υφίσταται (βλ. Charalambous v. Cargour & Co.
(1980)1 C.L.R. 138, Kakou v. Adriatica
(1980)1 C.L.R. 357). Το τι απαιτεί η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ερώτημα πραγματικό και όχι νομικό (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Μετάλκο Λτδ
(1982)1 Α.Α.Δ. 636). Στην υπόθεση Perentis v. General Constructions
(1981)1 C.L.R. 1, εξετάστηκε το κατά πόσο ο επιστάτης θα έπρεπε να είχε παραμείνει στον χώρο ώστε να διαβεβαιωθεί ότι οι οδηγίες του θα ακολουθούντο. Κρίθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, με γνώμονα το ότι ο Ενάγοντας ήταν ο ίδιος έμπειρος υπάλληλος, ότι η εργασία ήταν απλή και σχετικά ασφαλής νοουμένου φυσικά ότι είχαν ακολουθηθεί οι οδηγίες του, και ότι αυτό που ο Εφεσείοντας έκανε δεν ήταν λογικά προβλεπτό. (βλ επίσης Nicos Panayi v. G. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 416). Στην υπόθεση Dandan v. C. & A. Toumazis Co. Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1346 ο Εφεσείοντας που εργαζόταν σε ανεγειρόμενη οικοδομή χρησιμοποίησε την εξωτερική πλευρά ικριώματος ως σκάλα για να ανεβεί στον 4ο όροφο της οικοδομής, με αποτέλεσμα την πτώση και τον τραυματισμό του. Η κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείοντας είχε εκθέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο κρίθηκε ορθή, αφού τέτοιο ενδεχόμενο τρόπου εργασίας από υπάλληλο δεν ήταν προβλεπτό, και οι Εφεσίβλητοι είχαν λάβει πέραν του δέοντος προστατευτικά μέτρα για την αντιμετώπιση προβλεπτού κινδύνου πτώσης των εργαζομένων. Ούτε και υπήρχε μαρτυρία ότι περιήλθε στην αντίληψη των Εφεσιβλήτων ότι εργάτες χρησιμοποιούσαν τα κιγκλιδώματα ως σκάλες. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, παρά το γεγονός ότι υπήρχε μοχλός με τον οποίο ο Ενάγοντας μπορούσε να κατεβάσει το Skip μηχανικά από το φορτηγό, ο Ενάγοντας επέλεξε, αντίθετα με τις οδηγίες των εργοδοτών του, να ανεβεί πάνω στο Skip και να πατήσει πάνω στα υλικά που ήταν μέσα σε αυτό για να το ξεσκεπάσει. Ενώ βρισκόταν πάνω στην άκρη του Skip γλίστρησε και έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μου αποτελεί ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας, και ο Ενάγοντας απέτυχε να καταδείξει ότι αυτοί φέρουν ευθύνη για το ατύχημα το οποίο αυτός υπέστη. Θεωρώ ότι, με δεδομένη την πείρα του Ενάγοντα θα ήταν υπερβολικό να αποδοθεί ευθύνη στους Εναγόμενους επειδή δεν επέβλεψαν τον Ενάγοντα για να επιβεβαιώσουν ότι αυτός θα χρησιμοποιούσε τον μοχλό για να κατεβάσει το Skip και θα αποφάσιζε να σκαρφαλώσει πάνω σε αυτό για να το ξεσκεπάσει. Τούτου δεδομένου, αποτελεί κατάληξη μου ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο ίδιος ο Ενάγοντας. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341: «. Given the findings of the Court in this case we fail to see what a prudent employer should do other than forbid, as the appellant did, the respondent from having anything to do with the machine and bring to the notice of his subordinates, the man in charge in his absence, his instructions. He had no reason to anticipate that the respondent, a man of age, would disobey his instructions and far less in the irresponsible manner he did. If the respondent chose, as the trial Court found, to go about the premises of his employer 'looking for trouble' he should not look to the appellant to compensate him. Responsibility for the accident lied with him and for that reason he should bear the consequences». Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω το θέμα των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Η νομολογιακή αρχή είναι ότι ο Ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες και αξιοί (βλ. Κούνουνα ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2126). Κρίνω χρήσιμο να εξετάσω τις αξιούμενες ειδικές ζημιές με τη σειρά που αυτές δικογραφούνται: (
  1. i)Απώλειες Εισοδημάτων από 6.6.2008 - 6.6.2011 Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν πιστοποιητικά για άδεια ασθενείας για την περίοδο από 6.6.2008 μέχρι 30.11.2008 (Τεκμήρια 12), από 1.2.2009 μέχρι 28.2.2009 και υπάρχει κενό για την περίοδο από 28.2.2009 μέχρι 26.8.2009 (Τεκμήρια 13, 14, 15 και 16). Ακολουθούν πιστοποιητικά άδειας ασθενείας για τις περιόδους από 27.8.2009 μέχρι 5.11.2009 ενώ απουσιάζει οποιοδήποτε τεκμήριο για την περίοδο 6.11.2009 μέχρι 14.11.2010. Προσκομίστηκαν πιστοποιητικά μετέπειτα για την περίοδο από 15.11.2010 μέχρι 13.7.2011. Συνεπώς ο Ενάγοντας έχει αποδείξει απώλεια εισοδημάτων για συνολική περίοδο 15 μηνών και 61 ημερών, ήτοι για σκοπούς υπολογισμού μισθού, 17 μήνες. Το ποσό που θα εδικαιούτο επί πλήρους ευθύνης για απώλεια εισοδημάτων ανέρχεται σε €22.950 (17 x €1.350). (
  2. ii)Μεταφορικά Καμία απόδειξη δεν προσκομίστηκε που να αποδεικνύει αυτή την αξίωση με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχτεί. (iii) Ιατρικά έξοδα και φάρμακα Μοναδική απόδειξη που κατατέθηκε αποτελεί το Τεκμήριο 10 και 11 με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να έχει αποδείξει μόνο την καταβολή του ποσού των €100. (
  3. iv)€4.500 για φροντίδα Ούτε και για την αξίωση αυτή προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη με αποτέλεσμα να μην έχει στοιχειοθετηθεί. Έπεται πως σε περίπτωση που ο Ενάγοντας είχε αποδείξει πλήρη ευθύνη των Εναγομένων αυτός θα εδικαιούτο στην επιδίκαση ποσού €23.050 ως ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά στις σωματικές βλάβες που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι υπέστη, θεωρώ ότι αυτές έχουν ως παρατίθενται πιο πάνω, κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να προβεί στην αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας καθώς και της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγοντας. Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνη Θεμιστοκλέους
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355 (απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο και κρίθηκε ότι απέδιδε ορθά τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα του υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων): «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, Miller v. Peter, Πολ. Εφ. 10408/16.12.99)». Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, στις σελ. 74 - 75: «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727, Φοινικαρίδης και άλλων ν. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303 Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». Εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα ήταν ότι θα πρέπει να επιδικαστεί ποσό €60.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους εισηγήθηκε ότι το ποσό δεν θα μπορούσε να υπερβεί τις €15.000. Μελετώντας την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι επισημαίνω και τις διαφορές μεταξύ αυτών και της επίδικης περίπτωσης, παρά το ότι σε ορισμένες σωματικές βλάβες μπορεί να υπάρχει ταύτιση. Αφού έλαβα υπόψη το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγοντας, την ηλικία του Ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός πέρασε και την σημερινή του κατάσταση όπως αυτά καταγράφονται στα ευρήματα πιο πάνω, κατέληξα ότι ένα ποσό της τάξεως των €40.000,00 θα αποτελούσε για την περίπτωση του δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Σημειώνω περαιτέρω, όπως φαίνεται από την αξιολόγηση πιο πάνω, ο Ενάγοντας δεν έχει πείσει ότι είναι ανίκανος για εργασία με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την αξίωση αυτή. Εν' όψει της κατάληξης μου επί του ζητήματος της ευθύνης, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (i) It is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (ii) on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff΄s safety." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.