HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. S.N.L. NETMASTERS COMMUNICATION NETWORKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5399/13, 8/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A676 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5399/13 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων ν.
- S.N.L. NETMASTERS COMMUNICATION NETWORKS LTD
- XXXXX Χριστόπουλο
- VAMASIA ESTATES LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.11.2018 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2019 Για την Εναγόμενη αρ. 3 - Αιτήτρια: κα Γεωργίου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Τσαρούχη ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.8.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την 4.12.2014 καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης την 3.2.2015 εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 για ποσό €209.913,79 πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί ποσού €207.589,94 από 1.8.2013 μέχρι εξοφλήσεως και για ποσό €4.436,28 πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί ποσού €4.247,61 από 1.11.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον εξεδόθησαν διατάγματα για πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων της Εναγομένης αρ. 3 δυνάμει των υποθηκών με αρ. XXXXX/01 και XXXXX/
- Με την υπό εκδίκαση Αίτηση η Εναγόμενη αρ. 3 αξιοί απόφαση ή διάταγμα που να ακυρώνει ή παραμερίζει την πιο πάνω απόφαση. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.Θ. 2 και 7, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.Θ. 1, 2, 8, 10 και 14, Δ.30 Θ.1, Δ.33 Θ.5, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ. 1 και 7, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και 11, Δ.57 Θ.Θ. 2 και 4, Δ.61, Δ.64, στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 αρ. 2, 3, 8, 33Α, 372, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από 'Ενορκες Δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν ο κ. XXXXX Χριστόπουλος, Εναγόμενος αρ. 2 και η κα XXXXX Χριστόπουλου διευθύντρια της Εναγομένης αρ. 3 - Αιτήτριας. Όπως λέει ο Εναγόμενος αρ. 2 περί τα τέλη του 2013 ή αρχές του 2014 επικοινώνησε μαζί του κάποιος κ. XXXXX λέγοντας του ότι είναι επιδότης. Διευθέτησαν συνάντηση και του παρέδωσε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο επιδότης τον ρώτησε κατά πόσο ήταν διευθυντής της Εναγομένης αρ. 3 εταιρείας και ο Εναγόμενος αρ. 2 του είπε ότι είχε παραιτηθεί από τον Μάρτιο
- Ο Εναγόμενος αρ. 2 λόγω μεγάλων προβλημάτων που αντιμετώπιζε και του ότι δεν είχε περιουσία στο όνομα του, δεν ενδιαφέρτηκε να υπερασπιστεί την αγωγή. Θεώρησε, όμως, ότι παραλάμβανε την αγωγή μόνο ως προς τον εαυτό του και όχι ως προς την Εναγόμενη αρ.
- Όσον αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης δηλώνει ότι ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής τόσο της Εναγομένης αρ. 1 όσο και της Εναγομένης αρ. 3 και υπέβαλε αίτημα για δάνειο στους Ενάγοντες. Ο υπάλληλος των Εναγόντων του είπε ότι θα πρέπει να γίνει τροποποίηση των σκοπών της Εναγομένης αρ. 3 ώστε αυτή να μπορεί να εγγυάται άλλα πρόσωπα, αλλά ο δανεισμός προχώρησε χωρίς την τροποποίηση αυτή. Η αδελφή του, Διευθύντρια της Εναγομένης αρ. 3, τον πληροφόρησε ότι έλαβε ειδοποίηση για εκποίηση. Η κα XXXXX Χριστόπουλου αναφέρει ότι είναι η διευθύντρια της Εναγομένης αρ. 3 και ο αδελφός της δεν της είχε πει ότι παρέλαβε αγωγή στην οποία η εταιρεία ήταν Εναγόμενη. Όταν ο Εναγόμενος αρ. 2 παραιτήθηκε από διευθυντής στην Εναγόμενη αρ. 3 η ίδια αμέλησε να διορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο και να πάρει τα έγγραφα παραίτησης του Εναγομένου αρ. 2 στον Έφορο Εταιρειών. Γνώση για την έκδοση απόφασης έλαβε την 19.10.2018 όταν της επιδόθηκαν Ειδοποιήσεις Πλειστηριασμού και τότε επικοινώνησε με τον Εναγόμενο αρ.
- Την επόμενη βδομάδα επικοινώνησε με τους δικηγόρους οι οποίοι προσπάθησαν να προβούν σε έλεγχο του φακέλου, πράγμα που όμως δεν κατέστη δυνατό μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου. Όσον αφορά στην ουσία της υπόθεσης θέση της είναι ότι δυνάμει του καταστατικού της η Εναγομένη αρ. 3 δεν μπορεί να παρέχει εγγυήσεις σε τρίτα πρόσωπα. Ουδέποτε δε η Εναγόμενη αρ. 3 έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες στην οποία να αποκαλύπτετο το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, το ποσό έκαστης δόσης, ο τόκος υπερημερίας και τα ονόματα των συνεγγυητών, ούτε και κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη. Επιπλέον δεν έλαβε ενημέρωση από τους Ενάγοντες για καθυστέρηση καταβολής τουλάχιστον τριών δόσεων ή αθέτηση οποιασδήποτε πρόνοιας από τον πρωτοφειλέτη ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης. Η κα Χριστόπουλου εκφράζει την άποψη ότι τυχόν πώληση ή εκποίηση των ακινήτων της θα περιορίσει τον κύκλο εργασιών της και η αξία των ακινήτων θα μειωθεί αισθητά, ενώ αν δεν παραμεριστεί η απόφαση θα παραβιαστούν τα ανθρώπινα της δικαιώματα. Η Ενάγουσα - Καθ'ης η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.Θ. 14 και 15, Δ.33 Θ.5, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 29 - 31, 43 και 47, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στη Νομολογία, στη γενική πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται 9 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα στην Αιτήτρια.
- Η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης ήταν ορθή, νομότυπη και κανονική.
- Η Αιτήτρια δεν έχει επιδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την μη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου, αν και το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα.
- Η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία και/ή καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση της εν λόγω αίτησης αργοπορημένα.
- Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη Υπεράσπιση.
- Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί Υπεράσπισης είναι γενικοί και αόριστοι.
- Ενδεχόμενος παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ'ης η Αίτηση παρεμποδίζοντας την από την εκτέλεση της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης.
- Το αιτούμενο διάταγμα έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει και/ή να καθυστερήσει και/ή να καταστρατηγήσει την απονομή της δικαιοσύνης». Η Ένσταση συνοδεύεται από τις Ένορκες Δηλώσεις των κ.κ. XXXXX Κτωρίδη και XXXXX Καλλή. Ο κ. Κτωρίδης αναφέρει ότι είναι ιδιώτης επιδότης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης αρ. 3 - Αιτήτριας ως προς την επίδοση. Θέση του είναι ότι παρέλαβε από τους δικηγόρους των Εναγόντων 6 πιστά αντίγραφα του Κλητηρίου Εντάλματος με σκοπό την επίδοση τους. Την 21.9.2013 αναζήτησε τον Εναγόμενο αρ. 2 στην διεύθυνση που αναγράφετο επί του Κλητηρίου για να του επιδώσει τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των Εναγομένων αρ. 1 και
- Εκεί εντόπισε τον υιό αυτού, στον οποίο επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα για τον Εναγόμενο αρ.
- Ακολούθως μετά από αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στις Εναγόμενες αρ. 1 και 3 εταιρείες ξαναεπισκέφτηκε την 31.7.2017 την ίδια διεύθυνση. Εκεί εντόπισε τον Εναγόμενο αρ. 2 στον οποίο επέδωσε τα Κλητήρια Εντάλματα για τις εταιρείες δεδομένου ότι αυτός ήταν εκ των διευθυντών αμφοτέρων, όπως φαίνεται και από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών. Θέση του είναι ότι ουδέποτε λέχθηκαν τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος αρ. 2 στην Ένορκη του Δήλωση. Ο κ. XXXXX Καλλής αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και εξ όσων γνωρίζει η αγωγή επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα και στους τρεις Εναγόμενους, οι οποίοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης. Θέση του είναι ότι η Ενάγουσα με επιστολή της προς την Εναγόμενη αρ. 3 ημερ. 24.5.2018 την ενημέρωσε τόσο για την εξ αποφάσεως οφειλή όσο και για την διαδικασία εκποίησης. Επιπλέον την 12.7.2018 απέστειλε στην Εναγόμενη αρ. 3 Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ. Κατ' επέκταση, εισηγείται, δεν ευσταθούν τα όσα αναφέρει η κα Χριστόπουλου περί ενημέρωσης της στις 19.10.2018 για την απόφαση. Σε σχέση με τα γεγονότα της αγωγής ο κ. Καλλής αναφέρει ότι η Εναγόμενη αρ. 3 προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης αρ. 1 υποθήκευσε ακίνητα της με τις υποθήκες αρ. XXXXX/01 και XXXXX/06 κατά τις 16.2.2001 και 29.9.2006 αντίστοιχα. Στο δε καταστατικό που επισυνάπτεται στην Αίτηση αναγράφεται ρητά ότι μεταξύ των σκοπών της Εναγομένης αρ. 3 είναι η υποθήκευση της περιουσίας της. Πέραν τούτων, η Ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 14.9.2006 και 22.7.2010 ενημέρωσε την Εναγόμενη αρ. 3 για τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τους όρους αυτών, ενώ με την τελευταία ενημέρωσε επιπλέον την Εναγομένη αρ. 3 ότι οι προαναφερόμενες υποθήκες ισχύουν μέχρι την πλήρη εξόφληση των διευκολύνσεων που έλαβε η Εναγόμενη αρ.
- Την 3.11.2011 η Ενάγουσα απέστειλε προς την Εναγόμενη αρ. 3 επιστολή ενημερώνοντας την για καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων και την 5.12.2011 επιστολή ενημερώνοντας την για τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών, την δε 6.2.2012 την ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε με διαδικασία εκποίησης των υποθηκευμένων ακινήτων. Ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν διευθυντής τόσο της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας όσο και της Εναγόμενης αρ.
- Συνεπώς εκφράζει την άποψη ότι η Εναγόμενη αρ. 3 - Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης ή συζητήσιμης υπεράσπισης αλλά ούτε και αποκαλύπτει σοβαρό ή εύλογο λόγο για την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο. Η καθυστέρηση που η Εναγόμενη αρ. 3 επέδειξε στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης είναι τέτοια που συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. H απόφαση αυτή έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Εκείνο το οποίο προκύπτει από ανάγνωση των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση είναι ότι η δικονομική διάταξη η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εκδίκαση Αίτηση είναι η Δ.17 Θ.10[1]. Σε σχέση με αυτή παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA" Αγ. Ναυτ. 63/02, ημερ. 16.4.03, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761. Στην Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 εξετάστηκε και αναλύθηκε το καθήκον και το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις παραμερισμού[2]. Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
- Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
- Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
- Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά, Πολ. Εφ. 11880, ημερ. 27.6.2005). Δεδομένης της εισήγησης της Εναγομένης αρ. 3 περί παράνομης επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, πράγμα που εισηγείται ότι καθιστά όλες τις μετέπειτα διαδικασίες άκυρες, καθίσταται απαραίτητη η εξέταση του κατά πόσο η επίδοση στον Εναγόμενο αρ. 2 για την Εναγόμενη αρ. 3 μπορεί να θεωρηθεί ορθή επίδοση. Η Δ.5 Θ.7 αναφέρει τα εξής: «
- In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly». Θέση της Εναγομένης αρ. 3 είναι ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε παραιτηθεί από διευθυντής αυτής και άρα δεν ήταν νόμιμη η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σε αυτόν. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Κτωρίδη που συνοδεύει την Ένσταση, όμως, επισυνάπτεται έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών όπου φαίνεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι ακόμα εγγεγραμμένος ως διευθυντής της Εναγομένης αρ.
- Η κα Χριστόπουλου εν πάση περιπτώσει δηλώνει απλώς ότι αμέλησε να πάρει τα έγγραφα παραίτησης του Εναγομένου αρ. 2 στον Έφορο Εταιρειών. Έπεται πως η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον Εναγόμενο αρ. 2 για την Εναγόμενη αρ. 3 ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη νομότυπη, ούτε μπορεί να γίνεται ισχυρισμός περί κακής επίδοσης. Το θέμα θα πρέπει να ιδωθεί υπό την σκοπιά του κατά πόσο τα όσα η Εναγομένη αρ. 3 προβάλλει μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν καλό λόγο για την μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από μέρους της. Στην εξέταση αυτού του θέματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η χρονική περίοδος που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης, αφού αυτό θα εξεταστεί όσον αφορά στο κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εκδίκαση Αίτησης μετά που η Εναγομένη αρ. 3 (μέσω της κας Χριστόπουλου) έλαβε όντως γνώση της έκδοσης απόφασης εναντίον της. Η κα Χριστόπουλου αναφέρει ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν την είχε ενημερώσει για την επίδοση σε αυτόν της αγωγής, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Εναγόμενος αρ. 2 ο οποίος ισχυρίζεται ότι πίστευε ότι παρέλαβε το Κλητήριο μόνο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η Εναγόμενη αρ. 3 έχει δώσει αιτιολογία ως προς το γιατί δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφανίσεως εμπρόθεσμα με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο η Εναγόμενη αρ. 3 έχει αποκαλύψει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης στην αγωγή, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528. Η Εναγόμενη αρ. 3 προβάλλει αφενός την εισήγηση ότι το καταστατικό της δεν επιτρέπει την εγγύηση άλλων προσώπων. Από το αντίγραφο του εν λόγω καταστατικού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Αίτηση προκύπτει ότι η δυνατότητα υποθήκευσης περιουσίας υφίσταται. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479: «Η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσείουσας υπέβαλε ότι το δόγμα ultra vires δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση, αφού η παροχή πιστώσεων δεν έγινε από την εφεσίβλητη εταιρεία αλλά από την εφεσείουσα τράπεζα. Ο πιο πάνω λόγος έφεσης είναι βάσιμος. Το δόγμα ultra vires (καθ' υπέρβαση εξουσίας) εξυπακούει ότι όταν εκτελείται μια πράξη ή συναλλαγή που αν και φαίνεται ότι είναι νόμιμη αλλά όμως δεν τυγχάνει εξουσιοδότησης από το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (memorandum of association), τότε η πράξη είναι ultra vires, δηλαδή εκτός των σκοπών της εταιρείας και συνεπώς άκυρη. (Βλέπε Charlesworth and Cain "Company Law" 11th Edition, σ. 76). Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα "Halsbury's Laws of England", Τρίτη Έκδοση, Τόμος 6, "The term «ultra vires» and its proper sense denotes some act or transaction on the part of a corporation which, although not unlawful or contrary to public policy if done by an individual, is yet beyond the legitimate powers of the corporation as defined by the statute under which it is formed, or the statutes which are applicable to it, or by its charter or memorandum of association." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Ο όρος «ultra vires» στη σωστή του έννοια υποδηλεί κάποια πράξη ή συναλλαγή εκ μέρους μιας εταιρείας η οποία, αν και δεν είναι παράνομη ή ενάντια στη δημόσια τάξη αν εκτελείτο από ένα ιδιώτη, είναι εκτός των νομίμων εξουσιών της εταιρείας όπως αυτές περιγράφονται σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες έχει συσταθεί, ή τους νόμους που εφαρμόζονται σχετικά με την εταιρεία, ή με το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας." Ο σκοπός της υιοθέτησης του δόγματος είναι αφενός, (α) Η προστασία επενδυτών για να γνωρίζουν για ποιους σκοπούς διοχετεύονται τα χρήματα που επενδύουν και αφετέρου, (β) Η προστασία των πιστωτών της εταιρείας για να γνωρίζουν ότι τα κεφάλαια της εταιρείας δεν θα διασκορπίζονται σε μη εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι υπήρξε λανθασμένη εφαρμογή του κανόνα της υπέρβασης (ultra vires). Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί φαίνεται ότι το ιδρυτικό έγγραφο όσο και το καταστατικό της εφεσίβλητης εταιρείας παρείχαν εξουσία στο Διοικητικό Συμβούλιο να προβαίνει σε σύναψη χρηματικών δανείων, επιβαρύνοντας ή υποθηκεύοντας την περιουσία της εφεσίβλητης εταιρείας χωρίς περιορισμούς. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για δάνειο το οποίο είναι καθ' υπέρβαση (ultra vires) του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια η εφεσίβλητη εταιρεία συνήψε αρχικά δάνειο μέχρι £24.000 με την έγκριση των συμβούλων της εφεσίβλητης εταιρείας. Αργότερα, όταν το ύψος του δανείου υπερέβη τις £24.000, τόσο η εφεσίβλητη εταιρεία όσο και οι εφεσίβλητοι 2 και 3 συνήψαν νέα εγγυητική συμφωνία για την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων μέχρι του ποσού των £70.000. Η πιο πάνω συμπεριφορά τους συνιστά επιπρόσθετα κώλυμα που δεν τους επιτρέπει να προβάλουν τον ισχυρισμό της υπέρβασης. Οι εφεσίβλητοι οι οποίοι γνώριζαν ότι το αρχικό ύψος των συναλλαγών τους δεν μπορούσε να υπερβεί το ποσό των £24.000 συνέχιζαν να συναλλάσσονται καθ' υπέρβαση του πιο πάνω ποσού και μετά από οκτώ χρόνια δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι οι δοσοληψίες τους με την εφεσείουσα τράπεζα έχουν διενεργηθεί καθ' υπέρβαση του ιδρυτικού εγγράφου και/ή του καταστατικού της δικής τους εταιρείας. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση De Bussche v. AH [1878] 8 Ch.D. 286, "If a person having a right and seeing another person about to commit, or in the course of committing an act infringing upon that right, stands by in such a manner as really to induce the person committing the act, and who might otherwise have abstained from it, to believe that he assents to its being committed, be cannot afterwards be heard to complain of the act." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αν ένα πρόσωπο που έχει ένα δικαίωμα, βλέπει ένα άλλο πρόσωπο έτοιμο να διαπράξει ή να διαπράττει μια πράξη η οποία καταπατεί αυτό το δικαίωμα, τηρεί μια στάση με τρόπο που ενθαρρύνει το άλλο πρόσωπο να διαπράξει την πράξη, ο οποίος θα μπορούσε να μην την διαπράξει, να πιστέψει ότι αποδέχεται την διάπραξη της, δεν μπορεί αργότερα να διαμαρτύρεται για την διάπραξή της." Στην παρούσα περίπτωση, η αποδοχή των διαφόρων συναλλαγών που επακολούθησαν και αφορούσαν τις υπερβάσεις πέραν των £24.000 επενεργούν ως εγκατάλειψη των δικαιωμάτων των εφεσίβλητων και εγείρουν το δόγμα του κωλύματος. Το δόγμα αυτό τους αποστερεί το δικαίωμα να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι η εφεσείουσα τράπεζα συνέχισε να τους παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις πέραν των £24.000 χωρίς να έχει πάρει προηγουμένως την έγγραφη έγκρισή τους». Στην απόφαση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel
(2003)1B A.A.Δ722 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απάντηση είναι ότι όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435). Στην πιο πάνω υπόθεση μια εταιρεία υπέγραψε μια εγγύηση που έφερε τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή δύο διευθυντών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του καταχωρημένου εγγράφου (registered deed of settlement) που αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο του καταστατικού (articles of association), οι διευθυντές θα μπορούσαν να δανεισθούν με εγγύηση τέτοια ποσά που θα εγκρίνονταν σε συνεδρία με σύνηθες ψήφισμα (ordinary resolution). Ουδεμία συνεδρία συγκλήθηκε και ουδεμία απόφαση λήφθηκε για τη σύναψη οποιουδήποτε δανείου. Αποφασίστηκε ότι η εγγύηση ήταν δεσμευτική για την εταιρεία, αφού οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να συμπεράνουν ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση για τη σύναψη του δανείου. Η απόφαση Turquand υιοθετήθηκε αργότερα σε μεγάλο άλλο αριθμό υποθέσεων όπως στην Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586 και στην Rolled Steel Products (Holdings) Ltd ν. British Steel Corporation and others [1985] 3 All E.R. 52 στην οποία εξετάστηκε η διαφορά μιας συμφωνίας που συνάπτεται καθ' υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας (ultra vires) και της υπέρβαση των εσωτερικών κανονισμών από αξιωματούχους της εταιρείας. Η υιοθέτηση του δόγματος βασίζεται στην κοινή λογική που στοχεύει στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών. Η ανάπτυξη των εμπορικών δοσοληψιών με εταιρείες θα ήταν τρομερά δύσκολη αν ένα πρόσωπο που είχε πρόθεση να συμβληθεί με μια εταιρεία θα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας με τους οποίους συναλλαττόταν είχαν πραγματική εξουσία προς τούτο. Το δόγμα δεν είναι μόνο πρακτικό αλλά και δίκαιο. Ο μεγάλος αριθμός των πιστωτών μιας εταιρείας δεν πρέπει να χάνει το δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν του, γιατί μια εταιρεία ισχυρίζεται ότι ένας συγκεκριμένος αξιωματούχος ενήργησε κατά παράβαση εξουσίας ενεργώντας σε αντίθεση με κάποιο εσωτερικό κανονισμό. Ο πιο πάνω κανόνας που αποτελεί μια βασική πτυχή του εταιρικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται όταν
(1)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία γνωρίζει ότι οι εσωτερικοί κανονισμοί έχουν καταστρατηγηθεί (Howard v. Patent Ivory Co. [1888] 38 Ch. D. 156),
(2)Το έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας (Ruben v. Great Fingall Consolidated [1906] A.C. 439),
(3)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία είχε κάποια προειδοποίηση να προβεί στις δέουσες ενέργειες και παρέλειψε να το πράξει (Underwood (A.L.) Ltd v. Bank of Liverpool and Martins Ltd [1924] 1 K.B. 775), και
(4)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία δεν έχει επιθεωρήσει τα δημόσια έγγραφα της εταιρείας (που συμπεριλαμβάνουν το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της εταιρείας (memorandum and articles of association), τα συνήθη και έκτακτα ψηφίσματα (special and extraordinary resolutions), τον κατάλογο των διευθυντών (particulars of directors) και τον κατάλογο επιβαρύνσεων (register of charges). Στην παρούσα περίπτωση η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η σχετική ανάληψη της εγγυητικής υποχρέωσης εκ μέρους της είναι άκυρη, γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο το πρόσωπο προς όφελος του οποίου δόθηκε η σχετική εγγύηση δεν είχε κατατεθειμένο στο όνομα του ανάλογο ποσό ή εξασφάλιση. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο τότε Γραμματέας της εφεσίβλητης εξέδωσε την επίδικη εγγυητική επιστολή κατά παράβαση του Ειδικού άρθρου 2
(1)των Ειδικών Κανονισμών της εφεσίβλητης, είναι ορθό. Όμως η ενέργεια αυτή του Γραμματέα δεσμεύει την εφεσείουσα αφού εμπίπτει μέσα στα συνήθη πλαίσια των εργασιών της εφεσείουσας και μέσα στη σφαίρα της εκτέλεσης των καθηκόντων του Γραμματέα που οδηγούν στην εφαρμογή του κανόνα όπως αυτός έχει διαμορφωθεί με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand. Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Βλ. Palmers "Company Law" 21η Έκδοση, σελ. 245). Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), ". . persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular." (Βλ. επίσης Garrand v. James [1925] 1 Ch. 616). Σε ελεύθερη μετάφραση, "... πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές." Η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι η σχετική εγγύηση δόθηκε σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της εφεσείουσας. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας ενέργειας θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των εμπορικών δραστηριοτήτων. Όπως έχει πει ο Δικαστής Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), "The wheels of business will not go smoothly round unless it may be assumed that that is in order which appears to be in order." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Οι τροχοί του εμπορίου δεν θα γυρίζουν ομαλά εκτός αν υποτεθεί ότι βρίσκεται σε τάξη, αυτό που θα έπρεπε να ήταν σε τάξη." Η δυνατότητα που είχε δοθεί στο Γραμματέα να προβαίνει στην έκδοση τέτοιων εγγυήσεων, παρείχε το δικαίωμα στην εφεσίβλητη να υποθέσει ότι η εγγύηση είχε δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες των εσωτερικών κανονισμών. Δεν έχει προσφερθεί οποιουδήποτε είδους μαρτυρία που δεν θα επέτρεπε την εφαρμογή του κανόνα σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Συνακόλουθα η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της εφεσείουσας». Ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της Εναγομένης αρ. 3 και ενήργησε στο πλαίσιο της ιδιότητας του αυτής υποθηκεύοντας την περιουσία της και υπογράφοντας τα έγγραφα εγγύησης της Εναγομένης αρ. 1 (της οποίας να σημειωθεί ότι ήταν επίσης διευθυντής). Το γεγονός ότι έχουν σήμερα αλλάξει οι διεθυντές της Εναγομένης αρ. 3 (έστω και αν δεν έχει γίνει η απαραίτητη αλλαγή στον Έφορο Εταιρειών) δεν οδηγεί σε ακύρωση των πράξεων στις οποίες προέβη ο προηγούμενος διευθυντής. Αφετέρου, η Εναγόμενη αρ. 3 προβάλλει ισχυρισμούς ότι δεν έλαβε γνώση για τους όρους και το επιτόκιο των πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά ούτε και κάποια ειδοποίηση περί καθυστέρησης καταβολής των δόσεων από μέρους της Εναγομένης αρ.
- Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν από την Ενάγουσα η οποία επισυνάπτει και ως Τεκμήρια στην Ένσταση συμφωνίες υπογραμμένες από την Εναγομένη αρ. 3 με αποδοχή λήψης αντιγράφου από μέρους της καθώς και αριθμό επιστολών με τις οποίες γνωστοποιείται η καθυστέρηση στην τήρηση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Έπεται πως η Εναγόμενη αρ. 3 δεν απέσεισε το βάρος που είχε να αποδείξει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης στην αγωγή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη η οποία σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης, σημειώνω περαιτέρω ότι προβληματίζει και η καθυστέρηση στην λήψη μέτρων για παραμερισμό. Σημειώνω ότι τα όσα παρατίθενται στην Ένσταση δεν αμφισβητήθηκαν από την Εναγόμενη αρ. 3 με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων σε αυτήν. Από την στιγμή που οι θέσεις της Εναγομένης αρ. 3 είχαν αμφισβητηθεί και απορριφθεί από την Ενάγουσα, η Εναγόμενη αρ. 3 είχε το βάρος να αποδείξει αυτούς. Από την Ένορκη Δήλωση του κ. Καλλή στην Ένσταση προκύπτει ότι απεστάλη επιστολή ημερ. 24.5.2018 στην Εναγόμενη αρ. 3 στην οποία γινόταν ρητή αναφορά στην επίδικη Δικαστική απόφαση. Η υπό εκδίκαση Αίτηση, όμως, καταχωρίστηκε μετά από 6 μήνες. Η κα Χριστόπουλου αντέδρασε μόνο με την λήψη των Ειδοποιήσεων Πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγομένης αρ.
- Σημειώνω, παρενθετικά, ότι για την προώθηση της διαδικασίας δυνάμει του Ν9/65 για πλειστηριασμό ενυπόθηκων ακινήτων δεν απαιτείται η ύπαρξη Δικαστικής απόφασης. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η Εναγόμενη αρ. 3 παρέμεινε άπρακτη μέχρι και την επίδοση σε αυτήν των Ειδοποιήσεων για την διαδικασία πλειστηριασμού. Δεν είναι αρκετό σε τέτοιας φύσης αιτήσεις απλά να δίδεται κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση της Εναγομένης, η εξήγηση αυτή πρέπει να είναι και επαρκής. Παραπέμπω προς τούτο σε απόσπασμα από την απόφαση στην Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ 941, όπου στις σελ. 944 και επόμενες αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αγωγή επιδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου
- Η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης των εναγομένων να εμφανιστούν, επιδόθηκε στις 11 Απριλίου
- Οι εφεσείοντες και πάλιν αδράνησαν. Έδωσαν όμως εξήγηση, για ό,τι χαρακτηρίζει το Δικαστήριο ως απραξία - τούτη: ότι, μετά την παραλαβή της, η αίτηση καταχωρήθηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε. Η εξήγηση που δόθηκε δε μειώνει την έλλειψη ενδιαφέροντος, που υποδηλώνει η διαγωγή των εφεσειόντων, για την τύχη της αγωγής. Ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρηση της». Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμία βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα». Κατ' επέκταση, για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης δεν μπορεί να εγκριθεί. Έπεται πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης αρ. 3 - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Όπου έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει των προηγηθεισών Θεσμών της παρούσης Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει η διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό τέτοιους όρους όπως δυνατόν να είναι δίκαιο». [2]"In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο