← Κύπρος

Εurofast Ltd ν. Κασάπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 115/19, 4/7/2019

Εurofast Ltd ν. Κασάπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 115/19, 4/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A675 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 115/19 Μεταξύ: Εurofast Ltd Εναγόντων - Αιτητών ν.

  1. XXXXX Κασάπη
  2. Elsavco Audit & Tax Ltd Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 18.1.2019 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ.: 4 Ιουλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Οικονόμου Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Κολοκασίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την 18.1.2019 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία αξιούν Διατάγματα του Δικαστηρίου και αποζημιώσεις που αφορούν σε παραβίαση σύμβασης εργοδότησης από πλευράς του Εναγομένου αρ. 1 και σε παράνομη απόσπαση και χρήση εμπορικών μυστικών φακέλων ηλεκτρονικών δεδομένων, πνευματικών δικαιωμάτων και πληροφοριών και πελατών των Εναγόντων και/ή λόγω παραβίασης εμπιστευτικής σχέσης. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε και η υπό εκδίκαση μονομερής Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους / Καθ' ων η Αίτηση και/ή δια αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων τους και/ή Διευθυντών τους να μην συμβάλλονται και/ή συναλλάσσονται και/ή επικοινωνούν και/ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με τους πελάτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτών και/ή εξουσιοδοτημένα πρόσωπα τους και/ή σχετιζόμενες Εταιρείες της Ενάγουσας - Αιτήτριας οι οποίοι ήταν πελάτες που χειριζόταν ο Εναγόμενος αρ. 1 και/ή της εταιρείας Intraware Investments Public Ltd κατά την διάρκεια της εργοδότησης του από την Ενάγουσα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να προσεγγίζουν και/ή αποδέχονται και/ή να προκαλούν να προσεγγίζονται από οποιονδήποτε των πελατών της Ενάγουσας με σκοπό να τους πείσει να παύσουν να συνεργάζονται με την Ενάγουσα ή να μειώσουν τον όγκο των εργασιών τους με την Ενάγουσα ή να διοχετεύσουν τις εργασίες τους προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο περιλαμβανομένων των Εναγομένων. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο που ενεργεί ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος τους και/ή συνεργάτης τους από του να χρησιμοποιούν και/ή αποκαλύπτουν και/ή κοινοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται με οποιοδήποτε τρόπο, οποιεσδήποτε εμπιστευτικές και/ή πληροφορίες και/ή έγγραφα με σκοπό την διενέργεια άγρας υφιστάμενων πελατών της Ενάγουσας και/ή πελατών της Ενάγουσας που χειριζόταν ο καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 κατά την διάρκεια της εργοδότησης του και/ή να επικοινωνούν με αυτούς με σκοπό να επηρεάσουν και/ή προτρέψουν και/ή πείσουν τέτοιους πελάτες της Ενάγουσας να διακόψουν και/ή να περιορίσουν οποιεσδήποτε συμβατικές σχέσεις είχαν με την Ενάγουσα μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο που ενεργεί ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος και/ή συνεργάτης τους, από το να χρησιμοποιούν και/ή αποκαλύπτουν και/ή επιτρέπουν και/ή ανέχονται την αποκάλυψη προς οποιονδήποτε πρόσωπο και/ή επιχείρηση, όλες και/ή οποιεσδήποτε από τις εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή άλλες και/ή έγγραφα και/ή επαφές πελατών της Ενάγουσας μέχρι την πλήρη εκδίκαση της πιο πάνω Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου, από του να χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή για οποιοδήποτε σκοπό και/ή εκμεταλλεύονται και/ή δημοσιοποιούν και/ή αποκαλύπτουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε πληροφορία και/ή στοιχείο εμπιστευτικής φύσεως (confidential information), το οποίο περιήλθε στην γνώση και/ή στην κατοχή του Εναγόμενου αρ. 1 κατά την διάρκεια της εργοδότησης του από την Ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σε σχέση με το αρχείο πελατών (clients databook) και/ή πληροφοριών αναφορικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες και/ή συναλλαγές της Ενάγουσας και/ή των ελεγχόμενων και/ή συνδεδεμένων και/ή θυγατρικών εταιρειών αυτών και/ή των μετόχων και/ή των τελικών δικαιούχων μετόχων της Ενάγουσας και/ή των ελεγχόμενων και ή συνεδεδεμένων και/ή θυγατρικών εταιρειών αυτών μέχρι το τέλος της πιο πάνω Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Σημειώνω ότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της Αιτήσεως εξέδωσε μονομερώς Διάταγμα ως τα αιτητικά Β, Γ, Δ και Ε της Αίτησης ορίζοντας το αιτητικό Α για επίδοση. Η Αίτηση στηρίζεται στο αρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο αρ. 35 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφάλαιο 148, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4 και 9, στην Δ.48 Θ.Θ. 1 έως 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της επιείκειας, στη Νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. Χριστόδουλος Δαμιανού διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας ο οποίος αναφέρει ότι αυτή είναι εταιρεία παροχής λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών ανά το παγκόσμιο ο δε Εναγόμενος αρ. 1 ήταν εργοδοτούμενος της δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης ημερ. 28.6.2018 στη θέση του Διευθυντή του Ελεγκτικού Τμήματος (Audit Manager). Ο Εναγόμενος δεσμευόταν από τους κανόνες του εγχειριδίου της Ενάγουσας και είχε υποχρέωση να διατηρεί τους κανόνες εμπιστευτικότητας. Επιπλέον είχε υποχρέωση όπως εντός 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης του μην ενεργεί με τρόπο ανταγωνιστικό προς την Ενάγουσα εταιρεία. Όπως λέει ο κ. Δαμιανού, κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Εναγομένου αρ. 1 στην Ενάγουσα είχε πρόσβαση σε σειρά αρχείων αυτής, είχε δε αναπτυχθεί μία καλή σχέση μεταξύ Εναγομένου αρ. 1 και αντιπροσώπων εταιρειών της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στενή επαγγελματική σχέση του με την εταιρεία Intraware Investments Public Ltd. Την 16.10.2018 ενεγράφη η Εναγόμενη αρ. 2 με διευθυντή και γραμματέα τον Εναγόμενο αρ.
  4. Την 19.11.2018 ο Εναγόμενος αρ. 1 υπέβαλε παραίτηση και την 8.1.2019 περιέπεσε στην αντίληψη του κ. Δαμιανού έγγραφο το οποίο ο Εναγόμενος απέστειλε στους προαναφερόμενους πελάτες θέτοντας τους όρους για συνεργασία και διορισμό τους σε αντικατάσταση της Ενάγουσας. Κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία βρίσκονταν ακόμα σε ισχύ οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών μεταξύ Ενάγουσας και Intraware. Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης και με δόλιο τρόπο ιδρύοντας εταιρεία και προσεγγίζοντας συγκεκριμένους πελάτες της Ενάγουσας. Χρησιμοποιώντας εμπιστευτικές πληροφορίες της Ενάγουσας κατάφερε να πείσει τους πελάτες να παύσουν την συνεργασία τους με αυτήν και να επιθυμούν στο μέλλον να συνεργαστούν με τους Εναγόμενους αρ. 1 και
  5. Όπως λέει ο κ. Δαμιανού, η Ενάγουσα από τη συνεργασία της με τους συγκεκριμένους πελάτες είχε εισοδήματα ύψους €81.215 το 2017 και €116.601 το
  6. Από τις πράξεις του Εναγομένου αρ. 1 πλήττεται ανεπανόρθωτα η φήμη της Ενάγουσας, μειώνεται ο κύκλος εργασιών της και έχει απώλεια εσόδων. Εάν οι Εναγόμενοι δεν παρεμποδιστούν στο άμεσο μέλλον η ζημιά θα είναι απεριόριστης έκτασης με κίνδυνο ακόμη και την κατάρρευση της Ενάγουσας, οι δε Εναγόμενοι θα πλουτίζουν σε βάρος της. Η εμπιστευτικότητα των πελατών δεν προστατεύεται και ο επαγγελματισμός της Ενάγουσας προς άλλους συνεργάτες και επαγγελματίες θίγεται. Επιπλέον την 12.2.2018 ιδρύθηκε και άλλη εταιρεία με Διευθυντή και Γραμματέα την σύζυγο του Εναγόμενου αρ. 1 αναφορικά με την οποία ο ομνύοντας υποψιάζεται ότι θα παρέχει σχετικές και υποστηρικτικές εργασίες επιφέροντας περαιτέρω πλήγμα στην Ενάγουσα. Είναι η θέση του ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960αρ. 4, 5, 6, 9, 21, 29, 30, 31, 32, 33, 41, 42, 43, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 2,4,5,7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.9, Δ.16, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.39 Θ.Θ.1-2, Δ.48 Θ.Θ.1-9,11,12,13, Δ.50, Δ.51, Δ.58, Δ.64, στα Άρ. 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στον περί Συμβάσεων Νόμο 149, στις γενικές αρχές και τη νομολογία περί ενδιάμεσων διαταγμάτων, και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται 28 λόγοι ένστασης τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  7. Η Αίτηση είναι παράτυπη ή και αντικανονική ή και νομικά αβάσιμη ή και ανεδαφική ή και
  8. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ή και
  9. Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των στοιχείων της παρούσης υπόθεσης ως όφειλε να πράξει ή και δεν προσέφυγε ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια ή και παραβίασε ή και απέτυχε να συμμορφωθεί με το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ή και παραπλάνηση ή και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων ή και
  10. Η Αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσεως και η Αιτήτρια έχει αποτύχει να ικανοποιήσει τις αυστηρές προϋποθέσεις του κατεπείγοντος ή και
  11. Η Αίτηση είναι ανεπαρκής ή και γενική ή και αόριστη ή και ασαφής ή και
  12. Η Αίτηση δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ή και καθόλου ή και στερείται νομικής βάσης ή και η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν στηρίζεται από τη νομική βάση της Αίτησης ή και
  13. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της Αίτησης ή και στην προώθηση της παρούσας Αίτησης ή και δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα ή και δεν έχει δικαίωμα να αιτείται τις επίδικες θεραπείες ή και
  14. Δεν υπάρχει σοβαρό; ζήτημα προς εκδίκαση ή και καλή συζητήσιμη υπόθεση για την Αιτήτρια ή και η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή/και καλή συζητήσιμη υπόθεση ή και το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται η Αιτήτρια δεν συμπίπτει με την κυρίως υπόθεση ή και
  15. Δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς ή και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς να βρίσκονται σε ισχύ τα επίδικα διατάγματα ή και
  16. Κανένα δικαίωμα ή και συμφέρον της Αιτήτριας δεν θα επηρεαστεί και ουδεμία ζημιά θα υποστεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ'ων η αίτηση και υπερ της ακύρωσης των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί και/ή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις ή και
  17. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας τα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν ή και προκαλείται δυσανάλογη ζημία στους Εναγόμενους ή και οποιουσδήποτε από αυτούς ή και
  18. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή και
  19. Οι θεραπείες που επιδιώκονται σύμφωνα με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση είναι καταπιεστικές ή και δυσανάλογες ή και καταχρηστικές ή και παραβιάζουν νομικές διατάξεις ή και συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση ή οποιουδήποτε από αυτούς η και παραβιάζουν τα άρθρα 25 και 26 του συντάγματος ή και το άρθρο 27 του περί Συμβάσεων Νόμου ή και
  20. Υπάρχουν άλλες εναλλακτικές θεραπείες ή και
  21. Τα εκδοθέντα Διατάγματα είναι δρακόντεια και/ή εμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών των Καθ'ων η αίτηση και/ή παραβλάπτουν τα επιχειρηματικά συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση ή και
  22. Το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα είναι γενικό και/ή αόριστο και/ή ασαφές ή και
  23. Δεν δίδονται οιεσδήποτε λεπτομέρειες και δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε ανάμειξη και/ή εμπλοκή των Καθ' ων η αίτηση σε οποιαδήποτε αδικοπραξία ή και
  24. Η Αιτήτρια είναι ένοχη κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process) ή και
  25. Η Αιτήτρια ολιγώρησε ή/και καθυστέρησε υπέρμετρα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων που δια της παρούσης διεκδικεί και δεν δικαιούται στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος ή και τα αιτούμενα διατάγματα δεν σκοπούν ή και δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα την προστασία του status quo αλλά ανατροπή του ή και κάποιες από τις πράξεις που επιδιώκει έχουν ήδη εκτελεστεί ή και
  26. Η Αιτήτρια ουσιαστικά επιχειρεί δια του διατάγματος που διεκδικεί να εξασφαλίσει σε ενδιάμεσο στάδιο τελικές θεραπείες που μόνο στο πλαίσιο της αγωγής του μπορεί να εξασφαλίσει ή και επιχειρεί να εξασφαλίσει ή και εκβιάσει την τελική έκβαση της αγωγής του ή και
  27. Η Αιτήτρια ουσιαστικά διεκδικεί θετικό διάταγμα το οποίο δεν δικαιούται ή και
  28. Οι ζητούμενες με την ενδιάμεση Αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες ή και ουσιαστικά οι ίδιες με τις τελικές θεραπείες που ζητούνται στην κυρίως Αίτηση, συνεπώς η Αιτήτρια επιδιώκει να εξασφαλίσει με την ενδιάμεση Αίτηση τις τελικές θεραπείες που αξιώνει στην υπόθεση ή και
  29. Η Αιτήτρια δεν αναλύει ή και παραθέτει επαρκώς τη βάση του αιτήματος ή και της απαίτησης της ή και δεν στοιχειοθετεί με τα απαραίτητα γεγονότα τα αιτήματα της ή και
  30. Δεν παρατίθενται επαρκή γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων ή και δεν αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης της ενόρκου δηλούσας στην Αίτηση ή και ουσιώδη γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι αντιφατικά ή και η ενόρκως δηλούσα δεν νομιμοποιείται να υπογράφει την ένορκη δήλωση ή και
  31. Τα διατάγματα, αν εκδοθούν, θα εκδοθούν επί ματαίω ή και
  32. Η εγγύηση η οποία έχει κατατεθεί είναι ανεπαρκής
  33. Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, διότι οι θεραπείες δεν μπορούν να εκδοθούν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση με τον τρόπο που αυτές ζητούνται ή και στον βαθμό που αφορούν και άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα πέραν των Καθ' ών η Αίτηση.
  34. Η Αιτήτρια έχει καθυστερήσει να προσέλθει στο Δικαστήριο και/ή δεν προβάλλει οποιαδήποτε εύλογη δικαιολογία για την εν λόγω καθυστέρηση». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Κασάπη, Εναγόμενου αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση και Διευθυντή της Εναγομένης αρ. 2, ο οποίος απορρίπτει τα όσα αναφέρει ο κ. Δαμιανού. Όπως αναφέρει είναι λογιστής η δε Ενάγουσα κατά τον χρόνο πρόσληψης του δεν είχε άδεια προσφοράς ελεγκτικών εργασιών (την οποία απέκτησε την 5.7.2018), ούτε και παρείχε τέτοιες υπηρεσίες μέχρι την 5.7.
  35. Ο ίδιος προσλήφθηκε την 10.11.2017 από την εταιρεία Euroglobal S.E.E. Audit Ltd και υπέγραψε συμφωνία με την Ενάγουσα την 28.6.2018 όπου και μεταφέρθηκε. Θέση του είναι ότι η Ενάγουσα παραπλανεί λέγοντας ότι το Τεκμήριο 2 στην Αίτηση είναι το εγχειρίδιο της Ενάγουσας αφού είναι εγχειρίδιο της εταιρείας Euroglobal και πουθενά στην συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν αναφέρεται ότι αυτό ισχύει. Εκείνο που αγοράστηκε δεν ήταν η εταιρεία Euroglobal αλλά πελατολόγιο και υπηρεσίες από τους μετόχους αυτής στους μετόχους της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος αρ. 1 παραδέχεται ότι η Εναγόμενη αρ. 2 ιδρύθηκε από τον ίδιο λίγο πριν παραιτηθεί από την Ενάγουσα προκειμένου να ασκήσει μέσω της το επάγγελμα του λογιστή και ελεγκτή αλλά δεν έγινε με κακές ή σκοτεινές προθέσεις σε σχέση με τους πελάτες της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη αρ. 2 δεν λειτούργησε παράλληλα με την εργοδότηση του στην Ενάγουσα ούτε και ασχολήθηκε να αντιγράψει στοιχεία από τους servers της για δική του χρήση. Διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του με επαγγελματικό τρόπο χωρίς καμία περιττή φιλοφρόνηση. Όσον αφορά στην συμφωνία που επισυνάπτει ο κ. Δαμιανού επιβεβαιώνει ότι όντως συντάχθηκε από την Εναγόμενη αρ. 2 αλλά μετά που στέλεχος της εταιρείας Intraware τον προσέγγισε ζητώντας του να τους παρέχει ελεγκτικές υπηρεσίες. Σε καμία περίπτωση δεν πραγματοποίησε άγρα, οι δε ελεγκτικές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνονται σε αυτές που συμφώνησε να παρέχει η Ενάγουσα στο Τεκμήριο 11, αφού ως παροχέας ελεγκτικών υπηρεσιών αναφέρεται η εταιρεία Euroglobal. Θέση του είναι ότι μάλιστα η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε λόγω κανονισμών του ΣΕΛΚ να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες στην Intraware αφού η Διοικητική Σύμβουλος της Intraware είναι και γραμματέας της Ενάγουσας. Η κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει χρεώσεις που έγιναν από την Euroglobal και όχι από την Ενάγουσα, οι δε υποψίες που εκφράζει ο κ. Δαμιανού για δημιουργία περαιτέρω περιστατικών δεν τεκμηριώνονται. Ο Εναγόμενος αρ. 1 εισηγείται ότι η Ενάγουσα και ο κ. Δαμιανού επιχειρούν να τον συντρίψουν στην έναρξη της επαγγελματικής του καριέρας λοιδορώντας τον αλλά και επιβάλλοντας του αδικαιολόγητους περιορισμούς και διατάγματα, δημιουργώντας του ανυπολόγιστες ζημιές ιδίως εκ του πλήγματος στην φήμη του. Η Ενάγουσα δεν κινδυνεύει από την απώλεια ενός πελάτη, ενώ αν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα θα επηρεαστεί δυσμενώς η εργασία των Εναγομένων. Η ακρόαση περιορίστηκε σε αγορεύσεις, στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas

(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν έχει καταχωριστεί ακόμα Έκθεση Απαιτήσεως πράγμα που οδηγεί στο ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις θα πρέπει να εξεταστούν από τα όσα παρατίθενται στις Ένορκες Δηλώσεις σε συνάρτηση με τα αιτητικά στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες αξιούν θεραπείες σε σχέση με Συμφωνία Εργοδότησης, η οποία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Αίτηση. Η σύναψη αυτής είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο. Στην παράγραφο 3 της Συμφωνίας γίνεται αναφορά σε Eurofast Organisation Manual γνώση των προνοιών του οποίου αναγνωρίζει ο εργοδοτούμενος. Στην παράγραφο 9 αναγράφονται τα εξής: «CONFIDENTIAL INFORMATION 9.1 The Employee shall neither during his / her employment (except in the proper performance of duties) nor at any time (without limit) after the termination of employment (however arising) directly or indirectly: 9.1.
  2. use for own benefit or purposes or the benefit or purposes of any third party;or 9.1.
  3. disclose, divulge or communicate (save as may be required to be disclosed by law or any regulatory authority or body) to any third party; or. 9.1.
  4. through any failure to exercise all due care and diligence cause or permit any unauthorized disclosure of: 9.1.3.
  5. any trade secrets or confidential information concerning or relating in any way to the Organisation or the Organisation's clients or their affairs, including but not limited to any such information relating to clients lists or requirements, fees or fee structures, suppliers, banking arrangements, marketing and sales information, existing and planned or prospective business projects, plans, transactions or and codes, other employees or Senior member/s of the Organisation, financial information and plans, research activities, terms of contracts or commercial arrangements, training courses, course notes, manuals, programmes and similar or related material, any document marked 'confidential' or any information which the Employee has been told is 'confidential' or which you might reasonably expect the Organisation or any client or member of the Organisation would regard as confidential; and 9.1.3.
  6. any information in respect of which the Organisation is bound by an obligation of confidence to any third party (and for the purposes of this clause 11.1.3.2 the Employee shall be deemed to know that the Organisation is bound by an obligation of the strictest confidentiality in relation to all information of any kind concerning or relating in any way to any client or member of the Organisation». Επιπλέον στην παράγραφο 17 της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 στην Αίτηση προβλέπονται οι πιο κάτω περιορισμοί: «
  7. RESTRICTIONS AFTER TERMINATION OF EMPLOYMENT 17.
  8. The provisions of this clause 17 apply only if he/she is a member of the Organisation's Professional Staff. 17.
  9. The Employee hereby agrees that for a period of 12 months immediately following the date on which the employment terminate("the Termination Date"), whether on own behalf or in conjunction with any person, company, senior membership, business entity or other organization whatsoever, directly or indirectly will not:- 17.2.1 solicit or assist in soliciting in competition with the Organisation the custom or business of any Client or Prospective Client: 17.2.1.1 with whom personal contact or dealings were maintained on behalf of the Organisation during the 12 months immediately preceding the Termination Date; 17.2.1.2 with whom other member of the staff reporting to the Employee had personal contact or dealings on behalf of the Organisation during the 12 months immediately preceding the Termination Date; or 17.2.1.3 for whom the Employee was directly or indirectly responsible during the 12 months immediately preceding the Termination Date; 17.2.2 accept or facilitate the acceptance of the custom or business or deal in competition with the Organisation any Client or Prospective Client within clauses 17.2.11 to 17.2.1.3 above. 17.3 ....................... 17.4 The following words and expressions referred to in clauses 17.1 and 17.2 and 17.3 shall have the meanings set out below: "Client" shall mean any person, Organisation, company or other organization whatsoever to whom the Organisation has supplied services during the 24 months immediately preceding the Termination Date. "Prospective Client" shall mean any person, Organisation, company or other organization whatsoever to whom the Organisation has offered to supply services, or to whom the Organisation has provided details of the terms on which it would or might be willing to supply services, or with whom the Organisation has had any negotiations or discussions regarding the possible supply of services of whose name exists on a list of prospects that the Organisation had disseminated in order to approach for the possible supply of services during the 24 months immediately preceding the Termination Date». Θέση των Εναγόντων είναι ότι υπήρξε παραβίαση των πιο πάνω όρων αφού ο Εναγόμενος χρησιμοποιώντας εμπιστευτικές πληροφορίες των Εναγόντων προσέγγισε πελάτες αυτών με σκοπό την παρότρυνση τους για τερματισμό της συνεργασίας τους με την Ενάγουσα εταιρεία και τη σύναψη συνεργασίας με τον ίδιο και την εταιρεία Εναγόμενη αρ.
  10. Ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι ίδρυσε την Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία προκειμένου να ασκήσει το επάγγελμα του λογιστή και ελεγκτή. Αποδέχεται επιπλέον ότι απέστειλε το Τεκμήριο 10 στην εταιρεία Intraware αλλά προβάλλει τη θέση ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα προσέγγισης του ιδίου από την προαναφερόμενη εταιρεία. Το ποία εκδοχή ως προς τα γεγονότα ισχύει είναι ζήτημα φυσικά που θα κριθεί από το εκδικάζον την αγωγή Δικαστήριο, αφού ως είναι καλά γνωστό το παρόν δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο θα επιλυθούν ή αποφασιστούν τα ζητήματα αυτά, πολλά εκ των οποίων απαιτούν και ευρήματα κατόπιν αξιολόγησης μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Η ύπαρξη, όμως, της συμφωνίας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων με οδηγεί στο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Ενάγοντες να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Εναγόντων. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, οι Ενάγοντες θέτουν κάποια γεγονότα με την Ένορκη Δήλωση του κ. Δαμιανού. Σε περίπτωση όπου μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτές οι θέσεις του αυτές οι Ενάγοντες θα έχουν πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους, έστω σε κάποια από τα αιτητικά τους. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Θέση του κ. Δαμιανού είναι ότι ο Εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τις πληροφορίες που απέκτησε κατά την εργοδότηση του στους Ενάγοντες, προσεγγίζει τους πελάτες αυτών και τους παροτρύνει να διακόψουν συνεργασία με τους Ενάγοντες και να συνεργαστούν με τους Εναγόμενους. Θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση αφού εάν όντως ευσταθούν τα πιο πάνω θα είναι σχεδόν αδύνατος ο δίκαιος υπολογισμός των ζημιών σε μετέπειτα στάδιο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Halsbury's Vol. 21 σελ. 366[1]). H ανάγκη προστασίας των Εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη του Εναγομένου και συνεπώς θα εξετάσω στο παρόν στάδιο την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Όσον αφορά στα διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε επίδραση από τη διατήρηση σε ισχύ αυτών, αφού ούτως ή άλλως οι υποχρεώσεις αυτές προκύπτουν και από τη μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου αρ. 1 συμφωνία. Σε αντίθετη, όμως, περίπτωση θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός των εργασιών των Εναγόντων καθώς και πελατών και συνεργατών αυτών από τη μετάδοση πληροφοριών ή προσωπικών στοιχείων. Αντίθετη, όμως, είναι η κατάληξη μου σε σχέση με το αιτητικό (Α) αφού αυτό επεμβαίνει δραστικά στη δυνατότητα του Εναγομένου να εργαστεί στον τομέα του. Κατ΄ επέκταση αναφορικά με το εν λόγω αιτητικό κατάληξη μου αποτελεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του. Πέραν των πιο πάνω οι Εναγόμενοι έχουν θέσει ζήτημα μη αποκάλυψης από μέρους των Εναγόντων, ισχυριζόμενοι ότι η εταιρεία Intraware δεν ήταν πελάτης των Εναγόντων. Την θέση αυτή στηρίζουν στην ερμηνεία εγγράφων που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια, με την εισήγηση ότι οι υπηρεσίες παρέχονταν από την εταιρεία Euroglobal S.E.E. Audit Ltd της οποίας το πελατολόγιο και οι υπηρεσίες πωλήθηκαν στους Ενάγοντες, αλλά όχι η ίδια η εταιρεία. Επιπλέον το εγχειρίδιο που αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Δαμιανού είναι το εγχειρίδιο της Euroglobal και όχι των Εναγόντων. Παραθέτει επιπλέον τα όσα οι ίδιοι θεωρούν παραπλανητικά αναφορικά με τα γεγονότα της Αίτησης. Αιτήσεις της φύσεως αυτής, όπου επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, επιβάλλουν στον αιτητή την πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αν διαφανεί ότι κάτι τέτοιο δεν έχει λάβει χώρα, το Δικαστήριο δύναται, για τον λόγο αυτό και μόνο, να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην Δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrimae fidae). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «Δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση». (βλ. επίσης μεταξύ άλλων Brink's Mat Ltd v. Elcombe and others
(1998)1 W.L.R. 1356 - 1357, Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Δήμου Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 A.A.D. 597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Στο Τεκμήριο 2 της Αίτησης φαίνεται ότι αυτό αφορά στην εταιρεία Euroglobal ενώ οι υποχρεώσεις του Εναγομένου αρ. 1 που αναφέρονται ρητά πιο πάνω προκύπτουν από την Συμφωνία μεταξύ αυτού και των Εναγόντων και όχι από το εν λόγω εγχειρίδιο. Επιπλέον, τα όσα τίθενται από πλευράς Εναγομένου ως ουσιαστικά γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν, συνιστούν ουσιαστικά την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα και ερμηνεία των εγγράφων και όχι δεδομένα. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι η απόκρυψη αυτών θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη για τον λόγο αυτό και μόνο των διαταγμάτων. Των πιο πάνω δεδομένων τα Διατάγματα ημερομηνίας 22.1.2019 οριστικοποιούνται. Το αιτητικό (Α) απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση καταδικάζονται να πληρώσουν τα έξοδα των Εναγόντων - Αιτητών όσον αφορά στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Balance of convenience considered. Where any doubt exists as to the plaintiff's right, or if his right is not disputed, but its violation is denied, the Court, in determining whether an interlocutory injunction should be granted, takes into consideration the balance of convenience to the parties and the nature of the injury which the defendant, on the one hand, would suffer if the injunction was granted and he should ultimately turn out to be right, and that which the plaintiff, on the other hand, might sustain if the injunction was refused and he should ultimately turn out to be right. The burden of proof that the inconvenience which the plaintiff will suffer by the refusal of the injunction is greater than that which the defendant will suffer, if it is granted, lies on the plaintiff". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.