← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 612/14, 2/7/2019

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 612/14, 2/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A673 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 612/14 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες και

  1. XXXXX ΜΙΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. XXXXX ΤΑΤΙΑΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 13.6.2019 για προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 2 Ιουλίου, 2019 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Ιωάννου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Κώστα ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 3.2.2014 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων ποσά €56.785,59 και €169.445,62 πλέον τόκους καθώς και διατάγματα για εκποίηση των υποθηκών με αρ. XXXXX/03 και XXXXX/
  3. Την 7.11.2018 καταχωρίστηκε από πλευράς Εναγομένων αίτηση με την οποία ζητείτο η αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού των ακινήτων που αφορούν οι πιο πάνω Υποθήκες. Την 3.12.2018 η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε και η Ενάγοντες προέβησαν στην ακόλουθη δήλωση: «Δεσμευόμαστε ότι δεν θα προχωρήσουμε με την υφιστάμενη ΙΑ και θα γίνει διαδικασία εκ νέου». Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η έναρξη και/ή συνέχιση της διαδικασίας Πλειστηριασμού και/ή πώλησης των ακινήτων με αριθμό δηλώσεων Υποθηκών XXXXX/2003, και XXXXX/06 αντίστοιχα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου εκδικασθεί η παρούσα αγωγή των πιο πάνω αιτητών. Β. Διάταγμα αναστολής έναρξης και/ή συνέχισης οποιασδήποτε διαδικασίας πλειστηριασμού και/ή πώλησης μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση του δικαστηρίου ότι οποιοιδήποτε «τύποι» εκδόθηκαν και/ή θα εκδοθούν δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας στα πλαίσια διαδικασίας πλειστηριασμού των ακινήτων με αριθμό δηλώσεως Υποθηκών XXXXX/2003, και XXXXX/06 αντίστοιχα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, είναι παράνομοι ως εμπεριέχοντες αυθαίρετους υπολογισμούς τόκων, χρεώσεων και δικηγορικών εξόδων και μη εκκαθαρισμένη απαίτηση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους εναγόμενους να διεκδικήσουν και/ή απαιτήσουν οποτεδήποτε οιονδήποτε ποσό από τους ενάγοντες αναφορικά με τους λογαριασμούς τους και/ή λογαριασμούς των εναγόντων με αρ. XXXXX21-04 και/ή XXXXX21-01 που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για το πραγματικώς οφειλόμενο ποσό τους δυνάμει της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι την τελεσιδικία της παρούσας αγωγής με αμετάκλητη απόφαση». Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 αρ. 32Α, 44Α , 44Β, 44Ζ, 44Γ

(1)έως
(4)(α) - (δ), στους Περί Πωλήσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.Ν.11 σελ. 109 αρ. 4(α)(β), 5, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (περιορισμός πωλήσεων) Ν.82
(1)/02 αρ. 3-7, στον περί Οφειλετών (Αναβολή και περιορισμός Πωλήσεως ακινήτου περιουσίας) Ν.2/1960αρ. 2, 4
(2)
(5)
(6), 5 και 6, στον περί Οφειλετών (αναβολή και περιορισμός των Πωλήσεων ακινήτου Περιουσίας) Διαδικαστικό Θεσμό του 1960, στα αρ. 4,5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/60και στα Άρ. 6-32 του Συντάγματος, στους περί της ίδρυσης και λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης επενδύσεων πελατών Τραπεζών Κανονισμούς ΚΔΠ 530/2004, στην Οδηγία 144-2007-15 του 2015 για την συνέχιση της λειτουργίας και την λειτουργία του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΕΠΕΥ - οδηγία του TAE ΚΔΠ 175/2015 (καταργήθηκε με ΚΔΠ 76/2019 εν ισχύ 8/3/19), στον περί Ίδρυσης Ταμείου Νομικής Αρωγής σε επενδυτές και περί συναφών θεμάτων Νόμο Ν.103(ι)/05(καταργητικός Ν.130(0/2017 εν ισχύ 6/10/2017), στους περί της Ίδρυσης και λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών πελατών ΚΕΠΕΥ Κανονισμούς ΚΔΠ 531/2004, στην Οδηγία ΟΔ.87-07 της επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για τη λειτουργία του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΚΔΠ 76/2019, στον περί της Ίδρυσης Εθνικού Ταμείου Αλληλεγγύης Ν.11(ι)/2013, στον περί του Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων και του Κυπριακού Οργανισμού διαχείρισης επενδύσεων για συναφή θέματα Νόμος Ν.33(0/2019, στον περί Ταμείου Κοινωνικής συνοχής Ν. 124(ι)/2002, στον Νόμο που προνοεί για τη σύσταση και λειτουργία Ταμείου Αλληλεγγύης για την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή Ν.6(ι)/2014, στον περί του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής στήριξης Νόμος Ν.156(Ι)/2014 και στον περί Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης (λειτουργία της επιτροπής Διαχείρισης και κριτήρια επιλογής) Κανονισμοί ΚΔΠ 21/
  1. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Ιωάννου υιός των Εναγομένων. Όπως αναφέρει ο κ. Ιωάννου την 3.6.2019 επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 1 Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ με ημερομηνία πλειστηριασμού την 4.7.2019 όσον αφορά στις υποθήκες με αρ. XXXXX/03 και XXXXX/
  2. Θέση του κ. Ιωάννου είναι ότι η ύπαρξη της παρούσας αγωγής μέχρι και την τελεσιδικία της εμποδίζει αφ' εαυτής την συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού αφού υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα που αφορούν στο ύψος της οφειλής αλλά και στο κατά πόσο είναι δυνατή η εκτέλεση διαταγμάτων εκποίησης από οργανισμούς είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου που δεν έχουν τα εχέγγυα εκτέλεσης ή εκποίησης ακινήτου. Θέση του είναι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από τα δικόγραφα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την 26.6.2019 Ένσταση η οποία στηρίζεται στο αρ. 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, Θ.Θ. 1-4, και 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, αρ. 27, Μέρος VIA: αρ. 44Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και 45 και στα Παραρτήματα του Νόμου, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, Κ.Δ.Π. 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Κανονισμό του 1956 Κ. 622/1956, στον Περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό, Κ. 547/1923, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) Αρ.6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 23 και 26, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της επιείκειας, και στη Νομολογία. Σε αυτήν εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  3. Δεν είναι δυνατή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής ή/και οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης αφ' ης στιγμής δεν καταχώρησαν στο Δικαστήριο αίτηση/ έφεση βάσει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/
  4. Δεν είναι δίκαια ή πρόσφορη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  5. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και ενώ για υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα οι Αιτητές δεν έλαβαν κανένα μέτρο ή/και δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια.
  6. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ή/και της Νομολογίας, αναφορικά με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δηλαδή: i. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της Υπεράσπισης τους. ii. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που να είναι ορατό με την Υπεράσπιση. iii. Δεν έχει διαφανεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  7. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 13/06/2019, που την συνοδεύει, περιέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς ή/και οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που επιτάσσει η Νομοθεσία ή/και η Νομολογία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  8. Δεν έχει αμφισβητηθεί η φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση, κατά τρόπο που να μην είναι δυνατή η αποζημίωση των Αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως επιτάσσει η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, Ν. 14/
  9. Η διαδικασία πλειστηριασμού που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ους η Αίτηση είναι νομότυπη και σύμφωνη με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
  10. Σε περίπτωση που η Αίτηση πετύχει η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς θα αποστερηθεί των δικαιωμάτων της, που παραχωρούνται από το ισχύον δίκαιο». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Οικονομίδου υπαλλήλου της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd στην οποία μεταφέρθηκε η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των Εναγόντων δυνάμει συμφωνίας μεταξύ τους. Όπως αναφέρει, την 25.6.2003 οι Ενάγοντες παραχώρησαν στεγαστικό δάνειο στον Εναγόμενο αρ. 1 για ποσό Λ.Κ.60.000 προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε προσωπική εγγύηση της Εναγομένης αρ. 2 και οι επίδικες Υποθήκες. Λόγω του ότι το δάνειο παρουσίασε καθυστερήσεις οι Ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία την 25.11.
  11. Την 25.5.2010 υπεγράφη μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου αρ. 1 δεύτερη συμφωνία δανείου για ποσό €158.000 σκοπός του οποίου ήταν μεταξύ άλλων η αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου, η δε Υποθήκη με αρ. XXXXX/03 θα εξασφάλιζε και το δάνειο αυτό. Αμφότερα τα δάνεια έχουν τερματιστεί και καταχωρηθεί για χειρισμό ως μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Επιπλέον την 25.8.2006 παραχωρήθηκε και προσωπικό δάνειο στον Εναγόμενο αρ. 1 το οποίο εξασφάλιζε ως Β' Υποθήκη η XXXXX/
  12. Το δάνειο αυτό ξοφλήθηκε αλλά η προαναφερόμενη Υποθήκη συνεχίζει να εξασφαλίζει το δάνειο ημερ. 25.5.
  13. Μετά την καταχώριση της αγωγής τροποποιήθηκε ο Ν9/65 παρέχοντας ευχέρεια στους Ενάγοντες να προχωρήσουν με πλειστηριασμό πριν από την έκδοση απόφασης. Την 30.5.2018 οι Ενάγοντες ενεργοποίησαν την διαδικασία εκποίησης της XXXXX/03 στέλνοντας Ειδοποίηση Τύπου Θ στους Εναγόμενους. Η ίδια Ειδοποίηση στάληκε εκ νέους την 14.6.2018 μαζί με Ειδοποίηση Τύπου Ι και κατάσταση λογαριασμού αλλά ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ανταποκρίθηκε. Την 14.5.2019 στάληκε ταχυδρομικώς Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ η οποία όμως δεν παραλήφθηκε και ακολούθησε επίδοση αυτής στον Εναγόμενο αρ. 1 την 3.6.2019 καθορίζοντας τον πλειστηριασμό για την 4.7.
  14. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν Αίτηση - Έφεση για ακύρωση αυτού. Θέση της κας Οικονομίδου είναι ότι από την Υπεράσπιση και την Αίτηση των Εναγομένων δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις αφού οι Εναγόμενοι παραδέχονται την υπογραφή των εγγράφων παροχής δανείων και εξασφαλίσεων. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η φερεγγυότητα των Εναγόντων και η δυνατότητα αυτών να αποζημιώσουν τους Εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας τους, η δε ζημιά είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Είναι τέλος η θέση της ομνύουσας ότι οι Εναγόμενοι έχουν επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εκδίκαση Αίτησης αφού δεν επιχείρησαν να προβούν στις απαραίτητες διαδικασίες για έκδοση προσωρινού διατάγματος από τότε που τους επιδόθηκαν οι Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ την 13.7.
  15. Εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού η εκποίηση αφορά μόνο στην XXXXX/
  16. Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθίσταται αναγκαία η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του κατά πόσο οι Εναγόμενοι - Αιτητές δικαιούνται να υποβάλουν την υπό εκδίκαση Αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Μετά την τροποποίηση του αρ. 32 του Ν14/60 με τον Ν17(Ι)/2004 Εναγόμενος έχει πλέον δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται σε περιορισμούς. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Igor Zhigachov κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ.133: «Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν.17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren [1901] 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.50 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/
  1. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina [1979] AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή XXXXX/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ' εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.
  2. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας». Όπως προκύπτει από την πιο πάνω Νομολογία, Εναγόμενος για να δύναται να προωθήσει αίτημα για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα δυνάμει του αρ. 32 θα πρέπει είτε να έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση ή να υφίσταται ανταγωγή, ή να καταδείξει ότι η θεραπεία που ζητά πηγάζει από την αγωγή ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα. Προφανώς ο εδώ Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής κάνει επίκληση της τελευταίας αυτής βάσης, αφού δεν υπάρχει ούτε ανταπαίτηση ούτε ανταγωγή στην προκειμένη περίπτωση. Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες επιζητούν, μεταξύ άλλων και διατάγματα για πώληση των ακινήτων του Εναγομένου αρ. 1 που υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των επίδικων συμφωνιών δανείων με τις υποθήκες με αρ. XXXXX/03 και XXXXX/06. Θεωρώ ότι μέρος του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων είναι ακριβώς οι συμφωνίες υποθήκης που αναγράφονται πιο πάνω, αφού αυτές συνιστούν το δικογραφημένο έρεισμα για τα αιτούμενα στην αγωγή διατάγματα. Η υπό εκδίκαση Αίτηση αφορά ακριβώς σε αναστολή διαδικασίας πώλησης των με τη διαδικασία πλειστηριασμού των ακινήτων που περιλαμβάνονται στις πιο πάνω Υποθήκες, τόσο για έναρξη όσο και για συνέχιση τέτοιας διαδικασίας (πράγμα που απαντά και στην εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ότι η διαδικασία πλειστηριασμού αφορά μόνο στην μία εκ των δύο υποθηκών). Θεωρώ συνεπώς ότι τα επίδικα αιτητικά πηγάζουν από το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων και συνδέονται με αυτό. Θα προχωρήσω κατ'επέκταση να εξετάσω την ουσία της Αίτησης. Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Θα σημειώσω ότι κατά τις αγορεύσεις αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποστείλει νέα Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ και στηρίζουν την θέση τους στο ότι η διαδικασία πλειστηριασμού μπορεί να προχωρήσει με αυτήν που είχαν επιδώσει στις 30.7.
  2. Θα εξετάσω, συνεπώς, τις προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 έχοντας κατά νου το πιο πάνω δεδομένο. Από ανάγνωση της Υπεράσπισης των Εναγομένων διαφαίνεται ότι αυτοί προβάλλουν τη θέση ότι η συμφωνία δανείου είναι παράνομη και άκυρη ένεκα του ότι οι Ενάγοντες δεν ενημέρωσαν τον Εναγόμενο αρ. 1 για το ύψος του επιτοκίου αλλά και για την ύπαρξη όρων που αντίκεινται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο. Επιπλέον δεν ενημέρωσαν την Εναγομένη αρ. 2 ως η υποχρέωση τους δυνάμει του Ν197(Ι)/
  3. Θέση τους είναι ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προβούν σε αύξηση του επιτοκίου ή σε παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση υπάρχει υιοθέτηση της Υπεράσπισης αυτής, χωρίς όμως, την παράθεση λεπτομερειών. Παρά ταύτα οι συμφωνίες υποθήκης κατατέθηκαν ως μέρος της Ένστασης στην οποία και παρατίθενται και λεπτομέρειες ως προς τα γεγονότα και τους όρους των συμφωνιών δανείου. Σημειώνω επιπλέον ότι η αξίωση, όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι για ποσά €56.785,59 και €169.445,62 πλέον τόκους προς 13% παρά το ότι στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση αναφέρεται ότι τα συμφωνηθέντα επιτόκια ήσαν άλλα. Κατ' επέκταση, από τα πιο πάνω είναι δυνατόν, για τον περιορισμένο σκοπό της εξέτασης των προϋποθέσεων του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και μόνο, να θεωρηθεί ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ποία εκδοχή ως προς τα γεγονότα ισχύει αλλά και το τι ακριβώς συμφώνησαν οι διάδικοι είναι ζήτημα φυσικά που θα κριθεί από το εκδικάζον την αγωγή Δικαστήριο, αφού ως είναι καλά γνωστό το παρόν δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο θα επιλυθούν ή αποφασιστούν τα ζητήματα αυτά, πολλά εκ των οποίων απαιτούν και ευρήματα κατόπιν αξιολόγησης μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Αιτητές να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης του Αιτητή. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Και εδώ τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση πιο πάνω. Σε περίπτωση όπου μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτές οι θέσεις των Εναγομένων αυτοί θα έχουν πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους, έστω σε κάποια από τα αιτητικά τους. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Τονίζω, όμως, ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου την θεραπεία (βλ. Παναγίδη ν Παναγίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 396 και Timberland v Evans
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Στην υπό εκδίκαση υπόθεση οι Ενάγοντες είχαν δηλώσει ότι δεν θα προχωρούσαν με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ που είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους στις 30.7.2018 μαζί με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, αλλά και ότι θα γίνετο «διαδικασία εκ νέου». Αντί τούτου, όμως, επέδωσαν στους Εναγόμενους μόνο νέα Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν προχώρησαν στον διορισμό εκτιμητή ως προβλέπει η Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, αφού τέτοια δεν τους επιδόθηκε στην διαδικασία για τον πλειστηριασμό που έχει οριστεί για τις 4.7.2019. Κατ' επέκταση θεωρώ ότι, εάν ο πλειστηριασμός προχωρήσει την 4.7.2019 θα έχουν επηρεαστεί δικαιώματα των Εναγομένων τα οποία δεν θα είναι εύκολο να αποτιμηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τονίζω ότι όλα τα πιο πάνω εφαρμόζονται μόνο όσον αφορά στην διαδικασία πλειστηριασμού που είναι προγραμματισμένη για την 4.7.2019 και δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι καλύπτουν και οποιαδήποτε τυχόν μεταγενέστερη διαδικασία από μέρους των Εναγόντων. Η δε νομιμότητα Ειδοποιήσεων που επιδίδονται δυνάμει του Ν9/65 εξετάζεται μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης. Έπεται συνεπώς πως δεν θα ήταν δυνατόν να εκδοθούν διατάγματα ως τα αιτητικά (Β), (Γ) ή (Δ) της υπό εκδίκαση Αίτησης. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Halsbury's Vol. 21 σελ. 366[1]). H ανάγκη προστασίας των Εναγομένων πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγόντων και συνεπώς θα εξετάσω στο παρόν στάδιο την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Με το Διάταγμα απλώς διατηρείται το status quo όσον αφορά στα ενυπόθηκα ακίνητα. Οι Ενάγοντες παραμένουν ελεύθεροι να προωθήσουν διαδικασία πλειστηριασμού για άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία, στην οποία να αρχίσει όντως η διαδικασία εκ νέου ως η δήλωση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' επέκταση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης περιορισμένου διατάγματος. Εκδίδεται, συνεπώς Διάταγμα με το οποίο η συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού της υποθήκης με αρ. Υ6572/2003 που έχει οριστεί για την 4.7.2019 αναστέλλεται μέχρι εκδίκασης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Τα αιτητικά (Β), (Γ) και (Δ) απορρίπτονται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταδικάζονται να πληρώσουν τα έξοδα των Εναγομένων αρ. 1 και 2 - Αιτητών όσον αφορά στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Balance of convenience considered. Where any doubt exists as to the plaintiff's right, or if his right is not disputed, but its violation is denied, the Court, in determining whether an interlocutory injunction should be granted, takes into consideration the balance of convenience to the parties and the nature of the injury which the defendant, on the one hand, would suffer if the injunction was granted and he should ultimately turn out to be right, and that which the plaintiff, on the other hand, might sustain if the injunction was refused and he should ultimately turn out to be right. The burden of proof that the inconvenience which the plaintiff will suffer by the refusal of the injunction is greater than that which the defendant will suffer, if it is granted, lies on the plaintiff". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.