← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΥ ν. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1141/11, 22/5/2019

ΛΑΜΠΡΟΥ ν. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1141/11, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A659 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1141/11 Μεταξύ: XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ Ενάγοντα και ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Βασιλείου Για τους Εναγόμενους: κ. Αβρααμίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη σε εργατικό ατύχημα την 20.2.2009. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο Ενάγοντας γεννήθηκε την 18.11.1951 και ήταν καθόλα υγιής και αρτιμελής και απασχολείτο στην θέση του βοηθού χειριστή στους Εναγόμενους. Κατά την 20.2.2009 δόθηκαν οδηγίες στον Ενάγοντα για καθαρισμό ή επισκευή ζυγοταινίας και απεγκλωβισμό πετρωμάτων από αυτήν στο πλαίσιο της οποίας ο Ενάγοντας υπέστη δυστύχημα. Είναι η θέση του ότι το δυστύχημα αυτό οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων οι οποίοι δεν παρείχαν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Παραδέχονται ότι αυτός ήταν εργοδοτούμενος τους από το 1986 με καθήκοντα Βοηθού Χειριστή και ότι ήταν έμπειρος στα εν λόγω καθήκοντα. Παραδέχονται ότι την 20.2.2009 ο Ενάγοντας εργαζόταν στο Τσιμεντοποιίο όπου τραυματίστηκε στο δεξί χέρι αλλά αρνούνται ότι ο τραυματισμός αυτός οφείλεται σε κάποια δική τους αμέλεια. Είναι η δικογραφημένη τους θέση ότι ο χειριστής του μύλου έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα ότι η ταινία τροφοδοσίας παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα και τον κάλεσε μέσω ασυρμάτου να δει τι συμβαίνει. Ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι η ταινία δεν λειτουργούσε λόγω του ότι είχε μπλοκαριστεί πέτρα και, χωρίς να ενημερώσει τον χειριστή ή να εφαρμόσει την διαδικασία ασφάλισης του μηχανήματος, προσπάθησε να ξεφρακάρει το ταμπούρλο. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, όταν το ταμπούρλο ελευθερώθηκε, η ταινία να ξεκινήσει και ο χειριστής να δοκιμασει να την θέσει σε λειτουργία. Θέση των Εναγομένων είναι ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια των Εναγόντων. Επιπλέον αρνούνται τις ισχυριζόμενες από τον Ενάγοντα σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές. Ο Ενάγοντας καταχώρησε την 15.2.2013 Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως αυτοί καταγράφονται στην Υπεράσπιση, και εμμένει στους ισχυρισμούς του όπως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαιτήσεως. Την 21.11.2018 τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: «Ο Ενάγων μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Αχίλλειου Νοσοκομείου Λεμεσού στις 20 Φεβρουαρίου 2009 όπου εξετάστηκε από τον Δρ. XXXXX Παναγιώτου και διεγνώσθη με τα ακόλουθα: • Ανοιχτό κάταγμα κερκίδας δεξιού αντιβραχίου με πολλαπλό επιπλεγμένο κάταγμα κερκίδας στο 3° τεταρτημόριο • Πολλαπλό επιπλεγμένο κάταγμα ωλένης με σοβαρή θλάση των καμπτήρων μυών • Αποκοπή των τενόντων από την τενοντική τους ένωση περισσότερο για 2° και 5°δάκτυλο • Σοβαρής μορφής κάκωση της μυϊκής μάζας των καμπτήρων τενόντων δεξιάς άκρας χείρας Υπεβλήθη την ίδια ημέρα σε χειρουργική επέμβαση υπό γενική νάρκωση κατά την οποία έγινε: 1. Διάνοιξη των μυών του αντιβραχίου. 2. Σταθεροποίηση της κερκίδας με διακαταγματικές βίδες 2,0 και σταθεροποίηση του κατάγματος με μακριά locking plate (Synthess) 3. Ανοιχτή ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος της κερκίδας με 3,5 LCP locking plate (Synthess) 4. Συρραφή των καμπτήρων τενόντων πάνω στις μυϊκές μάζες Παρέμεινε κλινήρης υπό φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση. Εξήλθε της κλινικής στις 23 Φεβρουαρίου 2009 με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή, πρόγραμμα παρακολούθησης φυσιοθεραπείας και ιατρική παρακολούθηση. Λόγω μετατραυματικού συνδρόμου πίεσης του μέσου νεύρου δεξιάς άκρας χείρας στις 22 Ιανουαρίου 2010 υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για νευρόλυση του μέσου νεύρου και αποσυμφόρηση αυτού. Παρέμεινε κλινήρης μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2010 και εξήλθε με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση. Συνεστήθη περαιτέρω πρόγραμμα κινησιο-φυσιοθεραπείας προς απόκτηση κινητικότητας δεξιού άνω άκρου και άκρας χείρας. Ο Ενάγων παραμένει σήμερα με τα ακόλουθα:
  2. i)Ουλή μήκους είκοσι επτά εκατοστομέτρων πλήρως επουλωμένη στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου.
  3. ii)Παρόμοιας μορφής ουλή μήκους δώδεκα εκατοστομέτρων στο ωλένιο χείλος του αντιβραχίου. iii) Η κινητικότητα του μικρού, παράμεσου και μέσου δαχτύλου είναι φυσιολογική όπως επίσης και η δύναμη των δακτύλων αυτών.
  4. iv)Η κινητικότητα των ενδοφαλαγγικών αρθρώσεων του δεξιού δείκτη πρακτικά απουσιάζει. Υπάρχει ικανοποιητική κινητικότητα της μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης του δείκτη. ν) Μικρού βαθμού δυσκαμψία του δεξιού αντίχειρα κυρίως κατά την προσαγωγή.
  5. vi)Βαθμός ελάττωσης της συσφυγκτικής δύναμης του χεριού». Επιπλέον την 29.11.2018 δηλώθηκε από κοινού ότι τα έξοδα που ο Ενάγοντας κατέβαλε για φυσιοθεραπείες είναι της τάξης των €4.000 επί τη βάση της πλήρους ευθύνης. Η απαίτηση του Ενάγοντα για έξοδα αναμενόμενης μελλοντικής εγχείρησης αποσύρθηκε. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος ενώ από πλευράς Εναγομένων μαρτυρία έδωσαν 4 μάρτυρες. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι γεννήθηκε την 18.11.1951 και πριν το επίδικο ατύχημα ήταν υγιής και αρτιμελής. Οι Εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία και λειτουργούσαν εγκαταστάσεις κατασκευής και συσκευασίας τσιμέντου στην περιοχή του Βασιλικού. Ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους στη θέση του Βοηθού Χειριστή στους μύλους που αλέθουν χώμα με μισθό €14.89 ανά ώρα πλέον επιδόματα. Τα ετήσια εισοδήματα του ξεπερνούσαν τις €45.000 ετησίως. Την 20.2.2009 ο προϊστάμενος του Ενάγοντα κ. Παναγιώτης Χριστοδούλου του ανέθεσε τον καθαρισμό και επαναλειτουργία της ζυγοταινίας στο μηχάνημα αρ. 3. Ο Ενάγοντας μετέβη εκεί και είδε ότι οι ζυγοταινίες ήταν σταματημένες. Αφού έλεγξε, είδε ότι μεταξύ της τροχαλίας και του ιμάντα είχε πιαστεί πέτρα, πράγμα που είχε ξανασυμβεί. Πήρε μία σωλήνα που υπήρχε εκεί και χτύπησε την πέτρα η οποία μοιράστηκε σε 2 κομμάτια. Μετά έσπρωξε με την σωλήνα το πρώτο κομμάτι. Την ώρα που προσπάθησε να σπάσει το δεύτερο κομμάτι η ζυγοταινία ξεκίνησε και «άρπαξε» το χέρι του Ενάγοντα μεταξύ του ιμάντα και της τροχαλίας. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι με μεγάλη δύναμη κατάφερε και ελευθέρωσε το χέρι του και κατέβηκε. Ο μηχανοδηγός φώναξε τον υπεύθυνο και μετέφεραν τον Ενάγοντα στο Νοσοκομείο. Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι από το ατύχημα υπέστη τραύματα και έξοδα. Περαιτέρω ήταν θέση του ότι από την 19.2.2010 δεν έχει λάβει οποιοδήποτε μισθό από τους Εναγόμενους. Παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε 3 φορές για εργασία μετά τις 19.4.2012, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να του προσφέρουν εργασία και τον εξανάγκασαν σε παραίτηση. Ο κ. XXXXX Κουννής ανέφερε ότι κατείχε τη θέση του προσωπάρχη στους Εναγόμενους από το 1992 μέχρι και την αποχώρηση του και με τον Ενάγοντα υπήρξαν συναδέλφοι για περίπου 23 χρόνια. Ο Μ.Υ.1 έκανε αναφορά στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και η οποία αφορούσε στην επιστροφή του Ενάγοντα στην εργασία του. Ήταν η θέση του ότι κατά την πρώτη συνάντηση που ο ίδιος είχε με τον Ενάγοντα στις αρχές του 2011 αυτός ζητούσε να τον απολύσουν λόγω πλεονασμού οπότε και ο Μ.Υ.1 του εξήγησε ότι για να γίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε πρώτα να επιστρέψει στην εργασία του. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στα καθήκοντα του και μόνο ελαφριά εργασία ήταν σε θέση να κάνει. Την 27.6.2011 ο Ενάγοντας παρουσιάστηκε στο εργοστάσιο και τους είπε ότι ήρθε για να πιάσει δουλειά. Ερωτηθείς αν έφερε πιστοποιητικό από τον ιατρό του απάντησε ότι δεν μπορεί να προσκομίσει τέτοιο και ότι μόνο ελαφριές εργασίες μπορούσε να κάνει. Αναφορικά με τα θέματα ασφάλειας ο Μ.Υ.1 είπε ότι υπήρχε ένα ειδικό βιβλιάριο το οποίο είχε διανεμηθεί σε όλους τους υπαλλήλους. Επιπλέον αυτοί εκπαιδεύονταν από το Τμήμα Ασφαλείας, διοργανώνονταν επιμορφωτικά σεμινάρια κάθε χρόνο και ειδικά μέσα στην Εβδομάδα Ασφάλειας τα οποία παρακολουθούσαν όλοι οι υπαλλήλοι. Ο κ. XXXXX Σάββα ανέφερε ότι εργάζεται στο Τσιμεντοποιίο Βασιλικού από το 2004 και την 20.2.2009 βρισκόταν στην εργασία του ασκώντας καθήκοντα υπεύθυνου βάρδιας. Δεν ήταν παρών κατά το ατύχημα αλλά τον ειδοποίησαν από τον ασύρματο ότι είχε χτυπήσει ο Ενάγοντας και έδωσε εντολή όπως μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Ο Μ.Υ.2 επεξήγησε τη διαδικασία ασφάλισης - απασφάλισης των μηχανημάτων και είπε ότι όποιος έπρεπε να δουλέψει σε συγκεκριμένο μηχάνημα έπρεπε να το ζητήσει από τον χειριστή, να ειδοποιηθεί ο ηλεκτρολόγος της βάρδιας ώστε να διακόψει το ρεύμα, μετά να υπογράψει το σχετικό έντυπο ότι όντως το είχε διακόψει, να υπογράψει και ο χειριστής ότι μπορεί να παραδώσει το μηχάνημα και μετά από αυτά να ειδοποιηθεί ο εργάτης ότι μπορούσε να δουλέψει πάνω στο μηχάνημα. Η διαδικασία αυτή, είπε, περιγράφεται στο Τεκμήριο 24. Όταν τελείωνε ο εργάτης την εργασία του, ενημέρωνε και υπέγραφε το έντυπο Τεκμήριο 25 οπόταν ακολουθείτο η αντίστροφη διαδικασία. Ήταν η θέση του ότι για να είναι κενό το έντυπο Τεκμήριο 25 για την επίδικη ημερομηνία σημαίνει ότι δεν ακολουθήθηκε η πιο πάνω διαδικασία. Ο κ. XXXXX Λουκά ανέφερε ότι είναι ο εσωτερικός νομικός σύμβουλος των Εναγομένων και μέλος της ανώτατης διοικητικής ομάδας. Έκανε αναφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβη για εντοπισμό των ατόμων που ενεργούσαν ως χειριστής και λειτουργός ασφαλείας κατά τον επίδικο χρόνο. Όσον αφορά στον χειριστή διαπίστωσε ότι είχε υποστεί εγκεφαλικό και δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία ενώ ο υπεύθυνος ασφάλειας είχε ζητήσει χρηματικό αντάλλαγμα για την μαρτυρία του, πράγμα που ο Μ.Υ.3 θεώρησε αντιδεοντολογικό. Ο Δρας XXXXX Γεωργίου ανέφερε ότι είναι Ειδικός Ορθοπεδικός Τραυματιολόγος. Ο Ενάγοντας παραπέμφθηκε κοντά του για ιατρική εξέταση την 16.11.2010 και ακολούθως για συμπληρωματική εξέταση την 16.3.2017. Επεξήγησε στο Δικαστήριο τα ευρήματα του. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας είναι ικανός να επιτελεί το επάγγελμα του Βοηθού Τεχνικού Μηχανημάτων στους Εναγόμενους. Όπως είπε, σε περίπτωση όπου απαιτείται πλήρης συσφιγκτική δύναμη, στον Ενάγοντα αυτή είναι μειωμένη κατά 25%. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία του Ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί σε διάφορες ενότητες, ήτοι, τον τρόπο με τον οποίο έγινε το επίδικο ατύχημα, οι ειδικές και σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη και ειδικά το κατά πόσο υπάρχει μόνιμη ανικανότητα εκτέλεσης της προ του ατυχήματος εργασίας του. Όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο επεσυνέβη το ατύχημα δεν υπήρξαν ιδιαίτερες διαφορές μεταξύ των εκδοχών των δύο πλευρών. Θα πρέπει, όμως, να επισημανθούν τα πιο κάτω: · Αναφορικά με τη χρήση της σωλήνας για απομάκρυνση των πετρών, φάνηκε από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι αποτελούσε πρακτική των υπαλλήλων και μόνο αφού, ερωτηθείς εάν γνώριζαν για την πρακτική αυτή ο Προϊστάμενος και Υπεύθυνοι, ο Ενάγοντας απάντησε «Ε μάλλον». · Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι υπήρχαν Κανονισμοί Ασφαλείας (Τεκμήριο 18) στη δουλειά. Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο τους ακολουθούσε, απάντησε «Αλίμονο. Δεν μπορείς να μην ακολουθήσεις». · Έστω και αν ισχυρίστηκε ότι δεν είδε την πινακίδα Τεκμήριο 26 ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι ακολουθούσε τη διαδικασία Ασφάλισης / Απασφάλισης πράγμα που δείχνει ότι γνώριζε ποια ήταν αυτή. Δέχτηκε επίσης ότι γνώριζε ότι προτού γίνει συντήρηση κινουμένων μηχανημάτων έπρεπε να γίνει η ασφάλιση του μηχανήματος και ότι μόνο μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απασφάλισης θα έπρεπε να ξανατεθεί το μηχάνημα σε λειτουργία. · Δέχτηκε μάλιστα ότι όσες φορές ξαναέκανε την ίδια πράξη είχε ακολουθήσει την διαδικασία και το μηχάνημα ήταν σταματημένο. · Όσον αφορά στο Έντυπο Τύπου QD202 Τεκμήριο 25 ο Ενάγοντας αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν το είχε ξαναδεί, μετά είπε ότι το συμπλήρωναν οι επιστάτες και όχι ο ίδιος. · Δέχτηκε ότι ο χειριστής δεν μπορούσε να δει τον χώρο όπου έγινε το ατύχημα. · Παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας κρατούσε ασύρματο δεν ειδοποίησε οποιοδήποτε τι ακριβώς ήταν το πρόβλημα με το μηχάνημα αλλά και ότι σκόπευε να προσπαθήσει να το λύσει με τη χρήση της σωλήνας. · Ο Ενάγοντας δέχτηκε επίσης ότι στον χώρο υπήρχε διακόπτης για λειτουργία της ταινίας. Ο ίδιος θεώρησε ότι δεν είχε ρεύμα και άρα άφησε τον διακόπτη στο «On». Δέχτηκε, ειδικότερα, ότι αν έβαζε τον διακόπτη στο «Off» η ταινία δεν θα ξεκινούσε. · Αυτό που διεφάνη ήταν ότι ο Ενάγοντας υπέθεσε ότι είχε διακοπεί το ρεύμα επειδή είδε ότι οι ζυγοταινίες ήταν σταματημένες. · Ενδεικτική της όλης στάσης του Ενάγοντα για τη διαδικασία που ακολούθησε είναι και η ακόλουθη απάντηση που έδωσε: «Έτσι το έκαμνα πάντα, άλλες φορές φαίνεσουν τυχερός, τζείνη τη μέρα ήταν η άτυχη στιγμή». Αναφορικά με τη θέση του Ενάγοντα ότι είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία αυτός δεν με έπεισε περί της εκδοχής που προέβαλε στο Δικαστήριο, και θεωρώ ότι προσπάθεια του ήταν να επιρρίψει ευθύνες στους εργοδότες του, καθώς και να μεγιστοποιήσει την ζημιά που υπέστη. Παρατηρώ συγκεκριμένα τα εξής: · Το Ιατροσυμβούλιο απέρριψε την αίτηση του Ενάγοντα για ανικανότητα. Ο Ενάγοντας αποδέχτηκε την απόφαση αυτή χωρίς διαμαρτυρία ή λήψη οποιουδήποτε διαβήματος. · Αντεξεταζόμενος ουσιαστικά ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι εκείνο που ζητούσε ήταν μία πιο ελαφριά εργασία αλλά περισσότερο το αίτημα του ήταν όπως οι Εναγόμενοι τον δηλώσουν ως πλεονάζων. · Ισχυρίστηκε ότι μετά την απόρριψη του Ιατροσυμβουλίου απέστειλε επιστολές στους Εναγόμενους ζητώντας τους να επιστρέψει στη δουλειά που έκανε προ του ατυχήματος. Από τις επιστολές Τεκμήριο 11 και μέρος του Τεκμηρίου 12 (ημερ. 12.5.2011, 16.6.2011 και 28.6.2011) όμως φαίνεται ότι εκείνο που ο Ενάγοντας ζητούσε ήταν να τοποθετηθεί σε σημείο που να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες που προκύπτουν από την αναπηρία του. Όταν οι επιστολές αυτές του υποδείχθηκαν, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που είχε διαφορές με τον προηγούμενο του δικηγόρο. Η απάντηση του αυτή δεν πείθει δεδομένου ότι δεν αποτέλεσε θέση του ότι γνώριζε ότι αυτές σταλήκαν. · Από το Τεκμήριο 14 φαίνεται ότι για πρώτη φορά ο Ενάγοντας δηλώνει έτοιμος να αναλάβει την προ του ατυχήματος εργασία του την 22.8.2012. Την εισήγηση του αυτή οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν. Παρά ταύτα, όμως, ο Ενάγοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επέμενε ότι δεν ήταν σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα του. · Η θέση των Εναγομένων ότι θα έπρεπε να προσκομίσει πιστοποιητικό του ιατρού του ότι είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα του ήταν λογική, δεδομένης της ύπαρξης προηγούμενων πιστοποιητικών που έλεγαν το αντίθετο. Ο Ενάγοντας, όμως, δεν ζήτησε καν τέτοιο πιστοποιητικό από τον ιατρό, ισχυριζόμενος αρχικά ότι θεώρησε ότι δεν θα του έδινε. Μετέπειτα ισχυρίστηκε ότι ο προηγούμενος δικηγόρος του δεν του είχε πει ότι οι Εναγόμενοι ζητούσαν τέτοιο πιστοποιητικό. · Ούτε και προσκόμισε στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας την άμεση μαρτυρία ιατρού που να καταδεικνύει ότι αυτός είναι ανίκανος να εκτελέσει την εργασία του. Από τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήριο 3 διαφαίνεται ότι οι αναφορές του Δρος XXXXX Παναγιώτου στα πιστοποιητικά ημερ. 17.3.2010 και 28.7.2010 ήταν ότι: «στο παρόν στάδιο ο ασθενής είναι μόνιμα ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία λόγω αδυναμίας κάμψεως του αντείχειρα και του δείχτη άκρας χείρας». Από τις 20.9.2010, όμως, η θέση του Δρος Παναγιώτου περί μόνιμης ανικανότητας αλλάζει αφού πλέον δηλώνει ότι ο Ενάγοντας μπορεί να επιστρέψει στον χώρο εργασίας του αναλαμβάνοντας ελαφριά καθήκοντα προς αποφυγή επιδείνωσης της κατάστασης του. Παρά την θέση του αυτή, όμως, από το πιστοποιητικό ημερ. 20.2.2012 προκύπτει ότι μέχρι και τότε χορηγούσε στον Ενάγοντα άδεια ασθενείας. Ο κ. XXXXX Κουννής μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας. Σημειώνω ότι αυτός δεν εργάζεται πλέον στους Εναγόμενους και άρα δεν έχει οποιοδήποτε όφελος ή κίνητρο να μην είναι αντικειμενικός. Έδωσε τεκμηριωμένες και λογικές απαντήσεις στα θέματα που του τέθηκαν. Λογική ήταν και η θέση του Μ.Υ.1 ότι, αφού ο Ενάγοντας επικαλείτο ότι δεν μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντα του, αυτός θα έπρεπε να προσκομίσει στους Εναγόμενους πιστοποιητικό από τον θεράποντα ιατρό του ότι είναι ικανός να τα εκτελεί. Πειστική, επίσης, ήταν η θέση του ότι δεν λήφθηκαν πειθαρχικά μέτρα κατά του Ενάγοντα για μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας λόγω του ότι αυτός νοσηλεύετο στο Νοσοκομείο και οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να αναμένουν να επανέλθει στην εργασία του, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Καλή εντύπωση μου έκανε επίσης και ο κ. XXXXX Σάββα ο οποίος ήταν ήρεμος και αντικειμενικός κατά τη μαρτυρία του. Η αντεξέταση του Μ.Υ.2 ουσιαστικά επικεντρώθηκε στο τι θα μπορούσε να είχε κάνει ο χειριστής, πράγμα το οποίο ο ίδιος ανέφερε ότι δεν αποτελούσε αρμοδιότητα του. Λογική ήταν η θέση ότι ο χειριστής δεν μπορούσε να βεβαιωθεί ότι ο Ενάγοντας δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο από τη στιγμή που ο Ενάγοντας δεν του είχε πει ότι βρισκόταν επί τόπου. Ο Μ.Υ.2 ήταν κάθετος ότι η διαδικασία ασφάλισης / απασφάλισης γινόταν σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι υπαλλήλοι έπρεπε να αγγίξουν ένα μηχάνημα, θέση την οποία αποδέχομαι αφού προκύπτει και από τα ενώπιον μου έγγραφα, βρίσκει δε έρεισμα και στην λογική. Ο κ. XXXXX Λουκά έδωσε μία τυπική μαρτυρία επί της οποίας δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ούτε και έγινε κάποιο αίτημα από πλευράς Ενάγοντα δυνάμει του αρ. 26 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Κατ' επέκταση τα όσα οι Μ.Υ.1, 2 και 3 ανέφεραν σε σχέση με γεγονότα αποδέχομαι. Ο Δρας XXXXX Γεωργίου κλήθηκε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ. 543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1)). Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Στην R. v. Silverlock
(1894)2 QB 766, επί της οποίας στηρίχθηκε ο συνήγορος των εφεσειόντων, ο Vaughan-Williams J Αναφέρει: «No one should be allowed to give evidence as an expert unless his profession or course of study gives him more opportunity of judging than other people." Στην Evangelou & Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, η αποδοχή από το πρωτόδικο δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα χωρίς να είναι αυτό επιτρεπτό και δικαιολογημένο κρίθηκε εσφαλμένη. «. . ... Nor was there any admissible evidence as to the value of the property of the company. Mr. Ambizas was, without justification, allowed to give expert testimony on the value of land. There was nothing before the Court to justify the reception of his opinion on the subject. To qualify as an expert, it must first be established that a witness, on account of his knowledge and experience in a given field of knowledge, is qualified to the extent that it is safe to admit his opinion as evidence of the fact in issue. There is nothing on record to suggest that Mr. Ambizas possessed such expertise, on the contrary, judging from his own evidence, he possessed no such qualifications. For, when asked to give his opinion as to the value of the immovable property of his wife at Nicosia, he disclaimed knowledge and refused to opine on the subject. The opinion of Mr. Ambizas was, for similar reasons, wrongly admitted with regard to property he acquired prior to the Turkish invasion in the Famagusta district, at Yialoussa, notably one third share in ten donums of land, for which he paid about £500.- The loss of Mr. Ambizas in this respect, is appreciable but there is no satisfactory evidence as to its extent, and, certainly, the Judge wrongly admitted opinion evidence from a non expert in the field of land valuation." Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» ..............Το θέμα που πάντοτε εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας» («In what field is this witness being offered as an expert?») Αυτό καθιέρωσε η R. v. Silverlock (άνω) και επιβεβαιώθηκε στην R. v. Robb
(1991)93 Cr. App.R. 61. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε τόσο το στάδιο εξέτασης του θέματος όσο και την έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Ε.5 επί του εξεταζόμενου θέματος». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση κρίνω ότι ο Μ.Υ.4 μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας στον τομέα της Ορθοπεδικής Χειρουργικής - Τραυματιολογίας. Ούτως ή άλλως τα προσόντα αυτού ήταν αποδεκτά από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα. Σε γενικές γραμμές αυτός μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας, επεξήγησε την θέση του με λεπτομέρεια παρέχοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να παρακολουθήσει και κρίνει. Η προσπάθεια που έγινε κατά την αντεξέταση να καταδειχθεί ότι ο Μ.Υ.4 είχε σκοπό να βοηθήσει την ασφαλιστική εταιρεία που τον διόρισε απέτυχε αφού ο μάρτυρας έπεισε ότι προσπάθεια του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο. Ειδικότερα σε σχέση με τα όσα ο Μ.Υ.4 ανέφερε παρατηρώ τα εξής: · Τα ευρήματα του Μ.Υ.4 από την κλινική του εξέταση που καταγράφονται επί των ιατρικών του πιστοποιητικών δηλώθηκαν ως παραδεκτά. · Αποδέχομαι ότι στον Ενάγοντα απουσιάζει η κίνηση στις δύο ενδοφαλαγγικές αρθρώσεις του δείκτη. Όπως εξήγησε ο Μ.Υ.4, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Ενάγοντας μπορεί να λυγίσει τον δείκτη του και να αγγίξει την παλάμη του αλλά ο δείκτης δεν κάμπτεται. · Επίσης αποδέχομαι ότι υπάρχει ελαφρού βαθμού μείωση της προσαγωγής του αντίχειρα. · Ο Μ.Υ.4 επεξήγησε με λεπτομέρεια και πειστικότητα τη θέση του περί μειωμένης απόδοσης και ότι αυτή ουσιαστικά αναφέρεται στο επίπεδο της φυσιολογικής κόπωσης. Συγκεκριμένα ήταν θέση του ότι εάν ένας φυσιολογικός άνθρωπος που χρησιμοποιεί βαριοπούλα για να σπάζει πέτρες θα χρειάζετο 1 ώρα για να επέλθει σε επίπεδα κόπωσης, στον Ενάγοντα η κόπωση αυτή θα επέλθει στα 45 λεπτά, ήτοι είναι μειωμένη κατά 25%. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν 58 ετών και εργάζετο στους Εναγόμενους ως Βοηθός Χειριστής με μισθό €661,45 ακάθαρτα εβδομαδιαίως. Οι Εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία και λειτουργούσαν εγκαταστάσεις κατασκευής και συσκευασίας τσιμέντου στην περιοχή Βασιλικού. Οι Εναγόμενοι είχαν εκδώσει τους Κανονισμούς Ασφαλείας Τεκμήριο 18 αντίγραφο των οποίων είχε δοθεί σε όλους τους εργοδοτούμενους τους και επιπλέον κάθε χρόνο λάμβαναν χώρα επιμορφωτικά σεμινάρια για θέματα ασφάλειας τα οποία παρακολουθούσαν όλοι οι υπαλλήλοι τους. Την 20.2.2009 ο Ενάγοντας βρισκόταν στην εργασία του όταν ο Προϊστάμενος του κ. XXXXX Χριστοδούλου του είπε να πάει να δει τι πρόβλημα είχε το μηχάνημα αρ. 3. Ο Ενάγοντας μετέβη στον χώρο του μηχανήματος και είδε ότι οι ζυγοταινίες ήταν σταματημένες και ότι είχε πιαστεί πέτρα μεταξύ της τροχαλίας και του ιμάντα. Δεν ειδοποίησε τον χειριστή από τον ασύρματο ότι θα προσπαθούσε να διορθώσει τη βλάβη ούτε και έκλεισε τον διακόπτη που ρύθμιζε τη λειτουργία του μηχανήματος. Ο Ενάγοντας δεν ακολούθησε τη διαδικασία Ασφάλισης / Απασφάλισης η οποία και περιέχετο στους Κανονισμούς και στην οποία γινόταν αναφορά σε πινακίδα που βρισκόταν στον χώρο του μηχανήματος (Τεκμήριο 26) γιατί θεώρησε ότι το ρεύμα είχε ήδη διακοπεί. Ο Ενάγοντας πήρε μία σωλήνα και χτύπησε την πέτρα σπάζοντας την σε δύο. Με την ίδια σωλήνα έσπρωξε το πρώτο κομμάτι. Την ώρα που προσπαθούσε να σπάσει το δεύτερο κομμάτι η ζυγοταινία ξεκίνησε και το χέρι του Ενάγοντα πιάστηκε μεταξύ του ιμάντα και της τροχαλίας τραυματίζοντας τον. Από την όλη μαρτυρία ενώπιον μου, ως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω, και από τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: · Την 20.2.2009 ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Αχίλλειου Νοσοκομείου Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον Δρ. XXXXX Παναγιώτου και διεγνώσθη με τα ακόλουθα: • Ανοιχτό κάταγμα κερκίδας δεξιού αντιβραχίου με πολλαπλό επιπλεγμένο κάταγμα κερκίδας στο 3° τεταρτημόριο • Πολλαπλό επιπλεγμένο κάταγμα ωλένης με σοβαρή θλάση των καμπτήρων μυών • Αποκοπή των τενόντων από την τενοντική τους ένωση περισσότερο για 2° και 5°δάκτυλο • Σοβαρής μορφής κάκωση της μυϊκής μάζας των καμπτήρων τενόντων δεξιάς άκρας χείρας Υπεβλήθη την ίδια ημέρα σε χειρουργική επέμβαση υπό γενική νάρκωση κατά την οποία έγινε: · Διάνοιξη των μυών του αντιβραχίου. · Σταθεροποίηση της κερκίδας με διακαταγματικές βίδες 2,0 και σταθεροποίηση του κατάγματος με μακριά locking plate (Synthess) · Ανοιχτή ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος της κερκίδας με 3,5 LCP locking plate (Synthess) · Συρραφή των καμπτήρων τενόντων πάνω στις μυϊκές μάζες Παρέμεινε κλινήρης υπό φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση. Εξήλθε της κλινικής στις 23 Φεβρουαρίου 2009 με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή, πρόγραμμα παρακολούθησης φυσιοθεραπείας και ιατρική παρακολούθηση. Λόγω μετατραυματικού συνδρόμου πίεσης του μέσου νεύρου δεξιάς άκρας χείρας στις 22 Ιανουαρίου 2010 υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για νευρόλυση του μέσου νεύρου και αποσυμφόρηση αυτού. Παρέμεινε κλινήρης μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2010 και εξήλθε με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση. Συνεστήθη περαιτέρω πρόγραμμα κινησιο-φυσιοθεραπείας προς απόκτηση κινητικότητας δεξιού άνω άκρου και άκρας χείρας. Ο Ενάγων παραμένει σήμερα με τα ακόλουθα: · Ουλή μήκους είκοσι επτά εκατοστομέτρων πλήρως επουλωμένη στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου. · Παρόμοιας μορφής ουλή μήκους δώδεκα εκατοστομέτρων στο ωλένιο χείλος του αντιβραχίου. · Η κινητικότητα του μικρού, παράμεσου και μέσου δαχτύλου είναι φυσιολογική όπως επίσης και η δύναμη των δακτύλων αυτών. · Η κινητικότητα των ενδοφαλαγγικών αρθρώσεων του δεξιού δείκτη πρακτικά απουσιάζει. Υπάρχει ικανοποιητική κινητικότητα της μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης του δείκτη. · Μικρού βαθμού δυσκαμψία του δεξιού αντίχειρα κυρίως κατά την προσαγωγή. · Βαθμός ελάττωσης της συσφυγκτικής δύναμης του χεριού. · Απουσιάζει η κίνηση στις δύο ενδοφαλαγγικές αρθρώσεις του δείκτη, πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι ο Ενάγοντας μπορεί να λυγίσει τον δείκτη του και να αγγίξει την παλάμη του αλλά ο δείκτης δεν κάμπτεται. · Μειωμένη απόδοση 25%. Αρχές του 2011 ο Ενάγοντας επισκέφτηκε τον χώρο εργασίας των Εναγομένων και ζήτησε να τον απολύσουν λόγω πλεονασμού. Οι Εναγόμενοι του εξήγησαν ότι θα πρέπει να επιστρέψει στα καθήκοντα του πρώτα και τότε ο Ενάγοντας ζήτησε να του δοθεί ελαφριά εργασία. Την 29.4.2011 ο Ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 11 με την οποία ζητούσε να τοποθετηθεί σε σημείο εργασίας που να λαμβάνει υπόψη την αναπηρία του. Οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τον Ενάγοντα να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό που να πιστοποιεί ότι είναι ικανός να ασκεί τα καθήκοντα του, πράγμα το οποίο ο Ενάγοντας ουδέποτε προσκόμισε. Την 27.6.2011 ο Ενάγοντας παρουσιάστηκε για εργασία και ζήτησε να επιστρέψει στα προ του ατυχήματος καθήκοντα του αλλά όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έφερε το πιστοποιητικό που του είχε ζητηθεί απάντησε αρνητικά και επέμενε ότι μόνο ελαφριά εργασία μπορεί να εκτελεί. Με την επιστολή ημερ. 10.8.2012 Τεκμήριο 13 ο Ενάγοντας ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι τον είχαν εξαναγκάσει σε παραίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ενώ δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στον εργοδοτούμενο λογικά ασφαλείς συνθήκες εργασίας και να μην εκθέτει αυτόν σε περιττούς κινδύνους, πηγάζει από το άρθρο 51 του εν λόγω Νόμου, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινού δικαίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Σταύρου Στυλιανού
(2002)1 (Γ) 1718: «Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να επιδεικνύει προς τον εργοδοτούμενο την εύλογη φροντίδα προς προμήθεια ασφαλούς εξοπλισμού, ασφαλούς συστήματος εργασίας, ασφαλούς τόπου εργασίας και ασφαλούς πρόσβασης σ΄ αυτόν. Για να καταλήξουμε κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής θα πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν τη φύση του χώρου. Εξ άλλου ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για αμέλεια, αν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, ο εργοδοτούμενος υποστεί τραυματισμό, λόγω ελαττώματος του εξοπλισμού που του έχει παρασχεθεί από τον εργοδότη του για σκοπούς της εργασίας του εργοδότη». Στην απόφαση Άριστος Κυμίσης ν. Α. Χρυσοστόμου, ECLI:CY:AD:2017:A110, Πολ. Εφ. 361/11 ημερ. 24.3.2017 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην, σχετικά, πρόσφατη απόφασή μας ΑΗΚ ν. Χριστοφόρου, ΠΕ 82/2010 και 82Α/2010, ημερ. 5.2.2015, ενδιατρίψαμε στη νομική πτυχή που καλύπτει το ζήτημα της υποχρέωσης του εργοδότη προς παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 211, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1661, Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 ΑΑΔ 1855, Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1 ΑΑΔ 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 304, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1 ΑΑΔ 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 206 ). Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω): «Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.» Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60: «Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (
  1. i)the organization of the work; (
  2. ii)the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (
  3. iv)the sequence of events; (
  4. v)the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (
  5. vi)the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks. Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.» Σε ελληνική μετάφραση: «Εννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  6. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  7. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  8. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  9. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  10. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313: «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παραμένει, ως ακλόνητο εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος καλουψής, έλαβε ρητές οδηγίες να στήσει σκαλωσιές, που υπήρχαν στο χώρο εργασίας, προκειμένου να αρχίσει να ξεκαλουπώνει. Αντί αυτού, επέλεξε, παραβιάζοντας τις οδηγίες του εργοδότη του, να χρησιμοποιήσει μεταλλικό βαρέλι, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Κατά τη συζήτηση της έφεσης απασχόλησε ιδιαίτερα το ζήτημα της υποχρέωσης διασφάλισης της εποπτείας και επίβλεψης του συστήματος εργασίας που παρείχε ο εργοδότης. Κατά πόσο δηλαδή οι Εφεσίβλητοι θα έπρεπε, εύλογα, να διασφαλίσουν ότι οι οδηγίες τους ακολουθούνται στην πράξη και ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Όπως έχει νομολογιακά καθοριστεί, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Στην εξέταση τέτοιου ζητήματος η φύση της εργασίας και η ιδιαιτερότητα του κινδύνου, είναι καθοριστικοί παράγοντες προκειμένου να σταθμιστεί η ανάγκη λεπτομερούς οργάνωσης και η υποχρέωση τυχόν επίβλεψης, προς το συμφέρον της ασφάλειας των εργοδοτουμένων. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εφεσείων θα εκτελούσε εργασία, η οποία, με βάση τα δεδομένα, δεν ενείχε ιδιαίτερους κινδύνους, πολύ περισσότερο για κάποιο έμπειρο καλουψή, όπως ήταν ο Εφεσείων. Το ύψος ήταν περιορισμένο και το στήσιμο σκαλωσιάς, χαμηλού ύψους, προς ασφάλεια, απλή λειτουργία, καθημερινής ρουτίνας γι΄ αυτού του είδους τις εργασίες. Οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες, δεν είχαν κανένα λόγο να προβλέψουν ότι ο Εφεσείοντας, έμπειρος ως λέχθηκε, δεν θα εκτελούσε, χωρίς επίβλεψη, κατά τρόπο λογικά ασφαλή την εργασία που του ανατέθηκε, μετά μάλιστα και από την παροχή σχετικών οδηγιών. Αναπόδραστα προβάλλει ότι οι Εφεσίβλητοι - εργοδότες παρείχαν στον Εφεσείοντα, ως ήτο υποχρέωσή τους, ασφαλές σύστημα εργασίας, ούτως ώστε να μην είναι εκτεθειμένος σε περιττό ή μη αναγκαίο κίνδυνο. Υπό τις συνθήκες που έχουμε ήδη καταγράψει και με μέτρο το συνετό εργοδότη, οι Εφεσίβλητοι δεν υπείχαν καθήκον επίβλεψης, ούτως ώστε και να τους αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα που ακολούθησε». Η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτούμενους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν τέτοιοι κινδύνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν (βλ. Διονύση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 219). Το απομακρυσμένο του κινδύνου δεν συνιστά από μόνο του λόγο για θεώρηση του συστήματος ως ασφαλούς (βλ. Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 918). Περαιτέρω, το γεγονός ότι η πιθανότητα εκδηλώσεως του κινδύνου είναι μικρή, δεν απαλλάττει τον κάτοχο υποστατικών από την λήψη προστατευτικών μέτρων, εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 70. Όπως αναφέρεται στην Παναγιώτη Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (πιο πάνω): «Το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί, όντως, καθήκον του εργοδότη, όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε 'περιττούς' κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, όπως εξηγείται στην Tziellas v. The Ship 'Nadalena' H
(1982)1 C.L.R. 807, ο οποίος είναι, αφ' ενός, προβλεπτός και, αφ' ετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους». Για περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία του τι συνιστά 'περιττό κίνδυνο' βλ. Σάββας Αθανασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1969)1 Α.Α.Δ. 160. Όπoυ εργοδότης εκχωρεί αρμοδιότητες σε υπαλλήλους του, η ευθύνη συνεχίζει να υφίσταται (βλ. Charalambous v. Cargour & Co.
(1980)1 C.L.R. 138, Kakou v. Adriatica
(1980)1 C.L.R. 357). Το τι απαιτεί η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ερώτημα πραγματικό και όχι νομικό (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Μετάλκο Λτδ
(1982)1 Α.Α.Δ. 636). Στην υπόθεση Perentis v. General Constructions
(1981)1 C.L.R. 1, εξετάστηκε το κατά πόσο ο επιστάτης θα έπρεπε να είχε παραμείνει στον χώρο ώστε να διαβεβαιωθεί ότι οι οδηγίες του θα ακολουθούντο. Κρίθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, με γνώμονα το ότι ο Ενάγοντας ήταν ο ίδιος έμπειρος υπάλληλος, ότι η εργασία ήταν απλή και σχετικά ασφαλής νοουμένου φυσικά ότι είχαν ακολουθηθεί οι οδηγίες του, και ότι αυτό που ο Εφεσείοντας έκανε δεν ήταν λογικά προβλεπτό. (βλ επίσης Nicos Panayi v. G. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 416). Στην υπόθεση Dandan v. C. & A. Toumazis Co. Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1346 ο Εφεσείοντας που εργαζόταν σε ανεγειρόμενη οικοδομή χρησιμοποίησε την εξωτερική πλευρά ικριώματος ως σκάλα για να ανεβεί στον 4ο όροφο της οικοδομής, με αποτέλεσμα την πτώση και τον τραυματισμό του. Η κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείοντας είχε εκθέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο κρίθηκε ορθή, αφού τέτοιο ενδεχόμενο τρόπου εργασίας από υπάλληλο δεν ήταν προβλεπτό, και οι Εφεσίβλητοι είχαν λάβει πέραν του δέοντος προστατευτικά μέτρα για την αντιμετώπιση προβλεπτού κινδύνου πτώσης των εργαζομένων. Ούτε και υπήρχε μαρτυρία ότι περιήλθε στην αντίληψη των Εφεσιβλήτων ότι εργάτες χρησιμοποιούσαν τα κιγκλιδώματα ως σκάλες. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση αποτέλεσε θέση του ιδίου του Ενάγοντα ότι αυτός ήταν ένας έμπειρος Βοηθός Χειριστή στους μύλους των Εναγομένων. Οι οδηγίες που του δόθησαν ήταν να μεταβεί να δει ποιο ήταν το πρόβλημα στις ζυγοταινίες του μηχανήματος αρ. 3. Ο Ενάγοντας μετέβη εκεί και θεώρησε ότι το ρεύμα είχε διακοπεί. Δεν ακολούθησε την διαδικασία ασφάλισης / απασφάλισης του μηχανήματος την οποία και γνώριζε (και η οποία αναγράφετο και επί της πινακίδας Τεκμήριο 26) ούτε έσβησε τον διακόπτη για λειτουργία της ταινίας. Επιπλέον δεν ενημέρωσε οποιοδήποτε πρόσωπο για την απόφαση του να πάρει την σωλήνα και να προσπαθήσει να χτυπήσει την πέτρα που είχε πιαστεί μεταξύ του ιμάντα και της τροχαλίας παρά το γεγονός ότι ο χειριστής δεν είχε οπτική επαφή με τον χώρο. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας, και ο Ενάγοντας απέτυχε να καταδείξει ότι αυτοί φέρουν ευθύνη για το ατύχημα το οποίο αυτός υπέστη. Θεωρώ ότι, με δεδομένη την πείρα του Ενάγοντα θα ήταν υπερβολικό να αποδοθεί ευθύνη στους Εναγόμενους επειδή δεν επέβλεψαν τον Ενάγοντα για να επιβεβαιώσουν ότι αυτός δεν θα παράκουε τους κανόνες ασφαλείας. Τούτου δεδομένου, αποτελεί κατάληξη μου ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο ίδιος ο Ενάγοντας. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341: «. Given the findings of the Court in this case we fail to see what a prudent employer should do other than forbid, as the appellant did, the respondent from having anything to do with the machine and bring to the notice of his subordinates, the man in charge in his absence, his instructions. He had no reason to anticipate that the respondent, a man of age, would disobey his instructions and far less in the irresponsible manner he did. If the respondent chose, as the trial Court found, to go about the premises of his employer 'looking for trouble' he should not look to the appellant to compensate him. Responsibility for the accident lied with him and for that reason he should bear the consequences». Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω το θέμα των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Η νομολογιακή αρχή είναι ότι ο Ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες και αξιοί (βλ. Κούνουνα ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2126). Κρίνω χρήσιμο να εξετάσω τις αξιούμενες ειδικές ζημιές με τη σειρά που αυτές δικογραφούνται: (
  1. i)(α) και (β) Ιατρικά έξοδα €7.000 και έξοδα νοσηλείας €5.038,09 Από τα ιατρικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιον μου ως Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Για την πρώτη ο Δρας Παναγιώτου αναγράφει ότι τα δικά του έξοδα ανήλθαν σε €3.500 και τα έξοδα νοσηλείας σε €3.175,30. Ο Ενάγοντας, όμως, κατά τη μαρτυρία του, δέχτηκε ότι τα έξοδα της πρώτης επέμβασης αυτής κατέβαλαν οι Εναγόμενοι. Κατ' επέκταση δεν δύναται να τα αξιοί για δεύτερη φορά. Αναφορικά με τη δεύτερη επέμβαση προκύπτει από το ίδιο Τεκμήριο ότι τα έξοδα νοσηλείας ανήλθαν σε €1.862,79 και η αμοιβή του Δρος Παναγιώτου σε €2.500, ήτοι συνολικό ποσό €4.362,79, ποσό το οποίο και αποδείχτηκε. Σημειώνω ότι δεν υπάρχει δικογράφηση για έξοδα ετοιμασίας ιατρικών πιστοποιητικών και άρα οι σχετικές αναφορές στο Τεκμήριο 3 δεν μπορούν να επιδικαστούν. (στ) Φάρμακα €1.825,60 Καμία απόδειξη δεν προσκομίστηκε αναφορικά με αυτήν την αξίωση, η οποία και δεν έχει αποδειχθεί. (ζ) Φυσιοθεραπεία €4.165 Έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε ποσό €4.000 για έξοδα φυσιοθεραπείας και άρα θεωρώ ότι αυτό έχει αποδείξει. (
  2. ii)(α) και (β) Απώλεια Εισοδημάτων από 20.2.2009 - 19.10.2012 και Απώλεια Εισοδημάτων μέχρι την αναμενόμενη ακρόαση της υπόθεσης €90.000 Ο Ενάγοντας παραδέχτηκε ότι μέχρι και την 19.2.2010 οι Εναγόμενοι του είχαν πληρώσει τους μισθούς του. Συνεπώς η αξίωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί για την περίοδο από 20.2.2010 μέχρι 19.10.2012. Εκείνο, όμως, που προκύπτει από το Τεκμήριο 3 και την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, είναι ότι ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να επιστρέψει στην εργασία του από την 20.9.2010. Συνεπώς η χορήγηση από τον Δρα Παναγιώτου άδειας ασθενείας για την περίοδο από 20.9.2010 μέχρι και 15.4.2011 δεν έχει δικαιολογηθεί, ειδικά σε συνάρτηση με τη θέση του Μ.Ε.4 ότι 6 μήνες άδεια ασθενείας ενδείκνυτο για την περίπτωση του Ενάγοντα. Ούτως ή άλλως ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να μετριάσει τη ζημιά του, έστω με την ανάληψη κάποιας άλλης ελαφρότερης εργασίας. Αντί τούτου, όμως, επαναπαύτηκε στο ότι αξιούσε τους μισθούς του από τους Εναγόμενους. Κατάληξη μου αποτελεί ότι ο Ενάγοντας, σε περίπτωση που είχε αποδείξει ευθύνη από πλευράς Εναγομένων, θα δικαιούτο στην επιδίκαση ποσού €23.150,75 (35 εβδομάδες x €661.45). Όσον αφορά στις σωματικές βλάβες που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι υπέστη, θεωρώ ότι αυτές έχουν ως παρατίθενται πιο πάνω, κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να προβεί στην αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας καθώς και της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγοντας. Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνη Θεμιστοκλέους
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355 (απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο και κρίθηκε ότι απέδιδε ορθά τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα του υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων): «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, Miller v. Peter, Πολ. Εφ. 10408/16.12.99)». Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, στις σελ. 74 - 75: «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727, Φοινικαρίδης και άλλων ν. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303 Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». Εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα ήταν ότι θα πρέπει να επιδικαστεί ποσό €120.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους, παραπέμποντας στις αποφάσεις Προεστός ν. Προδρόμου, ECLI:CY:AD:2017:A140, Πολ. Εφ. 326/11 ημερ. 12.4.2017, Θεοδώρου ν. Βασιλείου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1192, Νικηφόρου ν. Αντωνίου
(2001)1 Α.Α.Δ.9037 και Κωνσταντινίδης ν. Παπάμιλτιάδους
(2007)1 Α.Α.Δ.733, εισηγήθηκε ότι επί τη βάση πλήρους ευθύνης ποσό €18.000 θα ήταν εύλογο και δίκαιο. Μελετώντας την προαναφερόμενη Νομολογία επισημαίνω και τις διαφορές μεταξύ αυτών και της επίδικης περίπτωσης, παρά το ότι σε ορισμένες σωματικές βλάβες μπορεί να υπάρχει ταύτιση. Αφού έλαβα υπόψη το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγοντας, την ηλικία του Ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός πέρασε και τα μόνιμα κατάλοιπα όπως αυτά καταγράφονται στα ευρήματα πιο πάνω, κατέληξα ότι ένα ποσό της τάξεως των €40.000,00 θα αποτελούσε για την περίπτωση του δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Εν' όψει, όμως της κατάληξης μου επί του ζητήματος της ευθύνης, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.