Societe Generale Bank - Cyprus Limited (πρώην Societe Generale Cyprus Limited) ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5979/12, 5/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A666 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5979/12 Μεταξύ: Societe Generale Bank - Cyprus Limited (πρώην Societe Generale Cyprus Limited) Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση -και-
- XXXXX Δημητρίου
- XXXXX Δημητρίου
- XXXXX Δημητρίου Εναγομένων - Αιτητών Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2019 για τροποποίηση Ημερ.: 5 Ιουνίου, 2019 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Παφίτη Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Μιλτιάδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 6.9.2012 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων ποσό €113.744,21 πλέον τόκους και διατάγματα για πώληση υποθηκών. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι παρείχαν τραπεζικές διευκολύνσεις στην εταιρεία Esprimo Trading Limited (η οποία και βρίσκεται υπό εκκαθάριση) τις οποίες εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ο δε Εναγόμενος αρ. 3 ενέγραψε τις υποθήκες με αρ. XXXXX/06 και XXXXX/06 επί ακινήτων ιδιοκτησίας του. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 19.10.2012 την οποία υπογράφουν προσωπικά. Με αυτήν εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις και επιπλέον ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν ενεργοποιήσαν τις εγγυήσεις με επιστολές προς αυτούς ενώ οδήγησαν την πρωτοφειλέτιδα σε εκκαθάριση. Αναφέρονται στην συνεργασία τους με συγκεκριμένους υπαλλήλους της Ενάγουσας λέγοντας ότι, παρά το ότι η πρωτοφειλέτιδα πήγαινε πολύ καλά ο τερματισμός ροής των χρημάτων ήταν γι' αυτήν καίριο πλήγμα. Με την μείωση της διευκόλυνσης προς την πρωτοφειλέτιδα σε Λ.Κ.60.000 ο Εναγόμενος αρ. 3 απέστειλε επιστολή προς τους Ενάγοντες για απόσυρση των υποθηκών του αλλά οι Ενάγοντες δεν απάντησαν μέχρι και σήμερα. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 παραδέχονται ότι ήταν προσωπικά εγγυητές καθώς και ότι εκχώρησαν την ασφάλεια ζωής τους αλλά τα ακύρωσαν όταν οι Ενάγοντες διέρρηξαν την συμφωνία, οδηγώντας την πρωτοφειλέτιδα σε στάση πληρωμών και κατ' επέκταση σε εκκαθάριση. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση από τις 25.9.2013 με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως αυτοί καταγράφονται στην Υπεράσπιση τους και εμμένουν στους δικούς τουςς ισχυρισμούς ως αυτοί δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Την 11.9.2017 εξεδόθη απόφαση εναντίον του Εναγομένου αρ.
- Την 11.12.2017 καταχωρίστηκε αλλαγή δικηγόρου με την οποία ανέλαβε πλέον δικηγόρος των Εναγομένων αρ. 2 και 3 ο κ. XXXXX Θ. Μαθηκολώνης. Αφού παρασχέθηκε σε αυτόν χρόνος να μελετήσει την υπόθεση, η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση. Την 28.1.2019, και ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, εμφανίστηκε ο κ. Δημητρίου εκ μέρους του κ. Μαθηκολώνη και ζήτησε αναβολή με σκοπό να υποβληθεί η υπό εκδίκαση Αίτηση, η οποία τελικώς καταχωρίστηκε την 1.2.2019 και με την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Προσθήκη νέας παραγράφου με αρίθμηση 24 και υποπαραγράφους ως ακολούθως:
- «
- Περαιτέρω οι εναγόμενοι αρνούνται την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ή και την νόμιμη υπογραφή ή και την νόμιμη κατάρτιση τους. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 20/07/2006, 31/01/2008 και 03/09/2009 είναι συμφωνίες παράνομες ή και άκυρες ή και περιέχουν όρους παράνομους ή και καταχρηστικούς και αόριστους ή και ασαφείς ή και ετεροβαρείς ή και είναι συμφωνίες άκυρες και ανεφάρμοστες. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες αποτελούν συμφωνίες παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες καθότι παραχωρήθηκαν χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή και καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της Πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και/ή χωρίς την νόμιμη ή και οποιανδήποτε απόφαση της Πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και κατά συνέπεια ή και εν πάση περιπτώσει είναι άκυρη και ανεφάρμοστη. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα για έκαστη συμφωνία εξ αυτών ξεχωριστά: 24.
- Το επίδικο έγγραφο συμφωνίας αποτελούσε και αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο συμφωνίας με όρους προκαθορισμένους από τους ενάγοντες, έγγραφο το οποίο οι ενάγοντες διέθεταν για υπογραφή γενικά προς τους πελάτες τους και για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από τους Εναγόμενους ή και γενικά στους πελάτες των εναγόντων να διαπραγματευθούν τους εν λόγω όρους. 24.2 οι Εναγόμενοι λέγουν ότι η καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσης και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις δεν ήταν πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση και/ή και περαιτέρω λέγουν ότι οι όροι ως προς την πληρωμή του δανείου και/η των πιστωτικών διευκολύνσεων προβλέπονται ρητά στο επίδικο έγγραφο της συμφωνίας. 24.3 οι Εναγόμενοι λέγουν ότι το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας επαυξημένο από το συμβατικό επιτόκιο της επίδικης συμφωνίας είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος ή και αποτελεί όρο που συνιστά ποινική ρήτρα ή και αντίκειται στις διατάξεις του Περί Ελεθευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο Ν.(66(Ι)/2015) και οποιαδήποτε πρόσθεση των εν λόγω παράνομων χρεώσεων στο υπόλοιπο ή και στο ποσό της απαίτησης των εναγόντων καθιστά ολόκληρο το ποσό παράνομο ή και μη δυνάμενο να υπολογιστεί ή και θα πρέπει να απορριφθεί ως μολυσμένο από την παρανομία και θα πρέπει η εν λόγω απαίτηση να απορριφθεί. 24.4 Οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι όροι που αναφέρονται στο επιτόκιο αντίκεινται στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο Ν.(66(Ι)/2015) και ότι περαιτέρω οι Ενάγοντες παραβίασαν ή και δεν εκπλήρωσαν τις προσυμβατικές τους υποχρεώσεις που όφειλαν δυνάμει του εν λόγω Νόμου σε ότι αφορά την επεξήγηση ή και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. 24.5 Οι όροι που αναφέρονται σε τόκους ή και περιθώριο ή και επιτόκιο είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των Εναγόντων, όροι καταχρηστικοί, παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αυθαίρετοι και/ή καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των Εναγομένων. Είναι όροι αόριστοι, ασαφείς και ανεφάρμοστοι και ως εκ τούτου άκυροι διότι δεν καθορίζουν τα ακριβή κριτήρια ή και τα γεγονότα τα οποία λαμβάνονταν υπόψη ή και θα λαμβάνονταν υπόψη κατά τον υπολογισμό της αύξησης του επιτοκίου ή και δεν καθορίζουν τα πρόσωπα ή και το πρόσωπο που θα λαμβάνει ή και ελάμβανε την απόφαση ή και εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζουν τον τρόπο που θα γινόταν η εκάστοτε αύξηση. Περαιτέρω ουδέποτε ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι επαρκώς ή και ως η σύμβαση ορίζει για τις εκάστοτε αυξήσεις ή και ουδέποτε έγιναν τα κατάλληλα διαβήματα για ενημέρωση των εναγομένων. 24.6 Οι όροι που αναφέρονται στις υποπαραγράφους 2(i), (ii), (iii), είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των Εναγόντων, όροι καταχρηστικοί, παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αυθαίρετοι και/ή καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των Εναγομένων. 24.7 Οι όροι που αναφέρονται στις υποπαραγράφους 2(i), (ii), (iii) της Εκθέσεως Απαιτήσεως είναι τέτοιοι που παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργούν ιδιαίτερη ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που πηγάζουν από την επίδικη σύμβαση. 24.8 Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι όροι που αφορούν στον υπολογισμό ή και την χρέωση του τόκου είναι όροι αόριστοι, ασαφείς και ανεφάρμοστοι και ως εκ τούτου άκυροι. 24.9 Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε μονομερής μεταβολή ή και τροποποιήσεις των όρων της επίδικης συμφωνίας και ή η μονομερής μεταβολή του επιτοκίου και ή οι ισχυριζόμενες αυξομειώσεις του επιτοκίου και/ή οι ισχυριζόμενες αυξήσεις ή και μεταβολές του επιτοκίου είναι προϊόν καταχρηστικών ρητρών και/ή αντισυμβατικές και/ή άκυρες και/ή παράνομες. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επιβάλουν δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση στους εναγομένους και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους ως ανωτέρω. 24.10 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται την ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου αναφορικά με την άσκηση του κατ' ισχυρισμό δικαιώματος των Εναγόντων να μεταβάλλουν μονομερώς το επιτόκιο και συγκεκριμένα ότι το μονομερές αυτό δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται από τους Ενάγοντες εύλογα (reasonably) και όχι αθέμιτα. 24.11 Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν και το δικαίωμα τους όπως αναφερθούν με λεπτομέρεια κατά την δικάσιμο αναφορικά με την έννοια ή και την ισχύ ή και την εγκυρότητα ή και την νομιμότητα των όρων της επίδικης συμφωνίας. 24.12 Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο επίδικος λογαριασμός χρεωνόταν με παράνομα ή και αντισυμβατικά ή και μη συμφωνηθέντα ποσά ή και χρεωνόταν με παράνομες και ή αντισυμβατικές χρεώσεις ή και τοκίζονταν με το κεφάλαιο και οι ενάγοντες παρανόμως αποκόμιζαν κέρδος από τις παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις ή και αποκόμιζαν μη συμφωνηθέν κέρδος.» Β. Προσθήκη νέας παραγράφου με αρίθμηση 25 και υποπαραγράφους ως ακολούθως:
- «
- Oι Εναγόμενοι αρνούνται όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά του ισχυρισμούς των Εναγόντων της Εκθέσεως Απαιτήσεως που αφορούν τις επίδικες υποθήκες και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Εν πάση περιπτώσει αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες οι Εναγόμενοι επιθυμούν να αναφέρουν τα ακόλουθα για έκαστη υποθήκη και έγγραφα ξεχωριστά: 25.1 Η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη καθότι εφαρμόζεται το δόγμα του Equity of Redemption καθότι οι όροι της επίδικης υποθήκης καθιστούν το δικαίωμα της ανάκτησης της υποθηκευμένης περιουσίες άκυρο ή και το ακυρώνουν ή και το περιορίζουν σε τέτοιο βαθμό που η υποθήκη καθίσταται άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί. 25.2 Ουδέποτε παραχωρήθηκε η εν λόγω υποθήκη για τις επίδικες κατ'ισχυρισμό συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων ή και των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών. 25.3 οι Εναγόμενοι περαιτέρω λέγουν ότι οι επίδικες συμβάσεις ή και δηλώσεις των εν λόγω υποθηκών ή και οι συμβάσεις των επίδικων υποθηκών είναι άκυρες ή και παράνομες και ανεφάρμοστες για τους ακόλουθους λόγους: 25.4 Είναι η θέση των Εναγομένων ότι οι επίδικες συμβάσεις ή και δηλώσεις των επίδικων υποθηκών ή και τα έγγραφα των υποθηκών είναι παράνομα ή και άκυρα ή και ανεφάρμοστα γιατί τα εν λόγω έγγραφα δεν υπογράφηκαν νόμιμα και ή δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας, Νόμος 9/65 άρθρα 8, 9, 10 και 21
(1)(γ) ή και διότι οι όροι των εν λόγω εγγράφων δεν είναι σύμφωνοι με του όρους των επιδίκων συμφωνιών ή και διότι ο τόκος δεν καθορίζεται ούτε και υπολογίζεται ή και ούτε δύναται να υπολογιστεί και να καθοριστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας ή και ειδικότερα συνεπεία των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών. Για τους λόγους αυτούς οι επίδικες συμβάσεις ή και δηλώσεις των επίδικων υποθηκών δέον όπως ακυρωθούν και εξαλειφθούν. Επιφυλάσσει δε πλήρως το δικαίωμα της να αναφερθεί με λεπτομέρεια επί τούτου του θέματος κατά τη δικάσιμο. 25.5 Διότι με βάση τις επίδικες δηλώσεις ή και συμβάσεις υποθήκης που τις συνοδεύουν χρηματικό πόσο που υπέχει υποχρέωση να καταβάλλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) και τούτο διότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν και με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει πόσο πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο πόσο της πιθανής υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη Νομοθεσίας ή και ειδικότερα συνεπεία των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών. 25.6 Διότι με βάση το περιεχόμενο των δηλώσεων υποθήκης ή και των συμβάσεων υποθήκης, ο τόκος ή και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε και δυνάμενος να προσδιορισθεί όπως προβλέπεται στο σχετικό άρθρο της Νομοθεσίας που αναφέρεται ανωτέρω Νομοθεσίας ή και ειδικότερα συνεπεία των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών. 25.7 Διότι ο καθορισμός του επιτοκίου στις επίδικες δηλώσεις και συμβάσεις υποθήκης ως κυμαινόμενου ή και ως διαφοροποιημένου με βάση τις πρόνοιες των εν λόγω εγγράφων καθιστά το ποσοστό του επιτοκίου μη καθορισμένο ούτε δυνάμενο να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό όπως επιβάλλεται από τη νομοθεσία Νομοθεσίας ή και ειδικότερα συνεπεία των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών. 25.8 Διότι με βάση τους όρους των επίδικων δηλώσεων και κυρίως των συμβάσεων υποθήκης, οι υποθήκες καλύπτουν υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών ή και των περιορισμών που τίθενται με βάση το άρθρο 21
(1)(γ) του ως άνω νόμου με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκους και έξοδα για εκποίηση της υποθήκης Νομοθεσίας ή και ειδικότερα συνεπεία των κατ'ισχυρισμό τροποποιητικών συμφωνιών.» Γ. Προσθήκη νέας παραγράφου 26 ως ακολούθως:
- «Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην Έκθεση Απαιτήσεως που αφορούν τον τερματισμό ή και επιστολές ή και ειδοποιήσεις ή και αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, λέγουν ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες απέστειλαν ή και ουδέποτε απέστειλαν δεόντως τις ισχυριζόμενες επιστολές προς τους Εναγομένους ή και ότι τερμάτισαν ή και τερμάτισαν δεόντως τις επίδικες συμφωνίες και του λογαριασμού ή και ότι κατέστησαν απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα ποσά ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού είναι εσφαλμένο και/ή διογκωμένο και/ή αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών ενεργειών των εναγόντων και προϊόν παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών χρεοπιστώσεων ή και δεν είναι το πραγματικό υπόλοιπο των αρχικών καταχωρίσεων της επίδικης συμφωνίας δανείου και οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν οφείλουν προς τους ενάγοντες.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.19 Θ.14, Δ.25 Θ.Θ. 1 και 5, Δ.26, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.55 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο Εναγόμενος αρ. 3 ο οποίος αναφέρει ότι αρχικώς δεν είχαν διορίσει δικηγόρο. Στην συνέχεια διόρισαν δικηγόρο με την οποία διαφώνησαν και εν τέλει διόρισαν τον κ. Μαθηκολώνη. Κατόπιν συνάντησης με τον δικηγόρο τους και αφού ο Εναγόμενος αρ. 3 εξέθεσε σε αυτόν όλα τα γεγονότα, ο δικηγόρος τον ενημέρωσε ότι η Υπεράσπιση τους είναι εντελώς ασυνάρτητη και δεν περιέχει τους σωστούς νομικούς ισχυρισμούς. Όπως τους ανέφερε ο δικηγόρος τους είναι απολύτως αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης ώστε να προβληθούν οι σωστοί νομικοί ισχυρισμοί και τα πραγματικά γεγονότα και να τους δοθεί η ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις και υπερασπίσεις τους. Επισημαίνει ότι η ακρόαση δεν έχει ξεκινήσει και καμία ανεπανόρθωτη ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα δεν θα προκληθεί στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος αρ. 3 δηλώνει ότι η Αίτηση υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση αφού είχαν απωλέσει τα αντίγραφα των υπερασπίσεων τους και ο δικηγόρος τους τα έλαβε πρόσφατα. Οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν την 5.4.2019 Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.19 Θ.14, Δ.25 Θ.Θ. 1 - 5, Δ.26, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.55 και Δ.64, στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στη διακριτική εξουσία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Σε αυτήν εκτίθενται 6 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση δεν πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις και/ή δεν είναι σε συμμόρφωση με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης υποβάλλεται σε προκεχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, με προφανή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η οποία δεν αιτιολογείται ή εν πάση περιπτώσει η αναφερόμενη αιτιολογία δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αιτιολόγησης της καθυστέρησης, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας.
- Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά και η επιδιωκόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να εγκριθεί.
- Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγομένων 2 και 3/Αιτητών.
- Οι επιπτώσεις στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση από την τυχόν χορήγηση της αιτούμενης τροποποίησης θα είναι δυσμενείς και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Ενάγουσας/ Καθ' ης η Αίτηση.
- Τυχόν χορήγηση της αιτούμενης τροποποίησης θα δημιουργήσει περαιτέρω σύγχυση, αντιφάσεις και θα περιπλέξει τη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι 2 και 3/Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους προσπαθούν να εισάξουν νέους ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς τους, ως αυτοί περιέχονται στην Υπεράσπιση τους ημερ. 19/10/2012 που θα δημιουργήσουν αντιφάσεις, θα δημιουργήσουν σύγχυση και θα περιπλέξουν την διαδικασία, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση και των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Δρουσιώτου εκ των υπαλλήλων των Εναγόντων η οποία κάνει αναφορά στο ιστορικό της αγωγής. Όπως επισημαίνει, η υπό εκδίκαση Αίτηση υποβάλλεται 1 ½ χρόνο μετά την τελευταία αλλαγή δικηγόρου και 6 ½ χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Θεωρεί ότι αυτό οδηγεί στο ότι οι Εναγόμενοι επέδειξαν μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το δικαίωμα των Εναγόντων για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Καμία δε εξήγηση παρέχουν οι Εναγόμενοι για την καθυστέρηση αυτή. Υποβάλλει ότι η Αίτηση προωθείται κακόπιστα και οι νέοι ισχυρισμοί θα προκαλέσουν σύγχυση και θα περιπλέξουν τη διαδικασία. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η οποία αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις, ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση «είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης». Ταυτόχρονα, όμως, στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης². Είναι γεγονός ότι υπάρχει μία καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης αναφορικά με την οποία δίδεται η δικαιολογία ότι είχαν απωλεσθεί τα αντίγραφα των Υπερασπίσεων. Παρά το γεγονός ότι αυτό με έχει προβληματίσει, εντούτοις μελετώντας την Υπεράσπιση που συνέγραψαν οι Εναγόμενοι χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου φαίνεται ότι πράγματι αυτή δεν θα είναι βοηθητική ούτε για τους ίδιους αλλά ούτε και για τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς, εν' όψει και του ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παραγράφοι Α, Β και Γ της Αίτησης. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέσα σε 20 μέρες από σήμερα και η Απάντηση σε αυτήν εντός περαιτέρω 20 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσα Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 - Αιτητών και είναι εισπρακτέα άμεσα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 12.9.2019 και ώρα 8.30 π.μ. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο