ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1869/11, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A652 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2017 Αρ. Αγωγής: 1869/11 Μεταξύ: XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντα και ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένης Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Χριστοδούλου Για την Εναγόμενη: κα Χρίστου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον της Εναγομένης ποσό €16.000 ως αξία οχήματος που καταστράφηκε. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX95 αξίας €16.000 και την 9.7.2008 υπέγραψε συμφωνία με την Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για περιεκτική κάλυψη του. Την 31.3.2009 ο Ενάγοντας ενεπλάκη σε ατύχημα και το όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς όμως η Εναγόμενη κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας παρέλειψε να πληρώσει το αξιούμενο ποσό. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της Εναγόμενης. Την 21.3.2017 η Εναγόμενη καταχώρησε Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση όπου παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX75 αναφορικά με το οποίο η Εναγόμενη σύναψε σύμβαση ασφάλισης για τη χρονική περίοδο 9.7.2008 - 8.7.2009 για περιεκτική κάλυψη. Με βάση την Σύμβαση Ασφάλισης η Εναγόμενη δεν είχε ευθύνη να παρέχει κάλυψη στον Ενάγοντα για ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία δυστυχήματος αν κατά την ώρα αυτού ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα υπό την επήρρεια φαρμάκων, ναρκωτικών ή οινοπνευματωδών ποτών πέραν του εκάστοτε επιτρεπόμενου ορίου από το Νόμο. Παραδέχεται ότι επεσυνέβη ατύχημα και ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση στην Εναγομένη για τις ζημιές που υπέστη αλλά ισχυρίζεται ότι καμία ευθύνη φέρει να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τη ζημιά που προκλήθηκε ένεκα του ότι αυτός παρέβηκε ουσιωδώς τους όρους της Σύμβασης. Ειδικότερα είναι η θέση της ότι ο Εναγόμενος υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 42mg αντί 22 mg που είναι το επιτρεπόμενο όριο από το Νόμο, ενώ σε τελικό έλεγχο αλκοόλης είχε ένδειξη 39mg. Την 15.6.2011 ο οδηγός και ιδιοκτήτης του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος ήγειραν την αγωγή αρ. XXXXX/11 εναντίον του εδώ Ενάγοντα την οποία του επέδωσαν αλλά αυτός αρνήθηκε να καταχωρήσει Εμφάνιση ή να επιτρέψει στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί την αγωγή. Την 24.10.2016 εξεδόθη απόφαση στην πιο πάνω αγωγή εναντίον του εδώ Ενάγοντα για ποσό €120.000 πλέον €21.420 έξοδα πλέον €14.280 έξοδα ιδίας εκπροσώπησης, ήτοι συνολικό ποσό €155.700 το οποίο η Εναγόμενη κατέβαλε και το οποίο ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη καμία εκ του Νόμου εξουσιοδότηση είχε να δεχθεί συμβιβασμό εκ μέρους του. Εισηγείται δε ότι από τη στιγμή που έγινε η εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή XXXXX/11 το σημείο ως προς τη νομιμότητα του συμβολαίου αποτελεί δεδικασμένο. Ζητά συναφώς την απόρριψη της Ανταπαίτησης. Κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος και ο κ. XXXXX Τέρλας, ενώ από πλευράς Εναγομένης μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Πέτρου και ο Δρας XXXXX Νικολαϊδης. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 21 ετών, φοιτητής και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου μάρκας Ford Focus με αρ. εγγραφής XXXXX95 (πιο κάτω αναφερόμενου ως «το Όχημα») αξίας €16.
- Την 9.7.2008 υπέγραψε ασφαλιστικό συμβόλαιο με την Εναγόμενη για περιεκτική κάλυψη του Οχήματος για την περίοδο από 9.7.2008 μέχρι 8.7.
- την 31.3.2009 ο Ενάγοντας ενεπλάκη σε ατύχημα και το Όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει το ποσό των €16.000 και δεν το έχει καταβάλει μέχρι και σήμερα. Ήταν θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη δεν είχε την εξουσιοδότηση του να δεχτεί συμβιβασμό στην αγωγή αρ. XXXXX/11 που κίνησε εναντίον του ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου. Ο κ. XXXXX Τέρλας ανέφερε ότι είναι Πρωτοκολλητής στο Αστικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έχει στην κατοχή του τον φάκελο της αγωγής αρ. XXXXX/11 η οποία καταχωρίστηκε από τον XXXXX Ευαγγέλου και την Σταύρος Ευαγγέλου Εμπορικό Κατάστημα Λτδ εναντίον του Ενάγοντα, από τον οποίο κατέθεσε την Αίτηση που η Εναγόμενη υπέβαλε για να της παραχωρηθεί άδεια να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Η αγωγή διευθετήθηκε την 24.10.2016 με απόφαση εναντίον του Ενάγοντα για ποσό €120.000 πλέον τόκους και €18.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο επί των εξόδων. Ο κ. XXXXX Πέτρου ανέφερε ότι είναι Διευθυντής στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγομένης. Έκανε αναφορά στο ασφαλιστικό συμβόλαιο μεταξύ των διαδίκων λέγοντας ότι η Εναγόμενη δεν έχει ευθύνη να παρέχει κάλυψη εάν ο Ενάγοντας οδηγούσε ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή οινοπνευματωδών ποτών πέραν του εκάστοτε επιτρεπόμενου ορίου. Εάν δε καταβάλει κάποιο ποσό που δεν ήταν αναγκασμένη να καταβάλει τότε ο ασφαλισμένος οφείλει να το επιστρέψει. Την 31.3.2009 και ώρα 05.30 ο Ενάγοντας ενεπλάκη σε ατύχημα. Η Εναγόμενη ζήτησε από αυτόν να δώσει κατάθεση αλλά ο Ενάγοντας δεν ήταν συνεργάσιμος και ήταν επιθετικός ενώ αμφισβητούσε τα αποτελέσματα των άλκοτεστ. Δεν είπε ούτε την αλήθεια στην Εναγόμενη όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα. Στον Ενάγοντα έγιναν 2 άλκοτεστ, το πρώτο με ένδειξη 42mg και το δεύτερο με ένδειξη 39mg. Όταν ο XXXXX Ευαγγέλου ήγειρε αξίωση ο Ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου για να εκπροσωπηθεί από την Εναγόμενη στην αγωγή. Θέση του Μ.Υ.1 ήταν ότι βάσει της συμφωνίας ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε κάλυψη. Η Εναγόμενη ενημέρωσε τον Ενάγοντα με επιστολή της ημερ. 23.6.2010 ότι θα απαιτούσε από αυτόν οποιοδήποτε ποσό θα αναγκαζόταν να καταβάλει σε τρίτους και ότι δεν θα κάλυπτε τις ζημιές του Οχήματος. Η Εναγόμενη αναγκάστηκε να υποβάλει την αίτηση Τεκμήριο 4 για να της επιτραπεί να υπερασπιστεί την αγωγή αρ. XXXXX/
- Την 24.10.2016 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση στην εν λόγω αγωγή και η Εναγόμενη κατέβαλε ποσό €155.
- Ο Δρας XXXXX Νικολαϊδης ανέφερε ότι είναι Ιατροδικαστής και ετοίμασε πόρισμα για το κατά πόσο ο Ενάγοντας οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Εξήγησε ότι στον Ενάγοντα χορηγήθηκε Diclofenac το οποίο είναι μη στεροειδές παυσίπονο και το οποίο δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα ή τα αποτελέσματα του άλκοτεστ. Επιπλέον κανένα από τα ενδοφλέβια υγρά που χορηγούνται, ισότονο, υπέρτονο ή γλυκόζη δεν επηρεάζει προς τα πάνω την συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα. Αντιθέτως, εισηγήθηκε, επειδή η αλκοόλη μεταβολίζεται κατά 90% από το συκώτι και κατά 10% από τα νεφρά, την αναπνοή και τον ιδρώτα, η χορήγηση ενδοφλεβίων υγρών βοηθά στην αποβολή μέρους της αλκοόλης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Ενάγοντας δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ειρωνευόταν την συνήγορο της Εναγομένης και σε πολλά σημεία επέδειξε αλαζονική συμπεριφορά. Ειδικότερα, όμως, σημειώνω τα πιο κάτω: - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε βραδινή έξοδο αλλά απλώς σε ένα φιλικό σπίτι. Το γεγονός ότι το ατύχημα έγινε η ώρα 05.30, όμως, είναι ένα παράδειγμα της γενικής του προσπάθειας να αρνηθεί οτιδήποτε του υποβάλλετο από την άλλη πλευρά ασχέτως εάν αυτό ευσταθούσε ή όχι. - Ισχυρίστηκε ότι έπινε φάρμακα που του προκαλούσαν επιρροές στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γιατί έχασε τον έλεγχο του Οχήματος του, αλλά όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αυτά επηρέαζαν την ικανότητα του να οδηγεί απάντησε αρνητικά. - Παρά το γεγονός ότι υποβλήθηκε σε άλκοτεστ αρκετή ώρα μετά το ατύχημα, αυτά είχαν ενδείξεις 42mg και 39mg. Την θέση του ότι τα αποτελέσματα αυτά οφείλονταν στα φάρμακα που του χορηγήθηκαν ο Ενάγοντας στήριξε απλώς στο ότι αυτό λέει «στο ίντερνετ». - Η θέση του Ενάγοντα ότι το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν τον κατηγόρησε για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αποδεικνύει ότι δεν οδηγούσε υπό τετοια επήρεια δεν βρίσκει ούτε έρεισμα στην λογική αλλά ούτε και στο περιεχόμενο της Αστυνομικής Έκθεσης όπου καταγράφεται και ο λόγος της απόφασης αυτής του Γενικού Εισαγγελέα. - Δέχτηκε ότι αρνήθηκε να εκπροσωπηθεί από την Εναγόμενη στην αγωγή αρ. XXXXX/
- - Σημειώνω επίσης ότι την θέση του ότι η Εναγόμενη οφείλει να καταβάλει ποσό €16.000 σε αυτόν για την αξία του Οχήματος στηρίζει μόνο στο ότι αυτό λέει το μεταξύ τους συμβόλαιο. - Ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά κατά την ακρόαση άκουσε για το ποσό της αποζημίωσης του άλλου οδηγού αλλά από την επιστολή Τεκμήριο 11 φαίνεται ότι η Εναγομένη τον είχε ενημερώσει έκτοτε. Ο κ. XXXXX Τέρλας έδωσε μαρτυρία υπό την επαγγελματική του ιδιότητα ως Πρωτοκολλητής. Υπήρξε τυπικός μάρτυρας ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του. Τούτων δεδομένων τα όσα ανέφερε αποδέχομαι. Ο κ. XXXXX Πέτρου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Υπήρξε σταθερός και αντικειμενικός, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί των γεγονότων δεν αντεξετάστηκε. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας, αλλά και της αντεξέτασης του, αφορούσε σε νομικά επιχειρήματα επί των οποίων η θέση του δεν μπορεί να έχει ουσιαστική βαρύτητα αφού τελικός κριτής αυτών είναι το Δικαστήριο. Συνεπώς τα όσα ο Μ.Υ.1 ανέφερε ως γεγονότα αποδέχομαι. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της μαρτυρίας του Δρα XXXXX Νικολαϊδη ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο αυτός έχει τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθει όντως εμπειρογνώμονας, και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας του. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 316/2010 ημερ. 21.2.2013, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1)). Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Στην R. v. Silverlock
(1894)2 QB 766, επί της οποίας στηρίχθηκε ο συνήγορος των εφεσειόντων, ο Vaughan-Williams J Αναφέρει: «No one should be allowed to give evidence as an expert unless his profession or course of study gives him more opportunity of judging than other people." Στην Evangelou & Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, η αποδοχή από το πρωτόδικο δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα χωρίς να είναι αυτό επιτρεπτό και δικαιολογημένο κρίθηκε εσφαλμένη. «. . ... Nor was there any admissible evidence as to the value of the property of the company. Mr. Ambizas was, without justification, allowed to give expert testimony on the value of land. There was nothing before the Court to justify the reception of his opinion on the subject. To qualify as an expert, it must first be established that a witness, on account of his knowledge and experience in a given field of knowledge, is qualified to the extent that it is safe to admit his opinion as evidence of the fact in issue. There is nothing on record to suggest that Mr. Ambizas possessed such expertise, on the contrary, judging from his own evidence, he possessed no such qualifications. For, when asked to give his opinion as to the value of the immovable property of his wife at Nicosia, he disclaimed knowledge and refused to opine on the subject. The opinion of Mr. Ambizas was, for similar reasons, wrongly admitted with regard to property he acquired prior to the Turkish invasion in the Famagusta district, at Yialoussa, notably one third share in ten donums of land, for which he paid about £500.- The loss of Mr. Ambizas in this respect, is appreciable but there is no satisfactory evidence as to its extent, and, certainly, the Judge wrongly admitted opinion evidence from a non expert in the field of land valuation." Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι παραδεκτό ότι ο Μ.Ε.5 «σπούδασε ιατρική, απέκτησε ειδικότητα στην εσωτερική παθολογία και διδάσκει το αντικείμενο της γνώσης του, την ιατρική σε πανεπιστήμιο.» Η «έκθεση» την οποία προσπάθησε ο μάρτυρας ανεπιτυχώς να παρουσιάσει στο δικαστήριο και η οποία είναι ενώπιον μας, αναφέρεται σε «έρευνα της αξιολόγησης των προοπτικών πώλησης του σκευάσματος μελατονίνης «MelaPure» το οποίο κατασκευάζεται από την εταιρεία «Genzyme» στην αγορά της Ουκρανίας. Συνεπώς εκείνο που ήθελε ο διάδικος να αποδείξει στο δικαστήριο ήταν οι προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά της Ουκρανίας. Εξετάζοντας το υπόβαθρο που τέθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο Μ.Ε.5 είναι ειδικός, εμπειρογνώμονας επί του θέματος, συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.5 πράγματι είναι σπουδασμένος ιατρός με ειδικότητα στην παθολογία και διδάσκει ιατρική σε πανεπιστήμιο, πραγματικά σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα και πείρα στη διδασκαλία της ιατρικής. Αυτά όμως δεν του προσδίδουν αυτόματα την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επι του εξεταζόμενου θέματος που αφορούσε τις προοπτικές πώλησης του συγκεκριμένου φαρμάκου στη συγκεκριμένη αγορά. Το θέμα που πάντοτε εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας» («In what field is this witness being offered as an expert?») Αυτό καθιέρωσε η R. v. Silverlock (άνω) και επιβεβαιώθηκε στην R. v. Robb
(1991)93 Cr. App.R. 61. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε τόσο το στάδιο εξέτασης του θέματος όσο και την έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Ε.5 επί του εξεταζόμενου θέματος». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι σπούδασε Βασική Ιατρική και Ειδικότητα στην Ιατροδικαστική στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και ότι εξασκεί το επάγγελμα από τις αρχές του
- Όπως επεξήγησε, διδάκτηκε Φαρμακολογία στο 3ο και 5ο έτος των σπουδών του ενώ η Τοξικολογία αποτελεί κομμάτι της Ειδικότητας της Ιατροδικαστικής. Κατ' επέκταση κρίνω ότι μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας για την επίδραση των φαρμάκων στην συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα. Ο Μ.Υ.2 έδωσε μίαν τεκμηριωμένη μαρτυρία, εξηγώντας με σοβαρότητα και στοιχειοθετημένα τις απόψεις του. Παράθεσε τα συστατικά του φάρμακου Diclofenac εξηγώντας ότι αυτά δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα άλκοτεστ. Επιπλέον η θέση του ότι η παροχή ενδοφλέβιων υγρών μόνο προς τα κάτω μπορεί να επηρεάσει την συγκέντρωση της αλκοόλης στο αίμα είναι απολύτως λογική. Κατ' επέκταση τα όσα ο Μ.Υ.2 ανέφερε αποδέχομαι και αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 21 ετών, φοιτητής και ιδιοκτήτης του Οχήματος. Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον έφορο Εταιρειών. Την 9.7.2008 οι διάδικοι υπέγραψαν την Σύμβαση Ασφάλισης Τεκμήριο 1 με την οποία η Εναγόμενη παρείχε στον Ενάγοντα περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη του Οχήματος για την περίοδο από 9.7.2008 μέχρι 8.7.
- Την 31.3.2009 και περί ώρα 05.30 ο Ενάγοντας οδηγούσε το Όχημα και ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου του χορηγήθηκε ενδομυϊκά το φάρμακο Diclofenac και ενδοφλέβια υγρά. Υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 42 mg και μετέπειτα σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 39mg. Ο οδηγός και ιδιοκτήτης του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα οχήματος καταχώρησαν εναντίον του Ενάγοντα την αγωγή με αρ. XXXXX/
- Ο Ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει διοριστήριο ώστε η Εναγόμενη να μπορεί να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή και αυτή αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση με την οποία να ζητά άδεια να το πράξει. Σχετικό διάταγμα εξεδόθη την 3.10.2012 και την 24.10.2016 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση στην προαναφερόμενη αγωγή υπέρ των εκεί Εναγόντων και εναντίον του εδώ Ενάγοντα για ποσό €120.000 πλέον τόκο και €18.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο επί των εξόδων. Η Εναγόμενη κατέβαλε στους δικηγόρους του εκεί ενάγοντα ποσά €120.000 και €21.420 και κατέβαλε και ποσό €14.280 στους δικούς της δικηγόρους για την εκπροσώπηση της στην αγωγή XXXXX/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η πλευρά της Εναγόμενης δεσμεύεται από την αρχή του δεδικασμένου λόγω των πράξεων της στην αγωγή αρ. XXXXX/
- Εκεί ανέλαβε ευθύνη για το ατύχημα χωρίς να στραφεί εναντίον του εδώ Ενάγοντα, ενώ δεν προέβαλε τους ισχυρισμούς περί μέθης στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέα Γιαννή Γαβριήλ κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868 «αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα. (Βλ. Buehler v. Chronos Richardson
(1998)2 All E.R. 960 (C.A.).)» Περαιτέρω στην υπόθεση Χωματένος ν. Λουκά Παναγιώτου Στεφάνου, ECLI:CY:AD:2015:A838, Πολ. Εφ. 62/11 ημερ. 17.12.2015 λέχθηκε ότι η αρχή του δεδικασμένου αποτελεί δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και προέκυψε από την ανάγκη να δίδεται τέλος στην αντιδικία. Δεδικασμένο δημιουργείται, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε όσες θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε σε πλήγμα της αρχής της τελεσιδικίας (βλ. Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου, όμως, προϋποθέτει ότι: (
- i)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (
- iv)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. (βλ. μεταξύ άλλων Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ.1298). Καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, πλην του ότι η απόφαση στην XXXXX/11 ήταν τελεσίδικη, δεν ικανοποιείται στην παρούσα. Οι διάδικοι δεν είναι οι ίδιοι, ενώ τα επίδικα θέματα στην αγωγή αρ. XXXXX/11 αφορούσαν στο ατύχημα μεταξύ του Ενάγοντα και του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού. Στην υπό εκδίκαση αγωγή τα επίδικα θέματα αφορούν στο ασφαλιστικό συμβόλαιο μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και σε ερμηνεία των όρων αυτού από την οποία θα καθοριστεί κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημίωση για την αξία του Οχήματος ή η Εναγόμενη δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε στην αγωγή αρ. XXXXX/11. Έπεται πως η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί. Στο στάδιο αυτό καθίσταται απαραίτητη η εξέταση των όρων του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά και ούτε είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 (A) A.A.Δ. 518). Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφέρεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[1]. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους επίμαχους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως αυτοί καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, έχοντας υπόψη ότι ο όρος 1 των Γενικών Όρων προβλέπει ότι η πιστή τήρηση και συμμόρφωση με τις πρόνοιες των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου συνιστά προϋπόθεση για τυχόν ευθύνη της Εναγομένης για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Το ίδιο προκύπτει και από τα όσα αναφέρονται στις Εξαιρέσεις του Μέρους 1[2]: Ιδιαίτερα σημαντική για σκοπούς της παρούσης είναι η πρόνοια του Μέρους 4
(7)το λεκτικό της οποίας και παραθέτω αυτούσιο: «ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ Δεν έχουμε καμία ευθύνη: ..................
(7)Να παρέχουμε κάλυψη (α) στον οδηγό, αν αυτός βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή ναρκωτικών, οινοπνευματωδών ποτών πέραν του εκάστοτε επιτρεπόμενου από το Νόμο ορίου ή που σε περίπτωση ελέγχου αρνήθηκε ή παρέλειψε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής (β) σε εσάς αν ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή ναρκωτικών, οινοπνευματωδών ποτών πέραν του εκάστοτε επιτρεπόμενου από το Νόμο ορίου ή που σε περίπτωση ελέγχου αρνήθηκε ή παρέλειψε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής». Θέση της Εναγόμενης ήταν ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Αντίθετα ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τα αποτελέσματα του άλκοτεστ επηρεάστηκαν από την παροχή σε αυτόν φαρμάκων. Όπως είναι καλά νομολογημένο η πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό έχει και το βάρος να τον αποδείξει. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία ότι ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε δύο ελέγχους άλκοτεστ, ο πρώτος με ένδειξη 42mg και ο δεύτερος με ένδειξη 39mg. Το επιτρεπόμενο δια του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν174/86 όριο είναι 22mg. Όπως έχει σημειωθεί πιο πάνω τα αποτελέσματα αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Αντιθέτως ο Ενάγοντας απέτυχε να πείσει περί της εκδοχής του για επηρεασμό των αποτελεσμάτων λόγω της λήψης Diclofenac και ενδοφλέβιων υγρών, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του πιο πάνω αλλά και την μαρτυρία του Μ.Υ.2. Συνεπώς κατάληξη μου αποτελεί ότι ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόκλησης του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών πέραν του επιτρεπόμενου από το Νόμο ορίου, και συνεπώς σε παράβαση των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Αυτό οδηγεί και στο ότι η αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να πετύχει αφού ο ίδιος παρέβη τις πρόνοιες της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Πέραν τούτου θα απέρριπτα την αγωγή και για ακόμη ένα λόγο. Ο Ενάγοντας στήριξε την αξίωση του για ποσό €16.000 στο ότι αυτό είναι το ποσό που καταγράφεται στο συμβόλαιο. Καμία εκτίμηση της αξίας δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα General Principles of Insurance, του Ivamy, 4η έκδοση στην σελίδα 9, συμβάσεις ασφάλισης όπως και η παρούσα είναι συμβάσεις αποζημίωσης (indemnity), και άρα το ποσό που μπορεί να ανακτηθεί υπολογίζεται με βάση την ζημιά που έχει υποστεί ο ασφαλιζόμενος[3]. Το ποσό που αναφέρεται στην συμφωνία, απλά καταδεικνύει το ποσό πέραν του οποίου δεν μπορεί να επεκταθεί η ευθύνη της ασφαλιστικής Εταιρείας[4]. (βλ. επίσης Chapman v. Pole
(1870)22 L.T. 306). Τυγχάνει εφαρμογής και η απόφαση στην υπόθεση Leppard v. Excess Insurance Co. Ltd
(1979)2 All E.R. 668 όπου αναφέρθησαν, σε μετάφραση, τα ακόλουθα: «Από την έκδοση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην Castellain v. Preston[5], ο γενικός κανόνας είναι αδιαμφισβήτητος. Μάλιστα πιστεύω ότι ήταν πέραν αμφισβητήσεως πολύ πριν την Castellain v. Preston. Ο ασφαλισμένος μπορεί να ανακτήσει την πραγματική του απώλεια, υπό την αίρεση, βεβαίως, οποιασδήποτε πρόνοιας στην συμφωνία ως προς το όριο που μπορεί να ανακτηθεί. Ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να ανακτήσει πέραν της πραγματικής του ζημιάς. Όπως λέχθηκε από τον Brett LJ στην Castellain v. Preston: «Ώστε να δύναμαι να δώσω την άποψη μου στην παρούσα υπόθεση, νοιώθω αναγκασμένος να επιστρέψω στα θεμέλια του κάθε κανόνα που έχει θεσπιστεί και εφαρμοστεί από τα Δικαστήρια σε σχέση με το δίκαιο της Ασφάλισης. Το θεμέλιο, κατά την άποψη μου, του κάθε κανόνα που έχει τύχει εφαρμογής στο ασφαλιστικό δίκαιο είναι αυτό, ήτοι ότι η συμφωνία ασφάλισης που περιέχεται σε ναυτιλιακή ή ασφάλεια πυρός είναι σύμβαση αποζημίωσης και αποζημίωσης μόνο, και αυτό σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος, σε σχέση με απώλεια αναφορικά με την οποία έγινε η ασφάλιση, θα αποζημιώνεται πλήρως, αλλά ποτέ δεν αποζημιώνεται πέραν από αυτό. Αυτό αποτελεί βασική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου, και αν ποτέ προταθεί κάτι το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με αυτό, δηλαδή το οποίο είτε θα εμποδίζει τον ασφαλισμένο από το να ανακτά πλήρη αποζημίωση, είτε θα παρέχει στον ασφαλισμένο πέραν της πλήρους αποζημίωσης, τέτοια εισήγηση θα είναι σίγουρα λανθασμένη»[6]. Ενώπιον μου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να μου επιτρέπει να καταλήξω σε εύρημα ως προς το ύψος της ζημιάς ή απώλειας που υπέστη ο Ενάγοντας. Τούτου δεδομένου, η αξίωση του δεν μπορεί παρά να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προχωρώ σε εξέταση της Ανταπαίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε συμβιβασμό στην αγωγή XXXXX/11 χωρίς να φέρει ως τριτοδιάδικο τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προωθεί την Ανταπαίτηση. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη, η οποία παρέπεμψε στο αρ. 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Ν.96(Ι)/2000, το λεκτικό του οποίου και παραθέτω: «14.-
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε- (α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε (β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούμενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. .................... Νοείται ότι, ασφαλιστής που καθίσταται υπεύθυνος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με βάση το εδάφιο αυτό, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον ασφαλισμένο.
(3).............
(4)Ανεξάρτητα αν ο ασφαλιστής δυνατό να δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή δυνατό να έχει ήδη αναιρέσει ή ακυρώσει το ασφαλιστήριο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο με βάση την απόφαση αυτή σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία: Νοείται όμως ότι, το ποσό που ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει δε θα υπερβαίνει το ποσό που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο.
(5)Σε περίπτωση που ασφαλιστής καθίσταται υπόχρεος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από- (α) Τέτοιο πρόσωπο, ή (β) .............». Μελετώντας μάλιστα τις πρόνοιες του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Τεκμήριο 1 προκύπτει ρητή αναφορά στην διαδικασία που η Εναγόμενη θα πρέπει να ακολουθήσει σε περιπτώσεις όπως η υπό εκδίκαση. Συγκεκριμένα στο Μέρος με τίτλο «Αναίρεση Ορισμένων Όρων και Δικαίωμα Ανάκτησης» αναφέρονται τα εξής: «Σε περίπτωση που αναγκαστούμε να καταβάλουμε οποιοδήποτε ποσό με βάση τις διατάξεις του Νόμου, το οποίο δεν θα είμαστε υπόχρεοι να καταβάλουμε δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου, τότε εσείς ή/και οποιοσδήποτε οδηγός οφείλετε να επιστρέψετε το ποσό αυτό σε εμάς και εμείς δικαιούμαστε να επιζητούμε την ανάκτηση του ποσού αυτού από εσάς ή/και τον οδηγό». Συνεπώς η διαδικασία που η Εναγόμενη ακολούθησε με την αγωγή αρ. XXXXX/11 ήταν η συμβατικά και Νομοθετικά προβλεπόμενη και ο Ενάγοντας δεν μπορεί να την μέμφεται γι'αυτό. Από το Τεκμήριο 11 προκύπτει ότι η Εναγομένη κατέβαλε στους Ενάγοντες στην αγωγή XXXXX/11 το ποσό των €120.000 και στους δικηγόρους αυτών €21.
- Επιπλέον κατέβαλε στους δικούς της δικηγόρους για έξοδα εκπροσώπησης της στην πιο πάνω αγωγή το ποσό των €14.280, ήτοι συνολικό ποσό €155.
- Λόγω της παράβασης από τον Ενάγοντα των όρων του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου αυτό δεν ήταν ποσό το οποίο η Εναγόμενη ήταν υπόχρεα να καταβάλει και συνεπώς δικαιούται να το αξιώνει από τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη έχει αποδείξει την αξίωση της στην Ανταπαίτηση. Των πιο πάνω δεδομένων η αγωγή απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα για ποσό €155.700 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 24.3.2017 (ημερομηνία καταχώρησης της Ανταπαίτησης) μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της Αγωγής και της Ανταπαίτησης δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης Εταιρείας και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "One must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". [2] «Εξαιρέσεις Μέρους 1 Δεν θα έχουμε καμία ευθύνη:
(1)Να καλύψουμε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του Μέρους 1 (α) εκτός αν το πρόσωπο αυτό τηρεί, εκπληρώνει και υπόκειται στους όρους του Ασφαλιστηρίου αυτού στην έκταση που αυτοί μπορούν να έχουν εφαρμογή». [3] "In this class of insurance the amount recoverable is measured by the extent of the assured's pecuniary loss. It includes all contracts of insurance except life insurance, personal accident and sickness insurance ... Even where by the terms of the contract, as is usually the case, the insurers expressly undertake, in the event of loss or damage by fire to the property insured, to pay or make good the loss or damage up to a specified sum, the contract is nonetheless one of indemnity, and of indemnity only. A contract of insurance, which is otherwise a contract of indemnity, does not cease to be a contract of indemnity because it is contained in a 'valued' policy, providing for payment of a specified sum on the happening of the event. The effect of the valuation is to dispense with proof of the extent of the loss. The assured must still prove that he has in fact sustained a loss". [4] "Unvalued Policies Where the policy is an unvalued one, the amount of insurance specified in the policy does not necessarily represent the measure of indemnity. It may, therefore, be disregarded in this connection, except as fixing the maximum sum for which the insurers may be held liable. The assured must prove the extent and value of his loss, and the amount recoverable will be calculated accordingly. The amount thus calculated may correspond with the amount of insurance, but it is recoverable not as being the sum specified in the policy, but as being the sum which has been proved to be required for a full indemnity" (p. 456). [5] 11 Q.B.D. 380 (1881 - 5) All E.R. Rep. 493 [6] "Ever since the decision of this Court in Castellain v. Preston, the general principle has been beyond dispute. Indeed I think it was beyond dispute long before Castellain v. Preston. The insured may recover his actual loss, subject, of course, to any provision in the policy as to the maximum amount recoverable. The insured may not recover more than his actual loss. As it was put by Brett LJ in Castellain v. Preston (11 Q.B.D. 380 (1881 - 5) All ER Rep. 493 at 495): "In order to give my opinion upon this case, I feel obliged to revert to the very foundation of every rule which has been promulgated and acted on by the courts with regard to insurance law. The very foundation, in my opinion, of every rule which has been applied to insurance law is this, namely that the contract of insurance contained in a marine or fire policy is a contract of indemnity and of indemnity only, and that this contract means that the assured, because of a loss against which the policy has been made, shall be fully indemnified but shall never be more than fully indemnified. That is the fundamental principle of insurance, and if ever a proposition is brought forward which is at variance with it, that is to say, which either will prevent the assured from obtaining a full indemnity, or which will give to the assured more than a full indemnity, that proposition must certainly be wrong". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο