Malhotra κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3437/13, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A654 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 17.9.2014 Αρ. Αγωγής: 3437/13 Μεταξύ: 1. XXXXX Malhotra 2. XXXXX Malhotra Εναγόντων -και- 1. Alpha Bank Cyprus Limited 2. XXXXX Καλαβάς 3. XXXXX (XXXXX) Παστελλίδης Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 4.2.2019 για τροποποίηση Ημερ.: 6 Μαΐου, 2019 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κυριάκου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 - Καθ'ων η Αίτηση: κα Παρπαρίνου Για τον Εναγόμενο αρ. 2: κα Παρπαρίνου για κ. Πέτρο Ο Εναγόμενος αρ. 3 παρουσιάζεται προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 31.5.2013 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 1.2.2006 δια του οποίου οι Ενάγοντες φέρονται να διόρισαν τον Εναγόμενο αρ. 2 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και το οποίο σφαργίστηκε από τον Εναγόμενο αρ. 3 είναι παράνομο και άκυρο εξ υπαρχής. Επιπλέον επιζητούν Δήλωση ότι οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα δια της οποίας οι Ενάγοντες απέκτησαν υποχρεώσεις προς τους Εναγόμενους αρ. 1 είναι άκυρη εξ υπαρχής καθώς και αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε Υπεράσπιση την 28.6.2013, ο Εναγόμενος αρ. 3 την 2.7.2013 και οι Εναγόμενοι αρ. 1 την 17.9.2013. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες και μετά την ανταλλαγή Ενόρκων Αποκαλύψεων εγγράφων η αγωγή προγραμματίστηκε πλέον για ακρόαση. Την 24.6.2014 καταχωρίστηκε αίτηση για τροποποίηση από πλευράς των Εναγομένων αρ. 1 και, μετά την καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων, η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες αξιούν τα πιο κάτω: «Α.(
- i)Την τροποποίηση της Οπισθογράφησης της Εκθέσεως Απαιτήσεως του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου εις την ως άνω Αγωγή δια της προσθήκης νέας παραγράφου (Δ) και των υφισταμένων παραγράφων (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) και (Η) μετατρεπόμενες σε παραγράφους (Ε), (ΣΤ), (Ζ), (Η) και (Θ) αντίστοιχα, ως ακολούθως:- «(Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου αντικαθιστώντας τις καταχρηστικές ρήτρες εις τη Συμφωνία Δανείου και εφαρμόζοντας αντί αυτών ρήτρας που συνάδουν με σχετικές πρόνοιες οι οπ;2οίες συνάδουν με το κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ισχύον νομικό Δίκαιο της Κύπρου». (
- ii)Την τροποποίηση της παραγράφου 14(β) των Λεπτομερειών της Εκθέσεως Απαιτήσεως εις το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο εις την ως άνω Αγωγή με την προσθήκη της ακόλουθης φράσης μεταξύ των λέξεων «δανείου» και «πριν» εις την 5η γραμμή:- «και/η δεν γνωστοποίησε εις αυτούς ότι δεδομένης της Σύμβασης Δανείου σε ξένο νόμισμα το γεγονός αυτό συνιστούσε «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» και/η δεν βεβαιώθηκε ότι οι σχετικές ρήτρες εις την Σύμβαση Δανείου ήσαν σαφώς και κατανοητώς διατυπωμένες εις τους Ενάγοντες τόσο από γραμματικής άποψης όσο και αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας μηχανισμού αυτών προς το σκοπό μετατροπής του ξένου νομίσματος και/η σχετικά με τον ρηθέντα μηχανισμό και το μηχανισμό αποδέσμευσης του υπό κρίση δανείου», και/η (iii) Την τροποποίηση της παραγράφου 15 των Λεπτομερειών της Εκθέσεως Απαιτήσεως εις το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο εις την ως άνω Αγωγή δια της προσθήκης της ακόλουθης φράσης εις το τέλος της παραγράφου: «και/η δεν γνωστοποίησαν εις τους Ενάγοντες ότι δεδομένης της Σύμβασης Δανείου σε ξένο νόμισμα το γεγονός αυτό συνιστούσε «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» και/η οι σχετικές ρήτρες εις την Σύμβαση Δανείου δεν ήσαν σαφώς και κατανοητώς διατυπωμένες εις τους Ενάγοντες τόσο από γραμματικής άποψης όσο και αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού αυτών προς το σκοπό μετατροπής του ξένου νομίσματος και/η σχετικά με τον ρηθέντα μηχανισμό και το μηχανισμό αποδέσμευσης του υπό κρίση δανείου». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25 Θ.Θ. 1 έως 4, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, στο αρ. 30 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και των συμφύων εξουσιών του Δικαστηρίου και των Γενικών Αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Σολουκίδου εκ των δικηγόρων των Εναγόντων η οποία αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής εξεδόθη απόφαση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σχετική με θέματα δανεισμού σε ξένο νόμισμα όπως είναι και η υπό εκδίκαση περίπτωση. Τα διαλαμβανόμενα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι απαραίτητο να περιληφθούν στην Έκθεση Απαιτήσεως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τα πλήρη και πραγματικά δεδομένα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 δήλωσαν την 13.2.2019 ότι αποδέχονται την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε την 5.3.2019 Ένσταση στην Αίτηση η οποία υιοθετήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 3. Αυτή στηρίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 30.2, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.25 Θ.1, Δ.28, Δ.10 Θ.12, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 7 και 9 και Δ.64 στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στην πρακτικής και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν εκτίθενται 9 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «Α. Η μη συνδρομή των προϋποθέσεων, που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εγκρίνει την παρούσα αίτηση. Β. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι χρησιμοποιείται για να καθυστερήσει περαιτέρω η εκδίκαση της υπόθεσης. Γ. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Δ. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και αφού προηγουμένως η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένως για ακρόαση. Ε. Δεν δίδεται καμία σαφής επεξήγηση αναφορικά με την αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων 6 χρόνια μετά την έγερση της παρούσης αγωγής. ΣΤ. Καμία επεξήγηση δεν δίνεται για την αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης, ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Η αναφορά σε απόφαση του 4ου Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι γενική και αόριστη. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην εν λόγω απόφαση και ούτε επεξηγείται η σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Ζ. Εξ υπαιτιότητας των εναγόντων προκλήθηκε τεράστια καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσης αγωγής με τις συνεχείς αναβολές που ζητούν, ενώ εάν το αίτημα τροποποίησης εγκριθεί, θα προκληθεί ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση στην έναρξη και ολοκλήρωση της δίκης. Η. Εάν εγκριθεί το αίτημα από το δικαστήριο, θα παραβιαστεί το δικαίωμα των εναγομένων να έχουν δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και ο εναγόμενος
(2)θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Θ. Παράτυπα και/ή αντικανονικά η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο χωρίς να δίδεται καμία προς τούτο δικαιολογία και χωρίς να εξειδικεύεται η μορφή της εξουσιοδότησης, που κατ' ισχυρισμό οι ενάγοντες έδωσαν στον εν λόγω δικηγόρο». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου αρ. 2 ο οποίος επισημαίνει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε πριν από 6 χρόνια οι δε Ενάγοντες με την στάση τους και τις αλλεπάλληλες αναβολές που αιτήθηκαν προκάλεσαν ήδη τεράστια καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, τυχόν δε έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην έναρξη της δίκης. Θέση του είναι ότι παραβιάζεται το δικαίωμα του να έχει μία δίκαιη δίκη αφού ήδη έχουν παρέλθει 13 - 14 χρόνια από την κατ' ισχυρισμό δημιουργία των επίδικων γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω είναι θέση του Εναγομένου αρ. 2 ότι η επίκληση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι γενική και αόριστη αφού κανένα στοιχείο ή λεπτομέρεια δεν δίδεται γι' αυτήν ούτε και επεξηγείται η σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Κατά την ακρόαση της Αίτησης προς υποστήριξη του αιτήματος αγόρευσε η ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υιοθέτησαν την Ένσταση του Εναγομένου αρ. 2. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η οποία αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις, ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση «είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης». Ταυτόχρονα, όμως, στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης². Μελετώντας την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες - Αιτητές διαφαίνεται ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της οποίας γίνεται επίκληση, και η έκδοση της οποίας κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων δημιούργησε την ανάγκη για την τροποποίηση, εξεδόθη την 30.4.2014. Η υπό εκδίκαση Αίτηση, όμως, καταχωρίστηκε 5 χρόνια αργότερα χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την πολύ μεγάλη καθυστέρηση αυτή. Το χρονικό σημείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ώστε να κριθεί αν υπήρξε ή όχι καθυστέρηση είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η εν λόγω απόφαση θα έπρεπε να είχε προβληματίσει. Ειδικά σε συνάρτηση με τα αιτήματα για αναβολή ακροάσεων που υποβλήθηκαν. Παραπέμπω και σε απόσπασμα από την απόφαση C. & A. Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μας φαίνεται ότι το ιστορικό της υπόθεσης, στο οποίο αναφερθήκαμε, φανερώνει ανάγλυφη την αργοπορία των εφεσειόντων στο αίτημα τους για τροποποίηση. Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή. Θα λέγαμε όμως πρόσθετα, έχοντας υπόψη το ιστορικό, πως ούτε και θα μπορούσε να εξηγηθεί. Πρόκειται, κατά την αντίληψή μας, για κτυπητή περίπτωση και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στα επιμέρους. Έχουμε, με εκτίμηση, την άποψη πως οι εφεσείοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο και πως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης προβάλλει εδώ ως ιδιαίτερα επιτακτική και υπερέχει η αναγκαιότητα για την όσο το δυνατό πιο σύντομη λήξη της αντιδικίας». Των πιο πάνω δεδομένων δεν μπορώ παρά να απορρίψω την Αίτηση. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται συνεπώς υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 , 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allo w either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο