← Κύπρος

CYDORAL LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1736/18, 21/2/2019

CYDORAL LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1736/18, 21/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A630 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1736/18 Μεταξύ:

  1. CYDORAL LTD
  2. XXXXX ΤΖΙΩΝΗΣ Ενάγοντες - Αιτητές και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 13.11.2018 Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου, 2019 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Χαραλάμπους για κ. Μαστορούδη Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κα Κίζη ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 28.6.2018 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων απόφαση και διατάγματα ακυρότητας συμφωνίας δανείου, επιτοκίων και Ειδοποιήσεων Τύπου Ι. Έκθεση Απαιτήσεως δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωριστεί. Την 13.11.2018 καταχωρίστηκε με τη μορφή της μονομερούς αιτήσεως η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης και/η εκποίησης της υποθηκευμένης περιουσίας του Ενάγοντα αρ. 2 δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/2007 του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30/11/2007 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/η αντιπροσώπους και/η υπαλλήλους και/η στελέχη τους από το να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία προς εκποίηση της επίδικης ενυπόθηκης περιουσίας του Ενάγοντα αρ. 2 δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/2007 του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30/11/2007 βάση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 Μέρος VI και VIA». Η Αίτηση στηρίζεται στο άρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4,5 και 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)Μέρος VI και VIA ως αυτό έχει τροποποιηθεί, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4 και 7, Δ.39 και Δ.64, στον τραπεζικό κώδικα δεοντολογίας, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 9 και 30, στη Συνθήκη της Λισαβόνας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άρ. 6, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την διακριτική του ευχέρεια, στον ανθρωπισμό και την φυσική δικαιοσύνη. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Τζιωνής, Ενάγοντας αρ. 2 και διευθυντής της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας. Ο Ενάγοντας εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι στο πλαίσιο των πιστωτικών διευκολύνσεων που επισυνάπτει φέρθηκαν κακόπιστα, ύπουλα, ανέντιμα και καταχρηστικά καθώς και παραβιάζοντας τα Συνταγματικά, Ευρωπαϊκά και συμβατικά δικαιώματα των Εναγόντων. Ειδικότερα αναφέρει ότι η συνεργασία των Εναγόντων με τους Εναγόμενους ήταν αρμονική και οι Εναγόμενοι παρότρυναν τους Ενάγοντες να προβούν σε επιχειρηματικά ανοίγματα πέραν της λογικής και της αυτοσυγκράτησης. Η παγκόσμια κρίση, όμως, κτύπησε και τον τομέα της δραστηριότητας των Εναγόντων, ήτοι την πώληση και εγκατάσταση κατασκευών αλουμινίου πράγμα που άρχισε να έχει αντίκτυπο και στην ομαλή λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Ο Ενάγοντας αρ. 2 ζήτησε από τους Εναγόμενους να επιδείξουν ευελιξία αλλά δυστυχώς η συμπεριφορά αυτών δεν ήταν η αναμενόμενη. Οι Εναγόμενοι άρχισαν να προβαίνουν σε αφόρητες πιέσεις προς τους Ενάγοντες συμπεριφερόμενοι εγωϊστικά και ανέντιμα αφού απαιτούσαν τον μηδενισμό των υπολοίπων των λογαριασμών αλλιώς θα προχωρούσαν με εκποίηση των υποθηκών. Παρά τις προσπάθειες των Εναγόντων να βρεθεί λύση οι Εναγόμενοι κράτησαν την αρνητική, καταπιεστική και εκβιαστική συμπεριφορά τους και απέστειλαν στον Ενάγοντα αρ. 2 Ειδοποίηση Τύπου Θ και στην Ενάγουσα αρ. 1 εταιρεία Ειδοποίηση Τύπου Ι. Είναι η θέση του ότι η τελευταία λανθασμένα στάληκε στην Ενάγουσα εταιρεία αφού ο Ενάγοντας αρ. 2 είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι μέσω των υπαλλήλων τους επιδείκνυαν αδιαφορία και απροθυμία να συνεργαστούν, επιμένοντας στην απαίτηση τους για εξόφληση των οφειλόμενων ποσών οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να αποταθούν στον δικηγόρο τους ο οποίος τους συμβούλεψε ότι η καταχώριση της αγωγής ήταν επιβεβλημένη. Ο Ενάγοντας εκφράζει την πεποίθηση ότι η διακοπή των σχέσεων τους με τους Εναγόμενους οφείλεται αποκλειστικά στους τελευταίους αφού η συμπεριφορά τους ήταν αντίθετη με το καθήκον της τράπεζας για καλή πίστη, επιμέλεια και πρόνοια. Εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να διασφαλίσουν ώστε να επιτευχθεί μία αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων συμμορφούμενοι με την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας. Από τα πιο πάνω θεωρεί ότι καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας. Μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Ενάγοντες αφού υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εκποίησης του ακινήτου τους σε άγνωστη τιμή. Την 14.11.2018, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά η Αίτηση, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες ζήτησε όπως του δοθούν οδηγίες για επίδοση αυτής. Μετά από την επίδοση της οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν την 10.12.2018 Ένσταση η οποία στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960)αρ. 21, 29-32, 42 και 43, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.32, Δ.35, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-8, Δ.63 Θ.Θ. 1 και 2, και Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)αρ. 5, 21, 27, Μέρος VI, Μέρος VIA 44Α - 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού, στον περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμοί του 2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 αρ. 80 και 81, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς αρ. 1-18, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως και στις Αρχές της ίσης Μεταχείρισης των διαδίκων, στις αρχές της επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στην πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία επί του θέματος. Σε αυτήν εκτίθενται 19 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  3. Καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60δεν πληρείται και/ή συνυπάρχει και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60,όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα: (α) Δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (εφεξής η «Αγωγή»). (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται τις επιδιωκόμενες θεραπείες στην Αγωγή. Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν υποστηρίζονται από στοιχεία, πληροφορίες και δεδομένα που να δημιουργούν έστω μία προοπτική επιτυχίας τους κατόπιν εκδίκασης της υπόθεσης αλλά παραμένουν στην σφαίρα της γενικής λεκτικής διατύπωσης καθώς επίσης και (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 2.(α) Δεν καταδεικνύεται ούτε καν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, με δεδομένο ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε νόμιμα και/ή άσκησε τα νόμιμα δικαιώματα της προχωρώντας με την επίδοση των ειδοποιήσεων «Τύπου Θ» και «Τύπου I» στους Αιτητές με σκοπό την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, ως ετροποποιήθηκε, (εφεξής αναφερόμενος ως ο «Νόμος»). (β) Το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί υπερήμερο ως ο Νόμος ορίζει με αποτέλεσμα η Καθ'ής η Αίτηση να ξεκινήσει νομίμως και κανονικώς την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για πώληση του ακινήτου που βαρύνεται με την Υποθήκη Υ18361/
  4. Οι Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει και/ή ικανοποιήσει ούτε την 3ην προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ως ετροποποιήθηκε καθότι: (α) Καμία ανεπανόρθωτη ζημία δεν έχει υποδειχθεί εκ μέρους των Αιτητών σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ενώ η αξίωση των Αιτητών είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή είναι εύκολα υπολογίσιμη σε χρήμα. (β) Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους και ούτε έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία αναφορικά με την φερεγγυότητα της Καθ' ής η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί από μόνος του σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης. (γ) Η Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα, είναι καθόλα φερέγγυα και έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής τους. (δ) Από την άλλη, οι Αιτητές είναι οφειλέτες χρέους προς την Καθ' ης η Αίτηση και δεν φαίνεται να κατέχουν και/ή δεν αναφέρουν ότι κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και/ή περιουσιακά στοιχεία ικανά να αποζημιώσουν την Καθ' ης η Αίτηση για τις ζημίες που θα υποστεί σε περίπτωση που τυχόν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης καθότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για τους ακόλουθους λόγους: (α) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και η Καθ' ης η Αίτηση να αποστερείται των εκ του Νόμου και/ή του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων της για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών και/ή ειδικότερα στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο για εκποίηση της επίδικης υποθήκης στη βάση της προωθούμενης διαδικασίας η οποία διεξήχθη απρόσκοπτα και ορθά. (β) Σε περίπτωση που τυχόν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αυτό σημαίνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα εμποδίζεται για πέραν από 6 χρόνια περίπου (μέχρι και την εκδίκαση της Αγωγής) από το να προχωρήσει με την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της για είσπραξη του λαβείν της. (γ) Τουναντίον δε σε περίπτωση τυχόν έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Αιτητές θα εξακολουθούν μέχρι και την εκδίκαση της Αγωγής ήτοι για ακόμα -τουλάχιστον- 6 χρόνια να επωφελούνται από την μη καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς την Καθ' ης η Αίτηση. (δ) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά και/ή άλλα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και συγκεκριμένα τα συνταγματικά δικαιώματα που διασφαλίζονται από τα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. (ε) Τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου θα είναι προς το συμφέρον των Αιτητών καθότι θα μειωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο τους προς την Καθ' ης η Αίτηση. 5.(α) Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται (estoppel) να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του ίδιου του Ενάγοντα 2/Αιτητή υπ' αριθμό 2 και κατόπιν της ελεύθερης της συναίνεσης του προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση, δίδοντας ο ίδιος το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση δυνάμει της επίδικης υποθήκης να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους σε περίπτωση παραβίασης των όρων της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης που εξασφαλίζει. (β) Εν προκειμένω, με την υποθήκη XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ.30/11/2007 (εφεξής η «Υποθήκη XXXXX/2007») ο Αιτητής 2/ενυπόθηκος οφειλέτης ανέκκλητα κατέστησε την Καθ' ης η Αίτηση/ενυπόθηκο δανειστή, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δίδοντας σε αυτή πληρεξουσιότητα, ανάμεσα σε άλλα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. (γ) Ο Αιτητής υπ' αριθμό 2 από το 2007 όπου και παραχώρησε την Υποθήκη XXXXX/2007 ουδέποτε την αμφισβήτησε παρά μόνο 11 χρόνια μετά όταν η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «I» έτσι ώστε να ξεκινήσει την διαδικασία πλειστηριασμού με βάση το Μέρος VIA του Νόμου. 6.(α) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη καθότι ο ομνύων ισχυρίζεται ψευδώς ότι ορκίζεται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Αιτήτριας 1 και ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι προϊόν υστερόβουλης σκέψης και/ή περιέχει ψέματα και/ή ανακρίβειες και/ή είναι παραπλανητική και/ή επιδιώκει την σύγχυση του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις πραγματικές προθέσεις των μερών. 7.(α) Ακόμη και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι αποτελεί ουσιώδης παρατυπία το γεγονός ότι η ειδοποίηση Τύπου «I» επιδόθηκε στην Αιτήτρια 1 ως τον ενυπόθηκο οφειλέτη αντί στον Αιτητή 2 στον οποίο επιδόθηκε ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αυτός δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λόγος για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση τόσο ο Αιτητής 2 που είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης αλλά και η Αιτήτρια
  6. (β) Σε κάθε περίπτωση η Καθ' ής η Αίτηση έχει προχωρήσει εκ νέου σε διαδικασία για επίδοση της Τύπου «I» και/ή επέδωσε ορθά και/ή νομότυπα στον Αιτητή 2 ως τον ενυπόθηκο οφειλέτη και στην Αιτήτρια
  7. Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και συνακόλουθα η απόρριψη της παρούσας αίτησης δε θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία και/ή ανεπανόρθωτη ζημία στους Αιτητές, ενώ αντίθετα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση και θα καταστρατηγήσει τα νόμιμα δικαιώματα της σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου καθώς επίσης θα καταστρατηγήσει τον σκοπό για τον οποίο έχει θεσπιστεί το Μέρος VIA του Νόμου. 9.(α) Οι ισχυρισμοί των Αιτητών τόσο στην Αγωγή όσο και στην Αίτηση για παράνομες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις δεν αποτελούν λόγο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι ακόμη και αν αποδειχθεί στην αγωγή η ύπαρξη υπερχρεώσεων, η Καθ'ής η Αίτηση όντας από τους μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είναι σε θέση να αποζημιώσεις τους Αιτητές για οποιοδήποτε ποσό τυχόν αποδειχθεί ότι αποτελεί υπερχρέωση και/ή παράνομη χρέωση. (β) Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί των Αιτητών για ύπαρξη υπερχρεώσεων δεν οδηγούν σε ακυρότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή της επίδικης Υποθήκης και δεν θα πρέπει να στερήσουν από την Καθ' ής η Αίτηση το δικαίωμα της να προχωρήσει σε εκποίηση της επίδικης Υποθήκης.
  8. Τα γεγονότα και η μαρτυρία που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και τα οποία συνοδεύουν την Αίτηση δεν υποστηρίζουν τις αιτούμενες θεραπείες τόσο στην Αίτηση αλλά και στην Αγωγή. 11.(α) Η καταχώρηση της Αγωγής και της Αίτησης είναι επιπόλαια (frivolous), ενοχλητική (vexatious), εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή σκοπό έχει να καθυστερήσει την Καθ' ης η Αίτηση από το να ενασκήσει τα εκ του Ν.9/1965 απορρέοντα δικαιώματα της και να προωθήσει την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων με ιδιωτικό πλειστηριασμό και/ή να εισπράξει το λαβείν της. (β) Η καταχώρηση της Αγωγής και της Αίτησης είναι καταχρηστική καθότι εάν οι Αιτητές γνήσια αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή της επίδικης Υποθήκης και/ή τα οφειλόμενα υπόλοιπα τότε θα καταχωρούσαν την Αγωγή από το 2014 όταν και επήλθε ο τερματισμός των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι 4 χρόνια μετά όταν η Καθ'ής η Αίτηση ξεκίνησε την διαδικασία εκποίησης. 12.(α) Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (β) Η Αίτηση στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υποβάθρου και/ή πραγματικού υποβάθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. (γ) Οι ισχυρισμοί των Αιτητών στην Αγωγή περί ύπαρξης παράνομων επιβληθέντων τόκων και/ή επιβαρύνσεων και/ή χρεώσεων και/ή περί ακυρότητας των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή της Υποθήκης XXXXX/2007 κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνεπεία ανέντιμης συμπεριφοράς και/ή κακόπιστης συμπεριφοράς της Καθ'ής η Αίτηση καθώς και οι αξιώσεις των Αιτητών για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «I» και για αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος και/ή για διαγραφή των καταχρηστικών όρων των συμφωνιών δεν υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας. (δ) Γενικότερα δε, οι ισχυρισμοί των Αιτητών τόσο στην Αίτηση αλλά και στην Αγωγή είναι ανυπόστατοι και δεν υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. (ε) Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους και/ή τα αναφερόμενα, στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2 που υποστηρίζουν την επίδικη Αίτηση, γεγονότα δεν μπορούν να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και/ή αόριστα και/ή καταχρηστικά και/ή υπέρμετρα καθότι οι Αιτητές ζητούν την απαγόρευση της εκποίησης της Υποθήκης XXXXX/2007 καθ' οιονδήποτε τρόπο και όχι μόνο με βάση το Μέρος VIA του Νόμου.
  10. Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα της και πουθενά δεν υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει τα νόμιμα δικαιώματα της επί του ενυπόθηκου ακινήτου και/ή ότι η προωθούμενη διαδικασία είναι παράτυπη και/ή παράνομη και/ή μη δικαιολογημένη. Τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα αποστερήσει από την Καθ' ης η Αίτηση την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της 15.(α) Η Καθ' ης η Αίτηση στις σχέσεις της με τους Αιτητές ενεργούσε και ενεργεί πάντοτε με καλή πίστη, έντιμα, δίκαια, καλόπιστα, με διαφάνεια και με την δέουσα επιμέλεια και επαγγελματισμό που απαιτείται από ένα τραπεζικό οργανισμό. (β) Η επίδικη Υποθήκη υπογράφτηκε από τον Αιτητή 2 με την ελεύθερη του βούληση και κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας. (γ) Οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων υπεγράφησαν από την Αιτήτρια 1 με την ελεύθερη της βούληση και η Αιτήτρια 1 είχε δικαίωμα να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αν το επιθυμούσε. (δ) Η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε προέβη σε ψευδείς και/ή αμελείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις προς τους Αιτητές και ουδέποτε εξαπάτησε ή και εξώθησε την Αιτήτρια 1 στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών. (ε) Οι Αιτητές ενήργησαν κερδοσκοπικά αποκτώντας αθέμιτο πλουτισμό με τη χρήση του ποσού των πιστωτικών διευκολύνσεων και καταχώρησαν την Αγωγή με μοναδικό σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους απέναντι στην Καθ' ης η Αίτηση και με απώτερο σκοπό να καθυστερήσουν την διαδικασία εκποίησης την οποία νομίμως ξεκίνησε η Καθ'ής η Αίτηση. (στ) Οι Αιτητές εμποδίζονται και/ή κωλύονται από το να προωθούν την παρούσα διαδικασία εφόσον έχουν ελευθέρα βουλήσει υπογράψει και συνεπώς δεσμευτεί στους όρους των μεταξύ των μερών συμφωνιών.
  11. Οι Αιτητές δεν ικανοποιούν το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις που να καθιστούν το αίτημα τους κατεπείγον, εφόσον στο παρόν στάδιο δεν έχει οριστεί ακόμη ημερομηνία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου και δεν έχουν επιδοθεί στους Αιτητές οι ειδοποιήσεις για την σκοπούμενη πώληση.
  12. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη (full and frank disclosure) όλων των γεγονότων και ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και που, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν στη γνώση τους και/ή βρίσκονταν στην κατοχή τους, και παραπλάνησαν και παραπληροφόρησαν το Σεβαστό Δικαστήριο ως λεπτομερώς καταγράφεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση. 18.(α) Η Αίτηση είναι εσφαλμένη και/ή πάσχει εξ' υπαρχής και/ή ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής βάσης διότι σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου, η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή είναι δυνατό να ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης Αίτησης Έφεσης εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης και για συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι τίθενται εξαντλητικά στο άρθρο 44Γ

(3)του Νόμου ήτοι: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις̇ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί̇ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή̇ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου̇ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου̇ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. (β) Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές πρόωρα και/ή λανθασμένα επιδιώκουν την παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης της Υποθήκης Υ18361/2007 (ι) δια της παρούσας Αίτηση στα πλαίσια της Αγωγής και (ιι) αφής στιγμής δεν τους έχει επιδοθεί ακόμη η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης ήτοι η ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» και δεν έχει οριστεί ακόμη ημερομηνία πλειστηριασμού. 19.(α) Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). (β) Η Αίτηση είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων των Αιτητών και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι καταχρηστική και/ή κατασπαταλεί το πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και/ή προκαλεί αχρείαστα έξοδα». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Κογκοττής εκ των υπαλλήλων της APS Debt Servicing Cyprus Ltd η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών των Εναγομένων. Αρχικά αναφέρει ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 δεν είναι διευθυντής της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας πράγμα που καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες με δική τους πρωτοβουλία και ελεύθερη συναίνεση αποτάθηκαν στους Εναγόμενους για την παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων και υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες παραχώρησης αυτών. Οι Εναγόμενοι άνοιξαν τους λογαριασμούς αλλά η Ενάγουσα αρ. 1 παρουσίαζε υπερβάσεις τόσο στον τρεχούμενο λογαριασμό όσο και στον λογαριασμό δανείου. Ένεκα τούτου οι Εναγόμενοι ασκώντας τα εκ του νόμου απορρέοντα δικαιώματα τους τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών και απαίτησαν την πλήρη και τελεία εξόφληση τους. Ενόψει του ότι τα απαιτούμενα ποσά παρέμειναν απλήρωτα την 23.5.2018 οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου αποστέλλοντας τις Ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι. Εκ παραδρομής οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι στάληκαν στον Ενάγοντα αρ. 2 υπό την ιδιότητα του εγγυητή και όχι του ενυπόθηκου οφειλέτη και προς άρση της παρανομίας αυτής οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν εκ νέου τη διαδικασία για εκποίηση αποστέλλοντας με το ταχυδρομείο τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ο κ. Κογκοττής επιπλέον αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί του ότι οι Εναγόμενοι φέρθηκαν κακόπιστα, ύπουλα ή ανέντιμα και εισηγείται ότι ενήργησαν πάντα με καλή πίστη και εντιμότητα εντός των δικαιωμάτων που τους παρείχαν οι μεταξύ των μερών συμφωνίες. Ουδέποτε προέβησαν σε απειλές ή αφόρητες πιέσεις ή αδιαφόρησαν για τα νόμιμα συμφέροντα των Εναγόντων αλλά νόμιμα προχώρησαν σε απαίτηση των οφειλόμενων ποσών καθότι οι Ενάγοντες είχαν παραβιάσει τους όρους των συμφωνιών καθυστερώντας την πληρωμή των δόσεων τους και δεν συμμορφώθηκαν με τις επιστολές που οι Εναγόμενοι τους απέστειλαν. Επιπλέον νόμιμα και με βάση τη δυνατότητα που τους παρέχει ο Ν9/65 προχώρησαν με τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης με αρ. Υ18361/2007 και επέδωσαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι. Το γεγονός ότι στον Ενάγοντα αρ. 2 επιδόθηκε υπό την ιδιότητα του ενδιαφερομένου προσώπου και όχι του ενυπόθηκου οφειλέτη ουδόλως επηρέασε τα συμφέροντα του αφού οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση. Ούτως ή άλλως οι Εναγόμενοι επανήρχησαν εκ νέου τη διαδικασία επιδίδοντας στον Ενάγοντα αρ. 2 υπό την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη. Είναι εν πάση περιπτώσει η θέση του ότι η διαδικασία εκποίησης ακινήτου δύναται να προσβληθεί μέσω της καταχώρησης εμπρόθεσμης αίτησης - έφεσης κατά της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθότι οι θέσεις των Εναγόντων είναι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες και καμία στοιχειοθέτηση περί ακυρότητας των συμβάσεων δεν υπάρχει. Η αγωγή δεν καταχωρίστηκε με γνήσιο σκοπό αλλά ώστε να χρησιμοποιηθεί ως όχημα εκπλήρωσης των στόχων των Εναγόντων να σταματήσουν τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καταδεικνύεται δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν εντός των δικαιωμάτων που τους παρέχει ο Νόμος σε αντίθεση με τους Ενάγοντες οι οποίοι σταμάτησαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση είναι η θέση του κ. Κογκοττή ότι είναι οι Εναγόμενοι που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά με τυχόν έκδοση του διατάγματος. Ακόμη και αν εκποιηθεί το ακίνητο και οι Ενάγοντες τελικά πετύχουν στην αγωγή τους η όποια ζημιά θα μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα οι δε Εναγόμενοι είναι σε θέση να ικανοποιήσουν χρηματικά την όποια τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη Έκθεση Απαιτήσεως και άρα η πρώτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί με τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως σε συνάρτηση με τα αιτητικά του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Συγκεκριμένα από αυτά διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες αποδίδουν στους Εναγόμενους πιεστική συμπεριφορά για αποπληρωμή των δανείων τους και απροθυμία να συνεργαστούν ώστε να εξευρεθεί λύση. Ως προς τα πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Μελετώντας, όμως, την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες διαφαίνεται ότι αυτός ουσιαστικά στηρίζει τη θέση του στην παράνομη, όπως, εισηγείται, επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου Ι. Από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο στην Αίτηση όσο και στην Ένσταση φαίνεται ότι όντως η πρώτη Ειδοποίηση Τύπου Ι επιδόθηκε στην Ενάγουσα αρ. 1 αντί στον Ενάγοντα αρ.
  2. Την 28.11.2018 οι Εναγόμενοι επανεκκίνησαν τη διαδικασία εκποίησης επιδίδοντας νέα Ειδοποίηση Τύπου Ι ορθά στον Ενάγοντα αρ.
  3. Ο ουσιώδης, όμως, χρόνος για την αγωγή είναι αυτός της επίδοσης της πρώτης Ειδοποίησης Τύπου Ι, αφού η άλλη επιδόθηκε μετά την καταχώριση της αγωγής. Με αυτό το δεδομένο θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσον αφορά στην δεύτερη προϋπόθεση με δεδομένα τα όσα ανέφερα πιο πάνω ικανοποιούμαι ότι τέτοια υπάρχει, νοουμένου φυσικά ότι οι Ενάγοντες καταφέρουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Διαφορετική, όμως, είναι η κατάληξη μου αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση. Το αρ. 32 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την πώληση του ακινήτου. Σε περίπτωση, όμως, όπου πετύχουν οι Ενάγοντες στην αγωγή τους και διαφανεί ότι αυτοί έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αυτή μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση των Εναγομένων ότι αυτοί είναι καθόλα αφερέγγυοι και έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό τυχών διαφανεί ότι δικαιούνται οι Ενάγοντες. Κατ΄ επέκταση η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται. Ακολουθεί ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.