← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αίτησης / Έφεσης:657/17, 12/4/2019

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αίτησης / Έφεσης:657/17, 12/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A647 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης:657/17 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ALPHA BANK CYPRUS LTD Αιτήτρια / Εφεσείουσα και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας
  2. Επίσημος Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED
  3. XXXXX Χριστοφή Καθ'ων η Αίτηση / Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Καλλένος Για τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 1: κα Παπαδοπούλου Για την Καθ'ης η Αίτηση αρ. 3: κα Πρωτοπαπά Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εκδίκαση Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσία ημερ. 21.09.2017 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 1.12.2017 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις αποφάσεις/ειδοποιήσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΣΤ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν την Συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών». Η Αίτηση / Έφεση στηρίζεται στο Νόμο 14/60 αρ. 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 4, 5, 6, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 6 - 9, Δ.55, Δ.64, στον Νόμο 9/1965 αρ. 12Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, 51, 53

(4), στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στον περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 αρ. 80 και 81, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 Κ.Κ. 3-12, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρ.23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 158 και 179, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, επί των αρχών της επιείκειας και επί τις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Με την Αίτηση / Έφεση προβάλλονται 9 λόγοι έφεσης τους οποίους και παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 να προχωρήσει με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 21/60W1 Τμχ. XXXXX στην Έγκωμη από την Υποθήκη Υ. XXXXX/1997 είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 η οποία λήφθηκε στην βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965, στην βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, εξαϋλώνουν και/ή αδρανοποιούν και/ή αποστερούν και/ή περιορίζουν την περιουσία και τα περιουσιακά/ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την Υποθήκη Υ.11099/1997 χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια. Με τα εν λόγω άρθρα του Νόμου 9/1965 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου επιβάλλει αδικαιολόγητη στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς οποιανδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της στον έλεγχο και απόλαυση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία έχει υποθηκευθεί προς όφελος της έναντι τραπεζικών διευκολύνσεων. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 η οποία λήφθηκε στην βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965, στην βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας με την ενυπόθηκη οφειλέτιδα εταιρεία και επιφέρουν εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση των υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την εκ των υστέρων - της σύναψης της Υποθήκης Υ. XXXXX/1997 - νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με την θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/1965, στρεβλώνεται η βούληση των συμβαλλόμενων μερών, ήτοι της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 2, ως προς τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών. Η δικαιοδοσία του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν εκτείνεται στην επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ή παράβαση σύμβασης οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η θέσπιση από την Βουλή των Αντιπροσώπων των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, καταστρατηγούν, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί επίλυσης περιουσιακών διαφορών και/ή θεμάτων σε σχέση με εμπράγματα δικαιώματα, και/ή ιδιοκτησιακά δικαιώματα και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβασης και/ή επίλυσης διαφορών εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου εκχωρούν στον Καθ' ου η αίτηση 1, ήτοι μια μη Δικαστική Αρχή - κατά παράβαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών - δικαστική εξουσία και επιτρέπουν στον Καθ' ου η αίτηση 1 να ασκεί δικαστική εξουσία κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος, και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά την Καθ' ης η αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 2. (η) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965. (θ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 21.09.2017 και 1.12.2017 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη» Η Αίτηση / Έφεση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση τoυ κ. XXXXX Άδωνη Λειτουργού στην Διεύθυνση Καθυστερήσεων της Αιτήτριας ο οποίος αναφέρει ότι την 31.12.1997 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας η υποθήκη με αρ. XXXXX/1997 από την Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 η οποία κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων εγγραφής μεταφέρθηκε στο επίδικο ακίνητο (πιο κάτω αναφερόμενου ως «το Ακίνητο») και συνεχίζει να εξασφαλίζει υποχρεώσεις της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 προς την Αιτήτρια. Συγκεκριμένα η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 οφείλει προς την Αιτήτρια ποσό €2.885.192,03 πλέον τόκους δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που της είχαν παραχωρηθεί, εξεδόθησαν δε αποφάσεις υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση στις αγωγές αρ. XXXXX/2001 και 9601/2001. Δυνάμει της απόφασης στην πρώτη αγωγή η Αιτήτρια έχει υποβάλει και αίτηση για καταναγκαστική πώληση του Ακινήτου. Την 22.1.2016 εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2. Την 21.9.2017 η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή από το Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με την οποία πληροφορείτο ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προτίθετο να μεταβιβάσει το ενυπόθηκο Ακίνητο στο όνομα του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 (αγοραστή) ακυρώνοντας την υποθήκη XXXXX/1997 και τα memo της Αιτήτριας με αρ. ΕΒ235/2009, ΕΒ346/2009 και το ΑΝΠ388/2013. Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση αναφορικά με την πρόθεση αυτή του Διευθυντή, την οποία ο Διευθυντής απέρριψε με το Τεκμήριο 8. Ενημέρωσε ταυτόχρονα την Αιτήτρια ότι προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του Ακινήτου στον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3. Η αξία του επίδικου Ακινήτου με τιμές του 2013 ανέρχεται σε €135.000, ενώ η XXXXX /1997 προηγείτο της κατάθεσης του Πωλητηρίου Εγγράφου στον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3. Είναι η θέση του κ. Άδωνη ότι η απόφαση του Διευθυντή καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης και παρεμποδίζει την εκτέλεση αυτής πλήττωντας τα δικαιώματα της οι δε Δικαστικές αποφάσεις θα παραμείνουν ανεκτέλεστες. Η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 δεν έχει άλλη περιουσία ελεύθερη από βάρος στην οποία να μπορούν να μεταφερθούν τα εμπράγματα βάρη της Αιτήτριας. Εκχωρείται ουσιαστικά Δικαστική εξουσία στον Διευθυντή του Κτηματολογίου και παραβιάζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου για εκποίηση της Υποθήκης, ενώ καταστρατηγούνται τα δικαιώματα της Αιτήτριας που προστατεύονται από το αρ. 23 του Συντάγματος αφού αποξενώνεται και αποστερείται περιουσία της χωρίς τη συγκατάθεση της και χωρίς την καταβολή εύλογης αποζημίωσης, ενώ η αποξένωση αυτή δεν γίνεται προς το συμφέρον δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας ωφέλειας. Επιπλέον οι πρόνοιες των αρ. 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν9/65 παραβιάζουν το αρ. 26 του Συντάγματος αφού εμποδίζεται η εκτέλεση σύμβασης που υπέγραψε η Αιτήτρια με την Καθ'ης η Αίτηση ελευθέρα βουλήσει. Είναι επίσης η θέση του ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 και ότι με την απόφαση του Διευθυντή πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας. Ο Καθ'ου η Αίτηση αρ. 1 καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση / Έφεση η οποία στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4 - 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 6 - 9, Δ.55, Δ.64, στα αρ.12Α 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, 51, 53
(4), 2, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965), όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο υπ' αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), στους Κ.Κ. 6 - 8 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015), στα άρθρα 21, 22, 29, 30 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στα αρ. 65Λ, 80, 81 ΚΑΙ 85 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους Κ.Κ. 5, 6, 7, 10 - 17 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 (Κ.Δ.Π. 622/1956), στο αρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 23, 25, 26, 28, 29, 30, 33, 35, 54 και 152,158 και 179), στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής, όπως έχουν κυρωθεί, στις Αρχές τις Φυσικής Δικαιοσύνης και της Επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτήν εκτίθενται 20 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  1. Ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Σεβαστό Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης- έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  2. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει 2η προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση ή/και απόφαση ημερομηνίας 21/09/2017, καθότι είναι προπαρασκευαστική ή/και δεν έχει πλέον νομική ισχύ. Άνευ βλάβης των ανωτέρω προδικαστικών Ενστάσεων, ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
  3. Η απόφαση του Καθ' ου /Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1 είναι ορθή, βασιζόμενη επί των Νόμων και των Κανονισμών, προϊούσα δέουσας και επαρκούς έρευνας και/ή πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένη και αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών που του απονέμονται από τον Νόμο στον Καθ' ου/Εφεσίβλητο υπ' αρ.
  4. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, καθότι ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1, πριν την απόφαση του, έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά γεγονότα και περιστατικά, σύμφωνα με το Νόμο, τα οποία ήταν αποτέλεσμα δέουσας και/ή επαρκούς και/ή ολοκληρωμένης έρευνας.
  5. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/ Εφεσίβλητου υπ' αρ. 5 και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ884/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΔΑ»), το πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει κυρωθεί, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
  6. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, χωρίς να προβάλλει και να εξειδικεύει κατά πόσον ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ.1 προέβη σε συγκεκριμένη παράβαση του Νόμου. Περαιτέρω Η Αιτούσα/Εφεσειούσα δεν τεκμηριώνει και επεξηγεί με ποιο τρόπο στοιχειοθετείτε η επικαλούμενη αντισυνταγματικότητα και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  7. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα δεν εξηγεί, το αιτιολογικό υπόβαθρο της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας ώστε να δικαιολογείται ο ισχυρισμός και τοιουτοτρόπως να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού και να εκθεμελιώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τεκμήριο της Συνταγματικότητας του Νόμου.
  8. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει αφηρημένα ζητήματα συνταγματικότητας παρά μόνο εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Η παρούσα Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε απλώς και μόνο για να εξεταστεί το ζήτημα της συνταγματικότητας του Νόμου, ενώ πληρούνται όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την εφαρμογή του. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να υπεισέρχεται σε έλεγχο του πνεύματος του νομοθέτη, παρά μόνο να εξετάζει κατά πόσον συγκεκριμένες διατάξεις που τίθενται ενώπιον του αντίκεινται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος.
  9. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  10. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  11. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, από τον Νόμο προβλέπεται το δικαίωμα υποβολής αίτησης για μεταφορά του εμπράγματου βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, προβλέπεται δηλαδή μηχανισμός για να παραμείνει η εξασφάλιση της Αιτούσας/Εφεσειούσας έναντι των χρεών του πωλητή.
  12. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος και δη του δικαιώματος στην ιδιοκτησία που προστατεύει το άρθρο 23 του Συντάγματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην Αιτούσα.
  13. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτούσας/Εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της Αιτούσας/Εφεσείουσας, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό προς την αιτούσα, υπάρχουν δε πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη και/ή να καταχωρήσει Αίτηση μεταφοράς της υποθήκης.
  14. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρου δεν επηρεάζεται, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Ο Νόμος σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε κατάργηση και/ή τροποποίηση υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή δεν αποτρέπει την εκτέλεση τους και/ή δεν στρεβλώνει την βούληση των μερών, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την υπογραφή της Σύμβασης.
  15. Άνευ βλάβης του ανωτέρω Λόγου Ένστασης, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 26 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  16. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των εξουσιών. Ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος σε καμία περίπτωση δεν επέλυσε διαφορές αναγόμενες στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου και δεν άσκησε αρμοδιότητες που αποδίδει ο Νόμος και το Σύνταγμα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, παρά μόνο εφάρμοσε τον Νόμο.
  17. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1 και/ή οι πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί είναι πλήρως σύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος, την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Σε καμία περίπτωση δεν είναι άδικες προς τα δικαιώματα της Αιτούσας/Εφεσειούσας, αντιθέτως τίθενται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  18. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης που υπογράφηκαν μεταξύ της Αιτούσας/Εφεσειούσας και της Καθ' ης/Εφεσίβλητης υπ' αρ. 2 και/ή σε καμία περίπτωση δεν τάσσεται υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη για να μπορεί αυτός να αποφύγει συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Αιτούσα/Εφεσειούσα. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα, ειδοποιήθηκε για το δικαίωμα της να υποβάλει ένσταση ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της και προτίμησε να υποβάλει Ένσταση στην οποία προέβαλε ζητήματα συνταγματικότητας του Νόμου. Ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλη περιουσία της Καθ' ης/Εφεσίβλητης υπ' αρ. 2, ως προνοείται από τον Νόμο.
  19. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου. Περαιτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εξετάσει τη συνταγματικότητα του παρόντος Νόμου υπό το φώς άλλων νομοθετικών διατάξεων και/ή άλλων προνοιών του ίδιου νόμου, από την στιγμή που έχουν την ίδια τυπική ισχύ μεταξύ τους.
  20. Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του Διευθυντή ότι αυτή ενασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Κρασιά Κτηματολογικού Λειτουργού η οποία κάνει αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως λέει, ο Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 κατέθεσε την 16.5.2003 την σύμβαση πώλησης ημερ. 2.5.2003 που είχε συνάψει με την Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 για την αγορά ενός διαμερίσματος με αρ. ΠΩΕ1033/
  21. Την 16.10.2015 ο Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 κατέθεσε στο Κτηματολόγιο την Αίτηση Μεταβίβασης Ακινήτου επ' ονόματι του Αγοραστή με αρ. ΑΕΑ884/2015 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών) προσκομίζοντας και βεβαίωση εξόφλησης του τιμήματος πώλησης καθώς και άλλες βεβαιώσεις που του ζητήθηκαν. Την 21.9.2017 στάληκε προς την Αιτήτρια η Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ και την 20.10.2017 η Αιτήτρια υπέβαλε την ένσταση της. Η ένσταση εξετάστηκε από τον Διευθυντή και απορρίφθηκε την 1.12.
  22. Είναι η θέση της κας Κρασιά ότι οι διατάξεις των αρ. 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του Ν9/65 και ότι αυτές είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Συντάγματος. Θεωρεί ότι δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας αλλά οι πρόνοιες παρέχουν προστασία στους καλόπιστους αγοραστές οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της σύμβασης πώλησης και δεν τους έχει μεταβιβαστεί το ακίνητο. Ο Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 καταχώρησε επίσης Ένσταση η οποία στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, άρθρα 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4 - 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-4 και 6-9, Δ.55, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 αρ. 12Α, 16-19, 21-36, Μέρη VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στο αρ. 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρ. 23, 26, 28, 29 και 30, στον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232 αρ. 2, 3 και 7, επί των αρχών της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 προβάλλονται 19 λόγοι ένστασης τους οποίους επίσης παραθέτω αυτούσιους: «
  23. Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ακολούθησε την ορθή κατά τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») διαδικασία και ενήργησε εντός της εξουσίας που του παρέχεται από τον υπό κρίση Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
  24. Ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 3 κατέθεσε την σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 02.05.2003 στις 15.05.2003 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και/ή η σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 02.05.2003 έγινε δεκτή από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία (Περί Πώλησης Γης (Ειδικής Εκτέλεσης) Νόμο, Κεφ,
  25. Η Καθ' ης η αίτηση αρ.2, κατά την 30.12.1997 υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο προς όφελος την «Lombard NatWest Bank Ltd» και όχι προς όφελος της Αιτήτριας και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα να υποβάλει ένσταση και/ή έφεση στην απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας και/ή το οποιοδήποτε δικαίωμα της Αιτήτριας έπεται την καταχώρηση της σύμβασης πώλησης και/ή της κατάθεσης της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (ΠΩΕ 1003/03).
  26. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι διατάξεις επί των οποίων Βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
  27. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  28. Η Αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  29. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  30. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του καθ' ου η αίτηση αρ. 3 - αγοραστή.
  31. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  32. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην Αιτήτρια.
  33. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της Αιτήτριας, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  34. Η υποθήκη με αριθμό Υ. XXXXX/1997 συνάφθηκε για το ποσό των Λ.Κ.900,000 πλέον τόκους και εξασφαλίζει εμπραγμάτως την Αιτήτρια μέχρι το ύψος του ποσού αυτού όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
  35. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  36. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου.
  37. Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου.
  38. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η αίτηση αρ.1 και/ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης».
  39. Η Αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από την σύμβαση υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης (waiver of rights) και/ή καθυστέρηση που ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση αρ.3 και/ή ότι η αίτηση είναι καταχρηστική.
  40. Η αίτηση έχει καταρτιστεί επί λανθασμένου τύπου και ή είναι παράτυπη και/ή η Αιτήτρια δεν έχει τηρήσει τους Κανονισμούς 5
(1)και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1965 και/ή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ο Τύπος 2 των Κανονισμών και/ή δεν αναφέρονται οι λόγοι επί των οποίων η αίτηση/έφεση Βασίζεται.
  1. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 3 για απρόσκοπτη απόλαυση της περιουσίας του και θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προχωρήσει με εκποίηση της περιουσίας που ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 3 αγόρασε και εξόφλησε ως προνοούσε το Πωλητήριο Έγγραφο». Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Χριστοφή Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 ο οποίος κάνει αναφορά στην υπογραφή και κατάθεση στο Κτηματολόγιο του Πωλητηρίου Εγγράφου λέγοντας ότι έχει ξοφλήσει πλήρως το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Θεωρεί ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου λήφθηκαν ορθά και νόμιμα σε πιστή εφαρμογή των προνοιών του Ν.9/
  2. Η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 υποθήκευσε το Ακίνητο προς όφελος της Lombard NatWest Bank Ltd και όχι της Αιτήτριας, η δε Αιτήτρια δεν αναφέρει με ποιο τρόπο απέκτησε δικαιώματα στην επίδικη Υποθήκη. Θέση του συναφώς είναι ότι η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα να υποβάλει ένσταση ή την παρούσα Αίτηση / Έφεση. Περαιτέρω είναι η θέση του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 ότι οι Δικαστικές αποφάσεις εξεδόθησαν μεταγενέστερα της υπογραφής και κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, η δε υπόλοιπη περιουσία της Κασθ'ης η Αίτηση αρ. 2 υπερκαλύπτει το χρέος που εξασφαλίζεται. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί παραβίασης Συνταγματικών δικαιωμάτων ο κ. Χριστοφή αναφέρει ότι σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι υπάρχει περιορισμός στο δικαίωμα που προστατεύει το Αρ. 23 αυτό γίνεται για προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου ενώ η Αιτήτρια μπορεί να αιτηθεί όπως το εμπράγματο βάρος μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη περιουσία της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2, δικαίωμα το οποίο η Αιτήτρια δεν άσκησε. Καμία δε στέρηση δεν επιβάλλεται που να παραβιάζει τα δικαιώματα που προκύπτουν από τα Άρ. 23 και 26 του Συντάγματος. Εισηγείται επίσης ό ομνύοντας ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να λάβει μέτρα εκτέλεσης κατά της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 για 17 έτη μετά την έκδοση της απόφασης καθιστά την παρούσα Αίτηση καταχρηστική και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της λόγω waiver ή laches. Ο ίδιος ως εγκλωβισμένος αγοραστής υφίσταται τεράστια αδικία και ο Ν139(Ι)/2015 είναι η μοναδική του προστασία. Η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 δεν καταχώρησε οποιαδήποτε ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για την Αιτήτρια και τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 1 αγόρευσαν προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων τους με παράθεση σχετικής Νομοθεσίας και Νομολογίας. Η ευπαίδευτος συνήγορος για τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 ανέφερε ότι υιοθετεί την αγόρευση του Καθ'ου η Αίτηση αρ.
  3. Συγκεκριμένη παραπομπή σε επιμέρους εισηγήσεις των αγορεύσεων θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το αρ. 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης. Το αρ. 44(ΙΓ) του Ν. 9/65 αναφέρει ότι οι διατάξεις των αρ. 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν9/
  4. Όπως αναφέρεται στο αρ. 44ΙΗ οι διατάξεις των αρ. 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο μέχρι 31.12.2014 ή με διάταγμα Δικαστηρίου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Επιπλέον, στο αρ. 44ΚΖ προβλέπεται ότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του Ν.9/65, του περί Πτωχεύσεως Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. Κρίνω χρήσιμο να παραθέσω μία σύνοψη της διαδικασίας που προβλέπουν τα πιο πάνω άρθρα στο βαθμό που αφορά στην υπό εκδίκαση διαδικασία: - Ο Διευθυντής διενεργεί μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από υποβολή αίτησης (αρ.44ΙΘ
(1)). - Οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Ν9/65 αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης αυτής όταν
(1)έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ή έχει καταβληθεί μέρος αυτού και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό (αρ. 44ΙΘ
(2)(α)) ή
(2)δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ή έχει καταβληθεί μέρος αυτού και ο αγοραστής δηλώνει ότι εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό (αρ.44ΙΘ
(2)(β)). - Ο Διευθυντής εξετάζοντας την αίτηση διερευνά κατά πόσο έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας. (αρ. 44Κ
(1)). Σε περίπτωση που οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον ενυπόθηκο δανειστή με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης στον Τύπο ΙΕ την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση 45 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης, ενημερώνοντας τον ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης (αρ. 44ΚΒ
(1)και
(2)). - Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 45 ημερών να υποβάλει ένσταση για το λόγο ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή έχει τερματιστεί ή είναι άκυρη (αρ. 44ΚΒ
(3)). Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται επίσης να αιτηθεί όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή (αρ.44ΚΒ
(4)). - Καμία μεταβίβαση διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με Φόρους ή Τέλη (αρ. 44ΚΓ). Από τις ενώπιον μου Ένορκες Δηλώσεις διαφαίνεται ότι τα ακόλουθα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ όλων των διαδίκων: - Την 2.5.2003 η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 υπέγραψε συμφωνία με τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 για την αγορά από τον τελευταίο του Ακινήτου. - Η Συμφωνία αυτή κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την 16.5.2003 με αρ. ΠΩΕ1033/
  1. - Το τίμημα πώλησης ξοφλήθηκε πλήρως από τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 προς την Καθ'ης η Αίτηση αρ.
  2. - Την 31.12.1997 η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 ενέγραψε προς όφελος της Lombard NatWest Bank Ltd την υποθήκη με αρ. XXXXX/
  3. - Η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 δυνάμει αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις αγωγές αρ. XXXXX/2001 και XXXXX/2001 οφείλει στην Αιτήτρια ποσό €2.885.192,03 πλέον τόκους από 30.6.2017 μέχρι εξοφλήσεως. - Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης η Αιτήτρια τράπεζα ενέγραψε ως επιβάρυνση επί του Ακινήτου της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2 τα memo με αριθμούς ΕΒ235/2009 και ΕΒ346/2009 και το ΑΝΠ388/
  4. - Ο Καθ'ού η Αίτηση αρ.3 υπέβαλε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου την 16.10.2015 την αίτηση με αρ. Φακέλου ΑΕΑ 884/2015 ζητώντας την εγγραφή του Ακινήτου επ' ονόματι του. - Ο Διευθυντής απέστειλε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ δυνάμει του αρ. 44ΚΒ του Ν.9/65 στην οποία η Αιτήτρια υπέβαλε Ένσταση. Ο Διευθυντής με απόφαση του ημερ. 1.12.2017 απέρριψε την Ένσταση της Αιτήτριας και την ενημέρωσε ότι αποφάσισε να προχωρήσει με την απαλλαγή του Ακινήτου από τις επιβαρύνσεις και με την μεταβίβαση του στον Καθ'ου η Αίτηση αρ.
  5. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τις Δικαστικές αποφάσεις που έχουν επισυναφθεί στην Αίτηση / Έφεση προκύπτει ότι το διάταγμα για εκποίηση της XXXXX/97 εξεδόθη προς όφελος της Αιτήτριας η οποία είναι και αυτή που καταχώρησε τις λοιπές επίδικες επιβαρύνσεις στην περιουσία της Καθ'ης η Αίτηση αρ.
  6. Συνεπώς η θέση του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 ότι η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα αναφορικά με την Υ11099/97 ή να καταχωρήσει την υπό εκδίκαση Αίτηση / Έφεση δεν ευσταθεί. Μελετώντας τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων προκύπτει ότι αμφότεροι έχουν επικεντρωθεί στις εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας των αρ. 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/
  7. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Investylia Ltd v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1872 θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης όπως ποιο άρθρο ή άρθρα ή μέρος άρθρου του Νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και σε ποιο άρθρο αυτού. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Το βάρος της απόδειξης ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Βλ. επίσης Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566, Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Κάθε Νόμος έχει το τεκμήριο Συνταγματικότητας, εκτός εάν ο φέρων το βάρος της απόδειξης καταδείξει το αντίθετο. Τα Δικαστήρια, αν είναι δυνατόν, θα ερμηνεύσουν τον Νόμο ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. Αρ.23 του Συντάγματος Θέση της Αιτήτριας είναι ότι τα αρ. 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/65 παραβιάζουν το αρ. 23 του Συντάγματος. Αποτελεί εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου γι'αυτήν ότι η Υ11099/1997 και τα λοιπά εμπράγματα βάρη αποτελούν περιουσία της Αιτήτριας της φύσης που προστατεύεται από το αρ. 23 του Συντάγματος πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο για τον Διευθυντή. Ο κ. Καλλένος υποστήριξε ότι με την διαγραφή της Υποθήκης και των εμπράγματων βαρών της Αιτήτριας επιβάλλεται αδικαιολόγητη στέρηση ή περιορισμός στην περιουσία αυτής χωρίς να προσφέρεται οποιαδήποτε εύλογη αποζημίωση. Επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτό η πλήρης αδρανοποίηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας που απορρέουν από την Υποθήκη, εκμηδενίζοντας το περιουσιακό της δικαίωμα αφού αυτό εξαλείφεται στο σύνολο του. Ούτε και δικαιολογείται η στέρηση αυτή του δικαιώματος δυνάμει του Αρ. 23
(3)αφού τα όσα αναφέρονται στην Αιτιολογική Έκθεση δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο αυτού. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Παπαδοπούλου η οποία εισηγήθηκε ότι η χρήση και ο σκοπός της κατατεθειμένης Σύμβασης Υποθήκης είναι η εξασφάλιση πληρωμής συγκεκριμένου σκοπού και όχι αυτή καθαυτή η απόλαυση και ο έλεγχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Σκοπός του αγοραστή που έχει κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο είναι να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου. Κατ' επέκταση πρόκειται για περιουσιακά δικαιώματα που στην προκειμένη περίπτωση αντικρούονται και ο Νομοθέτης προσπάθησε με τον υπό εξέταση Νόμο να βρει τη χρυσή τομή. Κατάληξη της ήταν ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας της Αιτήτριας και ότι ούτως ή άλλως το περιουσιακό της δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το λεκτικό του αρ. 23
(1)έως
(3)του Συντάγματος: «
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου». Από τη στιγμή που έχει γίνει δεκτό ότι η Υποθήκη αποτελεί «ιδιοκτησία» τη εννοία του αρ. 23 του Συντάγματος, η παραβίαση του δικαιώματος που το άρθρο αυτό προστατεύει είναι πασίδηλη. Με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπως μεταβιβαστεί το Ακίνητο επ' ονόματι του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 ελεύθερο από την XXXXX/1997 και τα λοιπά εμπράγματα βάρη εξαλείφεται και ακυρώνεται πλήρως το δικαίωμα της Αιτήτριας χωρίς αυτή να λάβει το ποσό της εξασφάλισης αφού το τίμημα καταβλήθηκε από τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3 στην Καθ'ης η Αίτηση αρ.
  4. Αυτό συνεπάγεται στέρηση της ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η στέρηση αυτή γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων που θέτει το αρ. 23
(3). Όπως ρητά εκεί προβλέπεται, τέτοιος περιορισμός δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που καταγράφονται. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημοσίων ηθών ή θέματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας. Ούτε όμως και η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση ο Νομοθέτης έχει προβεί σε μία αυθαίρετη επιλογή μεταξύ δύο δικαιωμάτων και επέλεξε αυτό του Καθ'ου η Αίτηση αρ. 3. Ούτως ή άλλως δεν υπήρξε καταβολή δίκαιης αποζημίωσης στην Αιτήτρια ως θα έπρεπε να είχε γίνει σε περίπτωση που η θέση του Διευθυντή ήταν ότι η απόφαση του επιτρέπεται δυνάμει του αρ. 23
(3)του Συντάγματος. Δεν μπορεί να γίνει δεχτό ότι τα δικαιώματα της Αιτήτριας προστατεύονται από το ότι η αξία του εναπομείναντος ακινήτου καλύπτει το ποσό της εμπράγματης εξασφάλισης, αφού βεβαίως το ίδιο δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση εγκλωβισμένων αγοραστών διατηρούν και οι λοιποί αγοραστές γης που αποτελούν μέρος του ιδίου τεμαχίου γης. Η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Διευθυντή ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Νόμος θεσπίστηκε με σκοπό τη δημόσια ωφέλεια αφού σύμφωνα με το ΕΔΑΔ «αυτό μπορεί να σημαίνει την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης ή κάποιας κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης πολιτικής έστω και εάν το κοινό στο σύνολο του δεν έχει κάποιο άμεσα όφελος από αυτή» δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δ. Πιτσιλλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ.7 «το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μία συγκεκριμένη τάξη πολιτών» όπως εξάλλου έγινε με το Ν.139
(1)/
  1. Κατάληξη μου συνεπώς αποτελεί ότι οι σχετικές διατάξεις των αρ. 44ΙΗ έως 44ΚΖ του Ν.9/65 προσκρούουν στο αρ. 23 του Συντάγματος. Αρ. 26 του Συντάγματος Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγήθηκε ότι το περιεχόμενο της Σύμβασης Υποθήκευσης διαμορφώθηκε κατά τους ουσιώδεις χρόνους σύναψης και υπογραφής αυτής με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Η εκ των υστέρων Νομοθετική παρέμβαση στα συμβατικά δικαιώματα της Αιτήτριας θίγει τον πυρήνα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το αρ. 26 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής: «
  2. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  3. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως». Η ευπαίδευτος συνήγορος για τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 1 εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που τα συμβατικά δικαιώματα αφορούν περιουσιακά δικαιώματα αυτά θα πρέπει να μπορούν να επηρεαστούν με τον ίδιο τρόπο όπως τα περιουσιακά δικαιώματα που προκύπτουν εκτός μίας σύμβασης. Εισηγήθηκε επιπλέον ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα του συβάλλεσθαι ο περιορισμός αυτός είναι νόμιμος καθότι γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Στο σημείο αυτό παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση της αδελφού Δικαστή κας Ρ. Λιμνατίτου Π.Ε.Δ. στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού κ.α. αρ. Αίτησης 53/16 ημερ. 17.5.2017 το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσης: «Ενώ όμως η πλευρά του καθ'ου η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι το άρθρο 26 προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι και δεν επεκτείνεται στο περιεχόμενο της σύμβασης, τα επίδικα άρθρα προστατεύουν στην ουσία τα δικαιώματα της καθ'ης η αίτηση 3 που απορρέουν από τη συμφωνία με την καθ'ης η αίτηση 2, σε βάρος των δικαιωμάτων της αιτήτριας που απορρέουν από τη δική της συμφωνία επίσης με την καθ'ης η αίτηση
  4. Δημιουργείται δηλαδή το παράδοξο να περιορίζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας με βάση το άρθρο 26 μόνο στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι αλλά της καθ'ης η αίτηση 3 να προστατεύονται τα δικαιώματα που απορρέουν από την συμφωνία. Η θέσπιση των επίδικων άρθρων θα ήταν δικαιολογημένη αν εξυπηρετούσε ένα γενικότερο σκοπό και όχι την προστασία μία κοινωνικής ομάδας σε βάρος ίδιων δικαιωμάτων άλλης κοινωνικής ομάδας έστω και μικρότερης και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της κας Κουρουσίδου ότι ο σκοπός είναι η προστασία των πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Όπως αναφέρω πιο πάνω στη θέση των ενυπόθηκων δανειστών δεν είναι δεδομένο ότι θα είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ». Έπεται πως και σε σχέση με το αρ. 26 του Συντάγματος υπάρχει παραβίαση αφού με την απόφαση του Διευθυντή έγινε και πάλι επιλογή να υπερισχύσει μία σύμβαση έναντι της άλλης. Κατάληξη μου συνεπώς είναι ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/65 είναι αντίθετες με τα δικαιώματα που προστατεύουν τα αρ. 23 και 26 του Συντάγματος. Θα συμφωνήσω επιπλέον ότι, από την στιγμή που με Δικαστική απόφαση έχει διαταχθεί η εκποίηση της XXXXX/1997 προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 2, η εξάλειψη της προαναφερόμενης Υποθήκης από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου παραβιάζει την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών αφού παρεμβαίνει σε όσα έχει αποφασίσει Δικαστήριο, ακυρώνοντας ουσιαστικά το Διάταγμα αυτό. Των πιο πάνω δεδομένων η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Εκδίδονται συναφώς διατάγματα ως οι παρ. Α, Β, Γ, Δ, Ε και Στ της Αίτησης. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.