ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. K.K. CONTROL ENERGY TECHNOLOGIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3702/04, 16/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A648 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3702/04 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγόντων ν.
- K.K. CONTROL ENERGY TECHNOLOGIES LTD
- XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
- SARA KYPRIANOU BOND Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 25.10.2018 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2019 Για την Εναγόμενη αρ. 3 - Αιτήτρια: κ. Θεοδοσίου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Ηλιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.4.2004 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την 10.5.2004 εξεδόθη διάταγμα με το οποίο επετράπη η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό για την Εναγόμενη αρ. 3 δια διπλοσυστημένης επιστολής. Την 30.9.2004 εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Σημειώνω ότι την 9.2.2006 εξεδόθη απόφαση και εναντίον του Εναγομένου αρ.
- Με την υπό εκδίκαση Αίτηση η Εναγόμενη αρ. 3 αξιοί τα ακόλουθα: «
- Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται η απόφαση στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, ημ. 30.9.2004
- Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται στην Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό εντός 30 ημερών από τον παραμερισμό της απόφασης.
- Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής ημ. 10.5.2004». Η Αίτηση στηρίζεται στο Άρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Αρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το Νόμο 39/1962, στα αρ. 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στο αρ. 36 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/65, στις Δ.1 Θ.2, Δ.2 Θ.Θ.2-3, Δ.5.Θ.7, Δ.5Α, Δ.6 Θ.Θ.1-9, Δ.16 Θ.9, Δ.17 Θ10, Δ.26 Θ.Θ.1 μέχρι 14, Δ.32, Θ.Θ. 1-5 Δ.48 Θ.Θ.1-13, Δ.51 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)αρ. 10,28, και τις Κ.Δ.Π. 92/2013, 94/2013, 97/2013, 103/2013, 104/2013, 132/2013, 275/2013, 278/2013, 133/2013, 276/2013 και 279/2013, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από 'Ενορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Κυριάκου εκ των δικηγόρων της Εναγομένης αρ. 3 - Αιτήτριας. Όπως λέει ο κ. Κυριάκου η Εναγομένη αρ. 3 την 17.12.2001 δυνάμει πληρεξουσίου που είχε δώσει στον Εναγόμενο αρ. 2 (ο οποίος παρείχε δεύτερο πληρεξούσιο στον κ. XXXXX Καραβιώτη) υποθήκευσε το ακίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX ως εξασφάλιση δανείων που παραχώρησαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους αρ.
- Η Εναγόμενη αρ. 3, όμως, ήταν μόνο ενυπόθηκος οφειλέτης για μέγιστο ποσό Λ.Κ.108.000 και όχι εγγυήτρια των οφειλών των Εναγομένων αρ.
- Η Αιτήτρια δεν διέμενε κατά το 2003 - 2004 στη διεύθυνση 17 XXXXX Road, XXXXX στο Λονδίνο αλλά στη διεύθυνση 11 XXXXX, XXXXX στο Λονδίνο και ως αποτέλεσμα δεν παρέλαβε τις επιστολές που απέστειλαν οι Ενάγοντες. Η δε διπλοσυστημένη επιστολή που στάληκε για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στάληκε και πάλι στην πρώτη διεύθυνση και παραλήφθηκε από την μητέρα της Εναγομένης η οποία ουδέποτε το έθεσε υπόψη της λόγω των κακών οικογενειακών περιστάσεων. Συγκεκριμένα ο σύζυγος της Εναγομένης αρ. 3 καθηλώθηκε στο κρεβάτι λόγω νευροκινητικής ασθένειας, ενώ απεβίωσε το 2003 αφήνοντας την Αιτήτρια εξαντλημένη τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Την ίδια περίοδο απήχθη ο υιός της από συμμορία του Λονδίνου και διαρρήχθηκε το σπίτι της. Μετέβη στην Κύπρο με σκοπό να ξεκουραστεί αλλά υπέστη ατύχημα και επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο σε αναπηρικό καροτσάκι όπου βρισκόταν σε ανάρρωση μέχρι και τον Νοέμβριο 2004 υπό την φροντίδα της μητέρας της. Η μητέρα της είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και ουδέποτε έμαθε την Αγγλική γλώσσα και πιθανόν να μην αντιλήφθηκε καν τι αφορούσε αυτό που είχε παραλάβει ή και να μην ήθελε να την επιβαρύνει περισσότερο λόγω των πιο πάνω. Η δε ειδοποίηση που στάληκε από το Κτηματολόγιο το 2005 στάληκε σε διευθύνσεις παντελώς άγνωστες για την Εναγομένη αρ.
- Η τράπεζα δεν προέβη σε καμία προσπάθεια εντοπισμού της Εναγομένης για 14 χρόνια με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται υπέρογκοι τόκοι. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η απόφαση που εξεδόθη είναι εσφαλμένη αφού η Εναγομένη αρ. 3 δεν ήταν εν γένει εγγυήτρια των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 αλλά μόνο ενυπόθηκη εγγυήτρια. Οι Ενάγοντες απέστειλαν δύο επιστολές, μία προς τους δικηγόρους της Εναγομένης και μία προς τη διεύθυνση της μητέρας της, στις οποίες αναγράφονται διαφορετικά ποσά. Είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη αρ. 3 έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επιπλέον ο κ. Κυριάκου εισηγείται ότι η Εναγόμενο ουδέποτε επέδειξε περιφρονητική στάση για τη Δικαστική διαδικασία και μόλις ενημερώθηκε ότι έπρεπε να επικοινωνήσει με την Τράπεζα το έπραξε αμέσως και οι δικηγόροι αυτής, μετά από έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, πρότειναν στους Ενάγοντες την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Η τράπεζα, όμως, παρά το ότι ζήτησε χρόνο να μελετήσει την πρόταση, απέστειλε στην Εναγόμενη Ειδοποίηση Τύπου Ι. Είναι η θέση του ότι αυτό δείχνει την κακοπιστία της τράπεζας. Η Εναγόμενη τότε προσέφυγε στην Δικαιοσύνη χωρίς καθυστέρηση. Ο Ενόρκως Δηλούντας επισημαίνει περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν σε κανένα ουσιαστικό μέτρο εκτέλεσης της απόφασης παρά μόνο στην αίτηση καταναγκαστικής πώλησης του ακινήτου της Εναγομένης αρ. 3 η οποία ουδέποτε προχώρησε. Επαναπαύθηκαν στην ενυπόθηκη εξασφάλιση της Εναγομένης αρ. 3 για 14 χρόνια με αποτέλεσμα το χρέος να εκτοξευθεί. Οι Ενάγοντες - Καθών η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στο Αρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Αρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το Νόμο 39/1962, στα αρ. 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα αρ. 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.Θ. 1 - 14, Δ.
- Θ.14, Δ.33 Θ.Θ. 1 - 5, Δ.34 Θ.Θ. 1 - 6, Δ.40 Θ.Θ.1- 7, Θ. 11, Δ.48, Θ.Θ.1- 4, Δ.64, στα άρθρα 36, 44Α μέχρι 44Δ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, στους Περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς 2015, όπως τροποποιήθηκαν αρ.1-14, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς 2015, όπως τροποποιήθηκαν αρ. 1-8, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)αρ. 10, 28 και τις Κ.Δ.Π.92/2013, 94/2013, 97/2013, 103/2013, 104/2013, 132/2013, 275/2013, 278/2013, 133/2013, 276/2013 και 279/2013, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «Α. Δεν συντρέχουν σωρευτικά και/ή μεμονωμένα οι προϋποθέσεις της Διατάξεως 17 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Β. Η αίτηση καταχωρείται καταχρηστικά και καθυστερημένα και συγκεκριμένα 14 και πλέον χρόνια από την έκδοση της απόφασης. Γ. Δεν προβάλλονται τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/09/
- Δ. Δεν αποκαλύπτεται η ύπαρξη λόγων καλής και ουσιαστικής Υπεράσπισης στην Έκθεση Απαίτησης. Ε. Δεν δικαιολογούνται οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που να δικαιολογούν την αποστέρηση από τον ενάγοντα των καρπών της επιτυχίας του στην έκδοση της απόφασης ημ.30/09/
- ΣΤ. Δεν αποκαλύπτεται ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την μη εμφάνιση της εναγόμενης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ζ. Δεν παρουσιάζεται επαρκής αιτιολόγηση που να οδηγεί σε παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής. Η. Δεν υποστηρίζονται οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί των λόγων μη εμφάνισης της στην διαδικασία. Θ. Δεν αμφισβητείται η ουσία του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγόμενης ήτοι η νομιμότητα και ορθότητα της συμφωνίας υποθήκης. I. Δεν συντρέχουν λόγοι για παραμερισμό ολόκληρης της απόφασης εναντίον της εναγόμενης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Κουντούρη ο οποίος αναφέρει ότι η απόφαση εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 εξεδόθη πριν από 14 χρόνια και αυτή μέχρι και τώρα δεν έλαβε μέτρα για παραμερισμό της οι δε Ενάγοντες εξάντλησαν όλα τα χρονικά περιθώρια που επιτρέπουν στους οφειλέτες να επικοινωνήσουν μαζί τους για διευθέτηση της οφειλής. Όσον αφορά στον ισχυρισμό της Εναγόμενης αρ. 3 ότι δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας αποτελεί θέση του κ. Κουντούρη ότι τόσο κατά την έναρξη της αγωγής όσο και κατά την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου Ι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για επίδοση τους στην Εναγόμενη αρ.
- Η δε Ειδοποίηση Τύπου Ι επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση με την αγωγή και αυτής έλαβε γνώση η Εναγόμενη. Τα όσα αυτή αναφέρει περί των προσωπικών της συνθηκών δεν συνδέονται και ούτε αιτιολογούν την μη εμφάνιση αυτής στην διαδικασία. Ο κ. Κουντούρης εισηγείται ότι η Εναγόμενη αρ. 3 παρουσιάστηκε σε αυτήν την χρονική στιγμή λόγω του ότι με την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου Ι αντιλήφθηκε τον πραγματικό κίνδυνο εκποίησης της περιουσίας της. Προέβηκε δε σε προσπάθειες διευθέτησης του οφειλόμενου ποσού χωρίς να αμφισβητήσει την ύπαρξη του αυτού ή της υποθήκης. Πέραν των πιο πάνω ο Ομνύοντας αναφέρει ότι σε κανένα σημείο δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της υποθήκης ενώ η Εναγόμενη παραδέχεται ότι η υποχρέωση της υπάρχει αλλά περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.108.000 πλέον τόκους. Εξ αυτού εκφράζει την πεποίθηση ότι ο μοναδικός λόγος που επιδιώκεται ο παραμερισμός είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας εκποίησης του ακινήτου και άρα δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Το κατά πόσο υπάρχει κάποιο λάθος στην σύνταξη της απόφασης δεν θα πρέπει να καταδικάσει ολόκληρη την απόφαση σε παραμερισμό αφού κάτι τέτοιο δεν αφορά σε λάθος των Εναγόντων. Εισηγείται ότι είναι δυνατό να παραμεριστεί μόνο εκείνο το μέρος της απόφασης που αφορά στην επιδίκαση του ποσού και να παραμείνει αυτό που αφορά στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R.
- H απόφαση αυτή έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Εκείνο το οποίο προκύπτει από ανάγνωση των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση είναι ότι η δικονομική διάταξη η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εκδίκαση Αίτηση είναι η Δ.17 Θ.
- Σε σχέση με αυτή παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA" Αγ. Ναυτ. 63/02, ημερ. 16.4.03, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761. Στην Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 εξετάστηκε και αναλύθηκε το καθήκον και το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις παραμερισμού[1]. Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
- Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
- Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
- Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά, Πολ. Εφ. 11880, ημερ. 27.6.2005). Η Δ.17 Θ. 10 αναφέρει, σε μετάφραση, τα ακόλουθα: «Όπου έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει των προηγηθεισών Θεσμών της παρούσης Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει η διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό τέτοιους όρους όπως δυνατόν να είναι δίκαιο». Δεδομένης της εισήγησης στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη αρ. 3 ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitae θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο η επίδοση δια διπλοσυστημένης επιστολής στην διεύθυνση της μητέρας της Εναγομένης μπορεί να θεωρηθεί ορθή επίδοση. Τονίζω ότι αυτό έγινε μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει αιτητικό με το οποίο ζητείται ο παραμερισμός του εν λόγω διατάγματος, αυτή η θέση δεν προωθήθηκε στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για την Εναγομένη αρ.
- Κατ' επέκταση δεν θεωρώ ότι μπορεί να γίνεται ισχυρισμός περί κακής επίδοσης. Το θέμα θα πρέπει να ιδωθεί υπό την σκοπιά του κατά πόσο τα όσα η Εναγομένη αρ. 3 προβάλλει μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν καλό λόγο για την μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από μέρους της. Στην εξέταση αυτού του θέματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η μεγάλη χρονική περίοδος που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης, αφού αυτό θα εξεταστεί όσον αφορά στο κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εκδίκαση Αίτησης μετά που η Εναγομένη έλαβε όντως γνώση της έκδοσης απόφασης εναντίον της. Η Εναγόμενη αρ. 3 παρουσιάζει μία κατάσταση ιδιαίτερα θλιβερή κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής. Λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων υγείας του συζύγου της και τελικώς του θανάτου αυτού, την απαγωγή του παιδιού της, τη διάρρηξη του σπιτιού της και του ατυχήματος του οποίου η ίδια υπέστη, σε συνδυασμό με το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας της που παρέλαβε την αγωγή, είναι κατανοητό το ότι η μητέρα της Εναγομένη δεν την ενημέρωσε. Κατ' επέκταση κατάληξη μου αποτελεί ότι η Εναγόμενη αρ. 3 έχει δώσει αιτιολογία ως προς το γιατί δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφανίσεως εμπρόθεσμα με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της. Εκείνο που προβληματίζει είναι το ότι η Εναγόμενη αρ. 3 δεν προέβη αμέσως στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης με το που έλαβε γνώση της απόφασης. Η Εναγομένη αρ. 3 έλαβε γνώση της απόφασης τον Ιούλιο του 2018 αλλά η υπό εκδίκαση Αίτηση καταχωρίστηκε την 25.10.
- Δεδομένου ότι στο χρονικό διάστημα των 3 μηνών η Εναγομένη αρ. 3 επικοινώνησε με τους δικηγόρους της και προέβη σε προσπάθειες διευθέτησης του θέματος με τους Ενάγοντες, δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση είναι τέτοια που να αποβεί μοιραία. Θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.
- Η Εναγόμενη αρ. 3 είναι ενυπόθηκος οφειλέτης και δεν αποτελεί καν θέση των Εναγόντων ότι αυτή υπήρξε εγγυήτρια του πρωτοφειλέτη. Όμως από το περιεχόμενο του φακέλου φαίνεται ότι οι Ενάγοντες με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 26.8.2004 ζήτησαν από το Δικαστήριο εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 μόνο διάταγμα για πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Με την δακτυλογραφημένη απόφαση, όμως, φαίνεται να έχει εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα απόφαση για ποσό Λ.Κ.54.334,81 πλέον τόκους και «περαιτέρω» διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν μάλιστα την απόφαση αυτή, εν γνώσει τους ότι δεν ανταποκρίνετο στο τι είχαν οι ίδιοι αξιώσει, για να καταχωρήσουν memo επί της περιουσίας της Εναγομένης αρ.
- Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να οδηγεί στο ότι οι Ενάγοντες μπορούσαν να λάβουν απόφαση εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 για το οφειλόμενο ποσό. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η Εναγόμενη αρ. 3 - Αιτήτρια έχει καταδείξει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Η κατάληξη μου αυτή δεν αφήνει άλλη επιλογή από την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της απόφασης παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την έκδοση της. Ζυγίζοντας από την μία την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Τα έξοδα της Αίτησης κρίνω σωστό όπως επιδικαστούν εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 - Αιτήτριας και υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η καταβολή των εξόδων εντός 15 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά της Εναγομένης αρ. 3 - Αιτήτριας μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε τυχόν διαδικασίας εκτέλεσης πριν της καταχώρισης της υπό εκδίκαση Αίτησης, θα αποτελεί προϋπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό από τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση εντός 15 ημερών από σήμερα. Τούτων δεδομένων, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 30.9.2004 υπό τον προαναφερόμενο όρο. Κατόπιν τούτου, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]"In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο