← Κύπρος

BOUYGUES BATIMENT INTERNATIONAL ν. A. VOUROS INVESTMENTS LIMITED, Αριθμός Αίτησης: 349/17, 11/4/2019

BOUYGUES BATIMENT INTERNATIONAL ν. A. VOUROS INVESTMENTS LIMITED, Αριθμός Αίτησης: 349/17, 11/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A646 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 349/17 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Και Αναφορικά με την Εταιρεία A. VOUROS INVESTMENTS LIMITED από την Λευκωσία Και Σε ότι αφορά την Αίτηση της BOUYGUES BATIMENT INTERNATIONAL από την Λάρνακα προς διάλυση της Εταιρείας A. VOUROS INVESTMENTS LIMITED από την Λευκωσία Ημερ.: 11 Απριλίου, 2019 Για την Αιτήτρια Εταιρεία: κ. Χριστοφόρου Για την Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία: κα Γρηγορίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια Εταιρεία αιτείται όπως η Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία «εκκαθαριστεί και/ή διαλυθεί» από το Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.

  1. Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 αρ. 203, 209, 211(ε) και (στ), 212(α) και (β), 213, 214 και 216, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στους περί Διαλύσεως Εταιρειών Αγγλικούς Κανονισμούς καθώς και στη συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Όπως αναγράφεται στο σώμα της Αίτησης, η Καθ'ης η Αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Μεθώνης 5, 1070 Λευκωσία, και ονομαστικό και εκδοθέν κεφάλαιο €427.500 διαιρεμένο σε 250.000 μετοχές εκ €. 1.71 έκαστη. Η Καθ'ης οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €47.058,
  2. Η Αιτήτρια επέδωσε στην Καθ'ης η Αίτηση εταιρεία την 11.11.2015 απαίτηση πληρωμής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) αλλά η Καθ'ης η Αίτηση παρέλειψε να πληρώσει το πιο πάνω ποσό. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ'ης είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Gouck, υπαλλήλου της Αιτήτριας Εταιρείας, ο οποίος αναφέρει ότι η Αιτήτρια προσέφερε στην Καθ'ης η Αίτηση υπηρεσίες αξίας €72.058,39 έναντι των οποίων η Καθ'ης κατέβαλε ποσό €25.000 παραμένει δε απλήρωτο το ποσό των €47.058,
  3. Η Αιτήτρια απέστειλε στην Καθ'ης η Αίτηση εταιρεία απαίτηση καλώντας την να καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντός 3 εβδομάδων η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της. Η Καθ'ης η Αίτηση δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ή προβεί σε κάποια άλλη ενέργεια προς ικανοποίηση της Αιτήτριας. Εισηγείται ότι η Καθ'ης η Αίτηση είναι αναξιόχρεη και αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της με αποτέλεσμα να είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως εκδοθεί διάταγμα για εκκαθάριση της. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Gouck επισυνάπτεται η Ένορκη Δήλωση επίδοσης της απαίτησης, η απαίτηση και κατάσταση λογαριασμού. Η Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 αρ. 203, 204, 209, 211 (ε) και (στ), 212(α)(β)(γ)(δ), 213, 214, 215, 216 και 233, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς του 1933 - 2013 Κ.Κ. 3 και 92, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 4 και Δ.64, και επί των Αγγλικών Θεσμών {The Companies (Winding Up) Rules 1949}, στις Αρχές τις επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν εκτίθενται 9 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  4. Η Αιτήτρια δεν απέστειλε την δέουσα Επιστολή Επίσημης Απαίτησης η οποία απαιτείται από το άρθρο 212 (α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και η επιστολή ημερομηνίας 11.11.2015 η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση στις 03 Δεκεμβρίου 2015, δεν αποτελεί δέουσα Επιστολή Επίσημης Απαίτησης βάση των προνοιών του άρθρου 212 (α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  5. Η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση με την έννοια της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας επί του θέματος, και το ποσό που αξιώνει αμφισβητείται καλόπιστα από την Καθ' ης η Αίτηση.
  6. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αποτελεί καταπιεστικό διάβημα και/ή μέτρο πίεσης με αλλότριο σκοπό και/ή γίνεται κακόπιστα (mala fides) από την Αιτήτρια και/ή χρησιμοποιούνται καταχρηστικά οι Δικαστικοί θεσμοί και διαδικασίες (abuse of the process of the Court) με πρόθεση την άσκηση πίεσης στην Καθ' ης η Αίτηση για καταβολή του ποσού που αξιώνεται το οποίο σε κάθε περίπτωση αμφισβητείται.
  7. Η Αιτήτρια κωλύεται περαιτέρω (is estopped) από το να εγείρει την παρούσα διαδικασία συνεπεία του ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή και ουσιαστική Υπεράσπιση.
  8. Η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αλλά αντιθέτως έχει επαρκή έσοδα και μεγάλης αξίας περιουσιακά στοιχεία, τα οποία την καθιστούν ικανή να αποπληρώσει τα οποιαδήποτε χρέη της, οπόταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 211 (ε) ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και τόσο η αίτηση, όσο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν περιέχουν τόσα και τέτοια γεγονότα κατά τρόπο ώστε να υποστηρίζουν ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.
  9. Η Καθ' ης η Αίτηση, είναι εταιρεία με ικανά περιουσιακά και οικονομικά στοιχεία τα οποία μπορούν να καλύψουν την αξίωση της Αιτήτριας και ως εκ τούτου δεν είναι δίκαιο και εύλογο (just and equitable) να εκδοθεί Διάταγμα Εκκαθάρισης της Εταιρείας σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία και/ή το δίκαιο της επιείκειας (law of equity).
  10. Η Αιτήτρια αποκρύπτει και/ή αγνοεί ουσιαστικά γεγονότα (material facts) ώστε να σκοπεί στην παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου ως προς το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης.
  11. Η αίτηση είναι αντίθετη προς την νομολογία, το πνεύμα του Νόμου και των σχετικών διαδικαστικών Κανονισμών και δεν βασίζεται στην καθιερωμένη πρακτική του Δικαστηρίου.
  12. Η Αιτήτρια κωλύεται (is estopped) από του να αξιώνει την εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία και/ή το εφαρμοσμένο δίκαιο της επιείκειας για έκδοση τέτοιου διατάγματος και το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του επαρκή μαρτυρία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». Η 'Ενσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Βούρου εκ των Διευθυντών και Γραμματέα της Καθ'ης η Αίτηση ο οποίος αναφέρει ότι η Καθ'ης η Αίτηση έχει αλλάξει όνομα σε Selto Investments Ltd από την 8.6.
  13. Είναι η θέση του ότι η επιστολή της Αιτήτριας δεν είναι με βάση τις πρόνοιες του αρ. 212(α) του Κεφ. 113 και δεν μπορεί να θεωρηθεί Επιστολή Επίσημης Απαίτησης. Επιπλέον επισημαίνει ότι αυτή είχε χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενη αίτηση για εκκαθάριση άλλης εταιρείας του ιδίου ομίλου, ήτοι της Vouros Healthcare Limited παρά το ότι απευθύνετο στην εδώ Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία, η δε αίτηση εκκαθάρισης εκείνη αποσύρθηκε την 3.6.
  14. Μετά την πάροδο 2 ετών η ίδια επιστολή χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση διαδικασίας πράγμα που προσκρούει στην υποχρέωση να δίδεται στον ισχυριζόμενο οφειλέτη ειδοποίηση με σκοπό να καταβάλει την απαίτηση ή να απαντήσει και δεν μπορεί τέτοια ειδοποίηση να παραμένει αυθαίρετα μετέωρη. Πέραν των πιο πάνω ο κ. Βούρος αναφέρει ότι υπήρχε μία διευρυμένη Κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε και η Καθ'ης η Αίτηση για ανάπτυξη και διαχείριση του Λιμανιού και της Μαρίνας της Λάρνακας δυνάμει Εγγράφου Συναντίληψης. Η Αιτήτρια εκτελούσε τα καθήκοντα του διαχειριστή της κατασκευαστικής ομάδας και όλα τα έξοδα στα οποία αυτή προέβαινε κοινοποιούνταν στα μέλη της Κοινοπραξίας και πληρώνονταν κατ' αναλογίαν. Η Καθ'ης η Αίτηση κατέβαλε στην Αιτήτρια τα ποσό €71.878,45 την 16.3.2012 που αφορούσε σε έξοδα του 2011 και υπόλοιπο ύψους €25.135,11 που προέκυψε μέχρι 31.12.2011 καταβλήθηκε επίσης στο ακέραιο. Το δε τελευταίο ποσό είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο ετοιμασίας ελεγμένων λογαριασμών από την Ernst & Young Cyprus Ltd η οποία ενεργούσε ως ελεγκτής της Αιτήτριας. Ο κ. Βούρος ισχυρίζεται ότι αγνοεί τι αφορούν τα ποσά που αναγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτει ο κ. Gouck η δε Αιτήτρια αποχώρησε από την Κοινοπραξία επίσημα την 6.9.2013 ενώ οι εργασίες είχαν παγοποιηθεί από τον Ιανουάριο 2013 και άρα δεν είναι δυνατόν να υπήρξαν έξοδα. Το ποσό των €47.058,39 είναι αμφισβητούμενο και άρα δεν είναι εκκαθαρισμένο με αποτέλεσμα η Καθ'ης η Αίτηση να μην μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής τη εννοία των αρ. 212(α) και 213

(1)του Κεφ. 113. Αποτελεί επίσης θέση του κ. Βούρου ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και χρησιμοποιείται από την Αιτήτρια για να ασκήσει αθέμιτη πίεση στην Καθ'ης. Η Καθ'ης η Αίτηση ασκεί καθήκοντα ιθύνουσας εταιρείας και η οικονομική της κατάσταση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί τη διάλυση της. Εταιρείες στις οποίες είναι κατά 100% μέτοχος έχουν μεγάλης αξίας περιουσιακά στοιχεία τα οποία μπορούν να υπερκαλύψουν την κατ' ισχυρισμό οφειλή. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους ζητήματα αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 211 (ε) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο εάν αυτή είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο άρθρο 212 (α) του ιδίου Νόμου, επί του οποίου εδράζεται ουσιαστικά και η αξίωση στην υπό εκδίκαση Αίτηση: «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή». Όπως έχει αναφερθεί και στην απόφαση G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 4, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία, υπό την έννοια ότι συνιστούν μεν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσέγγιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην δε απόφαση Pan Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796 αναφέρθηκε ότι από το άρθρο 212 του Κεφ. 113 προκύπτουν έξι χωριστές βάσεις σε κάθε μια από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Όπως έχει περαιτέρω τονιστεί στην ίδια απόφαση, το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές, αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211. Προέχει, συνεπώς η εξέταση του κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 212(α), αφού η τήρηση τους αποτελεί προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διάλυσης. Από πλευράς Καθ'ης η Αίτηση εγείρεται η εισήγηση ότι η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής τη εννοία του πιο πάνω άρθρου αφού το χρέος αμφισβητείται. Είναι γεγονός ότι με την Ένορκη Δήλωση του κ. Βούρου που συνοδεύει την Ένσταση προβάλλονται λεπτομερείς ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα της διαφοράς μεταξύ των μελών της Κοινοπραξίας. Το δε ποσό που κατέβαλε η Καθ΄ης η Αίτηση, είναι η θέση του, υπολογίστηκε από τους ελεγκτές της Αιτήτριας, ενώ είναι επίσης η θέση του ότι δεν είναι δυνατόν να υπήρξαν έξοδα τρίτων προσώπων για την περίοδο που επικαλείται η Αιτήτρια. Παραθέτω στο σημείο αυτό απόσπασμα από την απόφαση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2001)Α.Α.Δ. 991 στο οποίο παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Καθ'ης η Αίτηση εταιρεία: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Αρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Αρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Αρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε έκταση με τη διερεύνηση του θέματος κατά πόσο η εφεσίβλητη εταιρεία ήγειρε μια ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους που επικαλείται ο αιτητής. Αναφέρθηκε στη μαρτυρία που έδωσε ο Διευθυντής της εφεσίβλητης σύμφωνα με την οποία η εταιρεία του δεν οφείλει κανένα ποσό στον αιτητή, καθότι ο τελευταίος έλαβε 36.000 μετοχές της £1 εκάστη στην εταιρεία C and CB Trends Ltd. Ο αιτητής στη δική του μαρτυρία δέχθηκε ότι έλαβε τις μετοχές στην ως άνω εταιρεία η οποία συστάθηκε για να λειτουργεί το κατάστημα της Λεμεσού, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία. Αναφέρθηκε ακόμα το Δικαστήριο στην Αγωγή Aρ. XXXXX/2006 την οποία καταχώρησε ο ίδιος αιτητής ως ενάγων εναντίον του Διευθυντή της εφεσίβλητης προσωπικά με την οποία διεκδικεί την πληρωμή του ίδιου κατ' ισχυρισμό χρέους. Σε εκείνη την αγωγή αναφερόταν ότι ο Διευθυντής της εφεσίβλητης είχε παραδώσει στον αιτητή-εφεσείοντα επιταγή ύψους £28.500 "σαν εγγύηση για την εκτέλεση συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας C. & J. Kyprianou Promotions Ltd, η συμφωνία όμως διερρήχθη εξ' υπαιτιότητας της εταιρείας". Εκείνος ο ισχυρισμός διαπιστώθηκε ότι συνάδει με τη μαρτυρία του Διευθυντή της εφεσίβλητης ο οποίος κατέθεσε ότι την επιταγή την εξέδωσε μετά από αίτημα του εφεσείοντα ως εξασφάλιση, καθότι η νέα εταιρεία στην οποία θα ήταν μέτοχος ως αντάλλαγμα του ποσού που κατέβαλε, δεν είχε μέχρι τότε εγγραφεί στον Έφορο Εταιρειών. Όλα αυτά τα θέματα και άλλα παρεμφερή είχαν απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο, αφού τα αξιολόγησε, έκρινε ότι η αμφισβήτηση του επικαλούμενου από τον εφεσείοντα χρέους ήταν τέτοια ώστε να μη δικαιολογούσε την απόδοση στον εφεσείοντα της ιδιότητας του "πιστωτή" μέσα στην έννοια του Νόμου. Και πολύ ορθά θα πρέπει να πούμε, έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, του οποίου το τελικό συμπέρασμα ήταν υπό το φως των προσκομισθέντων στοιχείων, αναπόδραστο. Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Αρθρου 213
(1)του περί Εταιρειών Νόμου αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται είτε από την εταιρεία είτε από οποιονδήποτε "πιστωτή", μετά τη διαπίστωση ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής", δεν τίθεται θέμα εξέτασης της αίτησής του για να διαγνωσθεί κατά πόσο η εφεσίβλητη ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με βάση την παράγραφο (γ) του Αρθρου 212 του Νόμου». Από τα όσα περιέχονται στην Ένσταση ξεκάθαρα προκύπτει ότι το χρέος αμφισβητείται. Η Αιτήτρια δεν μπορεί με αυτά τα δεδομένα να θεωρηθεί πιστωτής, πράγμα που σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε περαιτέρω θέματος. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ της Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.