ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τμήμα Γραφείου Ευημερίας) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3960/17, 9/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A726 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3960/17 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Ενάγουσας -και-
- Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τμήμα Γραφείου Ευημερίας)
- Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 29.11.18 Για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 09 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Ενάγουσα/Αιτήτρια: Αυτοπροσώπως. Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Η κ. Τ. Ιακωβίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας Από Την Έδρα) Η ενάγουσα/αιτήτρια - η οποία προωθεί αυτοπροσώπως την υπόθεση της χωρίς να είναι δικηγόρος με αξιοσημείωτη προσοχή, επιμέλεια και ευγένεια - επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, εδράζοντας το αίτημα της στη Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Παρενθέτω, πως με την αγωγή της, η ενάγουσα/αιτήτρια αξιώνει εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση «Α. .καταβολή του ποσού των €30.131,05 από το έτος 2009-2011 και το ποσό αυτό στην βάση του ότι η Διοίκηση παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα και η παράλειψη απάντησης από τους εναγόμενους εμένα μου προκαλούσε ζημιά. Παράρτημα
- Β. . καταβολή του ποσού των €120.129,59 για την περίοδο από 01/05/2011 μέχρι και 02/11/
- Παράρτημα
- Γ. . αποζημιώσεις ποσού €300,00 ημερησίως από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ποσού €499.500,
- Παράρτημα 3.». Προς υποστήριξη της αίτησης, η ενάγουσα/αιτήτρια επισυνάπτει εκεί ένορκη δήλωση της στην οποία (διά της δικής της οπτικής), παραθέτει όσα επιρρώνουν το αίτημα. Πιο συγκεκριμένα, η ομνύουσα λέγει, πως: « ........................................................... Έχω κινήσει την εν λόγω αγωγή ενάντιων των Εναγόμενων 1 και
- Την αγωγή αυτή την χειρίζομαι προσωπικά η ίδια. Έχω καταχωρήσει την εν λόγω αγωγή λόγω των ζημίων / απωλειών που υπέστησαν από τους Εναγόμενους. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά έχουν κατατεθεί στο Σεβαστό Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα : Η αγωγή έχει εγερθεί ενάντιων των Εναγόμενων 1 αλλά και 2 και αξιώνονται αποζημιώσεις, τόσο για τις πράξεις όσο και για τις παραλείψεις τους. Ο νόμος (άρθρο 172 του Συντάγματος) ρητά ορίζει ότι : Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειφιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας. Επίσης νόμος ( άρθρο 146 παρ. 6 ) ορίζει ότι: Σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 6 : Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δίκαια και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη. Ο Εναγόμενος 2 έχει την ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η Ενάγουσα, ωστόσο όμως Εναγόμενος 1 είχε αλλά και έχει την ευθύνη για την φροντίδα η και επιμέλεια της Ενάγουσας αλλά και της οικογένειας της. Η Ενάγουσα προτού εγείρει την παρούσα αγωγή αυτή είχε καταχωρήσει προσφυγή ενάντιων του Εναγόμενου 1, η οποία και εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ορθά ακολούθησε την διαδικασία εφόσον είχε εκδώσει απόφαση (XXXXX/12) η οποία και την δικαίωνε και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος 1 δεν έχει και δεν είχε συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση παραβιάζοντας τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Η απόφαση είχε εκδοθεί και ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς αυτή, δείχνοντας ακόμη και καταφρόνηση δικαστηρίου. Μη έχοντας άλλη επιλογή, και λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 παραβίαζε τα δικαιώματα της Ενάγουσας, αυτή εγείρε αγωγή εναντίων της αξιώνοντας αποζημιώσεις αλλά και θεραπεία η οποία θα αποτρέπει την Εναγόμενη 1 από την παράβαση του καθήκοντος προς την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος 1 έχει συμπεριληφθεί στην εν λόγω αγωγή έτσι ώστε, το Δικαστήριο να παράσχει στην Ενάγουσα μια τέτοια θεραπεία η οποία να είναι δίκαια και να αποτρέπει τον Εναγόμενο 1 από την συνεχιζόμενη αυθαιρεσία του αλλά και την κατάχρηση εξουσίας από αυτόν. Ο Εναγόμενος 1 έχει καθήκον επιμέλειας (για την Ενάγουσα αλλά και την οικογένεια της) και παραβιάζει το δικαίωμα της αυτό, με το να αρνείται να της παρέχει τα δικαιώματα της όπως αυτά καθορίζονται από την νομοθεσία. Η αγωγή αυτή έχει εγερθεί στο Πολιτικό Δικαστήριο καθότι είναι το καθ' ύλη αλλά και το αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο και θα πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση. Η Ενάγουσα έχει καταθέσει την εν λόγω αγωγή διότι από αυτή προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα, και το αγώγιμο αυτό δικαίωμα, προκύπτει από την ύπαρξη καθήκοντος, αλλά και την παραβίαση του καθήκοντος αυτού, και ως εκ τούτου αυτό οδηγεί σε αγώγιμο δικαίωμα. Η Ενάγουσα έχει καταθέσει τα έγγραφα τα οποία και αφορούν την συγκεκριμένη υπόθεση, και το Δικαστήριο έχει ενοποιών του, όλα τα στοιχεία αυτά έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, και δεν υπάρχει λόγος να αναλώνεται άδικα ο χρόνος του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πλέον είναι καθαρά, ( αυτό δηλώθηκε και από τον Προέδρο του Δικαστηρίου). Η Ενάγουσα αξιώνει τα ποσά τα οποία και αναφέρονται στην τελευταία Έκθεση Απαίτησης της και αναμένει την έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Σεβαστό Δικαστήριο. .............................................................». Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ενίστανται στο αίτημα παραθέτοντας έντεκα
(11)ξεχωριστούς λόγους στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως, με ένα εξ αυτών (με τον αριθμό 5), να αποσύρεται στο στάδιο των αγορεύσεων. Απόσταγμα των εναντιώσεων είναι πως δεν τηρούνται τα διαλαμβανόμενα στη Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επειδή, ανάμεσα σε άλλα, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση έχουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση κατά τα γεγονότα και ως εκ τούτου δικαιούνται να προβάλουν αυτή με τον δέοντα τρόπο στη δίκη. Τούτο, μαζί με το ότι παρατηρείται και κάποια μαρτυριακή αστοχία σε ό,τι αφορά σε θέσεις και ισχυρισμούς της ενάγουσας/αιτήτριας, συναπαρτίζουν την πεμπτουσία της ένστασης η οποία αναπτύσσεται εκτενέστερα σε συνημμένη ένορκη δήλωση της Λειτουργού στο Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών XXXXX Αδάμου, κατά τα εξής: « .............................................................
- Όπως καλύτερα γνωρίζω και με συμβουλεύει και η Δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, οι Καθ' ων η αίτηση δεν παραδέχονται κανένα από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί εκτίθενται στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, εκτός του γεγονός ότι εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή με αριθμό XXXXX/
- Αναφορικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Αιτήτριας όπως αυτοί εκτίθενται αναλυτικά στην ένορκη της δήλωση, οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται αυτούς και αναφέρουν ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως : 1.1.
- Η Αιτήτρια, διαζευγμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών των οποίων, με βάση δικαστικό διάταγμα, έχει αναλάβει τη φύλαξη και φροντίδας τους. Στις 04/04/2011, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή Δημοσίου Βοηθήματος, στην οποία δήλωσε ότι εργαζόταν με μηνιαίο μισθό ύψους €
- Κατά την εξέταση της αίτησης της για παροχή Δημοσίου Βοηθήματος, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια πώλησε ιδιόκτητο διαμέρισμα εξοφλώντας ενυπόθηκο δάνειο που είχε συνάψει ο πρώην σύζυγος της στην ΣΠΕ Στροβόλου και ζητήθηκε από την αρμόδια Λειτουργό όπως προσκομίσει σχετικές βεβαιώσεις (Παράρτημα 1). 1.1.
- Η Αιτήτρια προσκόμισε μόνο πιστοποιητικό εξόφλησης δανείου, όπου φαινόταν ότι το δάνειο που εξοφλήθηκε ήταν ύψους €41.562,70 (£24.325,57) (Παράρτημα 2) και οι αρμόδιοι Λειτουργοί αποφάσισαν την απόρριψη της αίτησης για παροχή Δημοσίου Βοηθήματος, δυνάμει του άρθρου 3
(10)(θ) του περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006, λόγω του ότι δεν είχε προσκομίσει τα απαραίτητα πιστοποιητικά για διερεύνηση της αίτησης της. Στις 23/05/2012 η Αιτήτρια ενημερώθηκε με συστημένη επιστολή (Παράρτημα 3). 1.1.
- Στις 31/07/2012 η Αιτήτρια κατέθεσε Προσφυγή με αρ. XXXXX/12, ζητώντας την ακύρωση της διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 23/05/
- Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 04/11/2014, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλιπούς έρευνας, η οποία καθιστά ορατό το ενδεχόμενο εμφιλοχώρησης πλάνης κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Μετά από μελέτη της απόφασης του Δικαστηρίου, οι καθ' ων η αίτηση 1 αποφάσισαν την επανεξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας και έκδοση νέας διοικητικής απόφασης. Οι καθ' ων η αίτηση 1, κατά την επανεξέταση και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που προσκόμισε η Αιτήτρια (Παράρτημα 4), έκριναν ότι η Αιτήτρια πληρούσε τις πρόνοιες του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου 2006, για την περίοδο από 12/09/2011 μέχρι 18/5/2012, κατά την οποία άρχισε να εγγράφεται ως άνεργη στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης και έλαβε ανεργιακό επίδομα, προσκομίζοντας σχετικές βεβαιώσεις (Παράρτημα 5). 1.1.
- Όσον αφορά την περίοδο 04/04/2011 (ημερομηνία υποβολής αίτησης Δημοσίου Βοηθήματος) μέχρι 11/09/2011, η Αιτήτρια, ως η ίδια ανέφερε στην αίτηση της για παροχή Δημοσίου Βοηθήματος, ήταν πλήρως εργοδοτούμενη, με μηνιαίο μισθό €900 και άρχισε να λαμβάνει ανεργιακό επίδομα από 15/9/2011 (Παράρτημα 6), αφού εγγράφηκε ως άνεργη από 12/9/2011 (Παράρτημα 7). Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν πληρούσε τις πρόνοιες του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου
- 1.1.
- Για την περίοδο από 19/5/2012, η Αιτήτρια επίσης δεν πληρούσε τις πρόνοιες του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου 2006, αφού δεν προσκόμισε τα απαραίτητα πιστοποιητικά για συνέχιση της εγγραφής της στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης, με σκοπό την εξεύρεση εργασία ή οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα για τυχόν εργοδότηση της. 1.1.
- Κατά τον υπολογισμό του ύψους του επιδόματος Δημοσίου Βοηθήματος, υπολογίστηκαν οι Βασικές Ανάγκες και τα Μέτρα Κοινωνικής Συνοχής των δύο ανήλικων παιδιών της Αιτήτριας. 1.1.
- Αναλυτικός υπολογισμός αναδρομικού ποσού συνολικού ύψους €6.879,25, για τη περίοδο 12/9/2011 - 18/5/2012: ........................................................... 1.1.
- Στις 28/06/2017, ο εξουσιοδοτημένος Λειτουργός των καθ' ων η αίτηση 1, μετά από εισήγηση των αρμόδιων Λειτουργών και αφού μελέτησε τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, ενέκρινε την καταβολή αναδρομικού ποσού συνολικού ύψους €6.879,25, για την περίοδο 12/09/2011-18/05/2012 (Παράρτημα 8). Το συνολικό ποσό Δημοσίου Βοηθήματος καταβλήθηκε στην Αιτήτρια κατά τον 7/2017, μέσω εκτάκτου χορηγήματος (Παράρτημα 9). 1.1.
- Η Αιτήτρια ενημερώθηκε γραπτώς για τα αποτελέσματα της επανεξέτασης, με επιστολή των καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 21/06/2017 (Παράρτημα 10). 1.1.
- Υπό το φως των πιο πάνω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου, όλες οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση έγιναν καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τα δικαιώματα ο σχετικός νόμος Περί Δημοσίων βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμος του 2006 (95(Ι)/20006). Με αποτέλεσμα τα ως άνω να δεικνύουν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και να αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά έτσι ώστε το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ετυμηγορία του θα πρέπει να ακούσει και τις δύο πλευρές. ............................................................................................
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω η απαίτηση της Αιτήτριας, δεν είναι ξεκαθαρισμένη, το ποσό το οποίο αξιώνει είναι στην βάση δικών της εκτιμήσεων και/ή υπολογισμού. Τούτοι οι αυθαίρετοι και/ή αόριστοι όμως υπολογισμοί στερούν από το Δικαστήριο να εκδώσει σε οποιαδήποτε περίπτωση απόφαση υπέρ της Αιτήτριας.
- Είναι η θέση των καθ' ων ότι μέσα από την παρούσα ένορκη δήλωση δίδονται αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης σε τέτοιο βαθμό που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να τους δώσουν το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Είναι εμφανές ότι προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο και έτσι η παρούσα περίπτωση δεν είναι από αυτές τις καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και με συμβουλεύει η Δικηγόρος, η σχετική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση. .............................................................». Έλαβα υπόψιν στην πλήρη τους μορφή την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις, την Έκθεση Απαίτησης και τις αγορεύσεις των μερών. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης συνοψίζονται μεταξύ άλλων πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826 (στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση), όπου αναφέρθηκαν και τα κατωτέρω: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: « H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». « Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». .........................................................». Με κατά νούν όλα τα πιο πάνω θεωρώ πως σε ό,τι αφορά στα τυπικώς προαπαιτούμενα της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τούτα πληρούνται, με τα σχετικά να προκύπτουν και από τον δικαστηριακό φάκελο. Εκεί που υπάρχει διαφοροποίηση από τις θέσεις της ενάγουσας/αιτήτριας - και συγκλίνω με την δικηγόρο των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση - είναι στις υπόλοιπες κανονιστικές πρόνοιες τής Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και δη εκείνες που άπτονται τής ύπαρξης υπεράσπισης και των όσων τη συγκροτούν, χωρίς στοιχειωδώς να αποτυπώνω εδώ (και απαραδέκτως) εύρημα. Ουδόλως αναδύεται ως αναμφισβήτητο πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στερούνται υπεράσπισης στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, New Orchidea Fashion Ltd ν Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ" Κυπριανού Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202). Φύεται από τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων διάσταση στα γεγονότα και στη νομική ερμηνευτική τους, με κάποια από αυτά να συνδέονται και με την προτασσόμενη ανυπαρξία δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί την αγωγή. Δεν κρίνω πρόσφορο να εντρυφήσω επί των δικαιοδοτικών παραμέτρων, παρά μόνο να πω ότι - με αναφορά και στο σκεπτικό αποφάσεων όπως SMF Concrete-Mix Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2352 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225, 231 (στις οποίες παρέπεμψε η δικηγόρος των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση της) - εγείρεται θέμα προς συζήτησιν βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για το αν τα όσα διατείνεται η ενάγουσα/αιτήτρια μπορούν να θεωρηθούν ως ζημιογόνος πράξη ή ζημιά προκύψασα από εκτελεστή διοικητική πράξη για να είναι δυνατή η ενεργοποίηση των προϋποθέσεων για διά πολιτικής αγωγής διεκδίκηση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα ζητήματα που εγείρει η ενάγουσα/αιτήτρια θα κριθούν στη δίκη. Όχι τώρα. Η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις, αποφαίνομαι ότι δε θα πρέπει να εκδοθεί διαταγή για τα έξοδα. Να ακολουθηθούν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο