Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 7939/12, 30/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A730 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7939/12 ΜΕΤΑΞΥ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Χ. Βελάρης και Σ. Δαμιανού, για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ (ΔΘ2). Για τον Εναγόμενο: Οι κ.κ. Δ. Καλλίγερος και Θ. Πιπερή, Δικηγόροι της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Διά της αγωγής οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο €3.855.994,00, ως αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνιστά αδρομερώς εκδοχή των εναγόντων ότι λειτουργούσαν ως τραπεζικό ίδρυμα, με τις εργασίες τους στην Λεμεσό να στεγάζονται σε μεγάλο ιδιόκτητο κτήριο στο κέντρο της πόλης («το κτήριο»), εντός οικοπέδου στην περιοχή Αγίας Νάπας στο τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ LIV/58.5IV, Τμήμα 2, Αριθμός Εγγραφής XXXXX («το κτήμα»). Το Ανώτατο Δικαστήριο την 4.7.12 ακύρωσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης του κτήματος στην οποία είχε προβεί ο εναγόμενος για ανάγκες του Τεχνικού Πανεπιστημίου Κύπρου («η απαλλοτρίωση»). Υπακούοντας στα της απαλλοτρίωσης, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το κτήμα και το κτήριο και να μετακινηθούν αλλού στην Λεμεσό υποκείμενοι και σε ανάλογα έξοδα και ζημιές, τι οποίες και αξιώνουν από τον εναγόμενο με την υφιστάμενη αγωγή. Διατείνονται οι ενάγοντες πως πριν από την έγερση της αγωγής και μετά την ακυρωτική απόφαση απέστειλαν με τους δικηγόρους τους προς τον εναγόμενο επιστολή/πρόσκληση ημερομηνίας 31.7.12, διά της οποίας τον καλούσαν να τους αποζημιώσει ή και να διαβουλευθεί μαζί τους για τις ανακύψασες ζημιές. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, με την αυτή έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του να στοιχειοθετεί «.πλήρη εκ μέρους του περιφρόνηση έναντι των από το Σύνταγμα και τους Νόμους προστατευομένων δικαιωμάτων του πολίτη και νομιμοποιούν τους Ενάγοντες στην απαίτηση επαυξημένων και/ή επιπρόσθετων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων». Ο εναγόμενος πίεζε τους ενάγοντες να εκκενώσουν το κτήμα και να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή, εφιστώντας την προσοχή ή απειλώντας τους πως, αν παρέλειπαν να πειθαρχήσουν, θα προέβαινε «.σε άμεση κατοχή/κατάληψη βίαια με την βοήθεια της αστυνομικής δύναμης.». Οι ενάγοντες συμμορφούμενοι, αποχώρησαν από το κτήμα «.όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και μετέφεραν τις εργασίες και εγκαταστάσεις τους σε άλλα υποστατικά τα οποία ενοικίασαν αφού προηγουμένως τα εξόπλισαν και τα διαμόρφωσαν για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν τράπεζα». Υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν τις τραπεζικές τους εργασίες σε καταστήματα που ενοικίασαν επί των οδών Αθηνών 29 και Αγίας Φυλάξεως 212 στην Λεμεσό, υποκείμενοι σε συνακόλουθες ενοικιαστικές και λειτουργικές δαπάνες. Καίτοι ο εναγόμενος απαιτούσε εγκατάλειψη και παράδοση τού κτήματος αυθωρεί, δεν το εκμεταλλεύτηκε ούτε και προέβη «.σε οποιοδήποτε διάβημα για να το συντηρήσει ή να λάβει οποιαδήποτε μέτρα γι' αυτό τον σκοπό με αποτέλεσμα να έχουν καταστραφεί οι εγκαταστάσεις του (ηλεκτρικές, υδραυλικές, κλιματιστικές κ.α.) και να έχει καταστεί ακατάλληλο για χρήση. Για να χρησιμοποιηθεί δε, οι Ενάγοντες υπολογίζουν να χρειάζεται δαπάνη €500.000 περίπου και αρκετό χρονικό διάστημα». Όλα αυτά, περαίνουν οι ενάγοντες, θα πρέπει να απολήξουν σε έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η αγωγή. Είναι θέση του εναγομένου πως όντως δεν χρησιμοποίησε το κτήριο, τούτο όμως έγινε διότι παρά την έκδοση του διατάγματος επίταξης οι ενάγοντες αρνήθηκαν να παραδώσουν το κτήριο εξακολουθώντας να το κρατούν ως το κεντρικό τους κατάστημα στην Λεμεσό, ή εν πάση περιπτώσει «.για τους δικούς τους σκοπούς». Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αξιώσεις τους, όχι μόνο γιατί δεν απέδειξαν οποιαδήποτε αναγνωρισμένη και αποδοτέα ζημιά κατά το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και γιατί, ως καταγράφουν στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση τους (που καταχωρίστηκε πριν από την εξέλιξη που αμέσως θα περιγραφθεί), την 1.12.17 δημοσιεύθηκε νέο διάταγμα απαλλοτρίωσης του κτήματος («η νέα απαλλοτρίωση») μετά από επανεξέταση «.της ακυρωθείσας απαλλοτρίωσης του κτήματος που περιγράφεται στην παράγραφο 1.
- της Έκθεσης Απαίτησης, ως είχε υποχρέωση μετά τη δικαστική ακύρωση του αρχικού διατάγματος απαλλοτρίωσης του κτήματος. Ειδικότερα, στις 17.1.2017 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας νέα γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης του κτήματος και με τον τρόπο αυτό, εκκίνησε η διαδικασία της νέας απαλλοτρίωσης, η οποία θα οδηγήσει στην έκδοση νέου διατάγματος απαλλοτρίωσης και στην προσφορά νέου ποσού αποζημίωσης προς την Ενάγουσα. Με τη νέα αυτή διαδικασία απαλλοτρίωσης ολοκληρώνεται η επανεξέταση λόγω ακυρώσεως και επειδή η επανεξέταση σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές του διοικητικού δικαίου αποτελεί τη βασική περίπτωση όπου κατ' εξαίρεση η διοικητική δράση ενεργεί αναδρομικά η όλη διαδικασία θα αναχθεί στις περιστάσεις του ουσιώδους χρόνου, δηλαδή του 2006, με αποτέλεσμα να μην απομείνει οποιοδήποτε κατάλοιπο ζημίας στους Ενάγοντες». Συμπληρώνει ως εκ τούτων ο εναγόμενος πως η εναντίον του αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά νόμο και ουσία. Στην υπόθεση - πέραν των δικογραφημένων παραδοχών - δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά διάφορα γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Ξυδά (ΜΕ1), XXXXX Δανού (ΜΕ2) και XXXXX Παγδατή (ΜΕ3), ενώ ο εναγόμενος, προς επίρρωση της υπεράσπισης του, τη μαρτυρία των XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ1), XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3), XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4) και XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5). Οι XXXXX Δανός (ΜΕ2), XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4) και XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5), έδωσαν μαρτυρία ως πραγματογνώμονες για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Κάθε αναφορά των μαρτύρων, ως και τα περικλειόμενα στα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν δεν εκφράζονται ρητώς στο κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τους εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15 και άλλες, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται στο παρόν κείμενο μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1) - ο οποίος και επανακλήθηκε από τους ενάγοντες με συναίνεση του εναγομένου για λόγους που απογράφονται στα πρακτικά - κατέθεσε ως υπεύθυνος των τεχνικών υπηρεσιών των εναγόντων για όσα τούτοι προσδιορίζουν ως αναγκαίες δαπάνες που κατέβαλαν για συμμόρφωση προς την απαλλοτρίωση αλλά και για την εν γένει αρνητική συμπεριφορά των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών που επέτεινε την κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι ενάγοντες. Ο XXXXX Δανός (ΜΕ2) - ο οποίος με άδεια του Δικαστηρίου και συμφωνία των διαδίκων απεχώρησε προσωρινώς από το εδώλιο (stepped-down), για να καταστεί δυνατή η επανάκληση και συμπλήρωση της μαρτυρίας του XXXXX Ξυδά (ΜΕ1) - αφού επανήλθε στο εδώλιο έδωσε μαρτυρία ως εκτιμητής ακινήτων για την εκτίμηση του κτήματος και για παρεμφερή ζητήματα. Η XXXXX Παγδατή (ΜΕ3), Υποδιευθύντρια των εναγόντων, είπε για τις προσπάθειες των εναγόντων να τηρήσουν τις δικαστικές/διοικητικές αποφάσεις. Ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ1), Ανώτερος Λειτουργός Εκπαίδευσης στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, μίλησε για την απαλλοτρίωση και παράλληλα θέματα της. Η XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), Κτηματολογική Γραφέας, εργαζόμενη ως Εκτιμήτρια Ακινήτων στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ανέλυσε εκτίμηση περί της αγοραίας αξίας του κτήματος και της αξιολόγησης των δαπανών μετακίνησης και μεταστέγασης των εναγόντων. Η XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3), Πρωτοκολλητής στο Διοικητικό Δικαστήριο, κατέθεσε τον δικαστηριακό φάκελο της Προσφυγής 1755/07. Η XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4), Επιμετρητής Ποσοτήτων, είπε για τα έξοδα μεταστέγασης των εναγόντων και επαναφοράς του κτηρίου στην προτεραία τής απαλλοτρίωσης κατάσταση. Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5), Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών εξήγησε εκτίμηση κόστους ηλεκτρολογικών εργασιών των εναγόντων. Στις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν ικανώς πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει οδηγήσουν σε υιοθέτηση των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα εις βάθος τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις, γραπτές και προφορικές. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες τους για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και αυτό ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Τελούσα σε διαρκή εγρήγορση σταθμίζοντας τη μαρτυρία μην και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεώρησα τον τρόπο τους στο εδώλιο τόσον σημαντικό όσον άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς υποδείξεις της νομολογίας, με ενδεικτική την αναφορά στην Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18 και Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65. Αυτό, δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών, εκτός των καθιερωμένων αρχών, ή ότι τους αντιμετώπισα κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και τούτο θα ήταν, ως αρχή, κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες είδαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου) - πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορούντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής, με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως ίσως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητας της και με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι μάρτυρες προσήλθαν για να πουν την αλήθεια και να υποβοηθήσουν Δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη. Ωστόσο, η γενικότερη αυτή διαπίστωση δεν κατατάσσει αυτομάτως και οριζοντίως τη μαρτυρία αυτή ως αποδεκτή και ως κατάλληλης πειστικότητας και αποδεικτικής βαρύτητας για να δύναται να συναπαρτίσει πρώτη ύλη για διάρθρωση αποδεκτών δικαστικών ευρημάτων. Ως θα επεκτείνω μεμιάς, αποδέχομαι τη μαρτυρία των XXXXX Ξυδά (ΜΕ1), XXXXX Παγδατή (ΜΕ3) και XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3), ενώ απορρίπτω τη μαρτυρία των XXXXX Δανού (ΜΕ2), XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ1), XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4) και XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5). Εξηγώ. Ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1), καταπιάστηκε με ένα ευρύ πεδίο γεγονότων που απτόταν χειρισμών και διαβημάτων των εναγόντων για τα επίδικα παραμένοντας αταλάντευτος στη μαρτυρία του. Ήταν και ανυστερόβουλος, σε βαθμό που μερικές φορές - φερ' ειπείν στην περίπτωση αγοράς νέων ανατομικών καρεκλών γραφείου από τους ενάγοντες μετά τη μετακίνηση τους στα νέα υποστατικά - με λεπτότητα άφησε να νοηθεί πως το καταβληθέν κονδύλι μπορεί και να μην δικαιολογούνταν μολονότι δεν μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα κάποιες από αυτές τις καρέκλες να ήσαν και χαλασμένες. Δεν ήταν σε θέση όμως ο μάρτυς (και δεν έπραξε τοιουτοτρόπως), να επιμείνει πάνω σε αυτό. Ο μάρτυς έμεινε ακλόνητος κατά την αντεξέταση υποστηρίζοντας με λεπτομέρεια και ενάργεια κάθε πτυχή της μαρτυρίας του σε σχέση προς τα καταβληθέντα έξοδα εκ πλευράς εναγόντων και τις απόπειρες άμβλυνσης των όσων ανεφύησαν από την απαλλοτρίωση. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Ξυδά (ΜΕ1). Ο XXXXX Δανός (ΜΕ2), επιχείρησε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τη μέθοδο που ασπάστηκε για την παρασχεθείσα πραγματογνωμοσύνη του. Δεν το κατάφερε στην έκταση που θα μπορούσε να συνθέσει θεμέλιο για τη διάπλαση ανεξάρτητης δικαστικής κρίσης. Ο μάρτυς παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση πως το γεγονός ότι δεν συνεκτίμησε την ύπαρξη διατηρητέων οικοδομών στα ακίνητα που μεταχειρίστηκε ως συγκριτικά αποτελεί κατ' ουσίαν αδυναμία στα εξαχθέντα συμπεράσματα του και πως, προσθέτως, ως δήλωσε κατά την αντεξέταση, ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί την εκτίμηση του Κτηματολογίου και ότι εάν «.κάποιος λάμβανε υπ' όψιν του το κτίσμα σας λέω ότι θα ήταν διαφορετική η προσέγγιση. Τέτοια προσέγγιση δεν έκανε το Κτηματολόγιο. Το Κτηματολόγιο συνάντησε την αξία του ακινήτου μόνο ως οικόπεδο και αυτό το ιστορικό πήραμε εμείς». Οι ανεπιφύλακτες παραδοχές του μάρτυρα, ενδεικτικές και τούτες του ήθους του ως πραγματογνώμονα, αφαίρεσαν μολαταύτα πολύ από το βάσιμο της γνώμης του, με συνεπακόλουθο τη δημιουργία ή και ενεργοποίηση εγγενών δυνητικών κινδύνων εναπόθεσης βαρύτητας στη μαρτυριακή του γνωμοδότηση, ανεξαρτήτως τού ότι η XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2) είχε παραδεχθεί στην αντεξέταση (με αναφορά στον μάρτυρα), πως σε κάποιες εκφάνσεις των απόψεων που τούτος εξέφρασε, υπήρξαν μεταξύ των δύο μαρτύρων συγκλίσεις. Αυτό γιατί, η άποψη της μάρτυρος δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο είναι και το μόνο, ως τελικός κριτής - ακόμη και αν άλλοι παράγοντες της δίκης συμφωνούν (ή δεν διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1982)2 CLR 245) - που δύναται να αποφανθεί δεσμευτικώς για την αξιοπιστία και αξία της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Τούτων δοθέντων, δεν παραγνωρίζεται ότι θέση του μάρτυρα - παρά τη δικογράφηση στην Έκθεση Απαίτησης για αντιστοιχούσα αξίωση ύψους €2.000.000,00 «.ως μείωση της αξίας του κτήματος.» - ήταν (κατά την αντεξέταση), πως πουθενά στη μαρτυρία του υποστήριξε ότι η αξία του κτήματος μίκρυνε από την απαλλοτρίωση. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Δανού (ΜΕ2). Η XXXXX Παγδατή (ΜΕ3), παρέμεινε αδιάθλαστη στις αναφορές της που αφορούσαν σε σειρά ενεργειών των εναγόντων να διαχειριστούν ζητήματα που προέκυψαν από την απαλλοτρίωση. Εκεί που η μάρτυς δεν είχε πρωτογενή ή άλλη ανάμειξη στην αντιμαχία εναγόντων-εναγομένου, τοποθετούνταν απεριφράστως και με προσήλωση στο καθήκον αληθείας. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Παγδατή (ΜΕ3). Ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ1), στο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, δήλωνε ότι δεν ήξερε λεπτομέρειες για όσα αντεξεταζόταν αφού πλείστα όσα ρωτούνταν αφορούσαν είτε σε ζητήματα για τα οποία δεν είχε ιδίαν αντίληψη, ή φύονταν από έγγραφα σε φακέλους που τηρούνταν στο Υπουργείο Παιδείας και για τα οποία ουδέν γνώριζε. Λέγοντας αυτά, υποσημειώνω πως ο μάρτυς ήταν απολύτως ειλικρινής ως προς τη μαρτυριακή μειονεξία που εξέπεμπε και δεν αποτόλμησε να παρουσιάσει ως γεγονός κάτι που δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει θετικώς. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ1). Η XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), ήταν σταθερή ως μάρτυς. Η αντιλογία που έγινε από τους ενάγοντες κατά την αντεξέταση τής μάρτυρος (και επέκεινα στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων τους), για το αν η μάρτυς είναι ή δεν είναι πραγματογνώμονας επί ζητημάτων εκτιμήσεως ακινήτων, αντικρίστηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων μέσα από πολύ ανελαστικές παραμέτρους και με επικέντρωση, κυρίως, στα ακαδημαϊκά της προσόντα (και το περιεχόμενο αυτών). Το ότι παραδέχθηκε η μάρτυς πως δεν είναι «.ειδικός εκτιμητής ακινήτων.», δεν την αποκλείει, άνευ ετέρου, από το να παραθέσει μαρτυρία γνώμης για τα όσα κατέθεσε, ούτε ασφαλώς και υποδηλοί ότι αυτό πρέπει να είναι απαρεγκλίτως και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεδομένης και της απουσίας μαρτυρίας ως προς το τι ακριβώς είναι που εννοούσε η μάρτυς με τον όρο. Η αναφορά της στον όρο «.ειδικός εκτιμητής ακινήτων.», δεν πρέπει να ιδωθεί - και έτσι επράχθη εδώ - αποτμημένως από την αναφορά της πως «.Είμαι εκτιμήτρια ακινήτων, αυτήν τη δουλειά κάνω τα τελευταία 12 χρόνια σωστό ή λάθος» αλλά και από τον μεταγενέστερο όρο «.απλή εκτιμήτρια.» που διάλεξε για να προσδιορίσει τα καθήκοντα και ευθύνες της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Η πείρα της μάρτυρος - σε συνδυασμό με τις ακαδημαϊκές της σπουδές αλλά και χωρίς αυτές - επί της εκτιμήσεως ακινήτων συγκρότησε μεταβλητή που συνυπολογίστηκε για τη δικαστική κατάταξη της ως μάρτυρα γνώμης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου και Άλλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/14, ημ. 19.7.17, Κυριάκου ν Γρίβα
(2002)1(Β) ΑΑΔ 825, 832-833). Σε ό,τι όμως αφορά στο αρραγές της μαρτυρίας της η διαπίστωση μου είναι πως τούτη υπολείπεται της αναμενόμενης συνεκτικότητας για διαμόρφωση ασφαλών ευρημάτων ή συμπερασμάτων εν σχέσει προς ό,τι είναι που η μαρτυρία τής μάρτυρος επιλέχθηκε να καταδείξει. Η μάρτυς είχε κληθεί κατά την αντεξέταση να πει για το ποια καταλεπτώς εικόνα είχε στο μυαλό εκτιμώντας το κτήμα για την κατάσταση που τούτο βρισκόταν το
- Μάλιστα, είχε εισαχθεί από τον αντεξετάζοντα στο συγκεκριμένο ερώτημα εδραία η εικόνα του κτήματος κατά το 2016 και τούτο, ως λογικώς μπορεί να συναχθεί, ύστερα από ρητή αναφορά τής μάρτυρος στην κυρίως εξέταση (στην παράγραφο 4 της γραπτής της δήλωσης-Έγγραφο ΣΤ), όπου αποτύπωσε πως το κτήμα «.επιθεωρήθηκε εσωτερικά και εξωτερικά στις 31 Μαΐου 2016, καθώς και σε άλλες προηγούμενες ημερομηνίες», αλλά και μετά από απάντηση που είχε δώσει κατά την αντεξέταση περί τού ότι είχε προβεί η ίδια σε επιθεώρηση του κτήματος την 31.5.
- Απαντώντας, η μάρτυς συνέπλεξε χρόνους και χώρους, εικόνες και διαπιστώσεις, κατά τρόπο πολύ απέχοντα από τον παραδεκτώς αναμενόμενο. Ενώ μπορούσε να απαντήσει εναργώς, έχοντας στο μυαλό και τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο ΣΤ), η μάρτυς επέλεξε να πει, πως «.[ε]κτός από το 2016 είχα εικόνα του κτηρίου του 2009 χωρίς όμως να είχα κάνει εκτίμηση για το συγκεκριμένο γιατί είχα κάνει εκτίμηση στη δεύτερη φάση του ΤΕΠΑΚ που ήταν 22 Μαΐου 2009 και είχα δει την περιοχή και το κτήριο μαζί με άλλα που ήταν στη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και επίσης το κτήριο είναι σε μια περιοχή της Λεμεσού που είναι κεντρική και καθημερινά πάρα πολύς κόσμος μπορεί να το δει. Είναι εννοώ ο τόπος του κεντρικός οπότε γνώριζα αυτό το κτήριο, όμως το έχω δει και στις 22 Μαΐου 2009 που ήταν η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης. Είχα κάνει εκτίμηση και για άλλα κτήρια του ΤΕΠΑΚ». Ακολούθησε η εύστοχη ερώτηση/απορία του κ. Βελάρη ως προς το αν η μάρτυς είχε «.μπει μέσα το 2009.», με αυτήν να απαντά αποφατικώς («Όχι») και με τον δικηγόρο να επανέρχεται δοκιμάζοντας να αποσαφηνίσει τις χρονολογικές και χωροταξικές συνθήκες εκτίμησης του κτήματος κατά τους κρίσιμους για τον ίδιον χρόνους - αλλά και κατά τη νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Mindoras Estates Ltd v Ποταμού και Άλλης
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1729, 1743) - ρωτώντας την μάρτυρα «.[τ]ι μας ταλαιπωρείς τότε; Εγώ ρώτησα αν έκανες εκτίμηση το 2016 για την κατάσταση του το 2008 με την εικόνα του κτηρίου από μέσα που είχες το 2016. Ναι ή όχι;», με την μάρτυρα, αντί να απαντά με την προσμενόμενη, πλέον, καθαρότητα και αμεσότητα περί τού ναι ή τού όχι του πράγματος, να επιλέγει, ξανά, την υπεκφυγή, λέγοντας κατά τρόπο αμφίσημο, πως «...[τ]ο είχε δει η ελέγκτριά μου που είχαμε κάνει μαζί.», για να περάνει, τελικώς, μετά από ακόμα μια αντεξεταστική ερώτηση («.εσύ το είδες;»), ότι «[ό]χι, μέσα δεν το είδα». Καθόλου δεν εντυπωσίασε η απαντητική συμπεριφορά της μάρτυρος. Πέραν τούτου, η μάρτυς είπε πως θεώρησε ως αμετάβλητο σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του κτηρίου στην οποία προέβη, τα εμβαδά που, ως δήλωσε, αφορούν στην άδεια οικοδομής του κτηρίου ως τούτα της είχαν δοθεί από τον Δήμο Λεμεσού, παραπέμποντας και στο Παράρτημα Στ στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Στ). Πιο λεπτομερώς - σχολιάζοντας η μάρτυς και την εκτίμηση του XXXXX Δανού (ΜΕ2) επί του συζητούμενου - προέταξε ότι η ίδια προέβη στους υπολογισμούς της με σταθεράν το εμβαδόν του ισογείου των 827 τετραγωνικών μέτρων (αντί εκείνο των 900 τετραγωνικών μέτρων που συστάθμισε ο XXXXX Δανός (ΜΕ2)) και το εμβαδό των 447 τετραγωνικών μέτρων για το μεσοπάτωμα του κτηρίου (αντί το εμβαδό των 540 τετραγωνικών μέτρων που ενστερνίστηκε ο XXXXX Δανός (ΜΕ2)), με αποτέλεσμα, ως ισχυρίστηκε η μάρτυς, οι υπολογισμοί της να είναι ακριβέστεροι από εκείνους που XXXXX Δανού (ΜΕ2). Τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Κατ' αρχάς, η μάρτυς εξέλαβε ως δοσμένη και ακριβή την αναφορά στην επιστολή του Δήμου Λεμεσού ημερομηνίας 16.7.09 (Παράρτημα Στ), ότι ο «.υφιστάμενος συντελεστής δόμησης ανέρχεται περίπου σε 1274τ.μ. (827τ.μ. στο ισόγειο περίπου και 447τ.μ. στο μεσοδάπεδο)» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Εξ' ορισμού λοιπόν το ότι η μάρτυς δέχθηκε ως αδιαμφισβήτητο κάτι που η πληροφορούσα αρμόδια αρχή (Δήμος Λεμεσού) δεν προσδιόριζε επακριβώς - στην απουσία και κατάθεσης ως τεκμηρίου τής αφορούσας άδειας οικοδομής στη δίκη ως πρωτογενούς μαρτυρίας ή άλλης δεκτής και βαρύνουσας δευτερογενούς μαρτυρίας από την οποία να προκύπτει η περί ης ο λόγος μαρτυρία ως η καλύτερη δυνατή υπό τις περιστάσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Kajala v Noble
(1982)75 Cr App R 149) - εξανδραποδίζει το βάθρο μέρους τουλάχιστον των υπολογισμών της μάρτυρος, με όλα τα καθέκαστα. Επιπροσθέτως, η μάρτυς είχε καταγράψει στη γραπτή της δήλωση-Έγγραφο Στ (στην παράγραφο 13), πως αν και το μηνιαίο ενοίκιο των καταστημάτων που ενοικίασαν οι ενάγοντες «.θεωρείται λογικό.», εντούτοις (ως είπε επακολούθως η μάρτυς), ενόψει τής (τότε) επερχόμενης νέας απαλλοτρίωσης «.σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να καταβληθεί οποιοδήποτε ενοίκιο, η θέση μας είναι ότι η ενοικιαστική αξία πρέπει να υπολογιστεί στη βάση του υφιστάμενου κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας», με την μάρτυρα να εκτιμά το ενοίκιο σε €10.000 μηνιαίως. Η μάρτυς μέχρι να τοποθετηθεί για ό,τι βασικώς είναι που είχε ήδη απογράψει στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Στ), έπρεπε να διέλθει διά σειράς αντεξεταστικών ερωτήσεων (ως εκ των προσχηματικώς της τάσεων όπως ορθώς υπέδειξε ο κ. Βελάρης), για να τελειώσει με το ότι «.Εδώ οι 10 χιλιάδες ευρώ είναι ένα μηνιαίο ενοίκιο, δεν είναι το ενοίκιο που θα μπορούσαμε να το καταβάλουμε. Είναι το μηνιαίο». Ως παρένθεση επί της θεματικής τούτης οφείλει κανείς να αναδείξει ότι ο σχετικός περιορισμός που έθεσε η μάρτυς στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Στ), αναφερόμενη στην απαλλοτρίωση, πως δηλαδή, οι αναφορές επί του κεφαλαίου της αγοραίας αξίας του κτήματος γινόντουσαν «.ΜΟΝΟ στα πλαίσια συμβιβασμού της υπόθεσης.», ουδόλως αλλοιώνει τη γενικότερη αξιολογική αποτίμηση των λεχθέντων της, αφού τα όσα σχετικώς αναφέρθηκαν ανωτέρω, συγκροτούν ιχνηλάτιση της μαρτυριακής συμπεριφοράς τής μάρτυρος και όχι τού νομικώς δεσμευτικού των παραδοχών ή και δεσμεύσεων της προς τους ενάγοντες ή τον εναγόμενο. Η μάρτυς ήταν με κάθε σεβασμό και ανακόλουθη και μάλλον γενικόλογη όταν αναφερόταν στις αξίες των ακινήτων που επεξεργάστηκε για την εκτίμηση της, μη μπορώντας, με την αναμενόμενη διαύγεια, να πει για ποιο λόγο οι αξίες των ακινήτων αυτών στην επίδικη περιοχή του κτήματος κατά το 2008 ήσαν ψηλότερες από εκείνες του 2016, εξαίροντας πως αυτό πιθανώς να οφείλεται και στο ότι ο μεσολαβήσας μεταξύ των δύο περιόδων χρόνος ήταν αρκετός «.και το κτήριο σίγουρα δεν είναι το ίδιο όπως ήταν το 2006.», ή πιθανόν «.η αξία της γης να ανέβηκε και να είμαστε περίπου το ίδιο. Δεν μπορώ να πω αν δεν συγκρίνω δύο εκτιμήσεις». Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2). Η XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3), έδωσε τυπική μαρτυρία και δεν αντεξετάστηκε. Ήταν έτσι κι αλλιώς αποστασιοποιημένη (κατά τα αναμενόμενα) και σαφέστατη σε ό,τι κλήθηκε να εκφράσει. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3). Η XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4), επιδίωξε να αντικρούσει το λογικό και δίκαιο των δαπανών μεταστέγασης των εναγόντων. Η θέση της ήταν ευθύς εξαρχής πως οι δαπάνες δεν τεκμηριώθηκαν από τα στοιχεία που δόθηκαν από τους ενάγοντες για να καταστεί τουτέστιν δυνατή η από μέρους της αξιολόγηση τους. Είπε πως είχε ζητήσει η ίδια από τον XXXXX Ξυδά (ΜΕ1) τα «.στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν τα διεκδικούμενα ποσά (δηλ. αναλυτική κατάσταση με πλήρεις προδιαγραφές, ποσότητες και τιμές μονάδος).», με τον XXXXX Ξυδά (ΜΕ1) να της λέει «.ότι κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε πολλή εργασία εκ μέρους του και δεν θα ήταν εύκολο να ετοιμαστεί». Υποσημειώνεται - για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει για τη σταθερότητα της εκδοχής του εναγομένου - πως η οπτική αυτή γωνία της XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4), ουδέποτε τέθηκε καθέτως και καθαρώς κατά την αντεξέταση στον XXXXX Ξυδά (ΜΕ1) έτσι που ο τελευταίος να δυνηθεί να δώσει την όποια δική του απάντηση. Εκείνο που φύεται από τη γενικότερη στάση της μάρτυρος - και το λέγω αυτό με κάθε εκτίμηση προς το πρόσωπο και την επαγγελματική της κατάρτιση- είναι ότι υπήρξε μάλλον ασαφής ως προς το τι ακριβώς είναι που ήθελε να της παρουσιαστεί από τους ενάγοντες για να μπορέσει να τοποθετηθεί σε όσα προτάσσονται από αυτούς ως καταβληθείσες δαπάνες. Η εντύπωση που άφησε η μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση (αλλά και στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης), είναι ότι οι ενάγοντες και συγκεκριμένα ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1), παρέλειψαν στην ουσία (ή επέλεξαν) να μην της αποστείλουν αναλυτική κατάσταση με πλήρεις προδιαγραφές, ποσότητες και τιμές μονάδος των επιμάχως ζητούμενων ποσών. Διαφάνηκε κατά την εκτύλιξη της αντεξέτασης, πως η θέση της μάρτυρος δεν ήταν ακριβής και πως, αντιθέτως, σε συναντήσεις που είχε με τον XXXXX Ξυδά (ΜΕ1), τούτος την είχε εφοδιάσει με τιμολόγια και άλλα στοιχεία για όσα ζητούσαν οι ενάγοντες, με την μάρτυρα να επιμένει ότι τα στοιχεία αυτά απείχαν από το να ικανοποιούν τις προδιαγραφές και απαιτήσεις που η ίδια είχε θέσει. Επέμεινε στη γραμμή αυτή ακόμη και όταν τοποθετούνταν και για έγγραφα ή στοιχεία που πιθανόν, ως είπε, να της είχαν δοθεί από τους ενάγοντες (και που πράγματι της εδόθησαν) και που όμως και πάλι δεν την ικανοποιούσαν (αβέβαιη ούσα αν τα παρέλαβε ή και τα μελέτησε). Οι απαντήσεις της, με τον τρόπο που παρουσιάστηκαν, ανέδιδαν αβεβαιότητα για το αν τα έγγραφα, στοιχεία και πληροφορίες που κατ' επανάληψιν και αναμφιλέκτως τής απέστελλε ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1), είχαν αποτιμηθεί όπως πρέπει από αυτήν πριν απορριφθούν ως αποκλίνοντα από τα παραδεκτά και απαιτητά. Επί παραδείγματι, είχε τεθεί προς την μάρτυρα ότι στις 14.9.16 αποστάληκε προς αυτήν τεχνική περιγραφή και ηλεκτρονικά σχέδια και άλλη συναφής πληροφόρηση (βλ. Τεκμήρια 66-68), που η μάρτυς, παρόλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί αν της είχαν σταλεί, τα απέρριψε ως ανεπαρκή. Παρόμοιας αντίκρισης έτυχαν και άλλα στοιχεία ή και πληροφόρηση που της είχε σταλθεί από τους ενάγοντες και που σχετίζονταν με την καταβολή κονδυλιών, ανάλυση εργασιών από επιμετρητή ποσοτήτων των εναγόντων και άλλα, τα οποία και πάλι η μάρτυς δεν αποδέχθηκε για τους ίδιους λόγους, χωρίς παροχή ιδιαίτερης και πειστικής αιτιολογίας. Παραδείγματος χάριν, είχε αποσταλεί προς την μάρτυρα το Τεκμήριο 19Α, που περιέχει περιγραφή εργασιών συνοδευόμενων από τιμές μονάδος και ποσότητες. Μολοντούτο, το έγγραφο αυτό έτυχε ίδιας αντιμετώπισης από την μάρτυρα όπως όλα τα άλλα. Η μάρτυς αμφιταλαντευόταν μεταξύ των καθηκόντων που είχε ως αντιπρόσωπος του τμήματος της και των καθηκόντων και ρόλου που είχε το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που η μάρτυς θεωρούσε πως ήταν το αρμόδιο για να επιμετρήσει τα περί των κοστών μεταστέγασης των εναγόντων, τονίζοντας ότι «.είναι το Κτηματολόγιο που χειρίζεται την υπόθεση, εμένα απλά μου ζητήθηκε να κάνω αυτήν τη δήλωση και έχει κατατεθεί σαν δήλωση. Τα υπόλοιπα τα χειρίζονται οι ίδιοι, δεν μπορώ να αναφέρω κάτι που ίσως ήδη έχουν αναφερθεί από τους ιδίους». Παρεμβάλλεται, πως παρεμφερής σύγχυση, ή έστω αντιμετώπιση αρμοδιοτήτων και ρόλου, εντοπίζεται και στα λεχθέντα της XXXXX Γεωργίου (ΜΕ2) - και η διάσταση αναδεικνύεται προς χρωματισμό της ένδειας συνέπειας στην εκδοχή του εναγομένου και όχι ως μέτρο αξιολόγησης της αξιοπιστίας είτε της μιας είτε της άλλης μάρτυρος - η οποία υποστήριξε ότι «.έχω αξιολογήσει κάποιες δαπάνες μετακίνησης που είναι μέσα στα πλαίσια του Κτηματολογίου. Για αυτά που δεν είναι μέσα στα δικά μας θέματα, τα έχουν αξιολογήσει τα Δημόσια Έργα και η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία.», κάτι που επανέλαβε η μάρτυς και αλλού στη μαρτυρία της για την αξιολόγηση στοιχείων από το Τμήμα Δημοσίων Έργων και το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Η μαρτυρία της XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4), υστερεί και σε ό,τι αφορά στα συγκριτικά (εν τη ευρεία εννοία του όρου) κριτήρια που επιστράτευσε, για να κρίνει, στο βαθμό που πίστευε υποκειμενικώς ότι θα μπορούσε, ασχέτως της γνώμης της περί ανεπάρκειας των στοιχείων με τα οποία την εφοδίαζαν οι ενάγοντες (πάντα κατά τον ισχυρισμό της). Η μάρτυς, σχεδόν κάθε φορά που καλούνταν να αναπτύξει τη μεθοδολογία για τους υπολογισμούς της - λόγου χάριν εκείνους που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 64 - απέφευγε να το πράξει είτε γιατί «.είναι ολόκληρη διαδικασία η μεθοδολογία από τον τομέα των επιμετρητών.», είτε επειδή δεν είχε μαζί της «.ούτε τα στοιχεία, ούτε τις σημειώσεις.» για κάτι τέτοιο. Όταν δε αμφισβητούνταν ως προς τα γεγονότα και στοιχεία επί των οποίων έλεγε πως βασιζόταν για να καταλήξει στα συμπεράσματα της, η μάρτυς περιοριζόταν στο να δηλώνει ότι επιμέτρησε «.με τιμές της εποχής εκείνης.», μη έχουσα όμως μαζί της τις σημειώσεις της τις οποίες, αν και κλήθηκε να παρουσιάσει, δεν το έπραξε, ισχυριζόμενη πως δεν ήταν βέβαιη αν τις είχε διατηρήσει μετά από τόσα έτη. Η μάρτυς δεν κατόρθωσε να παράσχει τα εργαλεία εκείνα που θα μπορούσαν να το υποβοηθήσουν το Δικαστήριο να κρίνει ό,τι είναι που η μάρτυς αντίταξε ως λόγους περί του λογικού και δικαίου (ή περί του παράλογου και άδικου), των εξόδων που δαπάνησαν οι ενάγοντες για τη μεταστέγαση τους, μηδέ και πέτυχε να ανατρέψει ή να σκιάσει τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων επί του ζητήματος. Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Φιλίππου (ΜΥ4). Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5), προσήλθε ως μάρτυς για να τοποθετηθεί επί της αξίας των ηλεκτρολογικών εργασιών που διέταξαν (και πλήρωσαν) οι ενάγοντες. Ο μάρτυς έκρινε πως τα στοιχεία με τα οποία τον είχε εφοδιάσει ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1), ήσαν αρκετά για να προβεί στην εκτίμηση που του ζητήθηκε από τον εναγόμενο. Εκεί που ελέγχεται αξιολογικώς η μαρτυρία του XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5), είναι στο ότι οι συγκριτικές τιμές μονάδος που χρησιμοποίησε για να εκτιμήσει το κόστος των περί ων ο λόγος ηλεκτρολογικών εργασιών, είχαν ληφθεί, ως δήλωσε, διαχρονικώς «.από σχετικούς διαγωνισμούς του Τμήματος.», με τον μάρτυρα να παραδέχεται εις πίστην του πως οι προσφορές που δίδονται στον δημόσιο τομέα διαφέρουν από εκείνες στον ιδιωτικό τομέα, μόλο που δεν μπορούσε ο μάρτυς να πει εάν οι προσφορές αυτές, αλληλοσυγκρινόμενες, είναι ψηλότερες ή χαμηλότερες η μια προς την άλλη και τούτο γιατί η κάθε περίπτωση, ως υπογράμμισε, πρέπει να οράται ξεχωριστώς. Δήλωσε ακόμα ο μάρτυς πως, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, στον δημόσιο τομέα το κράτος «.είναι αναγκασμένο να βγαίνει σε προσφορές και να παίρνει τη χαμηλότερη τιμή η οποία πληροί τις προδιαγραφές», έστω και αν (το κράτος) θεωρεί «.κάποια άλλη ποιότητα καλύτερη.» (όπως του τέθηκε από τον κ. Βελάρη) και παραδέχθηκε ο μάρτυς (κατά τα συναγόμενα της απάντησης του), ότι εάν «.κρίνει προδιαγραφές, είναι αναγκασμένο το δημόσιο να πάρει την πιο χαμηλή τιμή». Υπό αυτή τη σκοπιά, η μαρτυρία του μάρτυρα χαρακτηρίζεται ελλιπής για να καταταχθούν οι ενέργειες των εναγόντων ως παράλογες, αυθαίρετες και άδικες, δοσμένου και του ότι ο μάρτυς δεν αντιτέθηκε ούτε τη δυνατότητα αλλά, κυρίως, ούτε και στο εύλογο, ως χειρισμού, της επιλογής τού ιδιώτη να σταθμίσει με όλα τα άλλα στοιχεία και την ποιότητα των υπό αγοράν αντικειμένων ή και υπηρεσιών. Εκτός τούτου, ο μάρτυς δεν προσκόμισε ή απεκάλυψε στο Δικαστήριο τα συγκριτικά για την εκτίμηση του έτσι που, ως σωστά υπέδειξαν οι δικηγόροι των εναγόντων, να είναι εφικτή η ανίχνευση της αλήθειας των επιμαρτυρούμενων από τον ίδιον διά αντεξέτασης ή άλλως πως. Ο μάρτυς, ως ανέφερε κατά την αντεξέταση, δεν έκρινε σκόπιμο να φέρει «.λεπτομέρειες υπολογισμού στο Δικαστήριο. Γιατί να σας τις δώσω εσάς;.». Καθίσταται καταληπτό πως η δυσχέρεια στην αναδίφηση των συμπερασμάτων του μάρτυρα καθόλου δεν υποβοήθησε στην ενίσχυση τής όποιας δυναμικής θα μπορούσε να έχει η μαρτυρία αυτή στα εκτυλισσόμενα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ5). Κατ' ακολουθίαν των ως άνω (και ως επιστέγασμα αυτών) - υπό τις όποιες αιρέσεις και περιορισμούς προελέχθησαν - δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγομένου. Πριν προχωρήσω στα ευρήματα, χρειάζονται τρεις επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση σχετίζεται με το ότι η απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής τού εναγομένου δεν απαρτίζει περιστατική μαρτυρία ενισχυτική τής μαρτυρίας και εκδοχής των εναγόντων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Η δεύτερη επισήμανση, αφορά στο ότι καμιά δήλωση από όσες διατυπώθηκαν στο πλαίσιο εξωδικαστικών συζητήσεων για συμβιβασμό της διαφοράς - όπως για παράδειγμα (και ουχί περιοριστικώς), εκείνης που λέχθηκε πως επισυνέβη στην Νομική Υπηρεσία τον Απρίλιο 2010 υπό την Προεδρία τού τότε Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πέτρου Κληρίδη όπου σημειώθηκε ότι τα ποσά μεταστέγασης των εναγόντων «.ένεκα της απαλλοτρίωσης . ανέρχονται σε €500.000» - ισοδυναμεί με απαρέγκλιτη παραδοχή οιουδήποτε εκ των ποσών αυτών, ή με κώλυμα αποδοχής άλλης μαρτυρίας για τα απαιτούμενα κονδύλια. Οι συζητήσεις αυτές είχαν γίνει σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης και παρότι δεν φαίνεται να δηλώθηκε πως τούτη διεξάγονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων, αυτό ακριβώς είναι που φύεται από τη σχετική μαρτυρία και τα περιστατικά της υπόθεσης λογικώς αξιολογούμενων (βλ. κατ' αναλογίαν, Suh and Other v Mace (UK) Limited
(2016)EWCA Civ 4), αφού (σε ό,τι τουλάχιστον αφορά στον εναγόμενο), μηδέποτε απογράφηκε τελική και αναμφίβολη παραδοχή για οποιοδήποτε ποσό, ή για την ευθύνη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού, με τρόπο που να μην θεωρείται προνομιούχος (βλ. κατ' αναλογίαν, Buckinghamshire County Council v Moran
(1989)2 All ER 225, Chokoladefabriken Lindt & Sprungli AG v Nestle Co Ltd
(1978)RPC 287, Oliver v Nautilus Steam Shipping Co Ltd
(1903)2 KB 639, Paddock ν Forrester
(1842)3 Man & G 903). Έτσι οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι επωμισμένοι με το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους για υπαιτιότητα του εναγομένου στην πρόκληση των ζημιών τους ως εκ της απαλλοτρίωσης και με απόδειξη των ζημιών αυτών ως βάση αποζημίωσης κατά το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μια που η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει δίχως άλλο και ipso facto δικαίωμα σε αποζημίωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Νίκολας ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983, 996-999). Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ταλιαδώρου και Άλλων
(2005)1(Α) ΑΑΔ 586, 598-600, κρίθηκε από το Εφετείο (διά του Νικολάτου, Δ.), ως ήταν τότε, ότι: «................................................... Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί ότι κάθε πρόσωπο ζημιωθέν εξ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε από το επηρεαζόμενο όργανο, αρχή ή πρόσωπο, να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία με σκοπό όπως επιδικαστεί εις αυτό δίκαιη και εύλογη αποζημίωση καθοριζόμενη από το Δικαστήριο ή παρασχεθεί εις αυτό άλλη δίκαιη και εύλογη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει. Η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος συνιστά ρητή συνταγματική διάταξη που παρέχει σε άτομο που ζημιώθηκε από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την 4η παράγραφο του άρθρου 146, το δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από πολιτικό δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να παράσχει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εφόσον η αξίωση του αιτητή δεν ικανοποιήθηκε από το όργανο, την αρχή ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, μόνον εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της - Δέστε: Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424. Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής. Το ίδιο το διοικητικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε αποκατάσταση και ανόρθωση της ζημιάς που προξενήθηκε κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της ισχύος της παράνομης πράξης. Ο ζημιωθείς αποτείνεται στα συνήθη πολιτικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως της οποίας γενεσιουργός αιτία είναι η ζημιά που προξενήθηκε από την παράνομη πράξη (Δέστε: Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν Ασκήσεως Αιτήσεως Ακυρώσεως» 1988, σελ. 233-235). Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του κοινοδικαίου (Δέστε: Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342). Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για ζημιά απορρέουσα από παράνομη διοικητική πράξη. Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Το δικαίωμα όμως της αποζημίωσης δεν γεννάται ipso facto από την ακυρωτική απόφαση. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε, επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ανωτέρω). ..................................................». Παρομοίως, στην Stojicic και Άλλης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 335/10, ημ. 15.7.16, συνοψίστηκε από το Εφετείο (διά της Παναγή, Δ), πως: « Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζηµιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζηµία, η οποία θεµελιώνει το παράνοµο της πράξης (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Περαιτέρω, θα πρέπει να απευθυνθεί αξίωση προς τη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήµατος και συµµόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και εάν αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε µόνο µπορεί να καταχωρηθεί αγωγή. Η δε ζηµιά θα πρέπει να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή να προέκυψε ως άµεση συνέπεια της (Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιοµηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424.)». Στην Πήττα και Άλλων ν Δήμου Στροβόλου, ΠΕ 126/10, ημ. 24.4.15, το Εφετείο (διά του Χριστοδούλου, Δ), υπέμνησε και τούτα: « ...το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος (restitutio ab integrum). Αυτό εξάλλου συνάδει και με τη φύση της επίδικης θεραπείας, η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το «δίκαιο και εύλογο» της αποζημίωσης και ως εκ τούτου παραπέμπει στις αρχές της Επιείκειας. Ενόψει τούτου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος της ώστε να δώσει περιεχόμενο στο δίκαιο του αιτήματος του διοικούμενου για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης. ...................................................» Αυτά ως αυτοκαθοδήγηση για όσα έπονται κατωτέρω. Η τρίτη επισήμανση, έχει να κάνει με το ότι - κατόπιν διαλόγου, μελετών, ερευνών και σχετικής επανεξέτασης από τον εναγόμενο (βλ. Τεκμήρια 46-55) - την 17.2.17 δημοσιεύτηκε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης του κτήματος (βλ. Τεκμήριο 53) και την 1.12.17, ως το Τεκμήριο 58Α, η νέα απαλλοτρίωση, την δε 13.2.18, καταχώριση από τους ενάγοντες της προσφυγής 228/18 εναντίον της νέας απαλλοτρίωσης. Υποδεικνύεται πως οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για όλα τα αποδειχθέντα παρεπόμενα της παράνομης πράξης του εναγομένου (ως γενεσιουργού αιτίας των ζημιών τους) για την περίοδο πριν από και μετά την περί ης ο λόγος ακυρωτική απόφαση του εναγομένου (βλ. κατ' αναλογίαν, Kampis v The Republic
(1984)1 CLR 314) και μέχρι τη δημοσίευση της νέας απαλλοτρίωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μεταφορική Εταιρεία ΜΕΣΑΚ Λτδ και Άλλης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1392, 1398-1399). Περνώ στα (περαιτέρω) τελικά ευρήματα και επάλληλη ανάλυση. Οι ενάγοντες ήσαν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο ως θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, λειτουργεί δε ως τράπεζα ασχολούμενη με παντός είδους τραπεζικές εργασίες, για την παροχή των οποίων διατηρεί πολυπληθές προσωπικό, καταστήματα και γραφεία σε ολόκληρη την Κύπρο. Ο εναγόμενος ενάγεται εδώ (ορθώς) βάσει του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι εργασίες των εναγόντων στην Λεμεσό στεγάζονταν σε μεγάλο ιδιόκτητο κτήριο στην περιοχή Αγίας Νάπας, στο κέντρο της πόλης, εντός κτήματος (τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. LIV/58.5IV, Τμήμα 2, Αριθμός Εγγραφής XXXXX). Το κτήριο για να εξυπηρετεί τους ενάγοντες είχε διαμορφωθεί και εξοπλισθεί καταλλήλως. Την περίοδο που το κτήμα κατεχόταν από τους ενάγοντες, συντηρείτο από αυτούς κανονικώς και διατηρούνταν σε άριστη και λειτουργήσιμη κατάσταση. Περί το 2006 ο εναγόμενος με συμμετοχή συναρμόδιων τμημάτων και αξιωματούχων, άρχισαν να μελετούν και να σχεδιάζουν την απαλλοτρίωση κτημάτων στο κέντρο της Λεμεσού (και του κτήματος), για ανάγκες του Τεχνικού Πανεπιστημίου Κύπρου, με επακόλουθη τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 19.10.06 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 3.11.06 με αριθμό γνωστοποίησης 1049 (βλ. Τεκμήριο 2), με το διάταγμα να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 19.10.07, με αριθμό γνωστοποίησης 1115 (βλ. Τεκμήριο 3). Στην έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερομηνίας 3.11.06 με αριθμό γνωστοποίησης 1056, δημοσιεύθηκε και διάταγμα επίταξης του κτήματος (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο οι ενάγοντες προσέβαλαν διά της Προσφυγής 576/
- Η Προσφυγή 576/07 απορρίφθηκε την 20.6.11 (βλ. Τεκμήριο 4). Το αρχικό διάταγμα επίταξης είχε ανανεωθεί με διάταγμα παράτασης για ένα ακόμη έτος μέχρι την 2.11.08 (βλ. Τεκμήριο 3). Οι ενάγοντες εκκρεμούσης της Προσφυγής 576/07, προσέβαλαν και το διάταγμα παράτασης της επίταξης διά της Προσφυγής 1754/07, για ίδιους λόγους ως η Προσφυγή 576/07 (βλ. Τεκμήριο 5). Παραλλήλως, με έτερη Προσφυγή (την 1755/07), οι ενάγοντες προσέβαλαν την απαλλοτρίωση η οποία ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση την 4.7.12 (βλ. Τεκμήρια 6 και 61). Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη εκθεμελιώνοντας και τα προηγηθέντα διατάγματα επίταξης. Πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής και συντόμως μετά την έκδοση απόφασης στην Προσφυγή 1755/07, οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους έστειλαν προς τον εναγόμενο επιστολή/πρόσκληση ημερομηνίας 31.7.12 διά της οποίας τον καλούσαν να τους αποζημιώσει ή να διαπραγματευθεί μαζί τους για τις ζημιές που υπέστησαν ως εκ της απαλλοτρίωσης (βλ. Τεκμήριο 7). Η επιστολή-Τεκμήριο 7 είχε σταλθεί προς το Υπουργικό Συμβούλιο (που είχε λάβει την αφορούσα ακυρωθείσα απόφαση) και τον αρμόδιο Υπουργό Παιδείας και κοινοποιήθηκε προς συναρμόδιους φορείς, όπως τον Υπουργό Εσωτερικών, τον Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής ΤΕΠΑΚ και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, πλην όμως από κανέναν δεν υπήρξε ουσιώδης ανταπόκριση. Η επιστολή/πρόσκληση (βλ. Τεκμήριο 7), ως εκ του περιεχομένου της, νομιμοποίησε την καταχώριση της παρούσας αγωγής με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι ενάγοντες προσπάθησαν επανειλημμένως να επιλύσουν την προκύψασα διαφορά, χωρίς το εγχείρημα τους να τελεσφορήσει κατά τρόπο αποδεκτό από τους ίδιους, παρά τις προσπάθειες του εναγομένου (βλ. Τεκμήρια 8, 13-16). Με επιστολή προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 26.3.07, το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και κατ' επέκτασιν ο εναγόμενος, κάλεσαν τους ενάγοντες να παραδώσουν το κτήμα «.με ελεύθερη κατοχή του κτηρίου που βρίσκεται σ' αυτό, εντός ενός μηνός από της λήψεως της . επιστολής» και ότι σε περίπτωση παράλειψης των εναγόντων να υπακούσουν στην απαίτηση «.θα μας υποχρεώσει να προβούμε στην άμεση κατοχή του, με την παρέμβαση και/ή βοήθεια των αρμόδιων κρατικών αρχών (αστυνομικής δύναμης)» (βλ. Τεκμήριο 9). Ο εναγόμενος δημοσίευσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης στον ημερήσιο τύπο την 29.3.07 και 2.4.07 (βλ. Τεκμήριο 10). Με επιστολή ημερομηνίας 20.12.07, ο εναγόμενος προσέφερε προς τους ενάγοντες ως αποζημίωση ποσό £1.522.000,00 (€2.600.491,39) (βλ. Τεκμήριο 11). Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες εκκένωσαν το κτήριο και το κτήμα περί τον Φεβρουάριο 2009 (βλ. Τεκμήριο 21) που ήταν και το νωρίτερο δυνατόν υπό τις συνθήκες, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος πως θα έπρεπε πρώτα να εξευρεθούν και διαμορφωθούν - αφού (κατά κοινή και δικαιϊκή λογική) συνομολογούνταν και οι σχετικές συμφωνίες με τους αντίστοιχους ιδιοκτήτες - άλλα υποστατικά ώστε οι ενάγοντες να μπορούσαν να μεταστεγαστούν και να συνεχίσουν όσο το δυνατό απρόσκοπτα τις τραπεζικές τους εργασίες. Ειδικότερα, οι ενάγοντες την 7.2.08, υπέγραψαν ενοικιαστήριο διά του οποίου ενοικίασαν τέσσερα «.μπροστινά γωνιακά καταστήματα συνολικού εμβαδού 190 τ.μ με μεσοπάτωμα 85 τ.μ, 16 τ.μ μπροστινά γραφεία στον 1ο όροφο, 60 τ.μ ανοιχτό χώρο στο υπόγειο και 2 χώρους στάθμευσης στο υπόγειο και 4 στο ισόγειο. επί της Αγ. Φυλάξεως Αρ. 212, Τ.Κ. 3083, Λεμεσός.», έναντι μηνιαίου ενοικίου (αυξανόμενου κλιμακωτώς ανά έτος) εκ €6.472,18 (από 1.4.08 μέχρι 31.3.09) και του μηνιαίου ενοικίου καταλήγοντος σε €11.898,84 για την τελευταία περίοδο 1.4.17-31.3.18 (βλ. Τεκμήριο 17Α). Την 18.6.14 υπογράφθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία που τροποποιούσε και συμπλήρωνε το ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 17Α), διά της οποίας το ενοίκιο μειώθηκε από €9.713,00 σε €7.897,00 μηνιαίως από 1.1.14, με τον χρόνο ενοικίασης να παρατείνεται για περίοδο τριών ετών μέχρι 31.3.21, με αναλλοίωτο ενοίκιο (βλ. Τεκμήριο 17Β). Οι ενάγοντες ενοικίασαν (για γραφεία) από τους ίδιους ιδιοκτήτες στην ίδια οικοδομή χώρο 135 τετραγωνικών μέτρων για περίοδο επτά ετών από 30.1.09 (βλ. Τεκμήριο 17Γ). Το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν πληρωτέο μηνιαίως και αυξανόταν σταδιακώς από €1.500,00 κατά την έναρξη της ενοικίασης μέχρι €2.251,09 κατά το τελευταίο έτος ενοικίασης (1.2.15-31.1.16). Την 18.6.14 υπογράφθηκε συμφωνία που τροποποιούσε τη συμφωνία-Τεκμήριο 17Γ, διά της οποίας το μηνιαίως καταβαλλόμενο ενοίκιο μειώθηκε από €2.103,82 σε €1.710,00, με τον όρο ότι η διάρκεια της ενοικίασης θα παρατεινόταν για περίοδο τριών ετών μέχρι 31.1.19 (Τεκμήριο 17Δ). Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από τους ενάγοντες ως ενοίκιο για τα καταστήματα στην Αγίας Φυλάξεως 212, για την περίοδο 2008-2017 και δη μέχρι την 30.11.17 που αφορά στην ημερομηνία αμέσως πριν από τη νέα απαλλοτρίωση (1.12.17), ανέρχεται, ως εξάγεται από το Τεκμήριο 24 και την προφορική μαρτυρία, με τους ανάλογους προκύπτοντες και συναγόμενους υπολογισμούς, σε €1.061.995,
- Οι ενάγοντες ενοικίασαν και κατάστημα στην Αθηνών 29 για περίοδο τεσσάρων ετών (1.11.07-31.10.11) έναντι ποσού £1.300,00 (€2.221,00) για τα πρώτα δύο έτη και £1.430,00 (€2.443,00) για τα υπόλοιπα δύο έτη (βλ. Τεκμήριο 18Α). Το κατάστημα αυτό γειτνίαζε με το κτήριο και ενοικιάστηκε (ως και στην περίπτωση εκείνων στην Αγίας Φυλάξεως 212), με περίσκεψη, για σκοπούς διατήρησης της εμπορικής εύνοιας των εναγόντων. Αργότερα, ενοικιάστηκε (ως το Τεκμήριο 18Β) και εφαπτόμενο κατάστημα για επέκταση του υφιστάμενου για περίοδο έξι ετών (1.11.09-31.10.15), με μηνιαίο ενοίκιο €3.500,00 για την περίοδο 1.11.09-31.10.11, με μηνιαίο ενοίκιο €3.780,00 για την περίοδο 1.11.11-31.10.13 και με μηνιαίο ενοίκιο €4.085,00 για την περίοδο 1.11.13-31.10.
- Τα καταστήματα εκκενώθηκαν τον Ιανουάριο 2012 αφού καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες (για την περίοδο 2007-2012), ενοίκια ύψους €147.804,00 (βλ. Τεκμήριο 24Α). Εκτός από τις ενοικιαστικές τους υποχρεώσεις, οι ενάγοντες υπέστησαν έξοδα για διαμόρφωση των ενοικιασθέντων υποστατικών στην Αθηνών 29 και Αγίας Φυλάξεως 212 (αρχιτεκτονική, χωροταξική, διαρρυθμιστική και άλλη). Για τα καταστήματα στην Αγίας Φυλάξεως 212, λόγω του ότι όταν οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον ιδιοκτήτη των καταστημάτων να τα ενοικιάσουν, βρισκόταν υπό κατασκευή, οι ενάγοντες συμφώνησαν μαζί του όπως ο εργολάβος τού ιδιοκτήτη υπολόγιζε το μέρος του κόστους των εργασιών που αφορούσε στους ενάγοντες, με τούτο το κόστος να πιστοποιείται και από εντεταλμένο επιμετρητή ποσοτήτων. Οι ενάγοντες εξέδιδαν επιταγές για τα ποσά αυτά προς τους ιδιοκτήτες. Η διαδικασία τελούσε υπό την επίβλεψη του XXXXX Ξυδά (ΜΕ1), ως υπεύθυνου των τεχνικών υπηρεσιών των εναγόντων, με αυτόν να παρακολουθεί τις εργασίες και να εκδίδει τα αναλογούντα υπηρεσιακά σημειώματα πληρωμής προς τον ιδιοκτήτη. Για τις εργασίες που αποπερατώθηκαν μετά το κλείσιμο του τελικού λογαριασμού του εργολάβου με τον ιδιοκτήτη, εκδόθηκαν τιμολόγια κατευθείαν προς τους ενάγοντες. Από το ποσό που ζητείται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης (€478.993,70) ως πληρωθέν από τους ενάγοντες μαζί με τον ΦΠΑ - για τα συνολικά έξοδα μεταστέγασης των εναγόντων - δεν αποδείχθηκε ποσό συνολικού ύψους €1.772,07, ήτοι €1.129,14 για τη δομημένη καλωδίωση στα καταστήματα της Αθηνών 29 (ζητούνται €4.101,63 και αποδείχθηκαν €2.972,49) και €642,93 για τη δομημένη καλωδίωση στα καταστήματα της Αγίας Φυλάξεως 212 (ζητούνται €16.265,51 και αποδείχθηκαν €15.622,58). Περιπλέον, το καταβληθέν ποσό ύψους €818,80 (με τον ΦΠΑ) για αγορά τεσσάρων ανατομικών καρεκλών γραφείου για τα καταστήματα στην Αθηνών 29, ποσώς θα μπορούσε υπό τις συνθήκες να ταξινομηθεί ως συνετό και αναγκαίο και δεν θα συνυπολογιστεί στην αποζημίωση που θα δοθεί. Παρενθέτεται - επί τω λόγω ότι αναπτύχθηκε αρκετή συζήτηση περί του θέματος - πως οι ενάγοντες παρουσίασαν θετική και αποδεκτή βαρύνουσα μαρτυρία για απόδειξη όλων ανεξαιρέτως των ζημιών που υπέστησαν από την απαλλοτρίωση. Ο εναγόμενος, μ' όλο που αρνήθηκε σε γενικότερο επίπεδο (διά δηλώσεων και μεμονωμένης αντεξέτασης) την πληρωμή από τους ενάγοντες σειράς ή και όλων των κονδυλιών για ενοίκια ή έξοδα μεταστέγασης των εναγόντων, δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς ή αντέκρουσε τη σχετικώς παρουσιασθείσα μαρτυρία. Όσα με περισσή λεπτομέρεια ξεδίπλωσε ο XXXXX Ξυδάς (ΜΕ1), επιβεβαιώνοντας την αλήθεια, ορθότητα και σωφροσύνη των εργασιών και πληρωμών που διενέργησαν οι ενάγοντες και όσα έγγραφα κατέθεσε προς τούτο ο μάρτυς (αποδείξεις, πιστωτικές σημειώσεις, πίνακες, λογαριασμούς, τιμολόγια, διατακτικά υπηρεσιακά σημειώματα και άλλα τινά), αρκούν για απόδειξη των επιζητούμενων θεραπειών (στην έκταση που θα κριθεί δικαστικώς). Στην Olympic Insurance Agencies Limited v Lexus Insurance Agencies Limited και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1440, 1447-1449, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Φωτίου, Δ), απέγραψε τα πιο κάτω συναφή με όσα εδώ απασχολούν: «................................................... (δ) Αναφορικά με τον 4ο λόγο έφεσης, ότι δηλαδή οι εφεσίβλητοι δεν αντεξέτασαν τους μάρτυρες των εφεσειόντων επί του περιεχομένου του τεκμ. 12 (κατάσταση λογαριασμού), κρίνουμε ότι και αυτός ευσταθεί. Κατατέθηκε χωρίς ένσταση και έγινε δήλωση ότι δεν γίνεται αποδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου του. Όμως από τη στιγμή που ο μάρτυρας που το κατέθεσε ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο είναι ορθό, ώφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού τον μάρτυρα των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τους κανόνες απόδειξης και νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, 105, Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 388, 389 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057, 1060), εκεί όπου ένας διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί (δηλαδή δεν είναι υπόχρεο) να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει, δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Εδώ τα γεγονότα του τεκμηρίου 12 ήταν ουσιώδη, αφού αποτελούσε μαρτυρία για απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, που ήταν η ουσία της αγωγής, και επομένως ώφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει το μάρτυρα ως προς την ορθότητα ή μη της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού. Επομένως ήταν περίπτωση που το Δικαστήριο μπορούσε να θεωρήσει ότι το απαιτούμενο ποσό ήταν ορθό και γι' αυτό το λόγο, ως ποσό οφειλόμενο με βάση τη συμφωνία αντιπροσώπευσης, όπως άλλωστε ήταν εύρημα του Δικαστηρίου στις σελίδες 13 και 14 της απόφασης. Συγκεκριμένα στη σελ. 14 το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει τα εξής: «Εν τω μεταξύ οι εναγόμενοι 1 δια του εναγομένου 2 εξακολουθούσαν να χρεωπιστώνονται με τα ποσά που με ακρίβεια και αλήθεια αναφέρονται στο τεκμήριο 12». (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Επισημαίνουμε εδώ ότι το τεκμ. 12 ήταν δέσμη εγγράφων και με διάφορες καταστάσεις λογαριασμού. Η τελευταία Κατάσταση Λογαριασμού δείχνει ότι κατά την 31/12/2000 το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν £41.042.58, δηλαδή το ίδιο με το απαιτούμενο με την αγωγή. Κρίνουμε ότι η ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου μαρτυρία, όπως την έχει αποδεχθεί, ήταν αρκετή για απόδειξη της απαίτησης και οι ασάφειες και αοριστίες που έκρινε το Δικαστήριο ότι υπήρχαν, δεν ήσαν τέτοιας φύσης που να επηρεάζουν την ορθότητα της αξίωσης. ...................................................» Μια παρέκβαση. Τόσον οι ενέργειες των εναγόντων όσον και ο εντοπισμός των σχετικών ακινήτων και το συμφωνηθέν ενοίκιο, κρίνονται, υπό το φως των δεδομένων και συνθηκών, ως απόρροια εύλογης και λελογισμένης διαχείρισης τής εκτάκτου καταστάσεως στην οποία περιήλθαν οι ενάγοντες. Έγινε λόγος από τον εναγόμενο για το ότι η τελική εκκένωση του κτηρίου και του κτήματος συνέβη σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο (ενός περίπου έτους) από τον χρόνο υπογραφής και έναρξης της ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 17Α). Ως εκ τούτου, λέγει, οι ενάγοντες όφειλαν, ως έγινε αντιληπτό, να προσπαθήσουν (ή να προσπαθήσουν περισσότερο), να μειώσουν τη ζημιά τους. Δεν συμφωνώ καθ' ολοκληρίαν με την προσέγγιση του εναγομένου. Αναντιρρήτως, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να μειώσουν τη ζημιά τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Christodoulou v Kazafaniotis
(1988)1 CLR 325, 327). Οι ενάγοντες έπραξαν ακριβώς αυτό. Βρέθηκαν στριμωγμένοι. Έπρεπε να συνετιστούν με το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Πιέζονταν και απειλούνταν με τη λήψη δικαστικών και αστυνομικών μέτρων. Συνυπολόγισαν ποικίλες μεταβλητές κατά τη διαχείριση των πραγμάτων, όπως το ότι, ως τραπεζικό ίδρυμα, θα έπρεπε να εντοπίσουν εφάμιλλα υποστατικά από απόψεως αρχιτεκτονικής, τοποθεσίας και λειτουργικότητας και τα τοιαύτα ώστε μετακομίσουν εκεί και να εξακολουθήσουν τις εργασίες τους. Τα μέτρα που μπορεί να υιοθετήσει το αναίτιο μέρος σε μια κατάσταση όπως η παρούσα για να μετριάσει τις απώλειες του δεν πρέπει να σταθμίζονται με ζυγαριές ακριβείας κατ' απαίτησιν του μέρους το οποίο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, προκάλεσε αυτή τη δυσκολία και πως είναι συχνώς εύκολο μετά το πέρας μιας έκτακτης κατάστασης να επικρίνονται τα μέτρα αυτά αλλά και το ότι κριτήριο αξιολόγησης είναι και το αν το μέρος που βρίσκεται στη δύσκολη κατάσταση (εδώ οι ενάγοντες), ενήργησε ευλόγως στην υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων, δίχως να σημαίνει πως το μέρος αυτό αποστερείται του δικαιώματος του να ανακτήσει το χρηματικό κόστος των μέτρων, απλώς και μόνο γιατί το ευθυνόμενο μέρος (εδώ ο εναγόμενος), μπορεί να εισηγηθεί πως λιγότερο επαχθή για αυτόν μέτρα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί, με το βάρος απόδειξης ότι, εν τέλει, οι ενάγοντες απέτυχαν να πάρουν μέτρα για μείωση της ζημιάς τους, να βαραίνει τον εναγόμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Beaumont και Άλλου ν Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) ΑΑΔ 525, 566-568). Ο εναγόμενος δεν παρέπεμψε σε κατιτί άλλο ούτε και παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία για τους όποιους εναλλακτικούς ή λογικότερους χειρισμούς θα μπορούσαν να υιοθετηθούν και προωθηθούν από τους ενάγοντες. Σε όλα αυτά, αποτυπώνω πάντως μια μικρή σύγκλιση με μέρος της επιχειρηματολογίας του εναγομένου συμφωνώντας με τους δικηγόρους του ότι οι ενάγοντες δεν δικαιολογούνταν να δεσμευθούν σε μια παραλόγως μακρόχρονη περίοδο ενοικίασης υποστατικών στην Αγίας Φυλάξεως 212 (μέχρι το 2021) χωρίς να μεριμνήσουν να εξεύρουν μηχανισμούς για λογική δυνατότητα τερματισμού αναλόγως της εξέλιξης των πραγμάτων και ότι, κατά τα εδώ αναπτυχθέντα, δεν δικαιολογείται επιδίκαση ποσού αποζημίωσης για τα ενοίκια που θα πληρωθούν από τους ενάγοντες από τούδε, πέραν βεβαίως και από το ότι η νέα απαλλοτρίωση έχει εκτρέψει τον ρουν αλλού και προς διάφορο πια καθεστώς κρίσης. Κατά τα συναγόμενα από τη μαρτυρία και τα πολυάριθμα έγγραφα/τεκμήρια που δόμησαν τις γραπτές δηλώσεις του XXXXX Ξυδά (ΜΕ1) ως και τα Έγγραφα Α και Α1, αλλά και όσα έτερα τεκμήρια κατατέθηκαν προς τούτο από τους ενάγοντες, τα λεφτά που εξόδευσαν οι ενάγοντες για τις ενοικιάσεις των επίδικων υποστατικών ένεκα της απαλλοτρίωσης ανήλθαν σε €1.192.652,27 (€1.044.848,27 + €147.804,00), εκείνα δε για την αναγκαία μεταστέγαση τους σε €476.402,
- Εν συνόλω €1.669.055,
- Δεν αποδείχθηκε - δεδομένης και της νέας απαλλοτρίωσης - η αξίωση για επιδίκαση ποσού €2.000.000 ως μείωση της αξίας του κτήματος. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία επαρκούς βαρύτητας και καθαρότητας ώστε να παρέχεται έρεισμα για συνειρμούς καν περί επιδίκασης τέτοιου ποσού και δεν μπορεί να μην υπομιμνηστεί εδώ και η σχετική αναφορά του XXXXX Δανού (ΜΕ2), ότι τούτος δεν υποστήριξε διά μαρτυρίας πως η αξία του κτήματος μειώθηκε ως εκ της απαλλοτρίωσης. Μήτε και αποδείχτηκε το πρόσφορον των επαυξημένων ή και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ο εναγόμενος, σε αντίθεση με το τι ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αν και επιθυμούσε εκκένωση του κτηρίου και του κτήματος αμελλητί, επέδειξε αρκετή ανοχή και κατανόηση για να δώσει την ευκαιρία στους ενάγοντες να βρουν νέους χώρους για συνέχιση των εργασιών τους και να μεταστεγαστούν εκεί με τον απαιτούμενο προς τούτο εξοπλισμό (βλ. Τεκμήρια 40-45). Δεν έδρασε με συμπεριφορά τέτοια που να συνηγορεί σε άλλες σκέψεις. Υπό αυτό το πρίσμα η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων αντενδείκνυται (βλ. κατ' αναλογίαν, KGD Graphics Designs Ltd και Άλλου v Νεάρχου, ΠΕ 35/11, ημ. 18.4.18, Κωνσταντίνου ν Γ&Κ Σοφοκλέους Λίμιτεδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1952, 1958-1962). Το προειρημένο ποσό των €1.669.055,00 - που συνιστά την αποδοτέα ζημιά των εναγόντων εν τη εννοία του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού προκλήθηκε κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της ισχύος της επίδικης παράνομης πράξης (απαλλοτρίωσης) - αποφαίνομαι (και έτσι καθορίζω), αποτελεί της δίκαιη και εύλογη αποζημίωση των εναγόντων υπό τις περιστάσεις, με τον εναγόμενο να κρίνεται υπόλογος για τη ζημιά και αποζημίωση αυτή προς τους ενάγοντες ως το Άρθρο 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας Οι ενάγοντες στο βαθμό που προαναφέρθηκε, απέδειξαν την απαίτηση κατά του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων με όλες τις άλλες αξιώσεις τους ή μέρος αυτών να απορρίπτονται ως αναπόδεικτες για τους λόγους που εξετέθησαν (ή ως παραφυάδες των λόγων αυτών). Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, κατά τα ακόλουθα: (Α) €1.192.652,27, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, για καταβληθέντα ενοίκια, με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (9.11.12), μέχρι εξοφλήσεως, μειωμένου όμως κατά το ½ ως αντιστάθμισμα για το ότι εμπερικλείονται στο ποσό τούτο και ενοίκια που καταβλήθηκαν μετά από την καταχώριση της αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1997)1(Α) ΑΑΔ 396, 413). (Β) €476.402,83, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, για έξοδα μεταστέγασης των εναγόντων και όλα τα παρεμφερή σε καταστήματα στις οδούς Αθηνών 29 και Αγίας Φυλάξεως 212 στην Λεμεσό, με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (9.11.12), μέχρι εξοφλήσεως, ως ζητείται ούτω ή άλλως στην Έκθεση Απαίτησης. Τα έξοδα - και ο ΦΠΑ - επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου (στην κλίμακα που εμπίπτει η αγωγή βάσει του ποσού της απόφασης τούτης), όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο