Παρασκευαΐδου κ.α. ν. Ιακωβίδη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Παρασκευαΐδη και προσωπικά, Αρ. Αγωγής: 1991/18, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A732 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1991/18 Μεταξύ: 1. XXXXX Παρασκευαΐδου 2. XXXXX Παρασκευαΐδου Εναγουσών και XXXXX Ιακωβίδη ως Διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Παρασκευαΐδη και προσωπικά Εναγομένου Και δι' Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: XXXXX Ιακωβίδη ως Διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Παρασκευαΐδη και προσωπικά Ενάγοντα και 1. XXXXX Παρασκευαΐδου 2. XXXXX Παρασκευαΐδου 3. XXXXX Παρασκευαίδη 4. XXXXX Παρασκευαίδου Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 23.4.19 Για Διαγραφή/Αποκλεισμό Ανταπαίτησης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαΐου, 2019. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Ενάγουσες/Αιτήτριες: Οι κ.κ. Κ. Μιχαηλίδης, Μ. Κατσελλή και Μ. Κρασά, για Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σια (ΔΘ33) και Γ. Λεοντίου ΔΕΠΕ (ΔΘ160). Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Αλ. Γαβριηλίδης, για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ82) και Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ (ΔΘ122). Για τους Καθ' ων η αίτηση/Δι' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4: Η κ. Ν. Πετρίδου, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ104). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας Από Την Έδρα) Με επίκληση την Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και με πρόταξη γεγονότα/ισχυρισμούς της ενάγουσας 2/αιτήτριας σε συνοδευτική ένορκη δήλωση της, οι ενάγουσες/αιτήτριες («οι αιτήτριες») ζητούν την έκδοση δικαστικής διαταγής «.όπως η Ανταπαίτησις, η οποία κατεχωρήθη εις την αγωγήν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν, διαγραφή και ή αποκλεισθή από την αγωγήν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν διά τον λόγον ότι το αντικείμενον της ως άνω Ανταπαιτήσεως έπρεπε να προβληθή διά ξεχωριστής αγωγής και/ή είναι απρόσφορος να εκδικασθή μαζί με την αγωγήν και θα επηρεάση δυσμενώς την διεξαγωγήν της δίκης της αγωγής και θα προκαλέση σύγχυσιν και καθυστέρησιν εις την δικαίαν εκδίκασιν της αγωγής». Η περί ης ο λόγος ένορκη δήλωση τής ενάγουσας 2/αιτήτριας αναφέρει και τα εξής: « 1. Είμαι μία εκ των Εναγουσών εις την αγωγήν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν. Έχω εξουσιοδότησιν και από την XXXXX Παρασκευαίδου να προβώ εις την παρούσαν Ένορκον Δήλωσιν. 2. Στις 22.9.2017 το Δικαστήριον διώρισε τον Εναγόμενον ως Διαχειριστήν της περιουσίας του XXXXX Παρασκευαίδη, ο οποίος απεβίωσε την 5.12.2007, χωρίς διαθήκην, εις αντικατάστασιν του παραιτηθέντος XXXXX Παπαφιλίππου. Την αίτησιν διά τον διορισμόν του υπέβαλαν οι δύο εκ των κληρονόμων, XXXXX Μαυρονικόλα και XXXXX Παρασκευαίδης, ενώ η σύζυγος του XXXXX Παρασκευαίδου και η θυγατέρα του XXXXX Παρασκευαίδου υπέβαλαν ξεχωριστήν αίτησιν διά να διορισθή η XXXXX. Παρασκευαίδου ως χήρα του αποβιώσαντος η νέα Διαχειρίστρια της περιουσίας. 3. Ο διορισμός του Εναγομένου ως Διαχειριστού έχει προσβληθή δι' Εφέσεως, η οποία εκκρεμεί. 4. Οι εταιρείες Adow Corporation Inc., Bauru Holdings Limited, Knock Holdings Ltd και Volkart International Limited, οι οποίες ιδρύθησαν εις τις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους (BVI), με ανώνυμες μετοχές, που είχαν τις μετοχές της Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, διεκδικούντο από το Endra Foundation, που ήτο ένα οικογενειακόν Foundation, που ιδρύθη εις το Lichtenstein, δικαιούχοι του οποίου ήσαν εξίσου η σύζυγος και τα τρία παιδιά του XXXXX. Παρασκευαίδη και από ένα προφορικόν Trust το οποίον εδημιουργήθη από τον XXXXX. ΓΙαρασκευαίδην, όπως ισχυριζόμουν εγώ και η μητέρα μου. 5. Η XXXXX. Μαυρονικόλα, εκπροσωπούσα και τον αδελφόν μας XXXXX. Παρασκευαίδην, έλαβε δικαστικά μέτρα εις το Λιχτενστάιν και ισχυρίζετο ότι οι μετοχές των ως άνω εταιρειών ανήκα,ν εις το Endra Foundation. Αυτή δεν ισχυρίσθη ότι ανήκαν εις την περιουσίαν του XXXXX. Παρασκευαίδη. 6. Ο Εναγόμενος Διαχειριστής δεν ισχυρίσθη ποτέ ότι οι μετοχές ανήκαν εις την περιουσίαν του XXXXX. Παρασκευαίδη. Απλώς αυτός ισχυρίζετο ότι ερευνούσε κατά πόσον οι μετοχές ανήκαν εις την περιουσίαν. 7. Ο Εναγόμενος ισχυρίζετο ότι είναι παράλογος και αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι οι μετοχές των ως άνω τεσσάρων εταιρειών ανήκαν εις Trust. 8. Ούτε αι Ενάγουσαι ούτε οιοσδήποτε άλλος προέβαλεν οιονδήποτε ισχυρισμόν ότι οι ως άνω εταιρείες ανήκαν εις το Trust. 9. Έγινε διεθνής διαιτησία εις το Lichtenstein κατά πόσον οι μετοχές των ως άνω τεσσάρων εταιρειών ανήκαν εις το Endra Foundation ή το Trust, αφού μόνον αυτά τις διεκδικούσαν, και οι Διαιτηταί απεφάσισαν ότι οι τέσσερεις ως άνω εταιρείες, που ιδρύθησαν εις τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους, δεν ανήκαν εις το Endra Foundation αλλά εις το προφορικόν Trust. Η απόφασις εξεδόθη την 8.10.2018 και αποτελεί δεδικασμένον. 10. Ο πρώτος Διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX. Παρασκευαίδη κατεχώρησε δύο απογραφές την 10.6.2013 και την 12.9.2013. Σε καμίαν από τις απογραφές αυτές δεν περιελήφθησαν οι μετοχές των τεσσάρων ως άνω εταιρειών ως μέρος της περιουσίας του XXXXX. Παρασκευαίδη, η οποία ευρίσκετο υπό διαχείρισιν. 11. Ο Εναγόμενος δεν κατεχώρησεν νέαν απογραφήν εις την οποίαν να λέγη ότι οι μετοχές των ως άνω τεσσάρων εταιρειών του B.V.I. αποτελούν μέρος της περιουσίας του XXXXX. Παρασκευαίδη. 12. Ο Εναγόμενος δεν κατεχώρησεν αίτησιν εις το Δικαστήριον διά να λάβη οδηγίες αν οι μετοχές των ως άνω τεσσάρων εταιρειών ανήκαν εις την περιουσίαν ή όχι. 13. Χωρίς οδηγίες του Δικαστηρίου και χωρίς να περιλαμβάνονται οι εταιρείες αυτές μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του XXXXX. Παρασκευαίδη, ο Εναγόμενος προέβη εις σωρείαν παρανόμων πράξεων, οι οποίες περιγράφονται εις την Έκθεσιν Απαιτήσεως και για τις οποίες κατεχωρήθη η αγωγή υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν, με την οποίαν ζητείται δήλωσις του Δικαστηρίου ότι οι μετοχές των ως άνω τεσσάρων εταιρειών, που ιδρύθησαν εις τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους, και κατ' επέκτασιν οι μετοχές της Dabcey Corporation και της Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, δεν ανήκουν εις την περιουσίαν του XXXXX. Παρασκευαίδη. 14. Εζητείτο περαιτέρω δήλωσις του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ως Διαχειριστής δεν εδικαιούτο να επεμβαίνη εις την κατοχήν ή φύλαξιν των μετοχών των ως άνω τεσσάρων εταιρειών ή να λαμβάνη αποφάσεις εκ μέρους των, καθώς και απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα ως αναφέρονται εις την Έκθεσιν Απαιτήσεως. 15. Λόγω των παρανόμων πράξεων του Διαχειριστού ζητείται επιπροσθέτως η παύσις του από Διαχειριστής καθώς και αποζημιώσεις εναντίον του. 16. Η XXXXX. Μαυρονικόλα και ο XXXXX. Παρασκευαίδης δεν είναι διάδικοι εις την αγωγήν και κατά συνέπειαν θα σπαταλούν τον χρόνον των ενώ θα εκδικάζεται η αγωγή. 17. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπισιν του έχει καταχωρήσει Ανταπαίτησιν εναντίον των Εναγουσών εις την αγωγήν και εναντίον των προσώπων που εζήτησαν τον διορισμόν του, ήτοι της XXXXX Μαυρονικόλα και του XXXXX. Παρασκευαίδη, με την οποίαν ανταπαιτεί απόφασιν ότι ο XXXXX. Παρασκευαίδης ουδέποτε εδημιούργησεν οιονδήποτε έγκυρον προφορικόν Καταπίστευμα. Το αν εδημιούργησεν ή όχι είναι άσχετον με τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να εξετασθή εις τα πλαίσια της αγωγής. 18. Ουδείς προέβαλε προς τον Διαχειριστήν οιανδήποτε απαίτησιν εκ μέρους του προφορικού Καταπιστεύματος. 19. Το αν εδημιουργήθη ή όχι προφορικόν Καταπίστευμα είναι άσχετον με τις παρανομίες εις τις οποίες προέβη χωρίς νόμιμον δικαίωμα ο Εναγόμενος. 20. Ο Εναγόμενος ενάγεται διότι ως Διαχειριστής έλαβεν αποφάσεις παράνομες σε εταιρείες οι οποίες δεν ανήκαν εις την περιουσίαν του XXXXX. Παρασκευαίδη και οι οποίες δεν εδηλώθησαν εις την απογραφήν ότι ανήκουν εις την περιουσίαν του XXXXX Παρασκευαίδη ούτε εζητήθησαν προκαταβολικά οδηγίες του Δικαστηρίου κατά πόσον οι μετοχές ανήκαν ή όχι εις την περιουσίαν του XXXXX Παρασκευαίδη. 21. Είναι μία προσπάθεια που καταβάλλεται από τον Εναγόμενον-Διαχειριστήν διά να εκτροχιάση την δίκην και ν' αποφύγη την γρήγορην αποπομπήν του. 22. Έχω νομικήν συμβουλήν και πιστεύω ότι η συνεκδίκασις της Ανταπαίτησης με την αγωγήν όχι μόνον δεν είναι πρόσφορος (inexpedient) αλλά και θα προκαλέση δυσχέρειαν (inconvenience) εις την διεκδίκησιν των δικαιωμάτων των Εναγουσών. 23. Έχω νομικήν συμβουλήν και πιστεύω ότι θα προκληθή σημαντική καθυστέρησις εις την εκδίκασιν της αγωγής με το να εκδικασθούν θέματα άσχετα με την αγωγήν και που δεν είναι αναγκαία διά την εκδίκασιν των ισχυρισμών των Εναγουσών που περιέχονται εις την Έκθεσιν Απαιτήσεως. 24. Ο Εναγόμενος δεν νομιμοποιείται να προβάλλη τέτοιου είδους Ανταπαίτησιν εις την αγωγήν. Οιαδήποτε μέτρα από τον Διαχειριστήν έπρεπε να ληφθούν εντός της αιτήσεως Διαχείρισης υπ' αρ. XXXXX/08. 25. Απλή ανάγνωσις της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης αποδεικνύει ότι αυτή πρέπει να διαγραφή και ή αποκλεισθή. .............................................................». Καταχωρίστηκαν δύο ξεχωριστές Ειδοποιήσεις για Πρόθεση Ένστασης, τόσον δηλαδή από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση όσον και από τους διά ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και 4 («οι καθ' ων η αίτηση»). Οι εναντιώσεις τους θα μπορούσε να λεχθεί πως είναι κοινές και συγκλίνουσες στο ότι δεν συντρέχουν, ως λέγουν, οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος με βάση τη Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τη νομολογία που την ερμήνευσε αφού μεταξύ άλλων η αγωγή και η ανταπαίτηση είναι στην ουσία αποτμημένες μεταξύ τους, με αποτέλεσμα οι δυσχέρειες που θα προκύψουν σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος και εκδίκασης της υπόθεσης να είναι τόσο μεγάλες για τις αιτήτριες που να επηρεάζουν καταλυτικώς και τα δικαιώματα τους. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση περιλαμβάνει και τα ακόλουθα: « .............................................................. 3. Έχω διαβάσει την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση της XXXXX Παρασκευαϊδου ημερομηνίας 23/04/2019 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αυτής (στο εξής «η ΕΔ Παρασκευαϊδου»). Έχω επίσης διαβάσει τα δικόγραφα που έχουν μέχρι στιγμής καταχωρηθεί στα πλαίσια της Αγωγής. Εκτός όπου ρητά αναφέρεται διαφορετικά πιο κάτω στην παρούσα αρνούμαι και απορρίπτω όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ΕΔ Παρασκευαϊδου στο βαθμό που αυτοί είναι αντίθετοι ή και ασυμβίβαστοι με το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης το οποίο υιοθετώ πλήρως. 4. Με την Αγωγή οι Ενάγουσες, οι οποίες είναι αντίστοιχα η σύζυγος και μία εκ των δύο θυγατέρων του αείμνηστου XXXXX Παρασκευαϊδη (στο εξής «ο ΓΠ»), αξιώνουν εναντίον μου, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του ΓΠ και προσωπικά, αριθμό θεραπειών οι οποίες σχετίζονται με τις μετοχές τεσσάρων εταιρειών που συστάθηκαν στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, ήτοι των εταιρειών Adow Corporation Inc., Bauru Holdings Limited, Knock Holdings Ltd και Volkart International Limited (στο εξής «οι Εταιρείες BVI»). 5. Όπως εξηγείται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, οι Εταιρείες BVI, των οποίων οι μετοχές είναι μετοχές στον κομιστή (bearer shares) και κατέχονται από την εταιρεία παροχής υπηρεσιών Citco Trust Corporation (στο εξής «η Citco») ως θεματοφύλακα (custodian) δυνάμει Συμφωνιών Θεματοφυλακής (Custody Agreements) που υπογράφηκαν από τον δικηγόρο των Εναγουσών κ. XXXXX Μιχαηλίδη υπό την τότε ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ, κατέχουν το σύνολο του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Dabcey Corporation Limited (στο εξής η «Dabcey») η οποία είναι επίσης εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Η Dabcey, με τη σειρά της, κατέχει το 40% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Joannou & Paraskevaides (Overseas) Limited (στο εξής η «JPO»), η οποία είναι εργοληπτική εταιρεία συσταθείσα στο Guernsey των Νήσων της Μάγχης και η οποία δράστηριοποιείτο κυρίως στη Μέση Ανατολή. 6. Με την Αγωγή οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον μου: Α. Διακήρυξη ότι οι μετοχές των Εταιρειών BVI, της Dabcey και της JPO δεν ανήκουν στην περιουσία (estate) του ΓΠ. Β. Διακήρυξη ότι εγώ,, υπό την ιδιότητα μου ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ, δεν δικαιούμουν και δεν δικαιούμαι να επεμβαίνω καθ'οινδήποτε τρόπο στην κατοχή των μετοχών ή και την διοίκηση ή και τις εργασίες των εν λόγω εταιρειών, είτε δίδοντας οδηγίες για παύση και αντικατάσταση των διοικητικών τους συμβούλων είτε διαφορετικά. Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει να επεμβαίνω στην κατοχή των μετοχών ή και την διοίκηση ή και τις εργασίες των εν λόγω εταιρειών καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δ. Διάταγμα που να μου απαγορεύει να δίδω οδηγίες για αντικατάσταση των διοικητικών συμβούλων των εν λόγω εταιρειών. Ε. Προστακτικό Διάταγμα που να με διατάσσει να ανακαλέσω κάθε απόφαση ή μέτρο που έλαβα ή συντέλεσα ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ σχετικά με τις εν λόγω εταιρείες. ΣΤ. Προστακτικό Διάταγμα που να με διατάσσει απομακρύνω τα πρόσωπα που διόρισα ως διοικητικούς συμβούλους στις εν λόγω εταιρείες και να αποκαταστήσω το προϋπήρξαν status quo. Ζ. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παύομαι ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ. Η. Αποζημιώσεις για τα ποσά και τα έξοδα που οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι αναγκάστηκαν να πληρώσουν λόγω των πράξεων και αποφάσεων μου σε σχέση με τις υπό αναφορά εταιρείες. Θ. Νόμιμο τόκο και έξοδα. 7. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεση Απαίτησης, ο βασικός ισχυρισμός στον οποίο βασίζεται η Αγωγή είναι ότι, ενώ οι μετοχές των πιο πάνω εταιρειών δεν ανήκουν στην περιουσία του ΓΠ και ενώ ουδείς εκ των κληρονόμων ή εκ των προηγούμενων διαχειριστών της περιουσίας του ΓΠ ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι εν λόγω μετοχές ανήκουν στην περιουσία του ΓΠ, εγώ, ενεργώντας παράνομα ή και αυθαίρετα και σε συνωμοσία με τους άλλους δύο κληρονόμους του ΓΠ, ήτοι τον XXXXX Παρασκευαίδη και την XXXXX Παρασκευαϊδου Μαρονικόλα, «επενέβηκα» στις εν λόγω εταιρείες προκαλώντας την αντικατάσταση των διοικητικών συμβούλων αυτών. 8. Στην Έκθεση Απαίτησης (και συγκεκριμένα στις παραγράφους 69-74 αυτής) προβάλλονται, μεταξύ άλλων, οι εξής ισχυρισμοί: (
- i)ότι οι Ενάγουσες αρχικά ήταν με την εντύπωση ότι οι μετοχές των Εταιρειών BVI ανήκαν στο Endra Foundation το οποίο ιδρύθηκε με οδηγίες του ΓΠ στο Λιχτενστάιν, (
- ii)ότι, οι Ενάγουσες «φέροντας στην μνήμην των [..] τις συνομιλίες που είχεν η XXXXX Παρασκευαϊδου με τον σύζυγον την Γ. Παρασκευαϊδην το 2004 και αργότερα, συνεβουλεύϋησαν Άγγλον Queen's Counsel ο οποίος εγνωμάτευσεν ότι ο Γ. Παρασκευαϊδης εδημιούργησεν by declaration ένα προφορικόν καταπίστευμαν (trust) για τις μετοχές των τεσσάρων BVI εταιρειών», κ (iii) ότι «οι μετοχές των τεσσάρων BVI εταιρειών, της Dabcey και της J&P
(0)ουδέποτε απετέλουν μέρος της περιουσίας του Γ. Παρασκευαίδη αλλ'οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι αυτές ανήκουν στο ως άνω Trust», και (ΐν) ότι οι υπό αναφορά μετοχές «ευρίσκοντο εν ζωή του εις την κατοχήν του Γ. Παρασκευαϊδη ως καταπιστευματοδόχου του προσφορικού Trust και δεν ανήκαν κατ'ακολουθίαν εις την περιουσίαν του Γ. Παρασκευαίδη». 9. Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί μου αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκαν εκ μέρους μου. Για τους σκοπούς της παρούσας ενόρκου δηλώσεως περιορίζομαι στο να σημειώσω: (
- i)ότι στην Υπεράσπιση μου προβάλλεται η θέση ότι στην πραγματικότητα ο ΓΠ ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε προφορικό καταπίστευμα σε σχέση με τις μετοχές των Εταιρειών BVI και ότι το προφορικό καταπίστευμα στο οποίο γίνεται αναφορά στην της Έκθεσης Απαίτησης (στο εξής «το Κατ'Ισχυρισμόν Καταπίστευμα») είναι νομικά και πραγματικά ανύπαρκτο καθώς και η θέση ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ή και δεν έχουν locus standi να αξιώνουν τις διακηρύξεις και τα διατάγματα που αξιώνονται με την Αγωγή καθ'ότι το Κατ'Ισχυρισμόν Καταπίστευμα, στο οποίο ισχυρίζονται ότι ανήκουν οι μετοχές των Εταιρειών BVI και του οποίου διατείνονται ότι είναι δικαιούχοι είναι νομικά και πραγματικά ανύπαρκτο (βλέπετε παραγράφους 17 και 25(
- i)της Υπεράσπισης), (
- ii)ότι η Ανταπαίτηση που έχω εγείρει βασίζεται στους ίδιους ισχυρισμούς και στα ίδια γεγονότα ως η Υπεράσπιση μου στην Αγωγή, (iii) ότι οι θεραπείες που αξιώνω με την Ανταπαίτηση μου σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της τελικής ωφέλιμης ιδιοκτησίας των σχετικών μετοχών και εταιρειών το οποίο αποτελεί και το κεντρικό ζήτημα ή τουλάχιστον ένα από τα κεντρικά ζητήματα που εγείρονται με την ίδια την Αγωγή, και (
- iv)ότι η Ανταπαίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά στην οριστική επίλυση, κατά τρόπο τελεσίδικο και δεσμευτικό για όλα τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα, του ζητήματος της τελικής ωφέλιμης ιδιοκτησίας των σχετικών μετοχών και εταιρειών το οποίο αποτελεί την ουσία της παρούσας υπόθεσης. 10. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω, εν όψει, μεταξύ άλλων, των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους οι οποίοι θα αναπτυχθούν από τους δικηγόρους μου κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης: (
- i)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για διαγραφή ή αποκλεισμό της Ανταπαίτησης. (
- ii)Τα ζητήματα που εγείρονται με την Ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα ζητήματα που εγείρονται με την Αγωγή καθώς και με τα ζητήματα που εγείρονται με την Υπεράσπιση μου. (iii) Οι θεραπείες που αξιώνονται με την Ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες ή σχετίζονται άμεσα με τις θεραπείες που αξιώνονται με την Αγωγή. (
- iv)Η Ανταπαίτηση βασίζεται στα ίδια γεγονότα και στους ίδιους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς ως η Υπεράσπιση μου και συνδέεται άμεσα με τα ζητήματα που εγείρονται με την Αγωγή. (ν) Υπό τις περιστάσεις είναι ξεκάθαρα πρόσφορο και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η Ανταπαίτηση να εκδικαστεί μαζί με την Αγωγή. (
- vi)Ουδείς βάσιμος η έγκυρος λόγος συντρέχει για διαγραφή ή αποκλεισμό της Ανταπαίτησης. (vii) Η Ανταπαίτηση ουδόλως επηρεάζει δυσμενώς τη διεξαγωγή της δικής και ουδόλως θα προκαλέσει σύγχυση ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής. (viii)Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ίδια την Έκθεση Απαίτησης οι Δι'Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 έκδηλα είναι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και έκδηλα επηρεάζονται και από τις θεραπείες που αξιώνονται με την Αγωγή. (
- ix)Η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί από πλευράς μου προς υποστήριξη ή και στοιχειοθέτηση της Υπεράσπισης μου (στην οποία θα περιλαμβάνεται μαρτυρία αναφορικά με τη σύσταση ή και απόκτηση των Εταιρειών BVI, τις διευθετήσεις που έγιναν από τον ΓΠ σε σχέση με τις Εταιρείες BVI, την Dabcey και την JPO και τη διανομή των μετοχών των Εταιρειών BVI μετά τον θάνατό του, την ιδιότητα υπό την οποία ο ΓΠ κατείχε τις μετοχές των Εταιρειών BVI κατά το χρόνο του θανάτου του, τις ενέργειες που έγιναν από τον κ. Μιχαηλίδη σε σχέση με τις Εταιρείες BVI υπό την τότε ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ και τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς που κατά καιρούς προβλήθηκαν από τον κ. Μιχαηλίδη, τις Ενάγουσες και τους άλλους δύο κληρονόμους του ΓΠ αναφορικά με την τελική ιδιοκτησία των μετοχών των Εταιρειών BVI) θα καλύπτει και την Ανταπαίτηση. (
- x)Θα ήταν άδικο, χρονοβόρο και ενάντια στα συμφέροντα των διαδίκων να ακουστεί δύο φορές η ίδια μαρτυρία από τους ίδιους εμπλεκόμενους/μάρτυρες για τα ίδια γεγονότα. (
- xi)Αφ'ης στιγμής οι Ενάγουσες επέλεξαν να αξιώσουν τις θεραπείες που αξιώνονται με την Αγωγή εκτός του πλαισίου της Διαχείρισης υπ'αρ. XXXXX/08 είναι σαφές ότι και εγώ δικαιούμαι και νομιμοποιούμαι να αξιώνω τις θεραπείες που αξιώνονται με την Ανταπαίτηση στα πλαίσια της Αγωγής. (xii) Η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωρηθεί από τις Ενάγουσες κακόπιστα με σκοπό να εμποδιστεί το Δικαστήριο από του να αποφασίσει κατά τρόπο τελεσίδικο και δεσμευτικό για όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα το ζήτημα της τελικής ιδιοκτησίας των μετοχών των Εταιρειών BVI το οποίο αποτελεί την ουσία της παρούσας υπόθεσης. 11. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ΕΔ Παρασκευαϊδου σημειώνω τα ακόλουθα: (
- i)Στο βαθμό που στην ΕΔ Παρασκευαϊδου επαναλαμβάνονται ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, παραπέμπω το σεβαστό Δικαστήριο στις απαντήσεις που δίδονται στους εν λόγω ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση μου. (
- ii)Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 5 και 6 της ΕΔ Παρασκευαϊδου επαναλαμβάνω τη δικογραφημένη θέση μου ότι εγώ ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ ουδεμία υποχρέωση είχε ή έχω να αποδεχθώ ή να υιοθετήσω οποιονδήποτε από τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς που ατά καιρούς προβλήθηκαν από τον κ. Μιχαηλίδη, τις Ενάγουσες και τους άλλους δύο κληρονόμους του ΓΠ αναφορικά με την τελική ιδιοκτησία των μετοχών των Εταιρειών BVI. Αντίθετα, ως Διαχειριστής, είχε υποχρέωση να διερευνήσω το ζήτημα αυτό ώστε να διαμορφώσω ο ίδιος άποψη ως προς το κατά πόσο οι σχετικές μετοχές ανήκουν ή όχι στην περιουσία του ΓΠ. (iii) Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 8 της ΕΔ Παρασκευαϊδου ότι οι Ενάγουσες δεν προέβαλαν ή και δεν προβάλλουν ισχυρισμό ότι οι Εταιρείες BVI ανήκουν στο Κατ'Ισχυρισμόν Καταπίστευμα καταρρίπτεται από τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 69 - 74 της Έκθεσης Απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός ότι οι Εταιρείες BVI ανήκουν στο Κατ'Ισχυρισμόν Καταπίστευμα προβλήθηκε ενόρκως εκ μέρους των Εναγουσών και στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους στις οποίες γίνεται αναφορά στις παραγράφους 21(xix) και 21(
- xx)της Υπεράσπισης μου. (
- iv)Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παράγραφο 9 της ΕΔ Παρασκευαϊδου, επαναλαμβάνω τη δικογραφημένη θέση μου ότι ούτε εγώ ως Διαχειριστής της περιουσίας του ΓΠ ούτε η περιουσία του ΓΠ ήμασταν διάδικοι στην αναφερόμενη στην εν λόγω παράγραφο διαιτησία. Έπεται ότι η όποια απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας δεν δεσμεύει ούτε εμένα ούτε την περιουσία του ΓΠ ούτε και μπορεί να επηρεάσει καθ'οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα μου να αξιώσω τις θεραπείες που αξιώνονται με την Ανταπαίτηση. (
- v)Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 17 της ΕΔ Παρασκευαϊδου, ότι το αν ο ΓΠ δημιούργησε το Κατ'Ισχυρισμόν Καταπίστευμα ή όχι «είναι άσχετον με τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να εξετασθεί εις τα πλαίσια της αγωγής», διαψεύδεται από το περιεχόμενο της ίδιας της Έκθεσης Απαίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Τα ίδια ισχύουν και καθ'όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 18, και 19 της ΕΔ Παρασκευαϊδου. (
- vi)Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 20 έως 25 της ΕΔ Παρασκευαϊδου, επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 10 πιο πάνω. .............................................................». Στην ένορκη δήλωση που επικουρεί την ένσταση των διά ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4, λέγονται και τα πιο κάτω: « 4. Κατ' αρχήν και όπως αυτό είναι εμφανές από την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησαν οι Ενάγουσες, ένα από τα κύρια ζητήματα της παρούσας αγωγής είναι η ιδιοκτησία και/ή η τελική ιδιοκτησία των μετοχών των τεσσάρων εταιρειών που είναι εγγεγραμμένες στα BVI, ήτοι των εταιρειών Adow Corporation Inc., Bauru Holdings Limited, Knock Holdings Ltd και Volkart International Limited (στο εξής «οι Εταιρείες BVI»), ως επίσης και της εταιρείας Dabcey Corporation Limited και της εταιρείας Joannou & Paraskevaides (Overseas) Limited (στο εξής η «JPO»), εξού και οι Ενάγουσες αξιώνουν με την αγωγή τους, εναντίον του Εναγόμενου, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι μετοχές των εν λόγω εταιρειών δεν ανήκουν στην περιουσία του Γ. Παρασκευαϊδη, και άλλες συναφείς προς τούτο θεραπείες. 5. Είναι περαιτέρω βασικός ισχυρισμός των Εναγουσών στην Έκθεση Απαίτησης τους, βάσει και του οποίου στηρίζουν την παρούσα αγωγή τους, ότι οι μετοχές των πιο πάνω εταιρειών δεν ανήκουν στην περιουσία του αποβιώσαντα Γ. Παρασκευαϊδη. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού τους προβάλλουν στη παράγραφο 70 της Έκθεσης Απαίτησης τους ισχυρισμό περί δήθεν ύπαρξης προφορικού καταπιστεύματος από τον Γ. Παρασκευαϊδη από το έτος 2004 στο οποίο ισχυρίζονται ότι ανήκουν οι εν λόγω μετοχές. Περαιτέρω, στη παράγραφο 74 της Έκθεσης Απαίτησης τους, οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι μετοχές των πιο πάνω εταιρειών «ευρίσκοντο εν ζωή του εις την κατοχήν του Γ. Παρασκευαϊδη ως καταπιστευματοδόχου του προφορικού Trust και δεν ανήκαν κατ' ακουλουθίαν εις την περιουσίαν του Γ. Παρασκευαϊδη». 6. Από τους ίδιους τους πιο πάνω ισχυρισμούς που εγείρονται από τις Ενάγουσες με την Έκθεση Απαίτησης τους, και στους οποίους απαντά ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του, είναι εμφανές ότι η ύπαρξη και/ή η δημιουργία ή όχι, προφορικού trust εκ μέρους του Γ. Παρασκευαϊδη είναι ζήτημα το οποίο είναι απόλυτα σχετικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με το κατά πόσο οι μετοχές των πιο πάνω εταιρειών ανήκουν ή όχι στη περιουσία του Γ. Παρασκευαϊδη, ζήτημα και/ή θεραπεία η οποία εγείρεται με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου και θα επιλυθεί στα πλαίσια αυτής. 7. Επομένως και εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται τη παρούσα υπόθεση η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης μαζί με την απαίτηση των Εναγουσών, είναι πρόσφορη και εξυπηρετεί το σκοπό της δικαιοσύνης και δεν πρόκειται να περιπλέξει με οποιοδήποτε τρόπο την εκδίκαση της αγωγής, εφόσον οι θεραπείες που αξιώνει ο Εναγόμενος με την Ανταπαίτηση του έχουν άμεση σχέση και/ή είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις θεραπείες και/ή τους ισχυρισμούς που αξιώνουν οι Ενάγουσες με την πιο πάνω αγωγή τους. 8. Πέραν τούτου, και από πληροφορίες που έχω λάβει από τους δικηγόρους που χειρίζονται τη παρούσα υπόθεση, είναι εμφανές από τα πιο πάνω ως επίσης και από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, ότι η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου βασίζεται στα ίδια γεγονότα και στους ίδιους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς ως η Υπεράσπιση του Εναγομένου και συνδέεται άμεσα με τα ζητήματα που εγείρονται από τις Ενάγουσες με την αγωγή, ήτοι με το ζήτημα της τελικής ωφέλιμης ιδιοκτησίας των σχετικών μετοχών και εταιρειών. 9. Επομένως, είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως η ανταπαίτηση εκδικαστεί συγχρόνως με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και δεν υπάρχει πιθανότητα πρόκλησης οποιοσδήποτε δυσχέρειας στα δικαιώματα των Εναγουσών με την εν λόγω συνεκδίκαση, και δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης με την συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την παρούσα αγωγή, εφόσον θα ακουστεί μία φορά μαρτυρία για τα ίδια επίδικα θέματα και γεγονότα. 10. Σε ότι αφορά την ουσία των ισχυρισμών που προβάλλονται από την XXXXX Παρασκευαϊδου στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, αναφέρω ότι η εν λόγω Διαιτησία έγινε κατόπιν συνέργειας και πιθανής συνομωσίας μεταξύ της XXXXX Παρασκευαϊδου και μελών που διόρισε η XXXXX Παρασκευαϊδου στο Endra Foundation, ως Προστάτης (Protector) του εν λόγω Foundation, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ρήτρα διαιτησίας στο καταστατικό και/ή στα by-laws του Endra Foundation που να περιλαμβάνει την επίλυση διαφοράς για την απαίτηση βάσει του κατ' ισχυρισμόν προφορικού εμπιστεύματος. 11. Επομένως, η παραπομπή και η έναρξη της εν λόγω Διαιτησίας έγινε παράνομα και κακόπιστα κατόπιν υπογραφής συγκεκριμένης συμφωνίας με το Endra Foundation, προς υλοποίηση των σκοπών των Εναγουσών, χωρίς την συγκατάθεση ή αποδοχή των υπόλοιπων δικαιούχων του Endra Foundation. Μάλιστα, χαρακτηριστικό του δόλιου και ενορχηστρωμένου τρόπου που έχουν ενεργήσει οι Ενάγουσες είναι και το γεγονός ότι η εν λόγω διαιτησία ξεκίνησε λίγες μέρες πριν την ημερομηνία διανομής (31.12.2015) των μετοχών των εν λόγω εταιρειών, ως επίσης και του γεγονότος ότι ενώ το Endra Foundation είχε προβάλει ότι θα ενστεί στην πιο πάνω διαιτητική διαδικασία, εντούτοις ουδεμία μαρτυρία δόθηκε εκ μέρους του Foundation, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η απόφαση ημερ. 8.10.2018 ουσιαστικά ερήμην οποιοσδήποτε ένστασης από το Foundation. 12. Εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, η εν λόγω απόφαση δεν δεσμεύει και δεν θα μπορούσε να δεσμεύει οποιοδήποτε άτομο δεν ήταν μέρος της εν λόγω συμφωνίας παραπομπής σε Διαιτησία. Συνεπώς, δεν δεσμεύει και δεν μπορεί να δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο, αλλά ούτε και τους Δϊ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4, και άρα δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του Εναγόμενου να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνονται με την Ανταπαίτηση του και να επιζητεί την επίλυση των εν λόγω επίδικων θεμάτων που οι ίδιες οι Ενάγουσες επέλεξαν να εγείρουν και να επιλύσουν με την παρούσα αγωγή και όχι στα πλαίσια της Διαχείρισης XXXXX/2008. 13. Είναι περαιτέρω αξιοσημείωτο ότι οι όποιοι ισχυρισμοί εκ μέρους των Εναγουσών περί ύπαρξης προφορικού καταπιστεύματος εκ μέρους του Γ. Παρασκευαϊδη από το έτος 2004, και ότι δήθεν οι Ενάγουσες ανακάλεσαν στην μνήμη τους τις κατ' ισχυρισμόν συνομιλίες που είχαν με τον Γ. Παρασκευαϊδη για αυτό το θέμα, δημιουργήθηκαν μόλις λίγο πριν την απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την παύση του κ. Μιχαηλίδη από Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Γ. Παρασκευαϊδη και τον διορισμό του Εναγόμενου στη θέση του Διαχειριστή. 14. Σημειώνω ότι τέτοιο προφορικό καταπίστευμα ουδέποτε δημιουργήθηκε είτε κατά το χρόνο που επικαλούνται οι Ενάγουσες είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο, και αυτό διαφαίνεται και υποστηρίζεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο που να αναφέρει τους όρους αυτού και/ή τον καταπιστευματοδόχο trustee και είναι παντελώς άγνωστοι οι οποιοιδήποτε όροι και/ή ο καταπιστευματοδόχος αυτού. Πέραν τούτου, από τους ισχυρισμούς των Εναγουσών φαίνεται να δημιουργήθηκε ένα δήθεν προφορικό trust, την ίδια ώρα που ο Γ. Παρασκευαϊδης προέβαινε σε συγκεκριμένες έγγραφες αλλαγές του καταστατικού και των by-laws του Endra Foundation και επομένως δεν υπήρχε λογική γιατί να προβεί σε ένα προφορικό trust όταν προέβαινε σε συγκεκριμένες έγγραφες αλλαγές κατά τον ίδιο χρόνο που επικαλούνται οι Ενάγουσες. Δεν υπάρχει ουδεμία μαρτυρία που να υποστηρίζει τα όσα αναληθώς ισχυρίζονται οι Ενάγουσες σε σχέση με την ύπαρξη ενός προφορικού trust εκ μέρους του Γ. Παρασκευαϊδη. 15. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί εκ μέρους των Εναγουσών αναφορικά με την δήθεν ύπαρξη προφορικού Trust αποτελούν μεταξύ άλλων μέρος της ήδη καταχωρημένης δικογραφίας και συνεπώς είναι απολύτως απαραίτητο να δοθεί μαρτυρία αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα και από πλευράς μας. Το ίδιο ισχύει και στα πολλούς άλλους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. 16. Αντιλαμβάνομαι την αγωνία των Εναγουσών να μην αποτελούμε εγώ και ο αδελφός μου μέρος της διαδικασίας για να μπορεί να μην υπάρχει απάντηση σε θέματα τα οποία ενδεχομένως να μην γνωρίζει ο Διαχειριστής της περιουσίας αλλά θεωρώ ότι είναι προς όφελος της δικαιοσύνης να απορριφθεί η αίτηση τους. 17. Επομένως και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι που χειρίζονται τη παρούσα υπόθεση, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των Αιτητριών, ως Δι' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 είναι απαραίτητο όπως καταστούμε διάδικοι στην παρούσα υπόθεση εφόσον σαφώς επηρεάζονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μας από τις θεραπείες που αξιώνονται από τις Ενάγουσες με την πιο πάνω Αγωγή και επομένως θα πρέπει να μας δοθεί η ευκαιρία να προβάλουν ισχυρισμούς και/ή μαρτυρία αναφορικά με τα επίδικα θέματα. 18. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση ότι το κατά πόσο ο Γ. Παρασκευαϊδης δημιούργησε το κατ' ισχυρισμόν προφορικό καταπίστευμα ή όχι «είναι άσχετον με τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να εξετασθεί εις τα πλαίσια της αγωγής», διαψεύδεται και είναι εντελώς αντίθετο από το περιεχόμενο της ίδιας της Έκθεσης Απαίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. 19. Πέραν των ανωτέρω, και από πληροφορίες τις οποίες έχω λάβει από τους δικηγόρους που χειρίζονται τη παρούσα υπόθεση, η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και σε καμία περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί ή η σχετική επί του θέματος νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εφόσον η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου μαζί με την απαίτηση των Εναγουσών, είναι πρόσφορη και εξυπηρετεί το σκοπό της δικαιοσύνης και δεν πρόκειται να περιπλέξει ή να καθυστερήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκδίκαση της αγωγής ή να προκαλέσει οποιαδήποτε δυσχέρεια στα δικαιώματα των Εναγουσών. 20. Τουναντίον, η δυσχέρεια η οποία θα προκληθεί στους διαδίκους από την μη οριστική επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, θα είναι πολύ μεγαλύτερη, εφόσον αν αποκλειστεί η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου στη παρούσα αγωγή, και καταχωρηθεί νέα αγωγή εκ μέρους του αναφορικά με τις θεραπείες που επιζητεί, θα πρέπει να ακουστεί εις διπλούν η ίδια μαρτυρία για τα ίδια επίδικα θέματα που θα ακουστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, με τυχόν έκδοση διαφορετικής και αντιφατικής απόφασης από την τελική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην πιο πάνω αγωγή. ..........................................................». Άκουσα τους συνηγόρους στις αγορεύσεις τους. Με εφοδίασαν μάλιστα τούτοι και με γραπτό κείμενο των θέσεων τους τις οποίες επεξέτειναν χωρίς πλατειασμούς, κάτι πολύ σημαντικό. Έλαβα υπόψιν στην πλήρη τους μορφή την αίτηση, τις ενστάσεις και τις ένορκες δηλώσεις. Συγκλίνω με τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση και αποκλίνω με κάθε σεβασμό από εκείνες των αιτητριών. Εξηγώ πολύ σύντομα το γιατί. Κατ' αρχάς, ως ευστόχως επισήμανε ο κ. Γαβριηλίδης, το νομικό βάθρο του αιτήματος δεν είναι η Δ.27Θ3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά η Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επομένως τα περί διαγραφής της ανταπαίτησης στο συζητούμενο αιτητικό δεν μπορούν να προωθηθούν διότι ελλείπει το αναγκαίο γι' αυτό δικονομικό υπόβαθρο. Μπορούν όμως να προωθηθούν τα περί αποκλεισμού της ανταπαίτησης, μια που ορθή είναι η αναφορά στην Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ερμηνεύθηκε από τη νομολογία σε σειρά αποφάσεων (τις οποίες ανέφερε με λεπτομέρεια η κ. Πετρίδου), όπως οι Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1(Α) AAΔ 710, 713-719, GDL Trading (Famagusta) Ltd v Φάρκονα και Άλλων
(2010)1(Α) ΑΑΔ 63, 67-70 και Athina Leathergoods Ltd v Χαραλάμπους και Άλλων
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, 804. Παραθέτω αντί άλλης παραφραστικής ανάλυσης τον αυθεντικό δικαστικό λόγο ως απογράφηκε στις τρεις αυτές αποφάσεις. Στην Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1(Α) AAΔ 710, 713-719, το Εφετείο είπε τα εξής για ό,τι εδώ ενδιαφέρει: « Η Δ.21 θ.Ι0 προβλέπει:- ............................................................. Σε ελληνική μετάφραση:- "10. Όπου ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση, εάν ο ενάγων, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο κατέστη διάδικος, ισχυρίζεται ότι η απαίτηση η οποία εγείρεται με την ανταπαίτηση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσο ανταπαιτήσεως, αλλά με ανεξάρτητη αγωγή, το δικαστήριο ή ο Δικαστής ο οποίος επιλαμβάνεται του αιτήματος μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο να διατάξει η ανταπαίτηση να αποκλειστεί." Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 θ. 10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ. 10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (incovenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray ν. Webb [1882] 21 Ch.D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 θ. 10 στην Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129. Στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης σε αγωγή για την οφειλή χρέους βάσει ομολόγου παρά την συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με την απαίτηση, που επίσης συνίστατο στη διεκδίκηση οφειλής βάσει ομολόγου για ισάξιο ποσό, ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής που θα επροκαλείτο από τον χρόνο που θα απαιτείτο για την επίλυση νομικών θεμάτων που εγείρονταν από την ανταπαίτηση. (Συνταγματικότητα νόμου και ενδεχόμενο παραπομπής του θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση βάσει του άρθρου 144). Διαφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνεκτιμούνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράφουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτιση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθοδηγητική επίσης είναι η απόφαση του Εφετείου στην Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Company Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97, ιδιαίτερα σε σχέση με την ευχέρεια αποκλεισμού ανταπαίτησης η οποία βασίζεται σε αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στο εξωτερικό. Μετά από αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων και καθοδηγούμενο από τις πρόνοιες της Δ.21 θ. 10 και των νομολογιακών αρχών οι οποίες φωτίζουν την ερμηνεία και εφαρμογή τους, το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι ενδείκνυται ο αποκλεισμός της ανταπαίτησης και διέταξε το διαχωρισμό της από την αγωγή. Στην απόφαση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην South African Republic v. La Compagnie Franco - Beige Du Chemin de fer du Nord [1898] 1 Ch.D., 190, λόγω της συνάφειας της ανταπαίτησης που αποκλείστηκε στην υπόθεση εκείνη με την ανταπαίτηση στην προκείμενη υπόθεση. Το δικαστήριο απέκλεισε την ανταπαίτηση για δυσφήμιση για το λόγο ότι δεν ήταν πρόσφορη η συνεκδίκαση της με την αγωγή. Ο κ. Κακογιάννης υπέβαλε ότι η υπόθεση εκείνη διακρίνεται λόγω της ιδιότητας των εναγόντων, η κυβέρνηση κυρίαρχου κράτους, η οποία με την προσφυγή της στο δικαστήριο δεν έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε αποποιηθεί το δικαίωμα να μην υποταγεί στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στην ανταπαίτηση. Όμως η απόφαση του δικαστηρίου δε συναρτάται με οποιοδήποτε άμεσο τρόπο με την ιδιότητα των εναγόντων άλλα με την πρόσφορη διεξαγωγή της δίκης. Στη μεταγενέστερη απόφαση Factories Insurance Company (Limited) v. Anglo - Scottish General Commercial Insurance Company (Limited) [1913] T.L.R., Vol. XXIX, 312, το Αγγλικό Εφετείο απέρριψε έφεση εναντίον απόφασης για τον αποκλεισμό ανταπαίτησης που ηγέρθη σε αγωγή αλλοδαπών εναγόντων που αποκλείστηκε λόγω της δυσχέρειας που θα προκαλούσε στην εκδίκαση της αγωγής. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν ξένη εταιρεία και η έγερση ανεξάρτητης αγωγής εναντίον τους στο Ηνωμένο Βασίλειο θα ήταν δυσχερής ή αδύνατη δεν αναιρούσε ούτε μετέβαλλε τις αρχές ή το πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών δικονομικών διατάξεων που καθιστούν την ευχερή διεξαγωγή της δίκης τον βασικό άξονα για την άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου να αποκλείσουν την ανταπαίτηση από την εκδίκαση της αγωγής. Ο κ. Κακογιάννης εισηγήθηκε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις δε θεμελιώνουν ανελαστικό κανόνα που επιβάλλει τον αποκλεισμό ανταπαίτησης για δυσφήμιση από τη δίκη αγωγής με την οποία διεκδικούνται συμβατικά δικαιώματα. Αντίθετα, η υπόθεση Lord Kinnaird v. Field [1905] 2 Ch.D. 361, υποστηρίζει, όπως υπέβαλε, ότι ανταπαίτηση για λίβελλο μπορεί να συνεκδικαστεί με αγωγή που έχει ως αντικείμενο απαίτηση διαφορετικής φύσης. Το θέμα που εξετάστηκε και αντιμετωπίστηκε στην Lord Kinnaird (ανωτέρω) ήταν κατά πόσο ανταπαίτηση σε αγωγή, το επίδικο θέμα της οποίας αναγόταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της Καγκελλαρίας (Chancery), δικαιολογούσε τη μεταφορά της υπόθεσης στο Τμήμα Βασιλικής Δικαιοδοσίας (King's Bench Division) το οποίο κατά κανόνα επιλαμβάνεται υποθέσεων για δυσφήμιση. Στο επίκεντρο των εισηγήσεων του εφεσείοντα έγκειται η θέση ότι η ανταπαίτηση αποτελεί θεμιτό μέρος της διαδικασίας η οποία εγείρεται με την αγωγή και ότι κατά κανόνα εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την εκδίκαση κατά τον ίδιο χρόνο της αγωγής και ανταπαίτησης. Η ανταπαίτηση ως δικονομικό μέσο σκοπεί στην αποφυγή πολλαπλασιασμού των αγωγών και πρόσφορο μέσο για τη διεξοδική επίλυση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Διαπιστώνουμε ότι οι δικονομικοί κανόνες δεν περιορίζουν τα επίδικα θέματα που μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο ανταπαίτησης, ούτε επιβάλλουν την ύπαρξη συνάφειας με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η Δ.21 θ. 10 αποβλέπει στην εξισορρόπιση του δικαιώματος αυτού με το δικαίωμα του ενάγοντος για απρόσκοπτη διεξαγωγή της δίκης. Η ανταπαίτηση ως δικονομικό μέτρο θεσμοθετήθηκε με το Judicature Act του 1875. Όπως εξηγείται στην Fendall ν. Ο' Connell [1885] T.L.R. 538, η ευχέρεια για αποκλεισμό ή διαχωρισμό της ανταπαίτησης έχει ως αντικείμενο την εξισορρόπιση του δικαιώματος για την έγερση ανταπαίτησης στο πλαίσιο της διαδικασίας που εγείρεται με την αγωγή προς το σκοπό αποκλεισμού της πιθανότητας πρόκλησης δυσχέρειας (embarassment) στον ενάγοντα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Συγκεφαλαιώνοντας, η θέση του εφεσείοντα είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παραγνώρισε: (α) την ιδιότητα των εναγόντων στην South African (ανωτέρω), (β) την αιτιώδη σχέση μεταξύ της αγωγής των εναγόντων και της ανταπαίτησης των εναγομένων και ότι και οι δυο πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα εμπορικών σχέσεων, και (γ) ότι το περίπλοκο των νομικών θεμάτων που εγείρει η ανταπαίτηση δεν αποτελεί αφεαυτού λόγο για τον αποκλεισμό από την εκδίκαση της συγχρόνως με την αγωγή. Η εσφαλμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου κατέστησε, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, την απόφαση τρωτή και υποκείμενη σε παραμερισμό. Οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκήθηκε μέσα στο σωστό δικονομικό πλαίσιο και βάσει των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου βάσει της Δ.21 θ. 10. Τονίστηκε ότι η ανταπαίτηση εγείρει σημαντικά και περίπλοκα θέματα δικαιοδοσίας και ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή θα οδηγήσει σε μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής των εναγόντων. (Βλ. Safarino Shoes Industry & Trading Co. Ltd. ν. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059)). Το μη πρόσφορο της συνένωσης και η αποτίμηση της δυσχέρειας η οποία θα προκληθεί στον ενάγοντα λόγω της ανταπαίτησης, ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Περιορισμένη μόνο ευχέρεια παρέχεται στο Εφετείο να επέμβει με την άσκηση της, όπως επαναβεβαιώνουν και οι δύο πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου, στις οποίες έγινε αναφορά. (In Re Pelmako Development Limited, a Company v. In Re The Companies Law, Cap. 113 (
(1991)1 Α.Α.Δ. 246) και Τάσου Αρέστη ν. Άντρης Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984). Στην τελευταία απόφαση γίνονται οι εξής διαπιστώσεις:- "Όπου η επίλυση επίδικου θέματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκλειστικός κριτής της άσκησης της εξουσίας είναι ο δικαστής στον οποίο εναποτίθεται η δικαιοδοσία. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αναθεωρείται με γνώμονα την ορθότητα της απόφασης κατά την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια που περιορίζουν την ευχέρεια επέμβασης σε δυο μόνο περιπτώσεις: (α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο." Εξετάσαμε τα θέματα που εγείρονται υπό το φως των εισηγήσεων και της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν τα δυο μέρη. Συνάγεται από τις πρόνοιες της Δ.21 θ. 10 και τη νομολογία ότι η διαπίστωση λόγων που δικαιολογούν τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης επαφίεται στο πρωτόδικο δικαστήριο. Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επίδικων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. Δε διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται. Η πιθανότητα καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής λόγω της ανταπαίτησης είναι μεγάλη για τους λόγους που επισημαίνονται στην πρωτόδικη απόφαση. Η εκτίμηση των επιπτώσεων της καθυστέρησης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Διαπιστώνουμε ότι δεν έχει τεκμηριωθεί λόγος που να δικαιολογεί την επέμβαση μας». Στην GDL Trading (Famagusta) Ltd v Φάρκονα και Άλλων
(2010)1(Α) ΑΑΔ 63, 67-70, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι: « Με ενδιάμεση αίτηση της η ενάγουσα ζήτησε αποκλεισμό της ανταπαίτησης, με το επιχείρημα ότι συνεκδίκασή της με την απαίτηση δεν θα ήταν πρόσφορη, αφού θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση και θα περιέπλεκε τα επίδικα θέματα. Ο εναγόμενος 1, που προβάλλει την ανταπαίτηση, εισηγήθηκε ότι τα θέματα που εγείρονται με αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την υπεράσπιση και ότι συνεκδίκαση είναι όχι μόνο πρόσφορη, αλλά και ότι εκείνο που θα προκαλούσε δυσχέρεια και σπατάλη χρόνου και εξόδων θα ήταν ο διαχωρισμός. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και αφού ανέλυσε την απαίτηση και την ανταπαίτηση δέχθηκε την αίτηση και διέταξε αποκλεισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή, καταλήγοντας ως ακολούθως: «Ως εκ των άνω, αν η ανταπαίτηση παραμείνει, η υπόθεση θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση και άρα δυσχέρεια στην ενάγουσα κατά τρόπο μάλιστα που θα ήταν άδικος, εφόσον ο εναγόμενος εργάστηκε για πέντε σχεδόν χρόνια με τους όρους και υπό τις περιστάσεις σε σχέση με τις οποίες τώρα παραπονείται και έκτοτε έχουν παρέλθει άλλα δύο ή τρία χρόνια χωρίς να εγείρει απαίτηση.» ............................................................. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε με λεπτομέρεια τη φύση της απαίτησης και της ανταπαίτησης, συγκρίνοντας τις δύο, κατέληξε, όπως ήδη είπαμε, πως δεν θα ήταν πρόσφορο να συνεκδικαστούν, κρίνοντας επίσης ότι δεν υπήρχε άμεση συνάφεια από πλευράς γεγονότων μεταξύ της ανταπαίτησης και της απαίτησης και της υπεράσπισης. Περαιτέρω, αναφερόμενο και στην υπόθεση Factories Insurance Co. v. Anglo-Scottish General Commercial Insurance Co. [1913] 29 T.L.R. 312, όπου δεν είχε επιτραπεί η ανταπαίτηση για λίβελο σε αγωγή για αποζημιώσεις, θεώρησε και εδώ τον ισχυρισμό για λίβελο στην ανταπαίτηση ακόμη ένα στοιχείο που δικαιολογούσε το διαχωρισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή. Έχοντας υπόψη και τις αρχές στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, που αφορούν επέμβαση του Εφετείου, δεν διαπιστώσαμε οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο και που το οδήγησε στην αποδοχή της αίτησης, ούτως ώστε να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αφού κρίνουμε ότι ασκήθηκε μέσα στο σωστό νομικό της πλαίσιο. Η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το σκεπτικό της κατάληξής του φαίνονται καθαρά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφασή του: «Με το δέοντα σεβασμό, δεν συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του εναγομένου ότι εάν διαταχθεί ο αποκλεισμός ο εναγόμενος «θα αναγκαστεί να προσκομίσει μαρτυρία εις διπλούν για ακριβώς τα ίδια γεγονότα». Τι σχέση μπορεί να έχει το αν άσκησε ή όχι ανταγωνιστική δραστηριότητα με το εάν του είχαν υποσχεθεί μέρισμα, επίδομα κλπ., ή με το εάν τον εξαπάτησαν ή τον εξανάγκασαν να πωλήσει τις μετοχές του, ή με το εάν τον κακολογούσαν; Η ανταπαίτηση σε όλες της τις πτυχές αφορά άλλα γεγονότα, αλλά και προϋποθέτει εξέταση της διαφοράς σε πολύ ευρύτερα και διαφορετικά νομικά πλαίσια που κυμαίνονται από δόλο και ψευδείς ή αμελείς παραστάσεις ή παράβαση όρων συμφωνίας μέχρι την δυσφήμιση. Ειδικότερα για την τελευταία αυτή πτυχή, αν πρόκειται όντως για λίβελο και τεθεί η υπεράσπιση του αληθούς σχολίου, γίνεται αντιληπτό ότι θα ανοίξει ένα μεγάλο κεφάλαιο για την επαγγελματική επάρκεια ή μη του εναγομένου.»». Στην Athina Leathergoods Ltd v Χαραλάμπους και Άλλων
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, 803-805, το Εφετείο υπογράμμισε πως: « .............................................................. Το δεύτερο σκέλος των θέσεων των εφεσειόντων διέπεται από τις αρχές που διέπουν τον αποκλεισμό ανταπαίτησης. Καθώς έχει προαναφερθεί το θέμα διέπεται από τον θ.10 της Δ.21. Ο τελευταίος έχει ερμηνευθεί στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 Α.Α.Δ. 710, 714, στην οποία οι σχετικές αρχές έχουν επεξηγηθεί ως εξής:
(1)Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2)Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3)Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4)Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5)Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για διαγραφή των επίδικων παραγράφων του δικογράφου των εναγομένων γιατί οι "απαιτήσεις των διαδίκων εναντίον αλλήλων όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα συνδέονται άρρηκτα η μια με την άλλη" και θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδικασθούν όλες οι διαφορές των μερών μαζί. Όπως έχει υποδειχθεί στην Σιακόλας (πιο πάνω), σελ. 718 "το μη πρόσφορο της συνένωσης και η αποτίμηση της δυσχέρειας η οποία θα προκληθεί στον ενάγοντα λόγω της ανταπαίτησης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Περιορισμένη μόνο ευχέρεια παρέχεται στο Εφετείο να επέμβει με την άσκηση της" (βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984 στην οποία λέχθηκε ότι "ευχέρεια επέμβασης περιορίζεται σε δύο μόνο περιπτώσεις: (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο."). .............................................................». Απαύγασμα των αποφάσεων αυτών είναι ότι η κάθε περίπτωση που αφορά στην Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να οράται αναλόγως των δικών της γεγονότων και πως κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το πρόσφορο ή απρόσφορο εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή, ως και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα, εδώ στις αιτήτριες. Μολονότι η αλληλεξάρτηση ανταπαίτησης και απαίτησης δεν συνιστά προαπαιτούμενο για έγερση ανταπαίτησης, η όποια ασυνάφεια των μεταξύ τους επίδικων θεμάτων και προπάντων το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην προβολή της απαίτησης, δύναται να συνθέτουν κατά τη περίπτωση λόγο για αποκλεισμό της ανταπαίτησης. Απαιτείται συνεπώς ζύγιασμα προσεκτικό. Από τα όσα άκουσα και δη από την ανάπτυξη των πραγμάτων από τον κ. Γαβριηλίδη στις σελίδες 6-9 της αγόρευσης του, από την κ. Πετρίδου στις σελίδες 5-10 της αγόρευσης της (οι οποίοι διασύνδεσαν την αγωγή και την ανταπαίτηση και αντιστρόφως , έστω υπό τη δική τους πάντοτε οπτική) και από την κ. Κατσελλή στις σελίδες 3-6 της αγόρευσης της (συζητώντας τούτη τα αντίθετα), η κείμενη περίπτωση δεν ταξινομείται σε εκείνες που στοχεύει η Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών να αποτρέψει. Οι καθ' ων η αίτηση ανέφεραν με αρκετή λεπτομέρεια ότι η μαρτυρία που θα παρουσιάσουν κατά την προώθηση των θέσεων τους θα είναι εν πολλοίς κοινή με εκείνη που θα προβληθεί υπερασπιστικώς στα της απαίτησης και το ίδιο αφορά στην αντεξεταστική τους γραμμή αναφορικώς προς τη μαρτυρία των αντιδίκων και των μαρτύρων που ίσως παρουσιάσουν. Εννοείται, στοιχειωδώς, ότι δεν απολήγω τώρα για την ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Ούτε καν λέγω πως η όποια ενεστώσα ταύτιση απαίτησης και ανταπαίτησης επί χάρτου και εξ όψεως θα είναι τελικώς η πραγματική εικόνα επί του εδάφους όταν θα αρχίσει η δίκη. Οι ανησυχίες που εκφράστηκαν από τις αιτήτριες έχω την εντύπωση ότι ανάγονται μάλλον στη σφαίρα της πρόληψης και της απαγόρευσης των καθ' ων η αίτηση από την προώθηση αυτών που οι ίδιοι φαίνεται να εκλαμβάνουν ως σημαντικών διά της ανταπαίτησης στο πλαίσιο συνεκδίκασης τρόπον τινά της απαίτησης και της ανταπαίτησης. Τούτο δεν αποτελεί το κριτήριο μ' όλο που συνεκτιμάται ως μεταβλητή για ό,τι αξίζει. Δεν διαφεύγει την προσοχή ότι κάποιοι ισχυρισμοί τους οποίους προέταξαν οι αιτήτριες για να καταδείξουν το ανομοιογενές ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανταπαίτηση καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης καθιστώντας τουτέστιν τους ισχυρισμούς αυτούς επίμαχους και για σκοπούς ανταπαίτησης. Αφορούντα επί τούτω παραδείγματα, αποτυπώνονται σε συγκεκριμένες παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων που επικουρούν τις ενστάσεις τις οποίες έχω παραθέσει ανωτέρω, όπως φερ' ειπείν στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης στην ένσταση του XXXXX Ιακωβίδη. Έχοντας στο μυαλό τα πιο πάνω αποφαίνομαι πως δεν ικανοποιούνται τα όσα η Δ.21Θ10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επιτάσσει για έγκριση του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητριών, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο