ΛΟΪΖΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3513/08, 30/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A731 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3513/08 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31.1.2011 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΛΟΪΖΟΥ Ενάγοντα -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Χρ. Χριστοδούλου, για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες (ΔΘ181). Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Αριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων - ο οποίος αντιπροσωπεύεται διά νομικής αρωγής μετά από αίτημα του ημερομηνίας 22.1.18, συναίνεση επί τούτω τού εναγομένου και έκδοση σχετικού δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 27.3.18 - αξιώνει από τον εναγόμενο ειδικές αποζημιώσεις €170.000,00 καθώς και γενικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν στέρηση της ελευθερίας του για περίοδο 26 μηνών. Συνιστά εκδοχή του ενάγοντα ότι ενώ βρισκόταν στην Ρουμανία για επαγγελματικούς σκοπούς πληροφορήθηκε πως στις 4.12.03 εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μετά από αίτηση του εναγομένου, ένταλμα για σύλληψη του και μεταφορά του στην Κύπρο. Λόγω απουσίας του ενάγοντα από την Κύπρο και της αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, ο εναγόμενος προχώρησε στην έκδοση «.Ευρωπαϊκού και Διεθνές Εντάλματος και Οδηγίας προς τη Ρουμανική Κυβέρνηση δια τη σύλληψη του Ενάγοντος και τη παράδοσή του στις Κυπριακές Αρχές.». Κατά το υποτιθέμενο τούτο ευρωπαϊκό και διεθνές ένταλμα, οι Ρουμανικές Αρχές συνέλαβαν τον ενάγοντα στις 5.7.05 και τον είχαν υπό κράτηση ώσπου οι Κυπριακές Αρχές να τον παραλάβουν και μεταφέρουν στην Κύπρο στις 7.4.
- Περί την 18.7.05, η Ιντερπόλ Βουκουρεστίου πληροφόρησε την Ιντερπόλ και την Ιντερπόλ Κύπρου πως ο ενάγων είχε συλληφθεί στην Ρουμανία «.σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό και Διεθνές ένταλμα και ότι θα ακολουθείτο η προβλεπόμενη διαδικασία έκδοσης φυγόδικου σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων και το σχετικό Νόμο». Από της συλλήψεώς του ο ενάγων κρατείτο σε φυλακές στην Ρουμανία μέχρι την 7.4.06, οπόταν και οι Κυπριακές Αρχές τον παρέλαβαν και μετέφεραν στην Κύπρο, όπου και παρέμεινε υπό κράτηση για να κατηγορηθεί ακολούθως ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση XXXXX/06 («η ποινική υπόθεση»). Μετά την παρουσίαση του στο Δικαστήριο για την υπόθεση εκείνη, ο ενάγων παρέμεινε υπό κράτηση με δικαστική απόφαση. Αφέθη ελεύθερος υπό όρους την 8.3.07 μέχρι και την 22.6.07 που αθωώθηκε και απαλλάχθηκε των κατηγοριών στην ποινική υπόθεση «.λόγω έλλειψης μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή του γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Υποβάλλει ο ενάγων πως ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς στην περίπτωση του, αφού «.επεδείχθη πλήρης και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη παραλαβή του . από τις Ρουμανικές Αρχές και παντελώς αδικαιολόγητη αμέλεια στην έκδοση εντάλματος σύλληψης, πλήρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη παραλαβή του . από τις Ρουμανικές Αρχές και παντελώς αδικαιολόγητη κράτησή του. μετά την επιστροφή του στη Κύπρο». Ως αποτέλεσμα των ενεργειών του εναγομένου, ο ενάγων λέγει ότι παράμεινε υπό κράτηση για 26 μήνες, εξετέθη κοινωνικώς, καταστράφηκε οικονομικώς και έγινε αντικείμενο αποστροφής από τους γνωστούς και φίλους του, στερούμενος ταυτοχρόνως και των εισοδημάτων που απολάμβανε ύψους €85.000,00 ετησίως. Είναι εκδοχή του εναγομένου πως οι θέσεις του ενάγοντα είναι αβάσιμες και ότι είχαν προκύψει στοιχεία που τον ενέπλεκαν σε αδικήματα και πως μετά τη λήψη πληροφορίας ότι τούτος διαβιούσε στην Ρουμανία εκδόθηκε συναφώς εναντίον του στις 14.3.05 Ερυθρά Αγγελία και στις 30.3.05 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Η σύλληψη και κράτηση του ενάγοντα στην Ρουμανία και στην Κύπρο ήταν αναγκαία, εύλογη και δικαιολογημένη, όπως ήταν και η δίωξη και παραπομπή του ενώπιον Δικαστηρίου, με τα αρμόζοντα διαβήματα, να λαμβάνουν χώραν αμελλητί από τον εναγόμενο. Στην υπόθεση - πέραν των δικογραφημένων παραδοχών - δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, ο ενάγων έδωσε τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ3) και παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Στεφανίδου (ΜΕ1), XXXXX Πισσά (ΜΕ2) και XXXXX Γιαγκουλά (ΜΕ4), ενώ ο εναγόμενος, προς επίρρωση της υπεράσπισης του, τη μαρτυρία των XXXXX Χίντικου (ΜΥ1) και XXXXX Πογιατζή (ΜΥ2). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, ως και τα περικλειόμενα στα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν δεν παρατίθενται εδώ ρητώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τους εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15 και άλλες, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η XXXXX Στεφανίδου (ΜΕ1), άρχισε να παρουσιάζει τη μαρτυρία της ως «.διερμηνέας του Δικαστηρίου» με πρόθεση, ως διαφάνηκε, να μεταφράσει προφορικώς κάποιες Ρουμανικές δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός όμως ότι η μάρτυς δεν ετοίμασε προς τούτο γραπτή δήλωση ως οι ρητές και σαφείς οδηγίες του Δικαστηρίου κατά την προδικασία, οδήγησε (εκ συμφώνου) - και προς αποφυγήν πρόσθετης καθυστέρησης στην εκδίκασης της υπόθεσης - σε προσωρινή αποχώρηση της μάρτυρος από το εδώλιο (stepping down) με προοπτική να συνεχίσει τη μαρτυρία της σε επόμενη δικάσιμο, με τη μάρτυρα ωστόσο να μην καλείται ξανά από τον ενάγοντα να επανέλθει επί του εδωλίου ως μάρτυς για να συνεχίσει τη μαρτυρία της. Η XXXXX Πισσά (ΜΕ2), μετέφρασε από την Ρουμανική γλώσσα στην Ελληνική γλώσσα σειρά αποφάσεων Ρουμανικών Δικαστηρίων με τις οποίες την είχε προμηθεύσει ο ενάγων (βλ. Τεκμήρια 1, 1Α, 2, 2Α). Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3), είπε για τις συνθήκες σύλληψης και κράτησης του στην Ρουμανία και Κύπρο και όλα όσα συντέλεσαν κατά την άποψη του στη διάπλαση του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγομένου και την αξίωση εναντίον του. Ο XXXXX Γιαγκουλάς (ΜΕ4), φίλος και συνεργάτης του ενάγοντα, είπε για ενέργειες στις οποίες προέβη μετά από οδηγίες του ενάγοντα για διορισμό δικηγόρου (ακολούθως τής σύλληψης του ενάγοντα στην Ρουμανία), αλλά και για έτερες πτυχές συσχετιζόμενες από τον μάρτυρα με τα επίμαχα συμβάντα. Ο XXXXX Χίντικος (ΜΥ1), ο οποίος κατά τους επίδικους χρόνους υπηρετούσε στην Αστυνομία Κύπρου ενώ από το 2013 είναι τοποθετημένος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (χειριζόμενος υποθέσεις και φακέλους Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και Δικαστικών Συνδρομών), περιέγραψε τους μηχανισμούς έκδοσης και εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και άλλα παρεμφερή για τα απασχολούντα. Ο XXXXX Πογιατζής (ΜΥ2), ο οποίος κατά τους συζητούμενους χρόνους υπηρετούσε στο Κλιμάκιο Οικονομικού Εγκλήματος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας (ΤΑΕ), ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης που εξεταζόταν εναντίον του ενάγοντα. Έδωσε λεπτομέρειες των ενεργειών και διαδικασιών που έγιναν για την περίπτωση και για την παραλαβή του ενάγοντα από την Ρουμανία και τη μεταφορά του στην Κύπρο. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε υιοθέτηση των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις, γραπτές και προφορικές. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα συνακόλουθα ευεργετήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα επισταμένως και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιωδών ανακολουθιών και αντιφάσεων σε αντιπαραβολή με μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία τους ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Τελούσα σε διαρκή εγρήγορση ώστε, σταθμίζοντας τη μαρτυρία, να μην συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου) - πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - και ίσως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ψηλαφώντας την εκάστοτε παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της και με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όπως αυθωρεί θα αναλύσω εκτενέστερα, οι XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3) και XXXXX Γιαγκουλάς (ΜΕ4), μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση αφού ήσαν κατά το πλείστον αντιφατικοί, ασυνεπείς και αόριστοι κατά τη μαρτυρία τους. Οι υπόλοιποι μάρτυρες ήτοι οι XXXXX Στεφανίδου (ΜΕ1) - υπό τους περιορισμούς που προλέχθηκαν για τη χρονική διάρκεια της μαρτυρίας της - XXXXX Πισσά (ΜΕ2), XXXXX Χίντικος (ΜΥ1) και XXXXX Πογιατζής (ΜΥ2), μου προξένησαν καλή εντύπωση όντες (σε διαφορετικό βαθμό) θετικοί, σταθεροί και ορθολογικοί στη μαρτυρία και εκδοχή τους. Προχωρώ στη λεπτομερέστερη αξιολογική αποτίμηση των μαρτύρων. Η XXXXX Στεφανίδου (ΜΕ1), ως ήδη λέχθηκε, δεν συμπλήρωσε τη μαρτυρία της ούτε και δόθηκε τουτέστιν η δυνατότητα στον εναγόμενο να την αντεξετάσει. Έτσι, τα όσα δήλωσε η μάρτυς, εισαγωγικής και τυπικής μορφής ως ήσαν, δεν μπορούν, ασχέτως τούτου, να απαρτίσουν σημείο αναφοράς για οποιοδήποτε εύρημα (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Stretton
(1986)86 Cr App R 7, Shea v Green
(1886)2 TLR 533). Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Στεφανίδου (ΜΕ1). Η XXXXX Πισσά (ΜΕ2), κατέθεσε διά της γραπτής δήλωσης της (Έγγραφο Α), ως πιστώς και αληθινώς μεταφρασμένα από τα Ρουμάνικα στα Ελληνικά και αντιστοίχως ως Τεκμήρια 1, 1Α, 2 και 2Α «.την απόφαση Δικαστηρίου στο Pitesti υπ' αριθμό 5795/46/2005 (661/P/2005), ημερομηνίας 05/07/2005 και την απόφαση του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου στο Βουκουρέστι Πρακτικό της απόφασης υπ' αριθμό 6738, Φάκελος υπ' αριθμό 7129/2005 ημερομηνίας 29/11/2005, για τον XXXXX Λοΐζου». Η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει οτιδήποτε περί της αυθεντικότητας και ακρίβειας των τεκμηρίων ή και του περιεχομένου τους. Συνεπώς εκτός από το να γραφεί ενεστώτως ότι οι αναφορές γίνονται αποδεκτές αναφορικώς προς τη μετάφραση φερόμενων δικαστικών εγγράφων, τα υπόλοιπα που είπε η μάρτυς ή που συνόδευσαν τη μαρτυρία της, όπως τα περί ων ο λόγος τεκμήρια, δεν γίνονται αποδεκτά για την αλήθεια των όσων εξεικονίζουν και διαγράφουν αφού θα έπρεπε το περιεχόμενο τους - με υπόψιν και τις πρόνοιες του Περί της Συμβάσεως Περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίησιν Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικού) Νόμου 50/72 (βλ. κατ' αναλογίαν, Akritas Insurance Company Ltd v Αντώνη Μιχαηλίδη, ως Διαχειριστή της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Trevor Arthur James Norris
(2009)1(B) AAΔ.1124) - να αποδειχθούν με τον ίδιο τρόπο που αποδεικνύεται στη χώρα μας ένα δημόσιο έγγραφο (βλ. κατ' αναλογίαν, Behitch v The Attorney-General (1954-1955) 20 CLR 14). Τούτο δεν έγινε, με συνεπόμενο να μην μπορεί να προσδοθεί στα τεκμήρια αυτά παρά μόνο μηδαμινή ή και ελάχιστη αξία (βλ. κατ' αναλογίαν, Narmania και Άλλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 4/18, ημ. 3.4.19). Απορρίπτω την ουσία της μαρτυρίας της XXXXX Πισσά (ΜΕ2). Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3), επιχείρησε να δημιουργήσει, κατά τρόπο μάλλον προκατασκευασμένο, μια εικόνα πραγμάτων που να συνάδει (κατά τη δική του πεποίθηση) τετραγωνισμένως με όσα όφειλε να πει και να ισχυριστεί για να εντάξει την αξίωση του εντός των αποδεκτών για την περίπτωση δικονομικών και αποδεικτικών παραμέτρων. Ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε ο μάρτυς, ως είχα το προνόμιο να δω ενώ κατέθετε, ήταν, με κάθε σεβασμό, επιτηδευμένος και προγραμματισμένως ελλιπής. Παραδείγματος χάριν, ο μάρτυς επέμενε ότι η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί από τον εναγόμενο εκπορεύθηκε από την εφαρμογή ανάλογων προβλέψεων περί εκτέλεσης ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, ή όπως είπε σε άλλες περιπτώσεις στη μαρτυρία του - και δικογράφησε διά του δικηγόρου του στην Έκθεση Απαίτησης - με διεθνές ένταλμα σύλληψης (βλ. Τεκμήριο Ρ). Ποσώς παρέβλεψα πως ο μάρτυς δεν είναι δικηγόρος. Μολαταύτα, ο ίδιος ο μάρτυς είναι που συνεχώς προωθούσε τη συζητούμενη πτυχή και μάλιστα με τρόπο άτεγκτο. Σημειωτέον, απόλυτος και αμετάβλητος παρέμεινε ο μάρτυς στη θέση του και όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι είχε εκδοθεί στην Κύπρο «.δυνάμει διεθνούς εντάλματος σύλληψης που είναι το Τεκμήριο Α, που επισυνάπτεις στη γραπτή σου δήλωση». Διαφώνησε με την υποβολή παρ' όλη την αντίθετη θέση που εξέφρασε στο Τεκμήριο Ρ, αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης, λέγοντας πως δεν είναι ο ίδιος που επισύναψε το Τεκμήριο Α στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), αλλά ο συνήγορος του, μολονότι ο μάρτυς υπέγραψε τη δήλωση αυτή και την υιοθέτησε, με αυτή να απηχεί τις θέσεις του (απαντώντας καταφατικώς και σε ερώτημα του αντεξετάζοντα «.εν δικά σου λόγια;»). Δεν εντυπωσιάστηκα καθόλου από τη μαρτυριακή αντίδραση του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3), για να πω το λιγότερο. Ο μάρτυς ήταν προσέτι περιέργως ασαφής και επιλεκτικός στον καθορισμό της πόλης στην οποία κατοικούσε στην Ρουμανία, ισχυριζόμενος στην κυρίως εξέταση ότι από το 2003 κατοικούσε στην πόλη XXXXX στην οποία, ως άφησε να νοηθεί από τον συνδυασμό των παραγράφων 2-4 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β), είχε συλληφθεί από τις Ρουμανικές Αρχές. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν «.έμενες στην πόλη XXXXX;.», ο μάρτυς, με διάθεση πολύ αμυντική θα πρέπει να υπογραμμιστεί, απάντησε πως «.έμενα και στο XXXXX έμενα και στη XXXXX, η XXXXX είναι το XXXXX, έχει πάρα πολλά χωριά, δεν είναι κάτι» και ότι - αποφεύγοντας, παρεμπιπτόντως, να απαντήσει καθαρώς στο συναφώς τεθέν ερώτημα αν είχε συλληφθεί όντας στο XXXXX - ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρθηκε στο XXXXX στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) είναι επειδή (ο μάρτυς) εννοούσε «.το XXXXX, είναι όλο μαζί Εντιμότατε, η XXXXX, η XXXXX είναι επαρχία», συμπλέκοντας επέκεινα τα πράγματα και για το κατά πόσον η μια ή η άλλη πόλη ήταν τωόντι επαρχία ή πόλη και ούτω καθεξής. Υπό άλλες συνθήκες, οι διατυπωθείσες τούτες ανακολουθίες ή αντιφάσεις, μπορεί και να μην είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία, μα στην προκειμένη, η διαμονή του ενάγοντα δεν σταχυολογείται ως απολύτως τυπικής μορφής μεταβλητή ένεκα και τού ότι συγκροτεί θεματική προς ανάλυσιν, η δυνατότητα διακίνησης (ή η απαγόρευση αυτής) του ενάγοντα στην Ρουμανία. Αξιοσημείωτο είναι και το πώς σε παρόμοιες ανακολουθίες, ασάφειες και αντιφάσεις περιέπεσε - επί του ζητήματος της διαμονής - και ο XXXXX Γιαγκουλάς (ΜΕ4) κατά τον τρόπο που αναπτύσσεται πιο κάτω. Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3), προέταξε ως εκδοχή στην Έκθεση Απαίτησης - την οποία υιοθέτησε ολοκληρωτικώς στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) - ότι συνελήφθη στην Ρουμανία την 5.7.05 και πως (ως η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης) «.τον είχαν υπό κράτηση μέχρις ότου οι Κυπριακές Αρχές τον παραλάβουν και το μεταφέρουν στη Κύπρο στις 7.4.2006» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) και ότι (ως η παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης) από τη μέρα της σύλληψης του «. ο Ενάγων εκρατείτο στις φυλακές της Ρουμανίας μέχρι την 7.4.2006 που οι Κυπριακές Αρχές τον παρέλαβαν και τον μετέφεραν στη Κύπρο», αλλά και ότι (στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης) ως «.αποτέλεσμα των αδικαιολόγητων ενεργειών του Εναγόμενου, ο Ενάγων παρέμεινε υπό κράτηση για εικοσιέξι
(26)μήνες, εστερήθη της ελευθερίας του, εξετέθη κοινωνικά, κατεστράφη οικονομικά και έγινε αντικείμενο αποστροφής από όλους τους γνωστούς και φίλους του». Εντούτοις, κατά την αντεξέταση, ο μάρτυς ανέδειξε και τον περιορισμό «.στην πόλη την οποία ήμουν», διατεινόμενος πως η Αστυνομία «[π]ερνούσε και από το σπίτι από το XXXXX και από την XXXXX για να δει . εάν είμαι εκεί». Έπειτα, ο μάρτυς παραδέχθηκε πως τού ειπώθηκε - στο Ρουμανικό Δικαστήριο (ως εγένετο αντιληπτό) - να περιοριστεί στην «.πόλη την οποία βρισκόμουν» και ότι δεν είχε κατασχεθεί είτε το διαβατήριο είτε η ταυτότητα του, την κατοχή των οποίων προφανώς και διατηρούσε και πως ήταν ελεύθερος να διακινείται κατά τους τεθέντες όρους. Φύεται από αυτά χωρίς πολλά - και πέραν των άλλων - σημαντική διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3) και των δικογραφημένων θέσεων του στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία (ασυμφωνία) δεν μπορεί να αγνοηθεί ως επιδρούσα στην αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπά ν D Stavrinos Constructions Ltd, ΠΕ 717/08, ημ. 21.2.17). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ3). Ο XXXXX Γιαγκουλάς (ΜΕ4), φαίνεται ότι δεν κατόρθωσε να αποτμηθεί από τη γνωριμία και σχέση του με τον ενάγοντα, χωρίς να λέγω πως ως εξ αυτού του γεγονότος είναι που απέληξα στην αρνητική απόφανση μου για τη μαρτυρία του καθότι κάτι τέτοιο θα ήταν οπωσδήποτε δικαστικώς απαράδεκτο αλλά έτσι κι αλλιώς άδικο για τον μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαδήμας ν Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 251, 273-274). Ο μάρτυς είπε πως ο ενάγων έμενε στην πόλη XXXXX XXXXX. Όταν ρωτήθηκε εάν ο ενάγων διέμενε στο XXXXX, αντί να απαντήσει αμέσως, περιορίστηκε στο να προσδιορίσει το XXXXX ως κωμόπολη, αναγκαζόμενος να τοποθετηθεί στο ερώτημα όταν αυτό του υποβλήθηκε ξανά από τον αντεξετάζοντα, παραδεχόμενος εν τέλει ο μάρτυς πως ο ενάγων κατοικούσε στο XXXXX και ότι στην XXXXX XXXXX (για ό,τι και αν σημαίνει αυτό), ο ενάγων «.πήγε για να αλλάξει την ταυτότητα, της μόνιμης παραμονής». Από τον τρόπο που απάντησε ο μάρτυς και ως εκ της γενικότερης στάσης του στο εδώλιο κατά τη δεδομένη στιγμή, όπως είχα το προνόμιο να παρατηρήσω, επέλεξε, για δικούς του λόγους, να μην αναφέρει την όλη αλήθεια ευθύς εξαρχής για τη διαμονή του ενάγοντα στην Ρουμανία. Το ίδιο συνέβη, θα πρέπει να πω (για τους ίδιους λόγους) και με τις απαντήσεις του για το αν είχε λεχθεί στον ενάγοντα κατά τη δικαστική διαδικασία στο Πιτέστι στις 5.7.05 (στην οποία ο μάρτυς είπε ότι παρίστατο), να μην βγαίνει από το σπίτι (ο μάρτυς είπε πως δεν είχε ακούσει «.έτσι πράγμα»), ή να μην βγαίνει εκτός πόλης (που και πάλι, ως είπε ο μάρτυς «.έτσι πράγμα δεν άκουσα.»). Άξιον λόγου είναι - από μια πλατύτερη οπτική αφορούσα γενικώς στην εκδοχή που προώθησε ο ενάγων και όχι την αξιοπιστία αυτή καθεαυτή του XXXXX Γιαγκουλά (ΜΕ4) - ότι παρόλο που ο μάρτυς δήλωσε παρών στη δικαστική διαδικασία στην Ρουμανία την 5.7.05, παρών (κατά τον ενάγοντα) ήταν κάποιος ή και κάποιος με το όνομα XXXXX Χρυσοστόμου, χωρίς ο ενάγων στη μαρτυρία του να αναφερθεί στην ή και στην παρουσία του XXXXX Γιαγκουλά (ΜΕ4), μηδέ και στο τέλος να αποσαφηνίσει ο ενάγων στη δική του μαρτυρία (ή ο δικηγόρος του κατά τις αγορεύσεις) για ποιο λόγο είναι που, αν μη τι άλλο, δεν κλήθηκε ως μάρτυς ο XXXXX Χρυσοστόμου. Δεν υπήρχε βεβαίως τέτοια υποχρέωση εκ πλευράς ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410), πλην όμως ο χειρισμός άφησε αφώτιστες κάποιες πτυχές της εκδοχής του ενάγοντα, σε παρεμφερείς έστω προβληματικές, κάτι που πάντως δεν βοήθησε στην ενίσχυση της εκδοχής του (βλ. κατ' αναλογίαν, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Γιαγκουλά (ΜΕ4). Οι XXXXX Χίντικος (ΜΥ1) και XXXXX Πογιατζής (ΜΥ2), ήσαν από κάθε άποψη υποδειγματικοί ως μάρτυρες, με την αντεξέταση που υπέστησαν να αφορά στη διερεύνηση μάλλον κάποιων ενεργειών ή απόψεων τους παρά σε ουσιώδη αμφισβήτηση της μαρτυρίας τους, χωρίς εν πάση περιπτώσει να προκύψει κατιτί που μπορούσε να δημιουργήσει αρνητικό συνειρμό. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των XXXXX Χίντικου (ΜΥ1) και XXXXX Πογιατζή (ΜΥ2). Περνώ στα (περαιτέρω) ευρήματα και επάλληλη ανάλυση. Το έτος 2004 η Αστυνομία Κύπρου διερευνούσε υπόθεση με αριθμό ποινικού φακέλου ΛΕΥ/ΤΑΕΣ02/2004, η οποία αφορούσε σε εξέταση ποινικών αδικημάτων με ύποπτο και τον ενάγοντα. Ανακριτής της υπόθεσης ήταν ο τότε τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Οικονομικού Εγκλήματος τού ΤΑΕ Λευκωσίας, XXXXX Πογιατζής (ΜΥ2). Στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου, εκδόθηκε την 4.12.03 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ένταλμα σύλληψης εναντίον του ενάγοντα. Εξαιτίας του μη εντοπισμού του ενάγοντα και κατόπιν πληροφορίας ότι τούτος ήταν στο εξωτερικό, οι Κυπριακές Αρχές εξέδωσαν την 14.3.05 Διεθνές Ένταλμα Σύλληψης αυτού υπό τη μορφή Ερυθράς Αγγελίας (Red Notice) ως υπόπτου σε υπόθεση συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπής, συγκάλυψης και άλλων ποινικών αδικημάτων για 39 τραπεζικές επιταγές ύψους ΛΚ453.140,00, οι οποίες είχαν υποτίθεται εκδοθεί από την εταιρεία στην οποία εργαζόταν ο ενάγων μαζί με τον αναφερόμενο ως συνεργό του (βλ. Τεκμήρια O
(12)και 5). Οι Κυπριακές Αρχές ακολούθησαν την προβλεπόμενη διαδικασία για την έκδοση φυγόδικων κατά τον Περί Εκδόσεως Φυγoδίκωv Νόμο 97/70 και προς τούτο είχαν προσηκόντως εξασφαλιστεί και η σχετική συγκατάθεση από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Παρεμβάλλεται πως, την περίοδο εκείνη, δεν ήταν σε ισχύ ο Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος 133(I)/04 και ότι οι Ρουμανικές Αρχές είχαν ξεκινήσει να εκτελούν Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης, μετά την ένταξη της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (την 1.1.07). Ο μηχανισμός έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης υιοθετήθηκε από την Απόφαση Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρώπης και αφορά στην παράδοση εκζητουμένων προσώπων μεταξύ Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς να επεκτείνεται σε θέματα έκδοσης φυγόδικων δυνάμει διεθνών ενταλμάτων σύλληψης. Περί αυτού - και χωρίς το Δικαστήριο να εξαρτά την κρίση του ως προς τη νομική ερμηνευτική των πραγμάτων από τα λεχθέντα του μάρτυρα - σχετικές, ευσύνοπτες, απερίφραστες και ακαριαίες ήσαν και οι τοποθετήσεις του XXXXX Χίντικου (ΜΥ1) ο οποίος επεκτάθηκε επί της πρακτικής και επί του εδάφους εφαρμογής των εφαρμοζόμενων κειμένως νομοθετημάτων στην Κύπρο, Ρουμανία και Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. Τεκμήριο 4). Την 18.7.05 η Αστυνομία Κύπρου έλαβε μέσω της Ιντερπόλ, μήνυμα από τις αντίστοιχες αρχές της Ρουμανίας σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο της πόλης Πιτέστι (στην Ρουμανία) απέρριψε αίτημα για προσωρινή σύλληψη φυγόδικου (δηλαδή του ενάγοντα). Ζητήθηκε από τις Κυπριακές Αρχές να προωθήσουν μέσω της επίσημης διπλωματικής οδού το αίτημα έκδοσης και τα απαραίτητα για τη διαδικασία έκδοσης έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 6). Σε δεύτερο μήνυμα που στάλθηκε με τον ίδιο τρόπο την 20.7.05, οι Ρουμανικές Αρχές διευκρίνισαν ότι ο ενάγων, που είχε εντοπιστεί στην Ρουμανία, δεν είχε τεθεί υπό κράτηση (βλ. Τεκμήριο 7). Την 5.8.05 το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης απέστειλε επιστολή στο αντίστοιχο Υπουργείο της Ρουμανίας παρέχοντας σχετικές διευκρινήσεις και προωθώντας συγκεκριμένα έγγραφα για την έκδοση του ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 8). Τελικώς, ο ενάγων συνελήφθηκε την 15.11.05 από τις Ρουμανικές Αρχές για έκδοση στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Τεκμήριο Ο
(9)). Τέθηκε υπό κράτηση αυθημερόν. Αυτή ήταν η ημερομηνία έναρξης της κράτησης του ενάγοντα και όχι η 5.7.05, ως τούτος ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης. Απαιτείται εδώ μια επένθεση εξ αφορμής της διαφοροποίησης που ξεδίπλωσε ο δικηγόρος του ενάγοντα στην αγόρευση του για το ότι η απαρχή του περιορισμού του ενάγοντα την 5.7.05 συνιστούσε «.κράτηση υπό ευρεία έννοια.», ενώ η πραγματική κράτηση του ενάγοντα (από την 15.11.05 και εντεύθεν) «.κράτηση υπό στενή έννοια.». Αντιληπτό είναι ότι ο δικηγόρος αποπειράθηκε να ακυρώσει διά της επιχειρηματολογίας αυτής τη σοβαρή αντίθεση μεταξύ δικογραφημένων θέσεων στην Έκθεση Απαίτησης και της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντα. Μολοντούτο, το εγχείρημα εμπεριέχει μια αύρα σοφιστείας (sophistry) και δανείζομαι τον όρο από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Καΐλη ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 1541/08, ημ. 16.10.08, αλλά και από την (πιο πρόσφατη) απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στην McMeekin v Prince of Wales Private Hospital
(2019)NSWSC 190. Όπως και να έχει, η όψιμη θέση του ενάγοντα παραμένει εκτός δικογραφίας κατατασσόμενη ως απαράδεκτη δοσμένου και του ότι δεν μπορεί να ομιλεί κανείς για τεκμαιρόμενους, κατ' ουσίαν, ισχυρισμούς σε ένα δικόγραφο (βλ. κατ' αναλογίαν, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 75/13 ημ. 28.3.19). Το αρμόδιο για υποθέσεις έκδοσης φυγόδικων Ρουμανικό Δικαστήριο διέταξε στις 16.11.05 την έκδοση του ενάγοντα στην Κυπριακή Δημοκρατία διατάζοντας όπως ο ενάγων παραμείνει υπό κράτηση. Όπερ και εγένετο (βλ. Τεκμήριο Ο
(3)-
(4)), με την κράτηση να ανανεώνεται μέχρι την παραλαβή του ενάγοντα από τις Κυπριακές Αρχές. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε από τον ενάγοντα και απορρίφθηκε την 29.11.05 (βλ. Τεκμήρια 2 και 2Α). Την 19.12.05 η Πρεσβεία της Ρουμανίας στην Κυπριακή Δημοκρατία ενημέρωσε την Αστυνομία Κύπρου περί της λήψης απόφασης την 16.11.05 για έκδοση του ενάγοντα, με σχετική ενημέρωση να αποστέλλεται και να παραλαμβάνεται την 22.12.05 από το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. Τεκμήριο 9). Την 19.12.05, οι Αρχές της Δημοκρατίας ζήτησαν από τις αντίστοιχες Ρουμανικές Αρχές διά της Ιντερπόλ τη διευθέτηση διαδικασίας για παραλαβή του ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 10). Την 25.1.06 οι Ρουμανικές Αρχές έστειλαν μήνυμα μέσω της Ιντερπόλ συμφώνως του οποίου την 20.12.05 ο ενάγων είχε προσφύγει σε Ρουμανικό Δικαστήριο προσβάλλοντας τη σύλληψη του. Στο ίδιο μήνυμα πληροφορούσαν τις Αρχές της Δημοκρατίας ότι θα τύγχαναν ενημέρωσης για την υπόθεση όταν εκδιδόταν η απόφαση από το Εφετείο του Βουκουρεστίου (βλ. Τεκμήριο 11). Την 23.3.06 μέσω της Ιντερπόλ οι Αρχές της Δημοκρατίας ενημερώθηκαν πως είχε εγκριθεί η έκδοση του ενάγοντα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Ρουμανίας και για το ότι η παράδοση θα λάμβανε χώραν σε αεροδρόμιο στο Βουκουρέστι, σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν (βλ. Τεκμήριο 12). Στις 30.3.06 στάλθηκε μήνυμα στις Ρουμανικές Αρχές με το οποίο προτάθηκε η 7.4.06 για παραλαβή του ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 13), με την καταφατική απάντηση να λαμβάνεται την ίδια μέρα (βλ. Τεκμήριο 14). Την 7.4.06 ο XXXXX Πογιατζής (ΜΥ2), μετέβη στην Ρουμανία (μαζί με άλλον αστυφύλακα) και παρέλαβαν νομίμως τον ενάγοντα μεταφέροντας τον στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Κυπριακές Αρχές δεν επέδειξαν ολιγωρία ή αργοπορία κατά τη διαδικασία έκδοσης του ενάγοντα από την Ρουμανία. Απεναντίας, ο χειρισμός υπήρξε άρτιος. Μόλις οι Κυπριακές Αρχές ενημερώθηκαν επισήμως από τις Αρχές της Ρουμανίας ότι η προαναφερθείσα διαδικασία είχε ολοκληρωθεί οριστικώς και τελεσιδίκως, ανταποκρίθηκαν παρευθύς και εκτέλεσαν όσα όφειλαν για παραλαβή και μεταφορά του ενάγοντα στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και ό,τι άλλο επακολούθησε στην χώρα μας θεσμικώς και διαδικαστικώς. Η ποινική διαδικασία που εκτυλίχθηκε στην Κύπρο, με απόληξη την αθώωση και απαλλαγή του ενάγοντα την 22.6.07 (βλ. Τεκμήριο Θ) - με τεκμαρτώς συναγόμενη από το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση αλλά και κατά δικαιϊκή λογική την κλήση του ενάγοντα (κατηγορουμένου) σε απολογία κατά το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 - δεν δημιουργεί από μόνη της παραβίαση συνταγματικών προνοιών, δημιουργούσα συνάμα και δικαίωμα στην επιδίκαση προς τούτο αποζημίωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Νεοκλέους ν Αρχηγού Αστυνομίας και Άλλου, ΠΕ 270/11, ημ. 8.2.17). Το βάρος απόδειξης για παραβίαση του Άρθρου 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) - όπως και οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος ή άρθρου του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΣΔΑ - βαραίνει τον ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Fasel v Κυπριακής Δημοκρατίας, ΠΕ 236/15, ημ. 31.3.16, Ocalan v Turkey
(2005)ECHR 282). Καταγράφω κατά παρέκβασιν ότι τόσον η Έκθεση Απαίτησης όσον και η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του ενάγοντα - ιδιαίτερα η τελευταία για λόγους που καθίστανται αυτόδηλοι σε όποιον την αναγνώσει στο σύνολο της - πολύ απέχουν από το να καθορίζουν με την απαιτούμενη ενάργεια και ακρίβεια το νομικό, συνταγματικό ή άλλο θεμέλιο από το οποίο έλκεται η θέση του περί παραβιάσεων του εναγομένου, αφού τούτο απογράφεται ατάκτως, συλλήβδην και άνευ επαρκούς επίρρωσης με μνεία σε άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (και του Άρθρου 11) και της ΕΣΔΑ (και του Άρθρου 5) και σειρά έτερων νομοθετημάτων μεταξύ των οποίων ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.148, ο «.κανονισμός (ΕΕ)2017/746 για τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα.», το άρθρο 70 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1/90, το άρθρο 15 του «Κανονισμού (ΕΚ)864/2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές», το άρθρο 8(β), (γ) της «Οδηγίας 2005/35/ΕΚ σχετικά με την ρύπανση από πλοία», των άρθρων 2, 4 του «Περί Αγωγών Αποζημίωσης για Παραβάσεις του Δικαίου του Ανταγωνισμού Νόμος του 2017 (Ν.113(Ι)/2017)» και των άρθρων 2-5 του «CAP.183 MINIMUM WAGE». Προσεκτική μελέτη της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση (Τεκμήριο Θ), δεν οδηγεί στην αντίληψη που προωθείται εκ μέρους του ενάγοντα στην παράγραφο 8 τής Έκθεση Απαίτησης (ιδίως από τις «. Λεπτομέρειες Αμέλειας της Κατηγορούσας Αρχής .» όπου γράφεται πως ο εναγόμενος ενώ «.εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι εναντίον του Κατηγορούμενου Ενάγοντα δεν υπήρχε ενοχοποιητική μαρτυρία, συνέχισε να τον έχει υπό κράτηση και στο τέλος καμία ενοχοποιητική μαρτυρία παρουσιάσθη ενώπιον του Δικαστηρίου». Ο εναγόμενος παρέθεσε στην ποινική δίκη μαρτυρία που κρίθηκε επαρκής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για κλήση του ενάγοντα σε απολογία. Ως αναφέρεται στην απόφαση-Τεκμήριο Θ (και έγινε αποδεκτό), όταν ο ενάγων συνελήφθη στην Ρουμανία από τον XXXXX Πογιατζή (ΜΥ2), απάντησε σε αυτόν (αφού εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο) ότι (ο ενάγων) «.δεν είχε κανένα παράπονο για την σύλληψη του». Προκύπτει περιπλέον πως ο μάρτυς έλαβε κατάθεση από τον ενάγοντα στις 11.4.06 (που κρίθηκε ως θεληματική σε δίκη εντός δίκης) και ότι επιπρόσθετο μέρος τής εναντίον του μαρτυρίας ήταν και η κατάθεση κάποιου προσδιοριζόμενου στο κατηγορητήριο (ως συνωμότη με τον ενάγοντα) XXXXX Ευθυμίου, ο οποίος κατά τα φαινόμενα τον ενοχοποίησε. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αξιολόγησε τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (ο XXXXX Ευθυμίου δεν κλήθηκε ως μάρτυς) και συνυπολόγισε την εκδοχή του κατηγορούμενου (ενάγοντα). Σχολίασε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας πως «Μπορεί να δόθηκε ενοχοποιητική μαρτυρία.» από τον XXXXX Ευθυμίου (και κάποιαν XXXXX Χαραλάμπους), όμως δεδομένου «.ότι τα δύο αυτά πρόσωπα δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες από την κατηγορούσα αρχή και η υπάρχουσα μαρτυρία για την δική τους θέση σε σχέση με τον κατηγορούμενο είναι εξ ακοής, δεν είναι επιτρεπτό, υπό τις περιστάσεις, ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο από αυτούς να επενεργήσει ενοχοποιητικά εναντίον του.». Ουδέποτε υποβλήθηκε από τον ενάγοντα σε οποιονδήποτε μάρτυρα τού εναγομένου στην παρούσα διαδικασία πως η μαρτυρία που κατείχε η Κυπριακή Δημοκρατία διά της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του ενάγοντα κατά τους κρίσιμους ανακριτικούς και διωκτικούς χρόνους (περιλαμβανομένης της δικαστικής διαδικασίας στην ποινική υπόθεση), ήταν τέτοια που δεν μπορούσε λελογισμένως να κριθεί ως δημιουργούσα λογική προσδοκία καταδίκης του. Υπήρχε αντικειμενικώς μια τέτοια λογική προσδοκία. Υποσημειώνεται πως στην ποινική υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση πως ο κατηγορούμενος (ενάγων) αντιμετώπιζε «.ανεπίτρεπτα κατηγορητήριο που περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες από αυτές για τις οποίες εκδόθηκε από τις Ρουμανικές Αρχές στην Κύπρο.», απολήγοντας πως «.δεν θα συμφωνούσα ότι τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος συνελήφθη . είναι διαφορετικά από αυτά που αντιμετώπισε στην παρούσα υπόθεση.». Η δίωξη του ενάγοντα στην Κύπρο ήταν σύννομη, αιτιολογημένη και εύλογη και πόρρω απέχουσα από τον εύλογο χαρακτηρισμό (εν είδει ενέργειας ή παρενέργειας), ως παραβιαστικής συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ενάγοντα ή και ως διαπλαστικής συναφούς δικαιώματος αποζημίωσης «.δια στέρηση της ελευθερίας του δια περίοδο 26 μηνών» (χρονική διάρκεια που είναι και λανθασμένως υπολογισμένη αφού κατά τη μαρτυρία και εκδοχή του ενάγοντα, τούτη προσδιορίζεται σε περίοδο 23 τόσων μηνών). Οι πράξεις του εναγομένου είχαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως αποκλειστικό μέλημα την προσαγωγή του ενάγοντα, ως φαινόμενου παραβάτη, ενώπιον της Δικαιοσύνης, για ορθούς και γνήσιους λόγους. Η απαλλαγή και αθώωση του ενάγοντα δεν συναποτελεί αίτιο που από μόνο του θα μπορούσε να κατατείνει σε κακοπιστία του εναγομένου έναντι του (βλ. κατ' αναλογίαν, Κλεάνθους ν Μιλτιάδους
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1111, 1114-1116). Η απόφαση του εναγομένου να διώξει τον ενάγοντα - και να συντείνει στην υποδικία του μέχρι την περάτωση της ποινικής υπόθεσης - δεν εμπερικλείει ή υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού στην αυτονομία και αξιοπρέπεια του ενάγοντα (ως κατηγορουμένου) παρά μόνο έθεσε αρμοδίως και εκ καθηκόντως και το ζήτημα για απόφανση περί ενοχής ή αθώωσης του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο, με τη σειρά του, είχε την ευθύνη κρίσης επί κάθε παράλληλου ή και σχετικού θέματος, συμπεριλαμβανομένης της κράτησης και της επιβολής ποινής σε αυτόν (βλ. κατ' αναλογίαν, SXH v The Crown Prosecution Service
(2017)1 WLR 1401). Ο ενάγων παρέλειψε επίσης να παρουσιάσει μαρτυρία που να καθιστά αποδεικτέα τη δικογραφημένη θέση του στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης περί αμέλειας του εναγομένου υπό την έννοια ότι (ο ενάγων) «.μετεφέρθη στη Κύπρο και μπορούσε να διασφαλισθεί η παρουσία του στο Δικαστήριο, αδικαιολόγητα παρέμεινε υπό κράτηση για δεκατέσσερις
(14)ακόμη μήνες μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του». Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), ο ενάγων προτάσσει πως μεταφέρθηκε «.στις κεντρικές φυλακές όπου παρέμειν[ε] για 11 ολόκληρους μήνες.» και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας «.μετά την Ένορκη κατάθεση μου, στις 8/3/2007 δέχθηκε την αίτηση μου και με άφησε ελεύθερο με προσωπική εγγύηση ύψους €50,000 όπως και με περιοριστικούς όρους μέχρι να λάβει την απόφαση του, κάτι το οποίον δεν έπραξε στο αρχικό αίτημα μου μόλις ήρθα στην Κύπρο με αποτέλεσμα να παραμείνω 11 μήνες αδίκως υπό κράτηση». Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί ευμενές (για τον ενάγοντα) συμπέρασμα ή εύρημα. Ομοίως - και πέραν τού ότι δεν αποδείχθηκε ευθύνη του εναγομένου για ό,τι είναι που του καταμαρτυρείται από τον ενάγοντα επί οποιουδήποτε νομοθετικού, συνταγματικού ή άλλου βάθρου - ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει οιανδήποτε ειδική ζημιά με την αυστηρότητα που ορίζει η νομολογία, πόσω δε μάλλον ύψους €170.000,00 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 65/12, ημ. 12.3.18, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, 243), μήτε και άλλες περιστάσεις δικαιολογητικές ένταξης τού επιδιωκόμενου ποσού στις ευρύτερες παραμέτρους των γενικών ή άλλων αποζημιώσεων που αξιώνονται για την κατ' ισχυρισμόν παράνομη κράτηση/περιορισμό του (βλ. κατ' αναλογίαν, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1115-1116). Τα ίδια ισχύουν, με ανάλογες και κατάλληλες αναπροσαρμογές, για τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί προβλημάτων υγείας του - όπως βρογχικό άσθμα με συχνές και σοβαρές παροξύνσεις (βλ. Τεκμήριο Ζ) και έτερες ψυχολογικές δυσχέρειες ως η σοβαρή κατάθλιψη (βλ. Τεκμήριο Γ) και η μετατραυματική αγχώδης και καταθλιπτική διαταραχή (βλ. Τεκμήριο Ε) - που υπέστηκε, ως είπε, ως εκ των επικρατουσών συνθηκών στους χώρους κράτησης όπου τοποθετήθηκε από τις αρμόδιες αρχές στην Ρουμανία και στην Κύπρο. Μ' όλο που ο ενάγων δεν αντεξετάστηκε σχετικώς, η μαρτυρία που παρουσίασε - προφορική και έγγραφη (υπό τύπον αντιγράφων ιατρικών πιστοποιητικών, συνταγών και βεβαιώσεων) - δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως η καλύτερη δυνατόν και αποδεικτικώς βαρύνουσα, για ό,τι στόχευσε να καταδείξει (άνευ μαρτυρίας από μέρους των συντακτών των εγγράφων) - εκτός στην έκταση που από τη μαρτυρία τούτη μπορεί να γίνουν διαπιστώσεις βασισμένες στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία περί συναισθηματικών και άλλων παρόμοιων επιπτώσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, ΜΘ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 174, 180-181) - χώρια και από το γεγονός πως η μαρτυρία αυτή, απτόμενη επιστημονικής φύσης ζητημάτων, δεν διασυνδέθηκε δεόντως από τον ενάγοντα στη βάση συνάφειας αιτίου-αιτιατού (βλ. κατ' αναλογίαν, Belay v Ages
(2015)ONSC 2377), αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε θεμιτώς να μετατραπεί σε πραγματογνώμονα και να αποφασίσει πρεπόντως με επίκληση δικαστική γνώση που δεν κέκτηται περί των ζητημάτων αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, 262). Η αγωγή καλεί σε απόρριψη, αφού ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε έκφανση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Προκειμένου να αποφευχθεί η όποια δικονομική και άλλη ταλαιπωρία του ενάγοντα, με άμεση επίδραση και στην αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης σε μια ήδη καθυστερημένη χρονικώς υπόθεση (με ανάλογο ποσοστό ευθύνης να βαραίνει και τον ενάγοντα) - και με την υπόθεση να τίθεται ενώπιον μου μόλις την 12.1.18 - θα ακολουθήσω την πρακτική υπολογισμού των λογικών/δίκαιων αποζημιώσεων που κειμένως ζητεί ο ενάγων σε περίπτωση δευτεροβάθμιας απόκλισης από την πρωτόδικη απόφαση (βλ. κατ' αναλογίαν, Nicolaides ν Economides
(1963)2 CLR 78, 81). Εν σχέσει προς τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Εφετείο (διά του Ναθαναήλ, Δ.), τόνισε και τα κατωτέρω στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18: « Οι αποζημιώσεις που υπολογίζονται στις περιπτώσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν στην ουσία sui generis αποζημιώσεις. ................................................. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα δεδομένα και γεγονότα και υπό το φως καθοδήγησης από άλλες υποθέσεις παρομοίας φύσεως να καθορίσει τις αποζημιώσεις τις οποίες το ίδιο θεωρεί εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις. Στο σύγγραμμα των Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights - ανωτέρω -, αναφέρεται ότι η νομολογία που αναπτύχθηκε από το ΕΔΑΔ σε σχέση με τις αποζημιώσεις που αποδίδει κάτω από το Άρθρο 41, έχει υποστεί κριτική λόγω της ασαφούς διατύπωσης καθαρών αρχών ως προς το πότε αποδίδονται τέτοιες αποζημιώσεις και ποιο είναι το μέτρο τους. Το ΕΔΑΔ θα αποδώσει αποζημιώσεις μόνο εάν η απώλεια αποδεικνύεται να προήλθε ως άμεσο αποτέλεσμα της παραβίασης. Στο σύγγραμμα των Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights - ανωτέρω - επίσης καταγράφεται στη σελ. 856, ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ κάτω από το Άρθρο 41 χαρακτηρίζεται από την έλλειψη και απουσία συστηματικής εφαρμογής σαφών νομικών αρχών όπως αυτές ανευρίσκονται στο δίκαιο των κρατών-μελών της Σύμβασης αναφορικά με τις αποζημιώσεις. Διαπιστώνεται μόνο η παράθεση γενικών αρχών ώστε οι αποζημιώσεις κατά κανόνα να ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες: στην απόδοση των εξόδων της δίκης, ποσά για οικονομική απώλεια και ποσά για μη οικονομική απώλεια. Στην τελευταία των κατηγοριών αυτών των λεγόμενων «non-pecuniary damages (or moral damages)», η απόδοση των αποζημιώσεων γίνεται στη βάση μιας δίκαιης αποζημίωσης («equitable compensation») και η απόδοση των αποζημιώσεων περιλαμβάνει τον πόνο, την οδύνη, την αγωνία, το άγχος και την απώλεια ευκαιριών. Το αίσθημα της αδικίας, ο δυσμενής τρόπος επηρεασμού του τρόπου ζωής και η προσωπική δυσχέρεια, αποτελούν επίσης παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. Το τελικό επίμετρο είναι η κατά το δυνατόν αποκατάσταση του θύματος υπό τύπο restitutio in integrum. Το ποσό που θα αποδοθεί θα πρέπει να είναι ανάλογο της σοβαρότητας της παραβίασης και της επίπτωσης της παραβίασης στον προσφεύγοντα. .................................................». Ζυγιάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του ενάγοντα και του εναγόμενου, τις προσωπικές συνθήκες του ενάγοντα, την κοινωνική υπόληψη και υπόσταση του, τη γενικότερη ταλαιπωρία και επαγγελματική και οικογενειακή του φήμη και ό,τι άλλο συνυπολογίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις και τεκμηριώνεται από μαρτυρία (βλ. επιπροσθέτως και κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πάλμα και Άλλων, ΠΕ 44/13, ημ. 19.11.15, Κυπριακή Δημοκρατία ν Βασιλείου και Άλλων, ΠΕ 381/10, ημ. 26.5.15, Faulkner v Secretary of State for Justice and Another
(2013)UKSC 23, Γιάλλουρος ν Νικολάου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 558 (Ολομέλεια), Dudgeon v The United Kingdom
(1983)5 EHRR 573), θα απέδιδα στον ενάγοντα - για την παραβίαση του προειρημένου συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος της ελευθερίας (για περίοδο 23 μηνών ως η αποδειχθείσα θεωρητικώς και κατά συζήτησιν εκδοχή του ενάγοντα στο απόγειο της) - ποσό ύψους €3.500,00, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (12.6.08), συν τον ΦΠΑ. Αυτά αν επετύγχανε η αγωγή. Που δεν πέτυχε. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο