B.S. Beteiligungsgesellschaft mbH ν. Bryanston Resources AG κ.α., Αγωγή:1384/2019, 6/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A735 Κλιμακα: πέραν των €2.000.000 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Αγωγή:1384/2019 Μεταξύ: B.S. Beteiligungsgesellschaft mbH εκ Γερμανίας Ενάγουσας και
- Bryanston Resources AG εξ Ελβετίας
- Belkacar Limited εκ Κύπρου
- F.K. Beteiligungsgesellschaft mbH εκ Γερμανίας
- Winterberg Group AG εξ Ελβετίας
- XXXXX Kroeher εκ Γερμανίας
- XXXXX Tencati εκ Νοτίου Αφρικής
- XXXXX Brickestein εκ Γερμανίας
- XXXXX Nowak εκ Ρωσίας
- XXXXX Azmukhanov εκ Ρωσίας
- XXXXX Makarova εκ Ρωσίας
- XXXXX Muradova εκ Ρωσίας
- XXXXX Sardar εκ Ρωσίας
- XXXXX Petriakov εκ Ρωσίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Κ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δράκο και κ. Κότσαπα Για Εναγόμενη 2: κ. Κατσής με κ. Λιασίδου Για Εναγόμενους 3 ‑ 9: κ. Πολυβίου με κ. Μίτλετον Για Εναγόμενους 10 ‑ 13: κ. Χριστοδούλου με κ. Μαλεκίδη Ενδιάμεση Απόφαση Οι διάδικοι Ως προκύπτει αβίαστα από τον τίτλο της παρούσας αγωγής, ως τούτος εμφαίνεται επί του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματός της, οι δεκατρείς Εναγόμενοι κατεγράφησαν με λανθασμένη αρίθμηση. Για σκοπούς αποφυγής σύγχυσης, η περιγραφή των διαδίκων θα γίνει στη βάση της αρίθμησης που φέρει ο τίτλος της επίδικης αίτησης, ο οποίος είναι και ορθός. Κρίνω, επί του προκειμένου, αναγκαίο να σημειώσω ότι, την ορθότητα της αρίθμησης των Εναγομένων στον τίτλο της επίδικης αίτησης, όχι απλά δεν αμφισβήτησαν οι Εναγόμενοι, αλλά, στη βάση της, έγιναν και οι εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα είναι γερμανική εταιρεία αποκλειστικών συμφερόντων του XXXXX Sobotka (στο εξής «η Ενάγουσα» και «ο Sobotka», αντίστοιχα). Η Εναγόμενη 3, είναι, επίσης, γερμανική εταιρεία, αποκλειστικών συμφερόντων του Εναγόμενου 5 (στο εξής «η Εναγόμενη 3» και «ο Εναγόμενος 5», αντίστοιχα). Ο Sobotka και ο Εναγόμενος 5 συνδέονταν με μακρόχρονη φιλία. Στα πλαίσια της φιλίας τους αυτής, μέσω της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 3, ίδρυσαν την Εναγόμενη 1, ελβετική εταιρεία (στο εξής «η Εναγόμενη 1»). Περί το 2014, ο Sobotka, για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, έπαψε πλέον να αποτελεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και περί τον Σεπτέμβριο του 2015, στο Διοικητικό της Συμβούλιο, πέραν του Εναγομένου 5, ο οποίος ήταν ήδη μέλος, διορίστηκαν και οι Εναγόμενοι 6, 7 και
- Περί τον Σεπτέμβριο του 2016, οι Εναγόμενες 10, 11 και 12 συνέστησαν την Εναγόμενη 2, κυπριακή εταιρεία (στο εξής «η Εναγόμενη 2»), η οποία διαχειρίζεται (κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της) τη ρωσική εταιρεία Carsharing JSC, η οποία ρωσική εταιρεία παρέχει υπηρεσίες εξεύρεσης οχημάτων για ενοικίαση στη Μόσχα μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής κινητού τηλεφώνου. Οι Εναγόμενες 10, 11 και 12 είναι, επίσης, οι ιδρύτριες της ρωσικής εταιρείας Carsharing JSC. Τον Δεκέμβριο του 2016 η Εναγόμενη 1, μέσω αγοράς, απέκτησε το 52.47% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Μετά την απόκτηση του κεφαλαίου αυτού, το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 κατεχόταν ως ακολούθως: Η Εναγόμενη 1, 52.47%, οι Εναγόμενες 10, 11 και 12, 14.76%, έκαστη, και ο Εναγόμενος 13 (angel investor), 3.25%. Η απόκτηση του 52.47% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 από την Εναγόμενη 1, έγινε μεσούσης διαβούλευσης των Εναγόμενων 5, 6, 7 και 8, από τη μια, και του Sobotka, από την άλλη, για εξαγορά των μετοχών που κατείχε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη
- Ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις, οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 (μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1) ίδρυσαν την Εναγόμενη 4, ελβετική εταιρεία (στο εξής «η Εναγόμενη 4»), προς την οποία, την 1.2.2017, πώλησαν και μεταβίβασαν το μετοχικό κεφάλαιο (52.47%) που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2, καθιστώντας έτσι την Εναγόμενη 4 τη νέα κάτοχο του πλειοψηφικού πακέτου της Εναγόμενης
- Ο Εναγόμενος 9 διορίστηκε από την Εναγόμενη 4, ως εκπρόσωπός της, στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης
- Αγωγή 2797/2018 Στις 11.10.2018, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα της παρούσας αγωγής η παράγωγη αγωγή 2797/18, με εκεί Εναγόμενους τους Εναγόμενους 1 ‑ 9 της παρούσας αγωγής. Στα πλαίσια δε της εν λόγω αγωγής, διά μονομερούς αιτήσεώς της, η Ενάγουσα κατάφερε και εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα εναντίον των εκεί Εναγομένων (πλην του Εναγομένου 9), στη βάση κατ' ισχυρισμό δόλου από πλευράς των Εναγομένων που είχε ως αποτέλεσμα να αποξενωθεί η Εναγόμενη 1, μεταξύ άλλων, και του μετοχικού μεριδίου (52.47%) που κατείχε στην Εναγόμενη
- Ήταν, επί του προκειμένου, η θέση της Ενάγουσας ότι, μόλις το καλοκαίρι του 2018 ο Sobotka έγινε γνώστης του γεγονότος ότι την 1.2.2017 οι μετοχές που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 μεταβιβάστηκαν στη νεοσυσταθείσα εταιρεία των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, Εναγόμενη
- Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν επιστρεπτέα και οι επηρεαζόμενοι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση ως προς τη συνέχιση της ισχύος τους. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 22.3.2019, ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδίκασε την αίτηση, απέρριψε τούτη και κατά συνέπεια και τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα, στη βάση κρίσης ότι δεν έγινε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και ότι, ως διεφάνη, δεν ικανοποιούταν η προϋπόθεση του κατ' επείγοντος. Εναντίον της απόφασης αυτής στην αγωγή 2797/2018 ασκήθηκε έφεση από πλευράς της Ενάγουσας. Στις 30.5.2019, η Ενάγουσα, διά σχετικής Ειδοποίησης διακοπής, την οποία και καταχώρησε στο οικείο Πρωτοκολλητείο, διέκοψε την αγωγή 2797/
- Η παρούσα αγωγή και η επίδικη αίτηση Την ίδια μέρα και δη στις 30.5.2019, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή και μέσω μονομερούς αίτησής της (ίδιας ημερομηνίας) κατάφερε, στις 3.6.2019, να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα ως το υπό στοιχείο 1 της αίτησης (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, η Ενάγουσα, πέραν της ένορκης δήλωσης του Μ. Κορέλλη, ημερομηνίας 30.5.19, που επισυνάπτεται σε αυτή, καταχώρησε, στις 3.6.2019, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, του ιδίου προσώπου, κατόπιν σχετικής άδειας του παρόντος Δικαστηρίου (υπό διαφορετική, όμως, σύνθεση). Η Ενάγουσα, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε, προέβαλε, αφενός, την κατ' ισχυρισμό δόλια δράση των Εναγομένων 2 μέχρι και 8 στα πλαίσια της εξαγοράς (την 1.2.2017) από την Εναγόμενη 4 των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2, και αφετέρου νέα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2019 και δη σε χρόνο μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή 2797/
- Ως προς την απόκτηση των μετοχών από την Εναγόμενη 4, η Ενάγουσα παρουσίασε τον ίδιο ισχυρισμό που παρουσίασε και στα πλαίσια της αγωγής 2797/2018, που θέλει τον Sobotka να ενημερώνεται ως προς τη ρηθείσα πώληση και μεταβίβαση μόλις το καλοκαίρι του
- Αναφορικά δε με οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση περιουσίας της Εναγόμενης 1 προς την Εναγόμενη 4, πάντα κατά την εκδοχή της Ενάγουσας, τούτη έγινε γνωστή στο Sobotka κατά το φθινόπωρο του 2018 μέσω των δικογραφημένων θέσεων κάποιων εκ των εναγομένων στα πλαίσια δικαστικών και άλλων διαδικασιών που εκκρεμούσαν στη Γερμανία και Ελβετία. Εν ολίγοις, παρουσίασε τους Εναγόμενους 3, 4, 5, 6, 7, και 8, και σε μία περίπτωσή και την Εναγόμενη 2, δόλια, παράνομα και εν κρυπτώ, να αποξενώνουν την Εναγόμενη 1 από την περιουσία της εν αγνοία του Sobotka. Ως προς τα νέα γεγονότα, αλλά και τον λόγο που η Ενάγουσα αποφάσισε να διακόψει την αγωγή 2797/2018 και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, μέσω της ένορκης μαρτυρίας που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, η Ενάγουσα αναφέρει, συνοπτικά, τα εξής: Περί τις 10 Μαΐου 2019, η Ενάγουσα ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη 2, στις 15.4.2019, προέβη σε έκδοση νέου μετοχικού κεφαλαίου το οποίο αποκτήθηκε από όλους τους υφιστάμενους μετόχους, πλην της Εναγόμενης 4, αλλά και από τρεις νέους μετόχους/επενδυτές και συγκεκριμένα την BMT Equity Fund, την XXXXX Pisarenko και XXXXX Telinchko. Ως αποτέλεσμα της έκδοσης του νέου μετοχικού κεφαλαίου και της απόκτησης μετοχών από τους υφιστάμενους και νέους μετόχους, το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 κατέχεται πλέον ως ακολούθως: Οι Εναγόμενες 10, 11 και 12, από 10.001 μετοχές που κατείχαν αρχικά στην Εναγόμενη 2, κατέχουν πλέον 10.158 μετοχές, έκαστη, ο Εναγόμενος 13, από 2.212 μετοχές που κατείχε αρχικά στην Εναγόμενη 2, κατέχει πλέον 2.247 μετοχές, η BMT Equity Fund απέκτησε 6.715 μετοχές, η XXXXX Pisarenko, 427 μετοχές και η XXXXX Telinchko, 1.281 μετοχές. Η Εναγόμενη 4, παρέμεινε ο μεγαλύτερος μέτοχος με 35.562 μετοχές, αριθμός μετοχών που κατείχε από την αρχή που κατέστη μέτοχος της Εναγόμενης 2, πλην όμως, με τη διανομή των νέων μετοχών, ως ανωτέρω, το μετοχικό της μερίδιο μειώθηκε από 52.47% σε 46.36%, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς η περιουσία της Εναγόμενης 4 στην Εναγόμενη 2, περιουσία επί της οποίας συμφέρον έχει η Εναγόμενη 1, μιας και η αρχική μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε η τελευταία στην Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 4, έγινε, πάντα κατά την Ενάγουσα, με δόλιο τρόπο και παράνομα, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 4, έκτοτε, να κατέχει τις επίδικες μετοχές στην Εναγόμενη 2 ως εμπιστευματοδόχος της Εναγόμενης
- Στη βάση δε του ισχυρισμού της ότι η Εναγόμενη 1 ελέγχεται από τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8, οι οποίοι είναι και οι ιδρυτές και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 4, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 αρνείται να συγκαλέσει συνελεύσεις, ως η απαίτηση της Ενάγουσας, και δεν αναμένεται ούτε και δύναται να καταχωρήσει αγωγή για να εξασφαλίσει θεραπεία εναντίον της Εναγόμενης 4, αναφορικά, τόσο με την αρχική πώληση των μετοχών που κατείχε στην Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 4, όσο και αναφορικά με τη μείωση του μετοχικού αυτού κεφαλαίου ένεκα της έκδοσης των νέων μετοχών από την Εναγόμενη
- Ως εκ τούτων, η Ενάγουσα, ως μέτοχος της Εναγόμενης 1, νομιμοποιείται, ως ισχυρίζεται, να κινεί την παρούσα αγωγή, ως παράγωγη, για σκοπούς διασφάλισης των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Στη βάση, πάντα, του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η δράση των Εναγομένων 2 ‑ 13 ισοδυναμεί με συνωμοσία με σκοπό την αποξένωση της Εναγόμενης 1 από την περιουσία της, την οποία κατέχει, ως εμπιστευματοδόχος της, η Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη
- Είναι συναφώς η θέση της Ενάγουσας ότι, όλοι ανεξαιρέτως οι Εναγόμενοι (πλην της Εναγόμενης 1 που δεν μπορούσε να αντιδράσει λόγω πλήρους ελέγχου της από τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8) ενήργησαν με δόλο και συνωμοτικά και ότι τούτο εξάγεται αβίαστα από τον τρόπο δράσης τους, αλλά και από τις συνέπειες των ενεργειών τους. Προς τούτο, ο ομνύοντας για λογαριασμό της Ενάγουσας προβαίνει σε ειδικές αναφορές επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια. Εκείνο που στην ουσία προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας είναι ότι, πρόκειται για ένα καλοστημένο σχέδιο δράσης, τα στάδια του οποίου λάμβαναν χώρα εν αγνοία του Sobotka και με μόνο σκοπό να αποξενωθεί η Εναγόμενη 1 της περιουσίας της, ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο η αντιπαροχή για την εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 από την Εναγόμενη
- Μέρος των σχετικών ισχυρισμών της Ενάγουσας ήταν: (α) Η Εναγόμενη 1, στα αρχικά στάδια της λειτουργίας της, ως επιτυχημένη εταιρεία, κατέγραφε σταθερή αύξηση εσόδων και κερδών. Ο Sobotka και ο Εναγόμενος 5, ως οι τελικοί δικαιούχοι της Εναγόμενης 1, είχαν αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διανέμονται τα κέρδη και ότι τούτα θα μπορούσαν να εισπράττονται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια ενός έτους. Επίσης, παρά το γεγονός ότι έκαστος (Sobotka και Εναγόμενος 5) κατείχε, μέσω της εταιρείας του, το 50% των μετοχών της Εναγόμενης 1, τα κέρδη της τελευταίας δεν θα διαμοιράζονταν εξ ίσου, αλλά στη βάση των εισοδημάτων που έκαστος μέτοχος έφερνε στην Εναγόμενη
- Είναι για τον λόγο αυτό που ο Sobotka είχε μεγαλύτερο ποσοστό επί των κερδών της Εναγόμενης
- Επίσης, είχε αποφασιστεί ότι μερίδια στα κέρδη θα λάμβαναν και οι Διευθυντές της Εναγόμενης
- «Για σκοπούς νομικής κάλυψης[1]» τα κέρδη της Εναγόμενης 1 θα μπορούσαν να διανεμηθούν υπό τον χαρακτηρισμό «αμοιβή» ή «μισθός» ή «φιλοδώρημα» ή «προσωρινό δάνειο» ή διά της κατάθεσής τους σε ξεχωριστό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 για μεταγενέστερη εκταμίευσή τους από τον δικαιούχο. Πάντα κατά το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού υπό του οποίου διανέμονταν τα κέρδη, τούτα επρόκειτο για χρήματα τα οποία ανήκαν, μετά τον διαμερισμό τους, στους μετόχους και Διευθυντές της Εναγόμενης 1, χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα της τελευταίας για επιστροφή τους. Τη διαδικασία διανομής των κερδών, καθώς επίσης και την αναγκαία επικοινωνία με τους δικαιούχους, την είχε αναλάβει ο Εναγόμενος
- Η Ενάγουσα, ως μέθοδο για είσπραξη των κερδών της από την Εναγόμενη 1 επέλεγε πάντα το προσωρινό δάνειο. Παρά τη συμφωνία αυτή μεταξύ του Sobotka και του Εναγομένου 5, περί το 2016, όταν και ο Εναγόμενος 6 ήταν πλέον μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, άρχισε (ο Εναγόμενος 6) να αρνείται ότι υπήρξε τέτοιου είδους συμφωνία και ότι, όσα χρήματα κατέληξαν σε μετόχους ή Διευθυντές της Εναγόμενης 1 με τη μέθοδο του προσωρινού δανείου, αποτελούσαν χρήματα που οι τελευταίοι έλαβαν από την Εναγόμενη 1 υπό μορφή δανείου με ταυτόχρονη υποχρέωσή τους να επιστρέψουν τούτα στην τελευταία. Είναι δε η θέση της Ενάγουσας ότι, η αντίδραση αυτή του Εναγομένου 6 έγινε σε πλήρη συνεννόηση με τους Εναγόμενους 3, 5, 7 και 8, υπό μορφή συνωμοσίας εναντίον του Sobotka και της Ενάγουσας. Και τούτο σε μια προσπάθεια να γίνει συμψηφισμός της αξίας των μετοχών που κατέχει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 με τα χρήματα που δήθεν οφείλει ο Sobotka προς την Εναγόμενη 1 ως ληφθέντα υπό μορφή προσωρινών δανείων, ώστε η αντιπαροχή για την αγορά των μετοχών της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1 να περιοριστεί στο ελάχιστον. (β) Ο λόγος που ο Sobotka έπαψε πλέον να αποτελεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ήταν ο νέος ρόλος που ανέλαβε (ως Πρόεδρος του Συμβουλίου (CEO)) στην Eurasian Resources Group S.a r.I. («ERG»), μεγάλη εταιρεία εξόρυξης μετάλλων με εγκαταστάσεις παραγωγής στην Ασία, την Αφρική και τη Βραζιλία, η οποία ERG εξακολουθούσε τότε, να είναι ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες της Εναγόμενης 1, πληρώνοντας προς αυτή, από το 2014 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2018, $25.287.
- Κατά την Ενάγουσα, από τον Οκτώβριο του 2014 και εντεύθεν, ο Sobotka δεν εμπλεκόταν πλέον στη λήψη αποφάσεων της Εναγόμενης 1, της οποίας απλά παρέμεινε μέτοχός της μέσω της Ενάγουσας κατά 50%. (γ) Συνεπεία παραπόνου που εξέφρασε ο Εναγόμενος 5 σε ηλεκτρονικό μήνυμά του προς τον Sobotka τον Φεβρουάριο του 2016 περί άδικου διαμερισμού των κερδών της Εναγόμενης 1, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Sobotka και του Εναγόμενου 5 για επίλυση των διαφορών τους. Αφού οι αρχικές προσπάθειες για αλλαγή του συστήματος διανομής κερδών δεν στέφθηκαν με επιτυχία, οι δύο τους επικεντρώθηκαν στο ενδεχόμενο ο ένας να αποκτήσει το μετοχικό μερίδιο του άλλου. Αν και αρχικά ο Sobotka απαίτησε για την πώληση του δικού του μεριδίου το ποσό των CHF 6.000.000, μετέπειτα, η απαίτηση του αυτή περιορίστηκε στα CHF 3.000.000, και στη βάση της απαίτησης του αυτής ετοιμάστηκε και ειδικό προσχέδιο μνημονίου κατανόησης τον Φεβρουάριο του 2017 (η αναφορά στην παράγραφο 27 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση σε «2016», πρόκειται περί λάθους. Το σχετικό Τεκμήριο 32, στην πρώτη σελίδα, πάνω δεξιά γωνία, αναγράφει ρητά 6 Φεβρουαρίου 2017). Το ίδιο χρονικό σημείο, ο Sobotka ενημερώθηκε για την ίδρυση της Εναγόμενης 4, η οποία του παρουσιάστηκε ως εταιρεία που ιδρύθηκε από τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8 με αποκλειστικό σκοπό να αποκτήσει το μερίδιο της Ενάγουσας στην Εναγόμενη
- Είναι δε στη βάση αυτού του δεδομένου που ο Sobotka, για λογαριασμό της Ενάγουσας, συνέταξε τον Φεβρουάριο του 2017 προσχέδιο συμφωνίας αγοράς των μετοχών της Ενάγουσας από την Εναγόμενη
- Είναι, ακριβώς, η θέση της Ενάγουσας ότι υπήρχε συναντίληψη των μερών ως προς το τίμημα αγοράς του μεριδίου της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1 και ότι τούτο θα ήταν CHF 3.000.
- Κατά την Ενάγουσα, παρά τη συναντίληψη αυτή, μετά τον Οκτώβριο του 2017 και κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους που ακολούθησε, η συμπεριφορά των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 «άλλαξε και γινόταν ολοένα και πιο επιθετική, ευαίσθητη και έπαιρναν το κάθε τι προσωπικά, καθώς μείωναν την τιμή αγοράς που προσέφερε ο Εναγόμενος 5[2]» στον Sobotka ολοένα και περισσότερο. Η διαπραγμάτευση από πλευράς των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 γινόταν από τον Εναγόμενο
- Καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αυτών, ουδέποτε ο Sobotka ενημερώθηκε για οποιεσδήποτε αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 προς την Εναγόμενη
- Ουδέποτε επίσης ενημερώθηκε για το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών είχαν αποξενωθεί. Στις 10 Απριλίου 2018, ο Εναγόμενος 6 υπέβαλε τελική προσφορά προς την Ενάγουσα για αγορά του μετοχικού της μεριδίου στην Εναγόμενη 1 για το ποσό των CHF 2.590.000, ποσό το οποίο, κατά τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8, θα έπρεπε να συμψηφιστεί με τις κατ' ισχυρισμό οφειλές του Sobotka προς την Εναγόμενη 1 λόγω των προσωρινών δανείων που λάμβανε από αυτήν κατά καιρούς. Κατά την Ενάγουσα, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ο Sobotka ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε δάνειο από την Εναγόμενη 1 και η απαίτηση αυτή των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 γινόταν κατά παράβαση του μοντέλου διανομής κερδών που συμφωνήθηκε μεταξύ του Sobotka και του Εναγόμενου 5 σε σχέση με τα κέρδη της Εναγόμενης
- Εν ολίγοις, πάντα κατά την Ενάγουσα, αν η Ενάγουσα αποδεχόταν την τελική προσφορά των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, θα λάμβανε ένα ποσό της τάξης των CHF 200.
- Η αξία του μετοχικού μεριδίου που κατείχε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τα CHF 200.000 που πρότειναν οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 για αγορά του, και τούτο, μεταξύ άλλων, και στη βάση της αξίας των μετοχών της Εναγόμενης 2, το πλειοψηφικό πακέτο της οποίας κατείχε η Εναγόμενη 1 από τον Δεκέμβριο του
- (δ) Η απόκτηση από την Εναγόμενη 1 του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της Εναγόμενης 2 τον Δεκέμβριο του 2016, παρουσιάζεται από την Ενάγουσα ως μια ορθή επένδυση σε μια εταιρεία, οι δραστηριότητες της οποίας αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς και η οποία φαίνεται να πολλαπλασιάζει συνεχώς την αξία της. Είναι δε η θέση της Ενάγουσας ότι, στη βάση εκτιμήσεων που έγιναν για λογαριασμό της, τόσο κατά το 2018, όσο και κατά το 2019, η αξία της Εναγόμενης 2 υπολογίζεται στα €50.925.000 (τον Σεπτέμβριο του 2018) και στα €84.089.099 (τον Μάιο του 2019). Στη βάση των εκτιμήσεων αυτών, προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας η θέση ότι, η αγορά των επίδικων μετοχών της Εναγόμενης 1 (που κατείχε στην Εναγόμενη 2) από την Εναγόμενη 4 για το ποσό των €2.060.000, είναι οφθαλμοφανώς μη αντιπροσωπευτική της πραγματικής τους αξίας και ότι η πώληση αυτή έγινε εν αγνοία του Sobotka και της Ενάγουσας και σίγουρα εναντίον των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Ήταν δε αποτέλεσμα της συνωμοτικής συμπεριφοράς των Εναγομένων, αφού, μεταξύ άλλων, οι επίδικες μετοχές αγοράστηκαν από την Εναγόμενη 4 και δη εταιρεία αποκλειστικών συμφερόντων των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 οι οποίοι ήταν και οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι της ίδιας της Εναγόμενης 1 την οποία και καταδολίευσαν. (ε) Κατά την Ενάγουσα, διαζευκτικά της επανεγγραφής του μεριδίου των μετοχών, που κατέχει σήμερα η Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 2, στο όνομα της Εναγόμενης 1, η τελευταία δικαιούται σε αποζημίωση ύψους €38.985.418, που αποτελεί την αξία του 46.36% των μετοχών της Εναγόμενης 2 που κατέχει σήμερα η Εναγόμενη
- (στ) Ο λόγος που η Ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή 2797/2018, αλλά και την παρούσα αγωγή, ως παράγωγες αγωγές, ήταν γιατί οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 αρνούνταν, κατά παράβαση του Ελβετικού Εταιρικού Δικαίου που διέπει την Εναγόμενη 1, να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευσή της, για, μεταξύ άλλων, και έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και παροχή πληροφοριών στην Ενάγουσα. Είναι δε η θέση της Ενάγουσας ότι απέστειλε, τόσο κατά τον Ιούλιο του 2018, όσο και τον Αύγουστο του 2018, επιστολές με τις οποίες ζητούσε τη σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης της Εναγόμενης 1, καθώς επίσης και πρακτικά συνεδριάσεων και/ή οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες επιστολές της αγνοήθηκαν από πλευράς των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 με τη δικαιολογία ότι η Ενάγουσα δεν είχε συμμορφωθεί με συγκεκριμένες απαιτήσεις του ελβετικού δικαίου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, η Ενάγουσα, τον Αύγουστο του 2018, καταχώρησε αγωγή στην Ελβετία, με την οποία απαιτούσε όπως εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει τη σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης της Εναγόμενης
- Πάντα στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, στις 6 Μαρτίου 2019 το Ελβετικό Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση της Ενάγουσας «για καθαρά διαδικαστικούς λόγους εφόσον έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο η επιστολή ημερομηνίας 13/12/18 συμμορφώνετο με τις απαιτήσεις αποκάλυψης «GAFI» του Άρθρου 697j του Ελβετικού Κώδικα Υποχρεώσεων[3]». Κρίθηκε δε από την Ενάγουσα ότι, λόγω του ότι η αγωγή απορρίφθηκε για διαδικαστικούς λόγους «δεν άξιζε τον κόπο να καταχωρηθεί έφεση[4]» και προχώρησε, στις 15.4.2019, με αποστολή επιστολής με την οποία αποκάλυπτε τον τελικό δικαιούχο της, ώστε να συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της έναντι του Ελβετικού νόμου. Στη βάση δε της αποκάλυψης αυτής, απαίτησε, εκ νέου, τη σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης, καθώς επίσης και ενημέρωσης αναφορικά με τις οικονομικές καταστάσεις και τα πρακτικά των συνελεύσεων της Εναγόμενης
- Κατά την Ενάγουσα, στη βάση των όσων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν επείγον να αποφευχθεί η όποια περαιτέρω αποξένωση του μεριδίου της Εναγόμενης 4 στην Εναγόμενη 2 για προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Είναι δε η θέση της Ενάγουσας, ως τούτη προκύπτει από την παράγραφο 90 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, ότι η Εναγόμενη 1 αρνείται να συγκαλέσει Γενική Συνέλευση και αρνείται επίσης να προβεί η ίδια σε απαίτηση εναντίον των προσώπων που ενεργούν ενάντια στα συμφέροντά της. (ζ) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, με ενέργειες του Εναγόμενου 5 και/ή των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, η Εναγόμενη 1 αποξενώθηκε και άλλων περιουσιακών της στοιχείων διά της μεταβίβασης του μετοχικού μεριδίου που κατείχε σε διάφορες εταιρείες (Bryanston «South Africa» (Pty) Ltd, Bryanston CIS, Bryanston Services (D) GmbH (στις 15 Οκτωβρίου 2018 μετονομάστηκε σε Singular Group GmbH), και επενδυτικό κεφάλαιο BID Equity) προς την Εναγόμενη
- Ακόμα, στα πλαίσια των αποξενώσεων αυτών, οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 μετονόμασαν κάποιες από τις θυγατρικές εταιρείες της Εναγόμενης 1, αλλά και την ίδια την Εναγόμενη 4, εις τρόπον που το όνομα τους, πλέον, να μην συνδέεται με το όνομα της Εναγόμενης
- Όλα τα πιο πάνω έγιναν γνωστά στην Ενάγουσα μετά το καλοκαίρι του 2018, στα πλαίσια των δικαστικών και άλλων διαδικασιών που εκκρεμούσαν, τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ελβετία. (η) Οι όλες ενέργειες και γενικά ο τρόπος δράσης των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, είχαν σκοπό την αποξένωση όλων των μετοχικών μεριδίων της τελευταίας και τη μεταβίβασή τους στην Εναγόμενη 4, της οποίας τελικοί δικαιούχοι είναι οι ίδιοι. Πρόκειται για ενέργειες ασύμβατες με τις υποχρεώσεις πίστης του Διοικητικού Συμβουλίου μιας εταιρείας και οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1, αλλά και της ίδιας της Ενάγουσας ως μετόχου της. Κατά δε την παράγραφο 83 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση «ο απώτερος και αποκλειστικός σκοπός των Εναγομένων ήταν να αποστερήσουν από την Ενάγουσα το μερίδιο της στην Εναγόμενη 1». Για σκοπούς δε υποστήριξης της θέσης αυτής, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση, διά αρίθμησης από (α) ‑ (ωα), παραθέτει διάφορα κατ' ισχυρισμό γεγονότα τα οποία ως αναφέρει, αποδεικνύουν ότι οι Εναγόμενοι 2 ‑ 8 ενορχήστρωσαν συγκεκριμένες συναλλαγές ώστε οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8, μέσω της Εναγόμενης 4, να αποκτήσουν και να περιορίσουν περαιτέρω τον έλεγχο του μεριδίου της Ενάγουσας στην Εναγόμενη
- (θ) Στη βάση της άρνησης της Εναγόμενης 1 να συγκαλέσει γενική συνέλευση και να αναζητήσει θεραπείες σε σχέση με την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων λόγω του ότι ελέγχεται από ομάδα των συνωμοτών και δη τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8, η Ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κινήσει η ίδια την παρούσα αγωγή υπό μορφή παράγωγης αγωγής για λογαριασμό της Εναγόμενης
- (ι) Ως προς τη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα προέβαλε την ιδιότητα της Εναγόμενης 2 ως κυπριακή εταιρεία, μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου της οποίας άλλαξε, παράνομα, ιδιοκτήτη, καθώς επίσης και ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για επαναμεταβίβαση, από την Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 1 των μετοχών που σήμερα κατέχει η Εναγόμενη 4, τούτη (η απόφαση) θα εκτελεστεί στην Κύπρο από τους κύπριους διευθυντές της και σε σχέση με κυπριακή εταιρεία. Η δε γεωγραφική θέση της Κύπρου θεωρείται από την Ενάγουσα βολική ώστε να μπορούν να ταξιδέψουν τα διάφορα πρόσωπα που τυχόν να χρειαστεί να καταθέσουν ενόρκως, από τη Ρωσία, τη Νότιο Αφρική και γενικά την Ευρώπη. Προβάλλεται ακόμα η θέση ότι, τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν την παρούσα διαφορά, λόγω του ότι η συνωμοσία για αποστέρηση με δόλιο τρόπο από την Ενάγουσα του μεριδίου της στην Εναγόμενη 1 και γενικότερα η παράβαση των καθηκόντων των Διοικητικών Συμβούλων της Εναγόμενης 1, έλαβε χώρα, κατά κύριο λόγο, στην Κύπρο, όταν οι μετοχές της Εναγόμενης 2, που είναι κυπριακή εταιρεία, μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 4 (1η Φεβρουαρίου 2017) εν γνώσει της Εναγόμενης 2 ότι ο Sobotka δεν ήταν ενήμερος για την εν λόγω μεταβίβαση. (ια) Ως προς το κατ' επείγον, εκείνο που η Ενάγουσα προέβαλε είναι ότι, σε περίπτωση που δεν εκδιδόταν το υπό στοιχείο 1 αιτούμενο διάταγμα (είναι το μόνο για το οποίο ζήτησε μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης), θα υπόκειτο ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον το μερίδιό της στην Εναγόμενη 2, το οποίο κατέχεται από την Εναγόμενη 4, θα χαθεί εξ' ολοκλήρου. Προέβαλε ακόμα ότι, εάν δεν εκδιδόταν το υπό στοιχείο 1 αιτούμενο διάταγμα, οι Εναγόμενοι δεν θα σταματούσαν τις δόλιες πράξεις τους, υποδεικνύοντας, προς επίρρωσή του επιχειρήματός της, τη μείωση του μετοχικού μεριδίου της Εναγόμενης 4 η οποία προέκυψε συνεπεία του τρόπου διανομής των νέων μετοχών που εξέδωσε η Εναγόμενη 2 τον Απρίλιο του
- Είναι δε στη βάση αυτού του δεδομένου, που στην παράγραφο 95 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, αναφέρεται ότι «το κατ' επείγον υφίσταται λόγω έκδοσης του νέου μετοχικού κεφαλαίου και δεν πρέπει να συγχυστεί με την έγερση της αγωγής 2797/2018». Οι ενστάσεις Όλοι οι Εναγόμενοι, πλην της Εναγόμενης 1, για την οποία δηλώθηκε ότι θα σεβαστεί και θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της παρούσας δικαστικής κρίσης, καταχώρησαν ενστάσεις. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να γίνει λεπτομερής αναφορά των όσων οι Εναγόμενοι αντιπαραβάλλουν έναντι των θέσεων της Ενάγουσας. Κρίνεται επαρκές να υποδειχθεί ότι, εκείνο που όλοι, ανεξαιρέτως, οι ενιστάμενοι Εναγόμενοι ισχυρίζονται είναι ότι, κανένας νόμος, κανονισμός ή άλλη αναγνωρισμένη από τα Δικαστήρια πρακτική, απαγορεύει την όποια ενέργεια στην οποία προέβησαν, είτε οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8, υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ή υπό την ιδιότητά τους ως μέτοχοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 4, είτε οι Εναγόμενες 10, 11 και 12, ως μέτοχοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2, είτε, τέλος, ο Εναγόμενος 9 ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2 για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Είναι η θέση τους ότι, για κάθε πώληση και κάθε μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Εναγόμενης 1 προς την Εναγόμενη 4 και/ή άλλους τρίτους, δόθηκε νόμιμο αντάλλαγμα και ότι για κάθε τέτοιο αντάλλαγμα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Αναφορικά, δε, με τη πώληση (την 1η Φεβρουαρίου 2017) του μετοχικού μεριδίου που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 4, προβάλλεται η θέση ότι το τίμημα αγοράς ισούται με το τίμημα της αρχικής αγοράς του από την Εναγόμενη
- Συναφώς, προωθείται ο ισχυρισμός ότι, τον Δεκέμβριο του 2016, η Εναγόμενη 1, μέσω δανεισμού της από τρίτη εταιρεία, απέκτησε, έναντι του ποσού των €2.060.000, το 52.47% της Εναγόμενης
- Την 1.2.2017, και δη σε χρόνο λιγότερο των δύο μηνών απ' όταν και αποκτήθηκαν οι μετοχές από την Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 4 ανέλαβε την υποχρέωση αποπληρωμής του δανείου της Εναγόμενης 1 προς την τρίτη εταιρεία και η Εναγόμενη 1 απαλλάχθηκε των σχετικών υποχρεώσεών της, με αποτέλεσμα, στην ουσία, η Εναγόμενη 4 να αποκτήσει πλέον τις μετοχές που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 στην ίδια τιμή που τις απέκτησε, αρχικά, η εναγόμενη
- Οι Εναγόμενοι προβάλλουν ακόμα τη θέση ότι, η απόφαση για απόκτηση από την Εναγόμενη 4 των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2, λήφθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λήφθηκε και η απόφαση για την αρχική απόκτηση των επίδικων μετοχών από την Εναγόμενη
- Και δη, διά σχετικής απόφασης των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
- Ούτε κατά την απόκτηση των επίδικων μετοχών από την Εναγόμενη 1 ζητήθηκε η όποια συγκατάθεση του Sobotka, ούτε και κατά την μετέπειτα πώλησή τους στη Εναγόμενη
- Κατά τους Εναγόμενους, ο Sobotka είχε ήδη θέσει εαυτό εκτός του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, η οποία και αφέθηκε να τυγχάνει αποκλειστικής διαχείρισης, αρχικά από τον Εναγόμενο 5 και ακολούθως και από τους Εναγόμενους 6, 7 και 8, οι οποίοι διορίστηκαν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου. Είναι δε η συναφής θέση των Εναγομένων ότι, εν πάση περιπτώσει, ο Sobotka γνώριζε για τις πωλήσεις μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 1 σε άλλες εταιρείες προς την Εναγόμενη 4, και ότι ο αντίθετος ισχυρισμός του τελευταίου είναι ψευδής. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ακόμα ότι, η Ενάγουσα, στα πλαίσια προώθησης της επίδικης αίτησης, δεν προέβη σε ειλικρινή παρουσίαση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και ότι απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, θέση, που κατά τους Εναγόμενους, εάν γίνει δεκτή, θα πρέπει να οδηγήσει, μονοδρομικά, στην απόρριψη της επίδικης αίτησης. Προς τούτο, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κάθε ένσταση, παρατίθενται, με ειδική αρίθμηση, οι σχετικές αιτιάσεις των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν, ακόμα, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και ζητούν όπως το Δικαστήριο εξετάσει το ζήτημα αυτό στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
- Είναι γενικά η θέση των Εναγομένων ότι, ανεξάρτητα του ζητήματος της δικαιοδοσίας, καμιά εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/1960 δεν πληρούται, μιας και όλες οι αποδιδόμενες στους Εναγόμενους ενέργειες καλύπτονται από νομιμότητα, η δε ζημιά που τυχόν θα υποστεί η Ενάγουσα εάν ακυρωθεί το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ευκόλως μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Στην περίπτωση, ωστόσο, που το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο, κατά τους Εναγόμενους, οι συνέπειες στην Εναγόμενη 2 θα είναι καταλυτικές και καταστροφικές, αφού, στη βάση του περιεχομένου του (του εκδοθέντος διατάγματος), απαγορεύεται σε αυτήν να αντλήσει οικονομική ενίσχυση από τρίτους μέσω περαιτέρω έκδοσης μετοχικού κεφαλαίου, κάτι που είναι επιβεβλημένο για μια start‑up εταιρεία. Προς τούτο, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι, στον τομέα που θα δραστηριοποιείται η Εναγόμενη 2, ή καλύτερα η ρωσική εταιρεία την οποία διαχειρίζεται, δραστηριοποιούνται και άλλες εταιρείες στη Μόσχα, με πολύ μεγαλύτερο κύκλο εργασιών, οι οποίες θα εκμεταλλευτούν εύκολα την τυχόν αδυναμία της να προσελκύσει νέα κεφάλαια δια αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των παραγόντων που υπέχουν σημασίας για το κατά πόσο θα εκδοθεί ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, βλέπε Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ 303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ 799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον αφορά στο ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος από διάδικο που, μονομερώς, επιδιώκει τη λήψη προσωρινής θεραπείας, στην πρόσφατή απόφασή του, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνος στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση 92/18, απόφαση ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2018, προβαίνει σε μία ανασκόπηση της νομολογίας αναφέροντας τα εξής σχετικά: «Το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Παρατίθεται το σχετικό μέρος: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petrow Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep.54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. ComdelCommodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003), All ER (D)
- Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, the Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe,ανωτέρω).» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση στο νομικό πλαίσιο που τα διέπει. Προτού προχωρήσω στις αιτιάσεις των Εναγομένων, κρίνω σημαντικό, και τούτο για περιορισμό των επιδίκων ζητημάτων, να σημειώσω ότι ο κ. Τριανταφυλλίδης, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, απέσυρε την επίδικη αίτηση ως προς τα υπό στοιχεία Β, Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα (για την κρίση των οποίων είχε διαταχθεί η επίδοση της αίτησης) και προώθησε τούτη μόνο αναφορικά με το ήδη εκδοθέν, μονομερώς, υπό στοιχείο Α, προσωρινό διάταγμα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω με τα υπό στοιχείο Β, Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα. Με δεδομένη την προώθηση από πλευράς των Εναγομένων της θέσης ότι η Ενάγουσα απέκρυψε, κατά την μονομερή προώθηση της επίδικης αίτησης, ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και δεν παρουσίασε με ειλικρινή τρόπο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, και με δεδομένη τη νομολογιακή αρχή που θέλει, σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο να δικαιούται να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας της, προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω το ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιών μου, είμαι της γνώμης ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω, αφενός, απόκρυψης από πλευράς της Ενάγουσας ουσιωδών γεγονότων και, αφετέρου, μη πλήρους και ειλικρινούς παρουσίασης των γεγονότων που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση. Ως υπεδείχθη ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής που περιβάλλει την επίδικη αίτηση, το κατά πόσο ένα μη αποκαλυφθέν γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, εξαρτάται από το κατά πόσο τούτο θα ήταν δυνατό να επηρεάσει (όχι απαραίτητα να ανατρέψει) την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης. Σημαντικός δε παράγοντας είναι και η δραστικότητα του εκδοθέντος διατάγματος, υπό την έννοια ότι, όσο πιο δραστικό είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Εκεί δε που προκύπτει ξεκάθαρη απόκρυψη ή ακόμα και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να διστάζει να ακυρώσει μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Κατά παράβαση των αρχών αυτών, η Ενάγουσα δεν παρουσίασε τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο, ενώ, συνάμα, δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο στην κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Δια παραγράφων που άρχονται με κουκκίδες σημειώνονται, ευθύς αμέσως, παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς της Ενάγουσας: · Αναφορικά με την απόκτηση από την Εναγόμενη 4 των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2, η Ενάγουσα παρουσίασε την όλη σχετική δράση των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 ως δόλια και ως υποκινούμενη από πρόθεση τους να αποξενώσουν την Εναγόμενη 1 από τα περιουσιακά της στοιχεία. Παρουσίασε, ακριβώς, την αρχική απόκτηση των εν λόγω μετοχών από την Εναγόμενη 1 ως μια θεμιτή και επικερδή επένδυση, με την οποία ο Sobotka συμφωνούσε και την οποία επιθυμούσε όπως η Εναγόμενη 1 μη αποξενώσει. Ωστόσο, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η μέθοδος της αρχικής απόκτησης των επίδικων μετοχών της Εναγόμενης 2 από την Εναγόμενη 1 ήταν ακριβώς η ίδια με τη μέθοδο της μετέπειτα πώλησής τους προς την Εναγόμενη
- Δηλαδή και οι δύο αυτές πράξεις έγιναν κατόπιν απόφασης των Εναγομένων 5, 6, 7, 8 (μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1) χωρίς την όποια ενημέρωση του Sobotka και χωρίς καν να αναζητηθεί η όποια γνώμη του σε σχέση με τις πράξεις αυτές. Η πλήρης άγνοια ή ενδεχομένως και διαφωνία του Sobotka για την αρχική απόκτηση των μετοχών της Εναγόμενης 2 από την Εναγόμενη 1 (ως διατείνονται κάποιοι Εναγόμενοι), αποσιωπήθηκε από την Ενάγουσα · Στην προσπάθειά της να πείσει περί της ορθότητας και αναγκαιότητας της καταχώρησης της αγωγής 2797/18, αλλά και περί του κατεπείγοντος (στα πλαίσιά της) να εκδοθούν, μονομερώς, προσωρινά διατάγματα, η Ενάγουσα, μέσω του ομνύοντα των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, επέμεινε στον ισχυρισμό της ότι ο Sobotka ενημερώθηκε περί της όποιας αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 2018, παρά το γεγονός ότι, από το περιεχόμενο συνομιλίας του με τον Εναγόμενο 6 (σχετικό τεκμήριο επισυνάπτεται στη αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει της επίδικη αίτηση), προκύπτει, αβίαστα, ότι, από το Μάρτιο του 2017 θεωρεί την Εναγόμενη 1 ως μια εταιρεία η οποία απογυμνώθηκε από κάθε περιουσιακό της στοιχείο. Κρίνω δε σημαντικό να σημειώσω ότι, τα ίδια στοιχεία που η Ενάγουσα παρουσίασε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επί των οποίων βάσισε τη θέση της ότι ο Sobotka δεν γνώριζε τίποτε περί αποξενώσεως περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 μέχρι και το καλοκαίρι του 2018, τέθηκαν και ενώπιον του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδίκασε την αίτηση στα πλαίσια της αγωγή 2797/18 και τα οποία τον οδήγησαν στην ίδια κρίση, και δη ότι ο Sobotka γνώριζε για τις αποξενώσεις από το Μάρτιο 2017, και ότι η αντίθετη θέση περί σχετικής γνώσης του μόλις το καλοκαίρι του 2018, προωθήθηκε με σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο και να κρίνει ότι ενυπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Σημειώνω, συναφώς, ότι, με τη διακοπή της αγωγής 2797/18, η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απόφασης του εν λόγω Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατέστη άνευ αντικειμένου. · Όπως και αν αναγνωσθεί το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, εκείνο που δημιουργείται, από πλευράς της Ενάγουσας, ως εικόνα, είναι ότι με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 τον Απρίλιο 2019, επηρεάστηκαν δυσμενώς τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 και κατ' επέκταση και της Ενάγουσας, σε τέτοιο βαθμό, που αν δεν εκδιδόταν το υπό συζήτηση διάταγμα θα επερχόταν καταστροφή της Εναγόμενης 1, μιας και με τη ρηθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, μειώθηκε το μετοχικό μερίδιο που κατέχει, ως εμπιστευματοδόχος της, η Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη
- Ωστόσο, ως ξεκάθαρα προκύπτει από το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με τη ρηθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2, εισήλθε μεγάλο χρηματικό ποσό στα ταμεία της, το οποίο μπορούσε άμεσα να τύχει διαχείρισης από την Εναγόμενη 2 και το οποίο είχε ως αποτέλεσμα (στη βάση εκτίμησης που η ίδια η Ενάγουσα παρουσιάζει ως τεκμήριο) να αυξηθεί η αξία της Εναγόμενης 2 σε σχέση με την αξία της προ της ρηθείσας αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Τέτοια είναι θετική επίδραση της αγοράς νέων μετοχών από τρίτους μέσω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου στην Εναγόμενης 2, που το μειωμένο πλέον μερίδιο της που κατέχει σήμερα η Εναγόμενη 4 (46.36%), αξίζει (πάντα στη βάση εκτίμησης την οποία επικαλείται η Ενάγουσα) πολύ περισσότερα χρήματα από ότι άξιζε το αρχικό μεγαλύτερο μερίδιο μετοχών που κατείχε προ της υπό συζήτηση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου (52.47%). Το ζητούμενο δεν είναι αν η Ενάγουσα, επί της πολυσέλιδης (45 σελίδες) ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, επεσύναψε τεκμήρια (81 στον αριθμό), το περιεχόμενο των οποίων αποκαλύπτει τα πιο πάνω δεδομένα, αλλά αν ο τρόπος με τον οποίο η Ενάγουσα παρουσίασε τα γεγονότα είναι ειλικρινής, δίκαιος και πλήρης. Λόγω, ακριβώς, του μεγάλου όγκου της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, αλλά και των επισυναπτόμενων σ' αυτή τεκμηρίων, στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών που διέπουν την ευθύνη διαδίκων που αποτείνονται μονομερώς στα Δικαστήρια, η Ενάγουσα θα έπρεπε να προβαίνει σε ειδική αναφορά στο περιεχόμενο κάθε τέτοιου τεκμηρίου και να ενημερώνει το Δικαστήριο για την σημαντικότητα της κάθε εκεί αναφοράς. Η Ενάγουσα, όχι απλά δεν έπραξε τούτο, αλλά, επιλεκτικά, χρησιμοποιούσε το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισύναψε με μόνο σκοπό να υποστηρίξει τις εκάστοτε αιτιάσεις της και τηρούσε εντελώς σιωπηρή στάση (και σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμα, και αντίθετη στάση) αναφορικά με τη όποια άλλη σημαντικότητα των εν λόγω τεκμηρίων, ειδικότερα εκεί που η σημαντικότητά αυτή υποστήριζε τα επιχειρήματα των Εναγομένων. Π.χ., ενώ, ως σημειώθηκε ανωτέρω, η Ενάγουσα, κατά τη προώθηση της θέσης της περί καταστροφικών συνεπειών στην Εναγόμενη 1 (λόγω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2) τήρησε στάση σιγής ως προς τη σημαντικότητα των εκτιμήσεων (που η ίδια παρουσίασε ως τεκμήρια) αναφορικά με τη σημερινή χρηματική αξία των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4, κατά την προώθηση του διαζευκτικού ισχυρισμού της περί δικαιώματός της σε αποζημιώσεις ίσες με τη σημερινή αξία των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 2, χρησιμοποιεί και επικαλείται την σημαντικότητά των εν λόγω εκτιμήσεων. · Συναφής με τα μόλις πιο πάνω, είναι και η παράλειψη της Ενάγουσας να υποδείξει, ειδικώς, προς το Δικαστήριο ότι κατείχε μαρτυρία αναφορικά με την αξία των μετοχών της εναγόμενης 2 κατά την ημέρα απόκτησής του μεριδίου της (52,47%) από την Εναγόμενη 4 και ότι τούτη (η αξία) δεν απείχε κατά πολύ από το τίμημα αγοράς του από την Εναγόμενη 1 ενάμισι, περίπου, μήνα προηγουμένως. Τουναντίον, στη βάση ακριβώς των εκτιμήσεων που η Ενάγουσα παρουσιάζει ως τεκμήρια, δημιουργεί στον αναγνώστη του μαρτυρικού της υλικού την εικόνα ότι η ζημιά που υπέστη η Εναγόμενη 1 ως αποτέλεσμα της πώλησης των επίδικων μετοχών προς την Εναγόμενη 4 είναι αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Στις ίδιες, ωστόσο, εκτιμήσεις, και ειδικότερα στην εκτίμηση, τεκμήριο 42 επί της αρχικής ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση (πρώτος πίνακας της τελευταίας σελίδας τούτης - τη σημαντικότητα του οποίου η Ενάγουσα δεν αναδεικνύει πουθενά), γίνεται αναφορά στην αξία της Εναγόμενης 2 κατά το Φεβρουάριο 2017 όταν και αποκτήθηκαν οι μετοχές από την Εναγόμενη 4, η οποία αξία, τιθέμενη ως βάση σε μια απλή μαθηματική πράξη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατά την ημέρα που αποκτήθηκαν οι επίδικες μετοχές από την Εναγόμενη 4, η αξία τους δεν απείχε κατά πολύ, είτε από το αρχικό τίμημα αγοράς τους από την Εναγόμενη 1, είτε από το μετέπειτα τίμημα αγοράς τους από την Εναγόμενη
- · Κατά μία βασική εκδοχή της Ενάγουσας, ένας από τους λόγους που οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 ίδρυσαν την Εναγόμενη 4 και απέκτησαν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, μεταξύ των οποίων και τις επίδικες μετοχές στην Εναγόμενη 2, ήταν για εξασφάλιση προσωπικού οφέλους, μιας και, στην ουσία, κατάφεραν να αποκτήσουν, μέσω της Εναγόμενης 4, προς ίδιο όφελος, τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, εν αγνοία της Ενάγουσας. Εν ολίγοις, η Ενάγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, αν δεν διαταχθεί από το Δικαστήριο η Εναγόμενη 2 να επανεγράψει στην Εναγόμενη 1 τις μετοχές που κατέχει σήμερα η Εναγόμενη 4, τότε οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8, μέσω της εταιρείας τους, Εναγόμενης 4, θα επωφεληθούν, αδίκως και παρανόμως, των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης
- Με βάση την εκδοχή της αυτή, ως έχουν σήμερα τα πράγματα, οι Εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8, μέσω της Εναγόμενης 4, πλούτισαν παρανόμως, έναντι της Εναγόμενης 1, δια της απόκτησης του 52,47% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Και διερωτάται κανείς. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί η Ενάγουσα αναδεικνύει ως μείζον ζήτημα και ως επιβεβαιωτικό του ισχυρισμού της περί εμμέσου δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 τη μείωση του μετοχικού μεριδίου της Εναγόμενης 4 στην Εναγόμενη 2 λόγω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, και δεν αναδεικνύει και τον εξόφθαλμο, άμεσο και δυσμενή επηρεασμό της ίδιας της Εναγόμενης 4 και κατ' επέκταση και των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8 (μετόχων της), η οποία (Εναγόμενη 4) είναι ο μόνος υφιστάμενος μέτοχος που δεν απέκτησε μετοχές κατά τη διανομή τους μετα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Όχι απλά δεν αναδεικνύει καθόλου το γεγονός αυτό, αλλά, τουναντίον, παρουσιάζει τους Εναγόμενους 4, 5, 6, 7 και 8 ως μέλη της συνωμοτικής ομάδας που ενήργησε και ενεργεί με μόνο σκοπό την αποξένωση της περιουσίας της Εναγόμενης 1, τη στιγμή που με τις αποδιδόμενες, από την Ενάγουσα σ' αυτούς, ενέργειές, αυτό που στην ουσία πέτυχαν ήταν να μειώσουν το μετοχικό μερίδιο που αυτοί κατέχουν σήμερα στην Εναγόμενη
- Εν ολίγοις, αν πράγματι με τον τρόπο που διανεμήθηκαν οι μετοχές μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 επηρεάζονται εμμέσως, δυσμενώς τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1, τότε χωρίς καμία αμφιβολία, επηρεάζονται δυσμενώς, πλην όμως άμεσα, και τα συμφέροντα της Εναγόμενης 4 (και κατά συνέπεια των Εναγομένων 5, 6, 7 και 8), και παραμένει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο βασικό ερώτημα αναφορικά με το παράνομο ή μη της απόκτησης από την Εναγόμενη 4 του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε η Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 την 1.2.
- Αν, από την άλλη, με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και την μετέπειτα διανομή των μετοχών της, επωφελήθηκαν οι Εναγόμενοι 4 - 8, τότε, χωρίς καμία αμφιβολία, επωφελήθηκε και η Εναγόμενη 1, η οποία διεκδικεί, μέσω της παρούσας παράγωγης αγωγής, την επανεγγραφή στο όνομά της των επίδικων μετοχών που κατέχει σήμερα η Εναγόμενη
- Ωστόσο, η Ενάγουσα, εν γνώσει των ανωτέρω, παρουσίασε τα γεγονότα εντελώς διαφορετικά, αναδεικνύοντας, αφενός, το όποιο όφελος αποκτήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 ως λόγο για να απαιτεί, διαζευκτικά, αποζημιώσεις, στη βάση της σημερινής αξίας των μετοχών της Εναγόμενης 2, και, αφετέρου, την αριθμητική, κατ' ισχυρισμό δυσμενή, επίδραση της ρηθείσας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2, στην Εναγόμενη 4 (μείωση του μετοχικού μεριδίου της), ως επηρεάζουσα μόνο τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1, χωρίς να αναδείξει ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι μη συμφέρουσα και για τους Εναγόμενους 4, 5, 6 7 και 8 τους οποίους παρουσιάζει ως συνωμότες. Και τούτο, κατά τη γνώμη μου, γιατί, αν αναδεικνυόταν ο όποιος σχετικός δυσμενής επηρεασμός των Εναγομένων 4, 5, 6, 7 και 8, δεν θα ήταν εύκολο, ακολούθως, να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι τούτοι (οι Εναγόμενοι 4, 5, 6, 7 και 8), ήταν μέλη της κατ' ισχυρισμό συνωμοσίας, η οποία συνομωσία, ως δηλώθηκε από τους συνηγόρους της Ενάγουσας, είναι η μόνη αιτία αγωγής. · Βασικότερο επιχείρημα της Ενάγουσας για να δικαιολογήσει την προώθηση, τόσο της αγωγής 2797/18, όσο και της παρούσας αγωγής, ως παράγωγες αγωγές, ήταν (βλ. παράγραφος 90 της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση) ότι η Εναγόμενη 1, λόγω του πλήρους ελέγχου της από τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8, αρνείται να συγκαλέσει γενική συνέλευση και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η εκπροσώπηση της Ενάγουσας στο Διοικητικό της Συμβούλιο και αδύνατη και η όποια λήψη απόφασης της Εναγόμενης 1 για να προβεί σε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων για την κατ' ισχυρισμό ζημιά που υπόκειται. Αυτό το επιχείρημα της Ενάγουσας προβάλλεται στις τελευταίες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση υπό μορφή κατακλείδας, αλλά και ως βάση για την ορθότητα της προώθησης της παρούσας αγωγής από πλευράς της Ενάγουσας ως παράγωγης αγωγής. Εντούτοις, τόσο η Ενάγουσα, όσο και ο Sobotka, αλλά και ο ίδιος ο ομνύοντας για λογαριασμό της Ενάγουσας, στις 30.5.2019, όταν και ετοιμάστηκε η ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση, γνώριζαν ότι η Εναγόμενη 1 είχε αποδεχθεί το αίτημα της Ενάγουσας και είχε ορίσει συγκεκριμένη ημέρα και ώρα για να λάβει χώρα σχετική γενική συνέλευση της και προς τούτο είχε ενημερώσει και την Ενάγουσα. Εκείνο δε που ξενίζει και/ή καλύτερα επιβεβαιώνει τον ανειλικρινή τρόπο που η Ενάγουσα παρουσίασε τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή είναι ότι, ο βασικός ισχυρισμός περί άρνησης της Εναγόμενης να συγκαλέσει γενική συνέλευση προωθείται στα τελικά στάδια της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση υπό μορφή δεδομένου γεγονότος που προκύπτει από τα όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση, ενώ, ο ίδιος ο ομνύοντας που προβαίνει σ' αυτόν τον απόλυτο ισχυρισμό, στην παράγραφο 48, της ίδιας ένορκης δήλωσής του, παραδέχεται ότι, δύο ημέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και την ετοιμασία της ένορκης δήλωσής του, η Ενάγουσα έλαβε επιστολή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 «με την οποία επιβεβαιώνεται ότι θα συγκαλέσουν τη γενική συνέλευση και ότι θα στείλουν τη σχετική ειδοποίηση αρχές της εβδομάδας και ότι η γενική συνέλευση θα λάβει χώρα την 27.6.19». Πως είναι δυνατόν η Ενάγουσα να λαμβάνει τέτοια πληροφόρηση δύο ημέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και το βασικότερο επιχείρημα για την προώθηση της αγωγής ως παράγωγη να είναι ότι η Εναγόμενη 1 αρνείται να συγκαλέσει γενική συνέλευση; · Συναφής με τα μόλις πιο πάνω είναι και η μη αποκάλυψη από πλευράς της Ενάγουσας της επιστολής που απέστειλαν οι συνήγοροι της Εναγομένης 1 προς τους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας, ημερομηνίας 9.5.
- Η επιστολή αυτή κρίνεται πολύ σημαντική μιας και ετοιμάστηκε και απεστάλη εις απάντηση αιτήματος της Ενάγουσας για σύγκληση γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης
- Με την επιστολή αυτή, οι συνήγοροι της Εναγόμενης 1 αναγνωρίζουν τη συμμόρφωση της Ενάγουσας με τις απαιτήσεις του ελβετικού δικαίου και κατά συνέπεια και το δικαίωμα της να απαιτεί, πλέον, ως μέτοχος της Εναγόμενης 1, τη σύγκληση γενικών συνελεύσεων. Επίσης, μέσω της επιστολής αυτής, οι συνήγοροι της Εναγόμενης 1, μεταξύ άλλων, ενημερώνουν τους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας ότι σκοπεύουν να ικανοποιήσουν το αίτημα της τελευταίας για σύγκληση γενικής συνέλευσης και ότι, η όποια πληροφορία απαιτείται από πλευράς της Ενάγουσας θα δοθεί κατά τη συνέλευση. Μέσω δε της επιστολής αυτής, απεστάλησαν προς τους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας οι οικονομικοί λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2015 μέχρι και 2017, καθώς επίσης και τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 κατά την οποία και εγκρίθηκαν οι εν λόγω λογαριασμοί. Σημειώνω ακόμα ότι, ο τότε δικηγόρος της Ενάγουσας προς τον οποίο απεστάλη η εν λόγω επιστολή ήταν ο XXXXX S. Zeilic. O αντίλογος της Ενάγουσας ως προς τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν αποκάλυψε την επιστολή αυτή, παρουσιάστηκε δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία καταχωρήθηκε, κατόπιν σχετικής άδειας του παρόντος Δικαστηρίου (υπό τη σύνθεση που εξέδωσε αρχικώς το υπό αμφισβήτηση μονομερές προσωρινό διάταγμα), στη βάση της οποίας προβάλλεται η θέση ότι, ουδέποτε η Ενάγουσα ενημερώθηκε από το Zeilic περί της λήψης της επιστολής αυτής. Προς τούτο, επισυνάπτεται, ως τεκμήριο, στη συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση, σχετική επιστολή του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τότε την Ενάγουσα με την οποία, ενώ από τη μια επιβεβαιώνουν τη λήψη της ρηθείσας επιστολής από το Zeilic στις 14.5.2019, από την άλλη, δηλώνεται ότι ουδέποτε ενημέρωσαν την Ενάγουσα ή τους νέους δικηγόρους της περί τούτης, αφού θεώρησαν ότι αντίγραφο της απεστάλη και προς την ίδια την Ενάγουσα. Επισυνάπτεται, επίσης, στη συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση, και αντίγραφο επιστολής των νέων δικηγόρων της Ενάγουσας, οι οποίοι, επίσης, αναφέρουν ότι δεν έλαβαν γνώση της ρηθείσας επιστολής πριν τις 25.6.
- Η Ενάγουσα, κατά τη γνώμη μου, δεν νομιμοποιείται να βασίζει τη μη αποκάλυψη της επιστολής αυτής στην άγνοια της περί της ύπαρξής της. Ως υπεδείχθη στα πλαίσια της νομικής πτυχής που διέπει το θέμα, η υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από διάδικο που αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς, δεν περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά επεκτείνεται και στα γεγονότα που θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα, επιβάλλοντας έτσι, σε κάθε τέτοιο διάδικο, υποχρέωση να προβαίνει σε εύλογες έρευνες και αφού ενημερωθεί σχετικά, να ενημερώνει ακολούθως και το Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, η επιστολή ημερομηνίας 9.5.2019, με απλή και μόνο έρευνα θα μπορούσε να ανευρεθεί από την Ενάγουσα και να αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο ώστε το περιεχόμενό της να ληφθεί υπόψη κατά το σχηματισμό της κρίσης του. Θεωρώ, συναφώς, ότι, οι περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση επέβαλλαν στην Ενάγουσα την υποχρέωση αναζήτησης, από τους πρώην δικηγόρους της, μιας τέτοιας επιστολής. Και εξηγώ. Ως προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 50 και 51 της πρώτης χρονικά ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, επιστολές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 τύγχαναν απάντησης από τους συνηγόρους της Εναγόμενης 1, οι οποίες και αποστέλλονταν στους τότε συνηγόρους της Ενάγουσας. Τέτοιες δε απαντήσεις βρίσκονται στην κατοχή της Ενάγουσας ως προκύπτει από την πρώτη επιστολή, μέρος του τεκμηρίου 51, ημερομηνίας 29.4.2019, η οποία και απεστάλη προς τον Zeilic από τους συνηγόρους της Εναγόμενης 1 εις απάντηση της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 15.4.2019 (τεκμήριο 50). Το δε περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 29.4.2019, είναι πλήρως κατατοπιστικό περί της προθέσεως των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 να επανέλθουν με νέα επιστολή τους αφού προηγουμένως επιβεβαιώσουν τα όσα η Ενάγουσα ισχυριζόταν στην επιστολή της ημερομηνίας 15.4.2019 (μεταξύ των οποίων και τον ισχυρισμό ότι συμμορφώθηκε με την απαίτηση του Ελβετικού δικαίου για αποκάλυψη του τελικού δικαιούχου της). Η δε επιστολή των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 προς τους νέους δικηγόρους της Ενάγουσας, ημερομηνίας 21.5.2019 (επίσης μέρος του τεκμηρίου 51), με την οποία οι πρώτοι δηλώνουν γνώση περί της αλλαγής της νομικής εκπροσώπησης της Ενάγουσας, επ' ουδενί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η συνέχεια της επιστολής ημερομηνίας 29.4.
- Τουναντίον, στη βάση του περιεχομένου της, η επιστολή ημερομηνίας 21.5.2019 είναι ξεκάθαρο ότι, (α) αποστέλλεται εις απάντηση επιστολής που στάλθηκε προς τους συνηγόρους της Εναγόμενης 1 από τους νέους συνηγόρους της Ενάγουσας και (β) η Εναγόμενη 1 είχε ήδη αποφασίσει τη σύγκληση γενικής συνέλευσης της, γεγονός που συνηγορεί με το ότι είχε ήδη, στο μεταξύ, επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 15.4.
- Επίσης, με την επιστολή ημερομηνίας 21.5.2019, οι συνήγοροι της Εναγόμενης 1 ενημερώνουν τους νέους συνηγόρους της Ενάγουσας περί προγενέστερης αλληλογραφίας τους με τους προηγούμενους συνηγόρους της τελευταίας και εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι οι νέοι συνήγοροι της Ενάγουσας κατέχουν ήδη την προγενέστερη αυτή αλληλογραφία. Στη βάση των δεδομένων αυτών, η Ενάγουσα, όχι απλά θα ήταν λογικό να στρέψει την προσοχή της στο ενδεχόμενο ο Zeilic να έλαβε την αναμενόμενη (στη βάση του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 29.4.19) επιστολή των συνηγόρων της Εναγόμενης 1, και δη την επιστολή ημερομηνίας 9.5.2019, αλλά ήταν επιβεβλημένο να εξετάσει αν κάτι τέτοιο έλαβε χώρα. Τουναντίον, προώθησε την παρούσα αγωγή, ως παράγωγη, στη βάση, ουσιαστικά, της κατ' ισχυρισμό δεδομένης άρνησης της Εναγόμενης 1 να συγκαλέσει γενική συνέλευση μη ερευνώντας καν αν η τελευταία είχε ήδη απαντήσει ή όχι, προ πολλού, στο αίτημά της για σύγκληση μιας τέτοιας γενικής συνέλευσης. · Ως προς τη δικαιοδοσία ή μη των κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα, μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, παρουσίασε τα επιχειρήματα της και τους λόγους που κατά την ίδια τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να την εκδικάσουν. Δεν αποκάλυψε ωστόσο τα σχετικά αντεπιχειρήματα των Εναγομένων. Στην προκείμενη δε περίπτωση, για την παρουσίαση των αντεπιχειρημάτων αυτών, δεν θα έπρεπε καν να προβεί σε οποιαδήποτε πρόβλεψη ή σχετική αναζήτηση, μιας και τούτα (τα αντεπιχειρήματα) είχαν ήδη προβληθεί μέσω των ενστάσεων που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 - 8 στα πλαίσια της αίτησης της Ενάγουσας στην αγωγή 2797/
- Ως διεφάνη ανωτέρω, η υποχρέωση ενός διαδίκου, που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για εξασφάλιση θεραπείας, δεν περιορίζεται μόνο σε αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων, αλλά επεκτείνεται και σε αποκάλυψη νομικών επιχειρημάτων που αναμένεται να προωθήσει η άλλη πλευρά. Στην προκείμενη περίπτωση, αν και η Ενάγουσα παρουσιάζει ως βασικό υπόβαθρο της επίδικης αίτησης, τη μείωση του μεριδίου των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 2 (μείωση που επήλθε σε χρόνο μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή 2797/18), εντούτοις, το όλο επιχείρημα της Ενάγουσας και η όποια πιθανότητα για επιτυχία της παρούσας αγωγής, εδράζεται στο δόλιο και/ή παράνομο ή μη της απόκτησης των επίδικων μετοχών της Εναγόμενης 2 από την Εναγόμενη 4 μέσω αγοράς τους από την Εναγόμενη 1 την 1.2.
- Είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα που θα προσδιορίσει την τύχη της παρούσας αγωγής, ερώτημα, το οποίο θα προσδιόριζε και την τύχη της αγωγής 2797/
- Και αυτό γιατί, και στις δύο αγωγές, βασικό ζητούμενο είναι αν νομίμως το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 (Ελβετική εταιρεία) αποξένωσε περιουσία της, την οποία απέκτησε η Εναγόμενη 4 (επίσης, Ελβετική εταιρεία). Επομένως, η Ενάγουσα για να θεωρηθεί ότι παρουσίασε με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή και ότι δεν απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, θα έπρεπε, στο βαθμό που τα επιχειρήματα που προβάλλει μέσω της παρούσας αγωγής ταυτίζονται με τα επιχειρήματα που προέβαλε στην αγωγή 2797/18, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο και τις ενστάσεις που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι εκείνης της αγωγής ώστε ακριβώς να πληρώσει την υποχρέωσή της για αποκάλυψη και των όποιων νομικών αντεπιχειρημάτων των αντιδίκων της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. · Η Ενάγουσα, αναφορικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και την προσέλκυση νέων κεφαλαίων, περιορίστηκε απλά στο να αναδείξει την κατ' ισχυρισμό δυσμενή συνέπεια τούτης στο ποσοστό του μετοχικού μεριδίου που κατέχει η Εναγόμενη 4, χωρίς να ενημερώσει το Δικαστήριο, είτε για τις θετικές επιπτώσεις μιας τέτοιας προσέλκυσης επενδύσεων (ζήτημα που αναδείχθηκε ανωτέρω), είτε το θεμιτό, αναγκαίο ή επιβεβλημένο για την Εναγόμενη 2 να προσελκύει νέα κεφάλαια μέσω αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Δεν αποκάλυψε, δηλαδή, στο Δικαστήριο το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 είναι μια νεοσύστατη εταιρεία (start-up company), η βιωσιμότητα και επιβίωση της οποίας εξαρτάται από τη δυνατότητα της να προσελκύει, σε συνεχή βάση, νέα κεφάλαια μέσω πώλησης μετοχών της μετά από αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου για κάλυψη των συνεχών άμεσων αναγκών της. Πόσο μάλλον, στην προκείμενη περίπτωση, που η ρωσική εταιρεία την οποία διαχειρίζεται η Εναγόμενη 2 έχει να ανταγωνιστεί άλλες Ρωσικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα και οι οποίες έχουν κατά πολύ μεγαλύτερο όγκο εργασιών. Είμαι της γνώμης ότι, η Ενάγουσα παρουσίασε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και γενικά τα αποτελέσματά της, με εντελώς μονόπλευρο τρόπο και δη στη βάση μόνο των κατ' ισχυρισμό δυσμενών επιπτώσεων στην Εναγόμενη 1, χωρίς να αναδείξει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το λογικό, αναγκαίο, αναμενόμενο και ίσως επιβεβλημένο για την Εναγόμενη 2, μέσω αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, να επιδιώξει να προσελκύσει νέα κεφάλαια. Στη βάση των ανωτέρω παρατηρήσεων μου, είμαι της γνώμης ότι, ο τρόπος δράσης της Ενάγουσας, τόσον αναφορικά με τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, όσο και αναφορικά με την παραπλανητική παράθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, έγινε εσκεμμένα ώστε το Δικαστήριο να μην συνυπολογίσει ουσιώδη γεγονότα κατά το σχηματισμό της κρίσης του επί της επίδικης αίτησης. Όλα τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν ή των οποίων η σημασία δεν αποκαλύφθηκε από την Ενάγουσα ή, τέλος, για τη γνώση και σημαντικότητα των οποίων το Δικαστήριο θα έπρεπε να ανατρέξει στο περιεχόμενο πολυσέλιδων και πολυάριθμων τεκμηρίων, ήταν ουσιώδη και δυνατό να επηρέαζαν την κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Δεν σκοπεύω να αποφανθώ ως προς το ποια θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου αν η Ενάγουσα αποκάλυπτε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και παρουσίαζε τούτα με ειλικρινή και δίκαιο τρόπο, μιας και το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Περιορίζομαι απλά να επαναλάβω ότι, σημασίας δεν υπέχει ο ακριβής προσδιορισμός της επίδρασης στην τελική κρίση του Δικαστηρίου αν και εφόσον αποκαλυπτόταν το μη αποκαλυφθέν γεγονός, αλλά αν τούτο (το μη αποκαλυφθέν γεγονός) είναι τέτοιας φύσης, το οποίο αν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης. Επί τούτου, ως σημείωσα μόλις πιο πάνω, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο ή που δεν αποκαλύφθηκαν με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο μπορούν ευκόλως να χαρακτηριστούν ως ουσιώδη. Με δεδομένη δε την κρίση ότι ο τρόπος που ενήργησε η Ενάγουσα ήταν εσκεμμένος και δη με μόνη πρόθεση να πειστεί το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα έκδοσης του υπό αμφισβήτηση προσωρινού διατάγματος και όχι για να τύχει το Δικαστήριο δίκαιης, πλήρους και ειλικρινούς ενημέρωσης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, και με δεδομένη τη δραστικότητα του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να παρέχεται πλέον στο Δικαστήριο δικαίωμα να εξετάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Κατά συνέπεια, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται, το δε εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 - 13 και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ακριβής μεταφορά του σχετικού ισχυρισμού που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση. [2] Ακριβής μεταφορά της σχετικής αναφοράς από την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση. [3] Ακριβής μεταφορά του σχετικού ισχυρισμού από την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση. [4] Ακριβής μεταφορά του σχετικού ισχυρισμού από την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο