← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5038/2015, 30/9/2019

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5038/2015, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A737 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5038/2015 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγουσας -και- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Εναγόμενης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Ο κ. Πισιάρας. Για Εναγόμενη: Η κα Ναθαναήλ, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.10.001 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 15/1/1993 μέχρι εξοφλήσεως, στη βάση κατ' ισχυρισμό δικαιώματός της επί γραμματίου και/ή επί κατάθεσης προθεσμίας (fixed deposit) και/ή παράνομης κατακράτησης και/ή ιδιοποίησης του εν λόγω ποσού από την εναγόμενη και/ή στη βάση απώλειας του εν λόγω ποσού και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εν ολίγοις, ως τούτο, δικογραφικά, προκύπτει, εκείνο που η ενάγουσα ισχυρίζεται είναι ότι το 1993 κατάθεσε χρήματα στην τότε Λαϊκή Τράπεζα τα οποία μετατράπηκαν σε γραμμάτιο συνολικής αξίας Λ.Κ.10.
  2. Είναι, περαιτέρω, η θέση της ενάγουσας ότι το γραμμάτιο αυτό ανανεωνόταν ετησίως με δικαίωμα της ίδιας να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων της, τερματίζοντάς το. Από τη δεύτερη ανανέωση του γραμματίου, η οποία έγινε το 1994, ουδέποτε η ενάγουσα ενδιαφέρθηκε για το γραμμάτιο αυτό, μέχρι και το 2014, όταν και αναζήτησε να ενημερωθεί για το υπόλοιπό του. Επίσης, ουδέποτε, πάντα κατά τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο σε τρίτο πρόσωπο με το οποίο να του παρέχεται δικαίωμα να ενεργεί εκ μέρους της σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο. Κατά το 2014, όταν και αναζήτησε από τους λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ (εναγόμενη), η οποία στο μεταξύ είχε απορροφήσει τις εργασίες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, ενημέρωση αναφορικά με το επίδικο γραμμάτιο, πληροφορήθηκε ότι, στη βάση του αρχείου που τηρούσε η εναγόμενη, το επίδικο γραμμάτιο φαίνεται να έχει τερματιστεί στις 23/6/2005, αφού προηγουμένως έγινε ανάληψη όλου του τότε πιστωτικού υπολοίπου. Ενημερώθηκε, ακόμα, ότι, η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να της υποδείξει την απόδειξη που εκδόθηκε κατά την ημέρα της ανάληψης των χρημάτων του γραμματίου, καθότι αυτή, ως της είχε ειπωθεί, είχε καταστραφεί στα πλαίσια πυρκαγιάς που προκλήθηκε στις αποθήκες της Λαϊκής Τράπεζας κατά το έτος
  3. Μετά την πιο πάνω ενημέρωση, η ενάγουσα απαίτησε από την εναγόμενη όπως της καταβάλει τα χρήματα του γραμματίου, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να πράξει τούτου μέχρι και σήμερα. Κατά συνέπεια, πάντα στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, η ενάγουσα, θεωρώντας την εναγόμενη υπόλογη έναντί της για το ποσό του γραμματίου, μιας και θεωρεί ότι τούτη το κατακρατά και/ή το ιδιοποιείται και/ή άφησε τούτο να ιδιοποιηθεί παράνομα και/ή το κατέχει εις τρόπον που πλουτίζει, έναντί της, αδικαιολόγητα, κίνησε την παρούσα αγωγή και επιδιώκει την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση. Η Υπεράσπιση Η εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, προβάλλει προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες, εν τέλει, δεν προώθησε και κατά συνέπεια δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω το Δικαστήριο. Επί της ουσίας των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, η εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι το επίδικο γραμμάτιο, το οποίο όντως άνηκε στην ενάγουσα, βρισκόταν σε ισχύ μέχρι και τις 20/1/1998, με πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.12.081,89, ποσό το οποίο και αναλήφθηκε από την ενάγουσα στις 20/1/1998 και ακολούθως ο συνδεδεμένος με αυτό λογαριασμός έκλεισε. Είναι δε, περαιτέρω, η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ότι, η ενάγουσα επισκέφθηκε κατάστημα της ίδιας στην οδό XXXXX, στη Λευκωσία, απ' όπου και ενημερώθηκε ότι το επίδικο γραμμάτιο είχε τερματιστεί στις 20/1/1998 και ότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της σχετικής, με τον τερματισμό, απόδειξης ανάληψης, καθότι το έγγραφο αυτό είχε καταστραφεί σε πυρκαγιά που προκλήθηκε στις αποθήκες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας την 21/1/
  4. Είναι, επίσης, δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ότι, στα χέρια της βρίσκεται κατάσταση λογαριασμού, η οποία αποδεικνύει τον ισχυρισμό της περί τελευταίας ανάληψης των χρημάτων του επίδικου γραμματίου στις 20/1/1998 από την ενάγουσα και κατά συνέπεια η τελευταία κωλύεται να προβάλλει τους δικογραφημένους, στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς της. Στη βάση των ανωτέρω, η εναγόμενη, ζητεί την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της ενάγουσας στα έξοδα. Απάντηση Η ενάγουσα, με την Απάντησή της, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αφού προηγουμένως απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση, με τους οποίους διαφωνεί, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Προσδιορισμός επίδικων ζητημάτων Ανεξαρτήτως των νομικών βάσεων επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση της ενάγουσας, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών ότι το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής είναι το ποιος προέβη στην ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου. Ως δε αναφέρεται ρητά στην αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας, η τύχη της παρούσας αγωγής ίσταται ή πίπτει στη βάση της απάντησης επί του ερωτήματος αυτού. Εν ολίγοις, αποτελεί κοινό τόπο ότι, στην περίπτωση που ήθελε το Δικαστήριο καταλήξει ότι είναι η ενάγουσα που προέβη στην ανάληψη του ποσού του επίδικου γραμματίου και ακολούθως επήλθε ο τερματισμός του σχετικού με αυτό λογαριασμού, τότε η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και η ενάγουσα να καταδικαστεί στα έξοδα. Αν, από την άλλη, το Δικαστήριο αποδεχθεί τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και καταλήξει ότι, ούτε η ίδια, ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό της, προέβη στην ανάληψη των χρημάτων του γραμματίου, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει, και στη βάση των τελικών του ευρημάτων να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες επί κάποιας εκ των νομικών βάσεων της αγωγής. Πάντα, αναφορικά με τον προσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων, κρίνω σημαντικό, επίσης, να σημειώσω ότι, αποτελεί κοινό τόπο αμφότερων των πλευρών, ως τούτος προκύπτει από τις διάφορες αναντίλεκτες θέσεις που προέβαλαν οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, για το επίδικο γραμμάτιο, η ενάγουσα ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο προς τρίτον. Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω ευθύς αμέσως στην παράθεση, με συνοπτικό τρόπο, της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, στη βάση πάντα του δεδομένου ότι το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το ποιος προέβη στην ανάληψη του ποσού του επίδικου γραμματίου. Ακροαματική διαδικασία Η ενάγουσα, προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής, κατέθεσε ενόρκως χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Η εναγόμενη, για αναχαίτισή της, κάλεσε τρεις μάρτυρες, και συγκεκριμένα, τον XXXXX Κουντούρη (ΜΥ1), τον XXXXX Λοϊζίδη (ΜΥ2) και τον Ιάκωβο Παντελή (ΜΥ3). Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Η ενάγουσα Οι βασικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας συνάδουν με τη δικογραφημένη εκδοχή της. Προς υποστήριξή τους κατέθεσε τέσσερα τεκμήρια. Πιο συγκεκριμένα, ως τεκμήρια 1 και 2 κατατέθηκαν αντίγραφα του επίδικου γραμματίου, με τεκμήριο 1 να είναι το γραμμάτιο που εκδόθηκε το 1993 με την αρχική κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.10.001, και τεκμήριο 2, το αντίγραφο της ανανέωσης του γραμματίου αυτού στις 4/2/1994, με νέα, πλέον, ημερομηνία λήξης την 4/2/1995, και με πιστωτικό, τότε, υπόλοιπο Λ.Κ.10.807,
  5. Ως τεκμήριο 3 κατέθεσε αντίγραφο χειρόγραφης επιστολής της, ημερομηνίας 29/1/2014, την οποία και παρέδωσε προς την εναγόμενη, η οποία εναγόμενη έθεσε στο άνω σημείο του αντιγράφου αυτού, σφραγίδα παραλαβής της. Ως τεκμήριο 4, κατέθεσε αντίγραφο επιστολής της εναγόμενης, ημερομηνίας 4/2/2014, η οποία και της παραδόθηκε εις απάντηση του τεκμηρίου
  6. Επί του τεκμηρίου 4, κάτω από τον τίτλο «Υπογραφή αρχείου», αναγράφεται η φράση «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ XXXXX1029 ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΣΌ 12081,89 £ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΙΣ 23062005 ΑΠΟ ΤΟΝ TELLER ROO61». Είναι στη βάση της καταγραφής αυτής, που η ενάγουσα βασίζει τον ισχυρισμό της περί του ότι, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από τους λειτουργούς της εναγόμενης, τα χρήματα του επίδικου γραμματίου φαίνεται να αναλήφθηκαν στις 23/6/
  7. Τέλος, μέσω της ενάγουσας, κατατέθηκε, ως τεκμήριο Χ προς αναγνώριση (λόγω δηλώσεώς της ότι δεν το αναγνώριζε), αντίγραφο λογαριασμού του επιδίκου γραμματίου σε σχέση με συναλλαγές που έγιναν το
  8. Ο ΜΥ1 Ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε ως λειτουργός της εναγόμενης, ο οποίος, στο παρελθόν, μέχρι και το 2013, εργαζόταν στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, στη βάση των στοιχείων που κατέχει η εναγόμενη, τα χρήματα του επίδικου γραμματίου λήφθηκαν στις 20/1/1998 από την ενάγουσα. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, αναφέρθηκε στο τεκμήριο Χ προς αναγνώριση (το οποίο και αναγνώρισε ως την κατάσταση λογαριασμού για τις συναλλαγές του επίδικου γραμματίου κατά το 1998) και την επ΄ αυτού καταγραφή «Cash Withdrawal» ποσού Λ.Κ.12.081,89, λέγοντας ότι η ρηθείσα καταγραφή αποδεικνύει ότι έγινε ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου και ο σχετικός, με αυτό, λογαριασμός έκλεισε. Ως προς τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του, υπέδειξε τη σημείωση επί του τεκμηρίου Χ προς αναγνώριση, στην κάτω δεξιά γωνία του, «Ο Λ/ΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ στις 20/01/98». Μετά την αναγνώριση του τεκμηρίου Χ προς αναγνώριση από πλευράς του ΜΥ1, τούτο σημειώθηκε ως τεκμήριο
  9. Μέσω του ΜΥ1, κατατέθηκαν και τα τεκμήρια 6 και
  10. Πρόκειται, αφενός, για αντίγραφο εκτύπωσης από ειδικό ηλεκτρονικό πρόγραμμα που τηρεί η εναγόμενη με την ονομασία Blue Point (Τεκμήριο 6) και, αφετέρου, για πανομοιότυπη με το τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού, πλην όμως με διαφορετική ημερομηνία εκτύπωσης (Τεκμήριο 7). Στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 6, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι στις 23.06.2005 έγινε μία αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας με αποτέλεσμα τούτη να αποτυπώνεται αυτόματα σε κάθε μελλοντική αναζήτηση σε σχέση με προγενέστερη συναλλαγή. Παρά την αναβάθμιση αυτή, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, η πληροφορία ως προς την πραγματική ημέρα ανάληψης των χρημάτων και τερματισμού του επίδικου γραμματίου δεν χάθηκε, μιας και αποτυπώνεται στη προτελευταία στήλη του εν λόγω τεκμηρίου. Κατά τον ΜΥ1, το τεκμήριο 4 είναι εσωτερικό έγγραφο της εναγόμενης το οποίο δεν έπρεπε να δοθεί στη ενάγουσα, αλλά στο υπάλληλο της εναγόμενης που θα απαντούσε στην επιστολή της ενάγουσας, τεκμήριο
  11. Ο εν λόγω υπάλληλος, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4, αλλά και του τεκμηρίου 6 θα αντιλαμβανόταν ότι η αναφορά στο πρώτο της ημερομηνίας 23.06.2005, αφορά στην ημερομηνία αναβάθμισης των ηλεκτρονικών συστημάτων της τράπεζας και όχι της ημερομηνίας τερματισμού του γραμματίου, καθώς επίσης και ότι, το επίδικο γραμμάτιο, στην πραγματικότητα, τερματίστηκε στις 20.01.1998 (ως εμφαίνεται στη προτελευταία στήλη του τεκμηρίου 6) και ακολούθως θα ενημέρωνε σχετικά την ενάγουσα. Αντί να γίνει αυτό, πάντα κατά τον ΜΥ1, δόθηκε λανθασμένα το τεκμήριο 4 στην ενάγουσα και δημιουργήθηκε σύγχυση. MY2 και MY3 Ο ΜΥ2 και o ΜΥ3 κατέθεσαν ότι, κατά τον χρόνο που έκλεισε ο λογαριασμός του γραμματίου, ήταν οι μόνοι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στο οποίο έγινε και η σχετική, τελική, ανάληψη των χρημάτων του γραμματίου. Ο ΜΥ2 παρουσιάστηκε ως ο τότε προϊστάμενος του ρηθέντος υποκαταστήματος. Σύμφωνα με τους μάρτυρες αυτούς, για να επιτραπεί η ανάληψη ποσού από γραμμάτιο, έπρεπε, είτε να παρουσιαστεί ο ίδιος ο πελάτης στην τράπεζα και να δώσει σχετική εντολή, είτε να παρουσιαστεί πρόσωπο που κατείχε πληρεξούσιο έγγραφο από τον πελάτη, το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να προβαίνει σε αναλήψεις από το γραμμάτιο. Ως οι ΜΥ2 και ΜΥ3 ανέφεραν, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα δεν είχε υπογράψει τέτοιο πληρεξούσιο και με δεδομένο το περιεχόμενο της τελευταίας κατάστασης λογαριασμού του τεκμηρίου 8 (το οποίο κατατέθηκε μέσω του ΜΥ2 και σύμφωνα με το οποίο, στις 20.1.1998, έγινε ανάληψη των χρημάτων του γραμματίου), η ανάληψη του ποσού του επίδικου γραμματίου έγινε από την ίδια την ενάγουσα. Κανείς εκ των δύο αυτών μαρτύρων δεν θυμόταν, ειδικά, την ενάγουσα να προβαίνει στην επίδικη ανάληψη, λόγω του χρόνου που παρήλθε από όταν και έγινε. Αμφότεροι, ωστόσο, ανέφεραν ότι, κανένας εξ αυτών δεν οικειοποιήθηκε τα χρήματα του γραμματίου, καθώς επίσης και ότι, για να καταγράφεται στην τελευταία κατάσταση λογαριασμού ότι το 1998 έγινε ανάληψη όλου του ποσού του γραμματίου και ακολούθως ο συνδεδεμένος με αυτό λογαριασμός έκλεισε, σημαίνει ότι η ενάγουσα παρουσιάστηκε στο υποκατάστημα που εργαζόντουσαν τότε (ως οι μόνοι υπάλληλοι) και προέβη στην επίδικη ανάληψη του ποσού, δίδοντας και οδηγίες όπως ο λογαριασμός κλείσει. Και οι δύο μάρτυρες αναγνώρισαν τα τεκμήρια 5, 7 και 8, ως αντίγραφα της κατάστασης του λογαριασμού με τον οποίο ήταν συνδεδεμένο το επίδικο γραμμάτιο, υποδεικνύοντας, συναφώς, ότι, οι επ' αυτών καταγραφές φέρουν τον κωδικό του υποκαταστήματος στο οποίο εργαζόντουσαν, το κωδικό κατάθεσης τύπου γραμματίου και το όνομα της Ενάγουσας. Επίσης, φαίνεται ότι ο υπάλληλος του υποκαταστήματος που υλοποίησε τη πράξη ανάληψης ήταν ο ταμίας με αριθμό R0061, αριθμό που αμφότεροι αναγνώρισαν ότι είχε, τότε, ένας εκ των δύο τους, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να υποδείξουν με βεβαιότητα ποιος. Στη βάση της θέσης αυτής και με γνώμονα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, ο ΜΥ2 προχώρησε και εξήγησε τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν κατά τα έτη 1993, όταν και ανοίχτηκε, αρχικά, το γραμμάτιο, μέχρι και το 1998, όταν και ως φαίνεται έγινε η ανάληψη όλου του πιστωτικού του υπολοίπου και ο σχετικός με αυτό λογαριασμός έκλεισε. Ανάφερε, συναφώς, ότι, το επίδικο γραμμάτιο ανανεωνόταν κάθε χρόνο, και κατά την ανανέωση του, είτε απλά προστίθετο στο εκάστοτε υπόλοιπο ο τόκος του προηγούμενου χρόνου, είτε, πέρα της προσθήκης αυτής, κατατίθεντο και επιπρόσθετα χρήματα. Σε μία δε περίπτωση (κατά το 1995), η ενάγουσα φέρεται να προβαίνει σε μερική ανάληψη από το τότε πιστωτικό υπόλοιπο του γραμματίου. Ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει παρέμβαση στο σύστημα και να αλλοιωθεί το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού του επιδίκου γραμματίου. Και τούτο σε απάντηση υποβολής που του τέθηκε ότι το τεκμήριο 8 αποτελείται από πλαστές καταστάσεις λογαριασμού που δημιουργήθηκαν με μόνο σκοπό να αντιμετωπίσει η εναγόμενη την παρούσα αγωγή. Ο ΜΥ3, βρισκόμενος αντιμέτωπος με παρόμοια υποβολή, ισχυρίστηκε ότι, αν στην πραγματικότητα δεν έγινε ανάληψη από την ενάγουσα κατά το 1998, ως η σχετική κατάσταση λογαριασμού καταγράφει, τότε, κατά τους καθημερινούς ελέγχους που διενεργούνταν στη τράπεζα, θα διαφαινόταν η διαφορά μεταξύ του υπολοίπου των τραπεζικών πράξεων και του υπολοίπου του ταμείου του λειτουργού που προέβη στην πράξη που οδήγησε στην σχετική καταγραφή επί της κατάστασης λογαριασμού, διαφορά που ουδέποτε προέκυψε. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών τους, τόσο ο ΜΥ2, όσο και ο ΜΥ3, ισχυρίστηκαν ότι η οδηγία για ανάληψη του πιστωτικού υπολοίπου του επίδικου γραμματίου κατά το 1998 και η επακόλουθη οδηγία για κλείσιμο του συνδεδεμένου με αυτό λογαριασμού δόθηκαν από την ίδια την ενάγουσα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγουσα Η ενάγουσα με την μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου δεν έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής της. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια της, καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενόρκως, να αποφύγει, ανεξαρτήτως του ποια είναι η αλήθεια, να προβάλλει ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με την εκδοχή της, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει. Είναι δε για αυτό το λόγο που η μαρτυρία της παρουσιάζει σύγχυση, και σε ουσιώδες μέρος της, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Επίσης, προώθησε αντιφατικούς, μεταξύ τους, ισχυρισμούς. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω αναφερθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας, σημειώνω τα ακόλουθα: Δεν έδωσε καμία πειστική ή έστω λογική εξήγηση αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι δεν αναζήτησε οποιαδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με την τύχη του γραμματίου από το 1994 μέχρι το
  12. Κρίνω αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιες τις σχετικές τοποθετήσεις της, τόσο για να υποδειχθεί η προσπάθεια αποφυγής της να δώσει απάντηση στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, όσο και η ευκολία με την οποία προωθούσε συγκρουόμενες θέσεις. «Ε. Στην παράγραφο 12 της δήλωσης σας λέτε ότι δεν είχα καμία ενημέρωση για την τύχη του γραμματίου μου μέχρι και το 2014 που εστείλετε επιστολή. Α. Πριν το 2014 είχα πάει αρκετές φορές στον Άγιο Δομέτιο, είχα ζητήσει να μου πουν για το γραμμάτιό μου και μου έλεγαν "έλα σε δέκα ημέρες, έλα σε δέκα ημέρες" (επαναλαμβάνει τη φράση), μετά μου είχαν δώσει το τηλέφωνο μιας κοπέλας και μου είπαν να της τηλεφωνήσω. Της τηλεφώνησα και μου είπε "πάρε με σε μια βδομάδα", την πήρα σε μια βδομάδα και μου είπε "δεν έχω καταφέρει να βρω τίποτε, θα σε πάρω εγώ τηλέφωνο". Είχα βρει ένα φίλο μου δικηγόρο, τον κύριο XXXXX και του είπα "σε παρακαλώ πάμε μαζί ίσως σε σένα πουν τι έχουν γίνει τα λεφτά μου στο ταμείο". Ε. Χρονικά, κυρία μάρτυς, αυτό που μόλις μας είπατε θυμάστε πότε έγιναν; Α. Δεν θυμούμαι. Α. Μπορεί να ήταν ας πούμε από το 2013 και μετά ή από το 1999 επισκεπτόμουν ή το 2013, 2014, ήταν πριν κάνω αγωγή εναντίον της τράπεζας διότι θυμάμαι την τελευταία φορά που επήγα είχα πει εκεί "ως εδώ, αρκετά με κοροϊδεύετε, εγώ θα κινηθώ εναντίον σας", έφυγα και επήγα στο δικηγόρο μου. Ε. Μπορεί, ας πούμε, κοντά στο 2014, μπορεί και λίγο πριν; Α. Είχα κάμει αρκετά για να μου πουν αλλά μου έλεγαν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία εκεί που έχουν είχαμε να σας τα δείξουμε επήραν φωτιά και δεν έχω τίποτε να σας δείξω και τους είπα "εγώ μόνον εκεί που ήταν τα δικά μου αποδεικτικά επήρεν φωτιά", μου είπε "επήραν φωτιά, καταστράφηκαν, δεν έχω καμία απόδειξη να σου δώσω". Ε. Σε ποιους απευθυνθήκατε, κύριε μάρτυς, θυμάστε όταν επήγετε σ΄αυτές τις συναντήσεις; Α. Επήγαινα στη Λαϊκή στον Άγιο Δομέτιο διότι στη Λαϊκή στον Άγιο Παύλο που υπήρχε είχε κλείσει. E. Το διάστημα που διέρρευσε από το 1995 που ήταν η τελευταία λήξη του γραμματίου, ίσως μέχρι και το 2012-2013 που ακόμα υπήρχε η Λαϊκή τι εκάμετε για να μάθετε γι΄ αυτό το γραμμάτιο; Α. Το μόνο, μπορείτε σας παρακαλώ να επαναλάβετε; (Επαναλαμβάνεται η ερώτηση από το πρακτικό του Δικαστηρίου) Α. Απολύτως τίποτε, δεν έκαμα απολύτως τίποτε. Ε. Άρα δεν λάβατε ενημέρωση γιατί δεν ζητήσατε ενημέρωση; Α. Όχι, απλά δεν έκαμα απολύτως τίποτε. Ε. Μήπως το 2013 που έγινε όλο αυτό το μπαμ με τις τράπεζες, γιατί δεν διερωτηθήκατε πού κατέληξε το γραμμάτιό σας, αν υπήρχε, αν σταμάτησε να υπάρχει; Α. Επειδή υπάρχουν και τα άλλα γραμμάτια, δεν διερωτήθηκα τίποτε, για μένα δεν ήταν κάτι ας πούμε. δεν είχα τόσα πολλά λεφτά που να με αγχώσει για το γραμμάτιό μου, να αγχωθώ για το γραμμάτιό μου. Ε. Αλλά αγχωθήκατε το 2014; Α. Το 2014 αγχώθηκα διότι με αυτά που μου είπαν από την τράπεζα. διότι εγώ επήγα για να μάθω γι΄ αυτά τα λεφτά μου και μου είπαν "δεν υπάρχουν λεφτά". Με αυτά που μου είπαν ότι επήραν φωτιά το 1998, έκλεισα τον λογαριασμό και το 2005 έκαμα ανάληψη αφού δεν είχα λεφτά και έκλεισα τον λογαριασμό, έκαμα ανάληψη λεφτών. Ε. Άλλο σας ρώτησα, έχω ρωτήσει το 2013 ότι δεν ήταν μεγάλο το ποσό. Α. Είχα και άλλο γραμμάτιο, δεν ανησύχησα. Ε. Το 2014 αγχωθήκατε όμως και λέγω γιατί, τι έγινε αυτό το εν λόγω χρόνο στο άλλο; Α. Δεν έγινε απολύτως τίποτε. Είπα ότι θα πάω να δω τι γίνεται με αυτά τα λεφτά μου.» Σε συνέχεια και συνάφεια με τα ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι, ένα πρόσωπο που δεν έχει «τόσα πολλά λεφτά», ως η ίδια ισχυρίστηκε, κατά μια εκδοχή της, για τον εαυτό της, δεν θα επιδείκνυε πλήρη αδιαφορία για δεκαεννέα και πλέον χρόνια ως προς την τύχη ενός γραμματίου αρχικής αξίας Λ.Κ.10.000, πόσο μάλλον εν καιρό οικονομικής κρίσης για τη χώρα, αλλά και σε χρόνο που η τράπεζα, στην οποία διατηρείτο το γραμμάτιο, αντιμετώπισε ανυπέρβλητα προβλήματα βιωσιμότητας, σε βαθμό, μάλιστα, που απορροφήθηκε από την εναγόμενη. Ως προς τις αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία της ενάγουσας, αλλά και την ευκολία με την οποία προωθούσε ισχυρισμούς ανεξαρτήτως του αν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι, σημειώνω, ενδεικτικά, τα εξής. Μέσω της, ως σημειώθηκε ανωτέρω, κατατέθηκε, ως τεκμήριο 4, επιστολή της εναγόμενης, η οποία της δόθηκε ως απάντηση στην χειρόγραφη επιστολή της ημερομηνίας 29 Ιανουαρίου 2014, τεκμήριο
  13. Όσο δε αφορά στο τεκμήριο 3, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τούτο παραδόθηκε από την ίδια σε υπάλληλο της εναγόμενης σε υποκατάστημα της τελευταίας. Σε πλήρη σύγκρουση με τις μόλις πιο πάνω θέσεις της, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, όταν της ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου του τεκμηρίου 4, ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά έβλεπε το συγκεκριμένο έγγραφο, και ότι ουδέποτε επισκέφθηκε οποιοδήποτε κατάστημα της εναγόμενης και ότι, σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και ειδικότερα τις επισκέψεις της, κατά το 2014, σε υποκαταστήματα τράπεζας για αναζήτηση πληροφοριών για το επίδικο γραμμάτιο, τούτες (οι επισκέψεις) έγιναν στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στον Άγιο Δομέτιο. Επίσης, ενώ από τη μια πρόβαλλε την κάθετη και απόλυτη θέση ότι ουδέποτε η ίδια προέβη σε ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου, από την άλλη, σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις που της είχε υποβληθεί αντίθετη θέση, αντί απλά να αρνηθεί τούτη, ανέφερε «Δεν θυμούμαι να έκανα ανάληψη των λεφτών, .» και «Δεν θυμάμαι να τράβηξα τα λεφτά, .», θέσεις που υποδηλώνουν αδυναμία απόλυτης τοποθέτησης, λόγω περιορισμένης μνήμης ως προς το ζητούμενο, παρά απόλυτη γνώση ως προς αυτό. Εκείνο που, επίσης, ξενίζει, είναι το γεγονός (στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 8 - με τη βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε αυτό θα ασχοληθώ κατωτέρω) ότι, κατά τα έτη 1994, 1996 και 1997, στο εκάστοτε υπόλοιπο του γραμματίου πιστώθηκαν χρήματα διά κατάθεσης και όχι απλά δια της προσθήκης τόκου (οι σχετικές αναφορές των μαρτύρων της εναγόμενης δεν αμφισβητήθηκαν). Πως είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο αν η θέση της ενάγουσας περί πλήρους άγνοιας της ως προς τη τύχη του γραμματίου από το 1994 και μετά είναι αληθής; Ποιος προέβη στις καταθέσεις αυτές προς όφελος της ενάγουσας στην οποία άνηκε το γραμμάτιο; Πόσο μάλλον όταν κανένα τρίτο πρόσωπο δεν κατείχε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο από αυτή. Γενικότερα η ενάγουσα, με την όλη στάση της, τόσο ως τούτη προκύπτει από την μαρτυρία της, όσο και από την συμπεριφορά της ενώπιον του δικαστηρίου, περιλαμβανομένης και της στάσης του σώματος της, αλλά και τις αντιδράσεις του προσώπου της όταν βρισκόταν αντιμέτωπη με ερωτήσεις και υποβολές που την ήθελαν να είναι το πρόσωπο που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων του γραμματίου, έδειχνε ότι δεν επιθυμούσε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι απλά σκοπό είχε να προωθήσει ισχυρισμούς που θα βοηθούσαν την υπόθεσή της, ανεξάρτητα αν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία ήρθαν στη γνώση του. Ήταν σταθερός στις θέσεις που προέβαλε και η μαρτυρία του παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή και ευκρίνεια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του παρά της έντονης, σε κάποια σημεία, αντεξέτασης της οποίας έτυχε. Εξήγησε με σαφήνεια το λόγο που επί του τεκμηρίου 4, ως ημερομηνία ανάληψης, αναγράφεται η 23.06.2005 και όχι η 20.01.1998, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίον θα πρέπει να διαβαστεί το περιεχόμενο των τεκμηρίων 4, 5, 6 και 7, διασκεδάζοντας έτσι κάθε ανησυχία που προβλήθηκε από πλευράς του συνηγόρου της ενάγουσας. Πρέπει ακριβώς να υποδειχθεί, στο σημείο αυτό, ότι, ο συνήγορος της ενάγουσας δεν αμφισβήτησε την θέση που προέβαλαν όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης περί του ότι έγινε ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου, παρά μόνο τον χρόνο που έγινε τούτη, και τούτο στη βάση, μόνο, του περιεχομένου του τεκμηρίου 4 που την τοποθετεί στο
  14. Αμφισβήτησε φυσικά τη θέση τους ότι η ανάληψη έγινε από την ενάγουσα. Επίσης, όλες οι υποβολές που τέθηκαν στο ΜΥ1 περί αναληθούς περιεχομένου των τεκμηρίων 5, 6 και 7, παρέμειναν μετέωρες, μιας και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξή τους, ενώ από την άλλη, στη βάση των αναντίλεκτων θέσεων των μαρτύρων της εναγόμενης ως προς το τρόπο παραγωγής και εκτύπωσής των τεκμηρίων αυτών, γίνεται δεκτό ότι τούτα αποτυπώνουν επακριβώς τις συναλλαγές και γενικά ηλεκτρονικές πράξεις που έγιναν σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο (βλ. και άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΥ1, στο βαθμό που τούτη αφορά σε γεγονότα εντός της γνώσης του γίνεται δεκτή στην ολότητα της. Όσον, όμως, αφορά στην μαρτυρία του αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του υποκαταστήματος στο οποίο διατηρείτο το επίδικο γραμμάτιο, τούτη, στο βαθμό που συγκρούεται με την μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί, δεν την αποδέχομαι, μιας και δεν ήταν γνώστης του τρόπου δράσης των τελευταίων. Είναι για αυτό το λόγο που δεν δέχομαι τη θέση του ότι κάθε χρόνο αποστελλόταν από τη Λαϊκή Τράπεζα προς την ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού του επίδικου γραμματίου, μιας και ο ΜΥ2, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, δήλωσε ρητά, και δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, ότι δεν αποστέλλονταν, θέση, που, εν πάση περιπτώσει, συμβαδίζει και με τον σχετικό ισχυρισμό της ενάγουσας. ΜΥ2 Και ο ΜΥ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και αυτού οι θέσεις ήταν σαφείς και άμεσες, χωρίς να παρατηρείται οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγής. Νιώθω, φυσικά, την ανάγκη να σημειώσω ότι, όπως και για τον ΜΥ1, έτσι και για τον ΜΥ2, η μαρτυρία τους (με εξαίρεση του ποιος προβαίνει στη ανάληψη), στη ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που προσπάθησε ο συνήγορος της ενάγουσας να θέσει εν αμφιβόλω, ήταν τον ισχυρισμό που αμφότεροι οι μάρτυρες, καθώς επίσης και ο ΜΥ3, πρoέβαλαν, που θέλει την ενάγουσα να είναι το πρόσωπο που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων του επίδικου Γραμματίου. Όλες οι σχετικές υποβολές που τέθηκαν προς τον ΜΥ2 και γενικότερα προς όλους τους μάρτυρες υπεράσπισης, παρέμειναν στην σφαίρα της θεωρίας, μιας και καμιά αποδεκτή μαρτυρία δεν προσκομίστηκε προς απόδειξη τους. Από την άλλη, ο ΜΥ2 με την μαρτυρία του και την επεξήγηση του περιεχομένου του τεκμηρίου 8, έπεισε το δικαστήριο, αν και η εναγόμενη που τον κάλεσε δεν έφερε οποιοδήποτε σχετικό βάρος, ότι η ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου έγινε από την ενάγουσα. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, η θέση του ΜΥ2, αλλά και του ΜΥ3, του οποίου η μαρτυρία θα αξιολογηθεί κατωτέρω, περί του ότι η ενάγουσα δεν υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο σε τρίτο πρόσωπο για να χειρίζεται το επίδικο γραμμάτιο, όχι απλά δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, αλλά, τουναντίον, συμβαδίζει με τη σχετική δικογραφημένη θέση της τελευταίας. Με δεδομένη ακριβώς την συμφωνία των μερών επί του ζητήματος αυτού, και με δεδομένη την μη αμφισβητούμενη θέση των ΜΥ2 και ΜΥ3 ότι μονό αυτοί οι δύο εργαζόντουσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο οποίο ανοίχτηκε το επίδικο γραμμάτιο, το ζητούμενο είναι το κατά πόσο οποιοσδήποτε εξ' αυτών, είτε για δικό του όφελος, είτε για λογαριασμό τρίτου, οικειοποιήθηκε τα χρήματα της ενάγουσας προβαίνοντας στην ανάληψη τους και ακολούθως στο κλείσιμο του συνδεδεμένου με το γραμμάτιο λογαριασμού, χωρίς την εντολή της ή έστω τη συγκατάθεσή της. Σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε, ο ΜΥ2, με σαφήνεια και πειστικότητα ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο. Στην βάση των ανωτέρω τη μαρτυρία του ΜΥ2, την αποδέχομαι στην ολότητα της. ΜΥ3 Τα ίδια ισχύουν και για την μαρτυρία του ΜΥ3, ο οποίος επίσης προώθησε σαφείς ισχυρισμούς, απαντώντας με αμεσότητα, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγής. Ούτε αυτού του μάρτυρα κλονίστηκε η αξιοπιστία παρά της αντεξέτασης της οποίας έτυχε. Και αυτός ο μάρτυρας με πειστικότητα αρνήθηκε την όποια ανάμειξη του σε οικειοποίηση των χρημάτων του επίδικου γραμματίου, τονίζοντας ότι, τόσο στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 8, όσο και στη βάση του δεδομένου ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη, χωρίς εντολή της ενάγουσας, σε ανάληψη των χρημάτων του γραμματίου, και εν απουσία πληρεξουσίου από την ενάγουσα προς τρίτο, το πρόσωπο το οποίο προέβη στην επίδικη ανάληψη δεν είναι άλλο από την ενάγουσα. Τη μαρτυρία του ΜΥ3 την αποδέχομαι στο σύνολό της. Τελικά ευρήματα Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν τα τελικά μου ευρήματα: Στις 15 Ιανουαρίου 1993 η ενάγουσα κατέθεσε Λ.Κ.10001 στο υποκατάστημα της τότε Λαϊκής Τράπεζας στην περιοχή του αγίου Ανδρέα, στη Λευκωσία, δίδοντας οδηγίες όπως ανοιχτεί λογαριασμός τύπου γραμματίου. Στη βάση των ενεργειών της αυτών, ανοίχτηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX1029 με διάρκεια ενός έτους και συγκεκριμένα με ημερομηνία λήξης την 15 Ιανουαρίου 1994 (βλέπε τεκμήριο 1). Το γραμμάτιο αυτό ανανεωνόταν κάθε χρόνο, ως τούτο έγινε δεκτό από τις δύο πλευρές μέσω σχετικού παραδεκτού γεγονότος το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, και ως τούτο, επίσης, προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, στη βάση των επεξηγήσεων του από τον ΜΥ
  15. Στα πλαίσια των ανανεώσεων αυτών, το γραμμάτιο πιστωνόταν με τον τόκο του προηγούμενου έτους και σε κάποιες περιπτώσεις και με ποσά που κατατίθεντο από την ενάγουσα, όπως έγινε το 1994, 1996 και
  16. Επίσης, κατά το 1995, και συγκεκριμένα στις 10 Φεβρουαρίου του εν λόγω έτους, έγινε ανάληψη από το λογαριασμό του γραμματίου του ποσού των Λ.Κ.1498,
  17. Στις 20 Ιανουαρίου 1998, η ενάγουσα προέβη σε ανάληψη του τότε πιστωτικού υπολοίπου του γραμματίου και κατά συνέπεια ο συνδεδεμένος με αυτό λογαριασμός έκλεισε. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά. Στην βάση τον πιο πάνω ευρημάτων μου, η παρούσα αγωγή δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και τούτο γιατί, κάθε θεραπεία η οποία επιζητείται, και κάθε νομική βάση επί της οποίας εδράζεται, προϋποθέτει απουσία γνώσης και συναίνεσης από πλευράς της ενάγουσας περί την ανάληψη των χρημάτων του επίδικου γραμματίου, κάτι για το οποίο η ενάγουσα δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή απορρίπτεται και αναφορικά με τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.