Α & Μ Χριστοφή Λιμιτεδ ν. Αλέξης Γκουγκούρης (Χωματουργικές εργασίες) Λιμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 6772/2012, 13/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A740 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6772/2012 Μεταξύ:- Α & Μ Χριστοφή Λιμιτεδ, Ενάγουσας -και- Αλέξης Γκουγκούρης (Χωματουργικές εργασίες) Λιμιτεδ, Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Κος Βιολάρης Για Εναγόμενη: Κος Αγγελίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή η Ενάγουσα Εταιρεία, η οποία ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών προϊόντων, επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας για το ποσό των €2081 ως οφειλόμενο υπόλοιπο κατόπιν αγοράς εμπορευμάτων. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, στη βάση συμφωνίας των δύο μερών και/ή κατόπιν εντολής, παράκλησης και/ή οδηγίας της Εναγόμενης, η Ενάγουσα αποδέχθηκε να πωλήσει στην πρώτη, επί πιστώσει, διάφορα οικοδομικά προϊόντα. Η Ενάγουσα, σε σχέση με τα πωληθέντα προς την Εναγόμενη προϊόντα, εξέδιδε δελτία είσπραξης, καθώς επίσης και τιμολόγια, αλλά τηρούσε και τρεχούμενο λογαριασμό εις το όνομα της Εναγόμενης, στον οποίο και χρεώνονταν οι κατά καιρούς αγορές της τελευταίας. Περί τις 14.4.2011, ο συγκεκριμένος λογαριασμός της Εναγόμενης παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €
- Παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη κλήθηκε, κατ' επανάληψη, από την Ενάγουσα όπως εξοφλήσει την οφειλή της, και παρόλο που η πρώτη αναγνώρισε το χρέος της και ουδέποτε αμφισβήτησε το υπόλοιπο του λογαριασμού της, παραλείπει να εξοφλήσει μέχρι σήμερα την οφειλή της. Είναι δε, θέση της Ενάγουσας ότι, εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη της Εναγόμενης να καταβάλει την οφειλή της, καθιστά την ίδια (την Ενάγουσα) πρόσωπο που δικαιούται σε είσπραξη του απαιτούμενου ποσού στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή αρχών της επιείκειας ή τέλος των αρχών της αποκατάστασης. Για τους πιο πάνω λόγους η Ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Η υπεράσπιση Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, η Εναγόμενη, πολύ πριν τις 14.4.2011, είχε κάποιες δοσοληψίες με την Ενάγουσα στα πλαίσια των οποίων η τελευταία της πώλησε εμπορεύματα, τα οποία, ωστόσο, εξόφλησε τοις μετρητοίς και ουδέν ποσό οφείλει σε αυτή. Κατά τα λοιπά, η Εναγόμενη αρνείται κάθε άλλη δικογράφηση της Ενάγουσας και καλεί την τελευταία σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ειδικότερα, καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη αναφορικά με το πού και πότε συμφώνησαν οι διάδικοι όπως η Ενάγουσα πωλεί επί πιστώσει οικοδομικά προϊόντα στην Εναγόμενη, καθώς επίσης και πότε τούτα τα εμπορεύματα παραδόθηκαν προς αυτή, καλώντας, συναφώς, την Ενάγουσα όπως παρουσιάσει τιμολόγια τα οποία η ίδια εξέδωσε και τα οποία η Εναγόμενη υπόγραψε και/ή εν πάση περιπτώσει, μέσω τους, αναγνώρισε ότι παρέλαβε τα επίδικα προϊόντα. Στη βάση των ανωτέρω, αρνείται ότι οφείλει το απαιτούμενο ποσό και ζητά την απόρριψη της αγωγής. Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον XXXXX Χριστοφή (Μ.Ε.1) και τον XXXXX Γεωργίου (Μ.Ε.2). Από πλευράς της Εναγόμενης, για σκοπούς αναχαίτησης της αγωγής, κατέθεσε ενόρκως ο διευθυντής της XXXXX Κουγκούρης (Μ.Υ.1). Οι εκδοχές των μερών Εκδοχή της Ενάγουσας Στη βάση της ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας, η σχέση των διαδίκων άρχισε το Μάρτιο 2011, κατόπιν επίσκεψης δύο υπαλλήλων της Εναγόμενης στο κατάστημα που διατηρεί η Ενάγουσα. Οι δύο υπάλληλοι της Εναγόμενης υπέδειξαν τον Μ.Υ.1 ως το πρόσωπο προς το οποίο λογοδοτούσαν. Συνεπεία της ενέργειας αυτής των υπαλλήλων της Εναγόμενης, ο Μ.Ε.1 επικοινώνησε με τον Μ.Υ.1 και αφού ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι τα προϊόντα που θα αγοράζονται από την Ενάγουσα θα χρησιμοποιηθούν σε εργασίες που εκτελούσε τότε η Εναγόμενη εταιρεία, δικών του συμφερόντων, καθώς επίσης και τον διαβεβαίωσε ότι αναλαμβάνει την καταβολή του κόστους της αγοράς τους, η Ενάγουσα αποδέχθηκε όπως πωλεί, επί πιστώσει, στους υπαλλήλους της πρώτης εμπορεύματα. Στη βάση της πιο πάνω συνεννόησης, η Ενάγουσα πώλησε προς την Εναγόμενη αριθμό εμπορευμάτων σε διάφορες ημερομηνίες εντός των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του 2011, τα οποία παρέδιδε, πάντοτε, στους δύο υπαλλήλους της Εναγόμενης που επισκέπτονταν το κατάστημα της για την αγορά τους. Ένας εκ των υπαλλήλων αυτών ήταν ο Μ.Ε.
- Για κάθε τέτοια συναλλαγή, η Ενάγουσα εξέδιδε δελτία παράδοσης προϊόντων και ακολούθως εξέδιδε και σχετικά τιμολόγια. Στο σύνολο, εξέδωσε 6 τιμολόγια, τα οποία και κατατέθηκαν, ως δέσμη, ενώπιον του δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 3 (τεκμήριο 1, τα αντίγραφα των τιμολογίων, και τεκμήριο 3, τα πρωτότυπα). Επί των τιμολογίων υπέγραφαν πάντα και οι δύο υπάλληλοι της Εναγόμενης. Ακολούθως, κάθε τέτοια, επί πιστώσει, συναλλαγή, μεταφερόταν στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα για τις επίδικες συναλλαγές και γινόταν η ανάλογη χρέωση επί του λογαριασμού. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι της αγοράς των προϊόντων, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να οφείλει το απαιτούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Τόσο τα τιμολόγια, όσο και η κατάσταση λογαριασμού, καθώς επίσης και τα δελτία παράδοσης, παραδίδονταν σε αντιπροσώπους της Εναγόμενης. Ο Μ.Υ.1, διευθυντής της Εναγόμενης, ήταν ενήμερος για κάθε τέτοια συναλλαγή και γνώριζε πάντα το εκάστοτε υπόλοιπο της Εναγόμενης και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για αυτό. Τουναντίον, στη βάση πάντα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας, αποδέχθηκε τούτο (το τελικό υπόλοιπο) και υποσχέθηκε όπως το αποπληρώσει διά επιταγής, πράμα το οποίο ουδέποτε έπραξε. Εκδοχή της Εναγόμενης Στη βάση μίας εκ των εκδοχών του Μ.Υ.1, η Εναγόμενη ουδέποτε συμβλήθηκε με την Ενάγουσα και ουδέποτε αγόρασε οποιαδήποτε προϊόντα από αυτήν, πλην των προϊόντων που αγοράστηκαν σε χρόνο πολύ προγενέστερο του ουσιώδους για την παρούσα αγωγή χρόνου. Όσον δε αφορά στα προϊόντα τα οποία αγόρασε τότε, η Εναγόμενη κατέβαλε πλήρως το τίμημα πώλησης. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί ότι η Ενάγουσα παρέδωσε προς τον Μ.Ε.2 και άλλο πρόσωπο τα εμπορεύματα που αναφέρονται επί των 6 τιμολογίων που εξέδωσε, ούτε και ότι για αυτά δεν καταβλήθηκε το τίμημα πώλησης τους. Προβάλλει, ωστόσο, πλήρη άγνοια ως προς τη χρήση που έτυχαν τα προϊόντα αυτά, μιας και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για οποιαδήποτε εργασία η οποία εκτελείτο από αυτήν (την Εναγόμενη) κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, (α) ουδέποτε ενημερώθηκε, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, για την όποια απαίτηση της Ενάγουσας και (β) τα επίδικα προϊόντα αγοράστηκαν από τον Μ.Ε.2 και το άλλο πρόσωπο που τον συνόδευε για δική τους χρήση, οι οποίοι, εν αγνοία της Εναγόμενης και του Μ.Υ.1, επώμισαν την ευθύνη σ' αυτή. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα και ή ισχυρισμοί που δεν αμφισβητήθηκαν Τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη είναι εταιρείες νόμιμα εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Ο Μ.Ε.1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αξιωματούχος της Ενάγουσας[1] και ο Μ.Υ.1 αξιωματούχος της Εναγόμενης. Με δεδομένη τη μη αμφισβήτηση από πλευράς της Εναγόμενης της πώλησης των επιδίκων προϊόντων, αποτελεί, στην ουσία, αποδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα πώλησε τούτα, παραδίδοντας τα προς τον Μ.Ε.2 και κάποιο XXXXX, που τον συνόδευε, τα οποία ήταν συνολικής αξίας €2.081 και για τα οποία, μέχρι σήμερα, δεν έχει πληρωθεί από τον οποιοδήποτε το τίμημα πώλησης τους. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο μερών, αλλά και της μαρτυρίας που προωθήθηκε από αμφότερες τις πλευρές και ειδικότερα από πλευράς του Μ.Υ.1, που θέλει τη δικογραφημένη παραδοχή της Εναγόμενης για συναλλαγή της με την Ενάγουσα στο παρελθόν να αφορά σε συναλλαγή σε χρόνο πολύ προγενέστερο του ουσιώδους χρόνου της παρούσας αγωγής, ο οποίος ουσιώδης χρόνος προσδιορίζεται ως ο Μάρτιος και Απρίλιος του 2011, εκείνο που στην ουσία παραμένει ως μοναδικό επίδικο ζήτημα είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα, για την πώληση και παράδοση των επίδικων εμπορευμάτων, συναλλάχθηκε ή όχι με την Εναγόμενη. Ζητήματα τα οποία εγείρονται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της Εναγόμενης, τα οποία, ωστόσο, δεν δικογραφούνται στην Υπεράσπιση, ενώ, για την εξέτασή τους, σχετική δικογράφηση ήταν αναγκαία, δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Επίσης, η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η δικογραφημένη παραδοχή της Εναγόμενης περί συναλλαγής των διαδίκων στο παρελθόν και περί εξόφλησης του σχετικού τιμήματος πώλησης ισοδυναμεί με ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι εξόφλησε τα επίδικα τιμολόγια και κατά συνέπεια το βάρος μετατίθεται στους ώμους της τελευταίας να αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό της, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η σχετική δικογράφηση, αν και χαρακτηρίζεται από κάποια ασάφεια, μεταφέρει στην Ενάγουσα το μήνυμα ότι η Εναγόμενη αναφέρεται σε συναλλαγές, άλλες από τις επίδικες. Εν πάση περιπτώσει, δεν ζητήθηκαν από πλευράς της Ενάγουσας λεπτομέρειες για τη σχετική δικογράφηση, και ο Μ.Υ.1 δεν αντεξετάστηκε επί της δια ζώσης θέσης του ότι η εν προκειμένω δικογράφηση αφορά σε συναλλαγές άλλες από τις επίδικες. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε ως διευθυντής της Ενάγουσας και πρόσωπο που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε εκ μέρους της σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές. Όταν την Ενάγουσα επισκέφθηκε ο Μ.Ε.2 μαζί με κάποιο XXXXX και του ανέφεραν ότι επιθυμούν να αγοράσουν εμπορεύματα για τον εργοδότη τους, αναζήτησε μέσω διαδικτύου και ανηύρε ότι η εργοδότης τους ήταν η Εναγόμενη Εταιρεία. Κάλεσε δε στον αριθμό τηλεφώνου που του έδωσαν ο Μ.Ε.2 και ο XXXXX, ο οποίος ήταν ο ίδιος με τον αριθμό τηλεφώνου της Εναγόμενης, ως ανηύρε τούτο μέσω έρευνας στο διαδίκτυο, και συνομίλησε με τον Μ.Υ.1 ο οποίος του επιβεβαίωσε ότι γνωρίζει περί της πρόθεσης του Μ.Ε.2 και του XXXXX να αγοράσουν εμπορεύματα από την Ενάγουσα και ότι την πληρωμή του τιμήματος πώλησης θα την αναλάβει αυτός, μιας και πρόκειται για εμπορεύματα που θα χρησιμοποιηθούν από την Εναγόμενη εταιρεία, δικών του συμφερόντων. Κατόπιν αυτής της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Μ.Ε.1 αποδέχθηκε και άρχισε να πωλεί, εκ μέρους της Ενάγουσας, εμπορεύματα στην Εναγόμενη επί πιστώσει. Για κάθε τέτοια αγορά εμπορευμάτων, η Ενάγουσα εξέδιδε δελτίο παράδοσης το οποίο και παρέδιδε στον Μ.Ε.2 ή στον XXXXX και ακολούθως, την ίδια μέρα ή την επόμενη, εξέδιδε και τιμολόγιο επί του οποίου ζητούσε από τα δύο αυτά πρόσωπα να υπογράψουν. Επί του Τεκμηρίου 3 αναγνώρισε, στην κάτω δεξιά γωνιά, πάνω από την καταγραφή «υπογραφή αγοραστή» τις υπογραφές του Μ.Ε.2 και του XXXXX προς τους οποίους και παραδόθηκαν τα αγορασθέντα εμπορεύματα. Επίσης, ο Μ.Ε.1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, την κατάσταση λογαριασμού επί της οποίας, ως ανέφερε, καταγράφονται οι αριθμοί των 6 τιμολογίων (τεκμήριο 3), η μέρα που εκδόθηκαν, τα ποσά στα οποία αφορούν τα αγορασθέντα προϊόντα και το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο ανέρχεται στα €
- Κατά τον Μ.Ε.1, σε κάθε επίδικη συναλλαγή, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον Μ.Υ.1, ο οποίος και ενημερωνόταν για τη συναλλαγή, καθώς επίσης και υποσχόταν ότι θα καταβάλει το τίμημα πώλησης μέσω επιταγής που θα εξέδιδε, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αρνηθεί να συνεχίσει να πωλεί επί πιστώσει εμπορεύματα στην Εναγόμενη. Μετά την πρώτη επίσκεψη του Μ.Ε.2 και του XXXXX, ο Μ.Ε.1 επισκέφθηκε συγκεκριμένο χώρο στη Λεμεσό και ειδικότερα στην Αγία Φύλα, όπου και παρατήρησε ότι όντως η Εναγόμενη εκτελούσε εργασίες και ότι επρόκειτο για υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Όσο δε αφορά στη στάση της Εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι ήταν πάντα ενήμερη για τις συναλλαγές, καθώς επίσης και για το εκάστοτε υπόλοιπο, το οποίο, μέσω του Μ.Υ.1, αποδέχθηκε, πλην όμως ουδέποτε εξόφλησε παρά τις αντίθετες υποσχέσεις και/ή δηλώσεις του τελευταίου. Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 παρουσιάστηκε ως το πρόσωπο το οποίο αγόρασε τα επίδικα εμπορεύματα και το οποίο έθεσε επί των 6 τιμολογίων τη μια εκ των δύο υπογραφών πάνω από την καταγραφή «υπογραφή αγοραστή». Ισχυρίστηκε ότι, για να επισκεφθεί το κατάστημα της Ενάγουσας και να αγοράσει, επί πιστώσει, εμπορεύματα, εντολή έλαβε από τον Μηχανικό του Μ.Υ.
- Ερωτηθείς ως προς τον εργοδότη του, και ειδικότερα κατά πόσο τούτος ήταν ο Μ.Υ.1 προσωπικά, ή η εταιρεία του (Εναγόμενη), ανέφερε «Στην εταιρεία, στον XXXXX Κουγκούρη. Εγώ πήγα κοντά του, εμένα είπαν μου θα δούλευα στον XXXXX Κουγκούρη.» Ως προς τις εργασίες που εκτελούσε η Εναγόμενη, ανέφερε ότι τούτες ήταν εργασίες εκσκαφών, τόσο σε έργα της Α.Η.Κ., όσο και σε έργα της Α.ΤΗ.Κ. Αναφορικά με τα αγορασθέντα από την Ενάγουσα προϊόντα, ισχυρίστηκε ότι αυτά παραλήφθηκαν από τον ίδιο και χρησιμοποιήθηκαν σε εργασίες που εκτελέστηκαν στο Άρσος, στις Τρεις Ελιές και στη Λεμεσό, όλες για έργα της Α.ΤΗ.Κ. Ως τον εργολάβο των έργων της Α.ΤΗ.Κ, υπέδειξε κάποιο Χατζήκυριακο, με τον Μ.Υ.1 να ενεργεί ως υπεργολάβος του πρώτου. Κατά την αντεξέτασή του, και σε απάντηση σχετικών υποβολών που του τέθηκαν από το συνήγορο της Εναγομένης, επέμεινε στη θέση ότι τα επίδικα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν για εργασίες της Εναγόμενης σε έργα της Α.ΤΗ.Κ., και ότι, για την αγορά τους από την Ενάγουσα, οδηγίες έλαβε από συγκεκριμένο πρόσωπο (XXXXX), το οποίο ενεργούσε ως Μηχανικός (εννοώντας, προφανώς, Πολιτικός Μηχανικός) του Μ.Υ.
- Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέτασή του Μ.Ε.2 του υποβλήθηκαν οι πιο κάτω, συγκρουόμενες, ομολογουμένως, μεταξύ τους, θέσεις. · Τα επίδικα προϊόντα αγοράστηκαν από τον ίδιο και χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν και τους συναδέλφους του σε εργασίες που ανέλαβαν οι ίδιοι να εκτελέσουν και «φόρτωσαν» την ευθύνη στη Εναγόμενη δίδοντας το όνομά της για να αναγραφεί επί των τιμολογίων. · Το όνομα που παρουσιάζεται επί των τιμολογίων ως αγοραστής είναι διαφορετικό από το όνομα της Εναγόμενης, καθότι ελλείπει το «Λτδ». · Τα επίδικα τιμολόγια τα οποία υπέγραψε ο μάρτυρας, δεν αφορούν στην Εναγόμενη, αλλά στον Μ.Υ.1 προσωπικά. Σε όλες τις πιο πάνω υποβολές ο μάρτυρας επανέλαβε ισχυρισμούς που προώθησε προηγουμένως, μεταξύ των οποίων και ότι, στην Ενάγουσα, για αγορά των επιδίκων προϊόντων, τον έστειλε ο Πολιτικός Μηχανικός του Μ.Υ.
- Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 παρουσίασε την Εναγόμενη εταιρεία ως εταιρεία δικών του συμφερόντων. Ισχυρίστηκε ότι στο παρελθόν, σε χρόνο πριν τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή, ο ίδιος προσωπικά και όχι η Εναγόμενη αγόρασε διάφορα προϊόντα από την Ενάγουσα, το κόστος των οποίων και πλήρωσε. Ερωτηθείς ειδικά αν ποτέ η εναγόμενη αγόρασε προϊόντα από την Ενάγουσα, απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά στον Μ.Ε.2, χαρακτήρισε τούτο ως πρώην υπάλληλο της Εναγόμενης. Όσον δε αφορά το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου του 2011 (ουσιώδης για την παρούσα αγωγή χρόνος) ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη εκτελούσε χωματουργικές εργασίες για σκοπούς της Α.Η.Κ. και όχι της Α.ΤΗ.Κ., ισχυριζόμενος, συναφώς, ότι, η Α.Η.Κ. προμήθευε τους υπεργολάβους με προϊόντα όμοια με τα επίδικα προϊόντα, και τούτο προς υποστήριξη της θέσης του ότι τα επίδικα προϊόντα δεν ήταν αναγκαία για τις τότε εργασίες της Εναγόμενης. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, στην περίπτωση που ήθελε να αγοράσει κάποια εκ των επιδίκων προϊόντων, δεν είχε λόγο να αποταθεί στην Ενάγουσα, μιας και ο «πρώτος» του ανηψιός εργαζόταν σε εταιρεία που πωλούσε τούτα και μπορούσε να εξασφαλίσει χαμηλές τιμές. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, κάποια εκ των επιδίκων προϊόντων δεν σχετίζονται καν με τις εργασίες που εκτελούσε τον ουσιώδη χρόνο για λογαριασμό της Α.Η.Κ. Αναφερόμενος ειδικά στον Μ.Ε.2, ισχυρίστηκε ότι αυτός μαζί με τον XXXXX Χαραλάμπους, τον οποίο επίσης εργοδοτούσε η Εναγόμενη, αλλά και δύο εργάτες από τη Ρουμανία, πριν τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, είχαν εγκαταλείψει την Εναγόμενη εταιρεία και σύναψαν με τον εργολάβο Χατζηκυριάκο συμφωνία ως υπεργολάβοι του για εκτέλεση εργασιών προς όφελος της Α.ΤΗ.Κ., εργασίες για τις οποίες ήταν αναγκαία τα επίδικα προϊόντα. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με το τεκμήριο 2 (κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα), ισχυρίστηκε ότι δεν ξαναείδε τούτο προηγουμένως. Τέλος, επανέλαβε ότι, ούτε ο ίδιος προσωπικά, αλλά ούτε η Εναγόμενη σχετίζεται, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, με τα επίδικα προϊόντα. Κατά την αντεξέτασή του, παραδέχθηκε ότι ο XXXXX, που συνόδευε τον Μ.Ε.2 κατά τις επίδικες συναλλαγές, οδηγούσε όχημα της Εναγόμενης επί του οποίου υπήρχε αναγραμμένο το λογότυπό της. Παραδέχθηκε, ακόμα, ότι, κατά το 2011, εργοδηγός της Εναγόμενης ήταν ο Γιάννης, στον οποίο αναφέρθηκε ο Μ.Ε.2 στη μαρτυρία του, του οποίου το επίθετο αποδέχθηκε ότι ήταν Αθανασίου. Σε ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι στο παρελθόν είχε συναλλαχθεί με την Ενάγουσα, επιβεβαίωσε τούτη, ισχυριζόμενος, ωστόσο, ότι, οι σχετικές οφειλές της προς την Ενάγουσα καταβλήθηκαν τοις μετρητοίς, αλλά και με επιταγές. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη δεν εξόφλησε τα επίδικα προϊόντα, ο Μ.Υ.1 απάντησε «Δεν τα ξόφλησα διότι δεν ήταν δικά μου τούτα ούλλα τα πράματα». Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, μέσω του λογιστή του, θα μπορούσαν να βρεθούν οι επιταγές που εκδόθηκαν για την εξόφληση των προϊόντων που αγόρασε ο ίδιος από την Ενάγουσα, 1 - 1½ χρόνο πριν τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 μου έκανε άριστη εντύπωση μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Οι τοποθετήσεις του ήταν σαφείς, άμεσες και εκεί που χρειαζόταν αρκούντως αιτιολογημένες. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε υπεκφυγές, ούτε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, ενώ από την άλλη παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή και στο μεγαλύτερο μέρος της υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός του ότι ο Μ.Ε.2 και ο XXXXX που τον συνόδευε ήταν υπάλληλοι της Εναγόμενης εταιρείας, έγινε δεκτός και από τον ίδιο τον Μ.Υ.
- Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι και ο Μ.Υ.1 χαρακτήρισε τα πρόσωπα αυτά ως υπαλλήλους της Εναγόμενης και όχι του ιδίου προσωπικά. Επίσης, ο Μ.Υ.1 αποδέχθηκε ότι ο XXXXX διακινείτο με όχημα της Εναγόμενης που έφερε το λογότυπό της. Ακόμα, η θέση του Μ.Ε.1 ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης, υποστηρίζεται και από τη μία εκ των υποβολών που τέθηκαν στον Μ.Ε.2 από τον συνήγορο της τελευταίας που θέλει τούτα (τα τιμολόγια) να εκδίδονται στο όνομα της εναγόμενης κατόπιν υπόδειξης του Μ.Ε.2 προς την Ενάγουσα. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι επί των τιμολογίων, στο όνομα του «αγοραστή» καταγράφεται το όνομα της Εναγόμενης χωρίς την κατάληξη «Λτδ», είμαι της γνώμης ότι ελάχιστης ή και καθόλου σημασία έχει τη στιγμή που ακριβώς πριν την ονομασία «Αλέξης Κουγκούρης Χωματουργικές Εργασίες», υπάρχει η τυποποιημένη καταγραφή «Εταιρία:», εις τρόπον που προσδιορίζεται πλήρως ότι το εκεί αναγραφόμενο, ως αγοραστής, πρόσωπο, είναι εταιρεία. Κατά συνέπεια, το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο γεγονός δεν κρίνεται ικανό να ανατρέψει, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, την κρίση μου ως προς την αξιοπιστία του Μ.Ε.
- Μ.Ε.2 Και ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και αυτού η μαρτυρία, στο βαθμό που αφορά στο βασικό ζητούμενο και δη τον λόγο για τον οποίο αγοράστηκαν τα επίδικα προϊόντα και εκ μέρους ποιου, η μαρτυρία του παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή, αμεσότητα και σαφήνεια. Σε όλες τις περιπτώσεις που βρέθηκε αντιμέτωπος με ερωτήσεις ή υποβολές που έτειναν να αμφισβητήσουν τις σχετικές τοποθετήσεις του, με πειστικότατο τρόπο επαναλάμβανε ότι, για να αποταθεί στην Ενάγουσα και να αγοράσει τα επίδικα προϊόντα, εντολή έλαβε από τον πολιτικό μηχανικό (XXXXX), τον οποίο, και ο Μ.Υ.1, αναγνωρίζει ως πρόσωπο που εργοδοτείτο από την Εναγόμενη. Επίσης, πάντα με πειστικότατο τρόπο, επαναλάμβανε ότι τα επίδικα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν σε εργασίες που εκτελούσε η Εναγόμενη σε έργα της Α.ΤΗ.Κ.. Οι όποιες υποβολές τέθηκαν στον μάρτυρα που τον θέλουν να αγοράζει τα επίδικα προϊόντα για δική του χρήση, παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας, μιας και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξή τους. Οι όποιες δε σχετικές αναφορές του Μ.Υ.1, με τη μαρτυρία του οποίου θα ασχοληθώ κατωτέρω, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, μιας και ουδέποτε τέθηκαν προς τον Μ.Ε.2, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών. Και αναφέρομαι στις θέσεις περί συγκρότησης από τον ίδιο (τον Μ.Ε.2), ομάδας με τον XXXXX και δύο εργάτες από τη Ρουμανία, ως συνεργείο, για παροχή υπηρεσιών υπεργολάβου προς τον εργολάβο Χατζηκυριάκο. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Μ.Ε.2 με τη μαρτυρία του δεν επιβεβαίωσε, με σαφή τρόπο, ότι εργοδότης του ήταν η Εναγόμενη. Σημειώνω, ωστόσο, ότι, ο μάρτυρας, με ξεκάθαρο τρόπο, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Μ.Υ.1 ενεργούσε μέσω εταιρείας ή προσωπικά, μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο να συνέβαινε και το πρώτο. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 θέλει τον Μ.Ε.2 να ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης. Επομένως, στη βάση των ανωτέρω, και με γνώμονα τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 αποδέχομαι τη θέση ότι, ο ίδιος, μαζί με τον XXXXX επισκέφθηκαν το κατάστημα της Ενάγουσας κατόπιν οδηγιών εκπροσώπου της Εναγόμενης και συναλλάχθηκαν με την τελευταία για την αγορά των επιδίκων προϊόντων, τα οποία και παραδόθηκαν σε εργοτάξια στα οποία εκτελούσε εργασίες η Εναγόμενη. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του συγκρούεται με τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης, αλλά και με υποβολές που τέθηκαν στους μάρτυρες της Ενάγουσας από τον συνήγορο της τελευταίας. Επίσης, προώθησε συγκρουόμενους, μεταξύ τους, ισχυρισμούς, και επί των ουσιωδών για την παρούσα αγωγή ζητημάτων η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια. Πιο συγκεκριμένα, για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 σημειώνω τα εξής: Ενώ δικογραφικά η Εναγόμενη παραδέχεται ευθαρσώς (βλ. παράγραφος 3 της Υπεράσπισης) ότι στο παρελθόν συναλλάχθηκε με την Ενάγουσα, ο Μ.Υ.1, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, αρνήθηκε κάτι τέτοιο και ισχυρίστηκε ότι οι όποιες συναλλαγές με την Ενάγουσα αφορούσαν στον ίδιο προσωπικά και όχι την Εναγόμενη. Επίσης, ενώ στην ίδια παράγραφο της Υπεράσπισης (παράγραφος 3) γίνεται αναφορά ότι τα προϊόντα που αγόρασε η Εναγόμενη, στο παρελθόν, από την Ενάγουσα εξοφλήθηκαν τοις μετρητοίς, ο Μ.Υ.1, στη δια ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να ανεύρει, μέσω του λογιστή του, τις επιταγές με τις οποίες εξοφλήθηκαν τα εν λόγω προϊόντα. Ενώ ο Μ.Υ.1, κατηγορηματικά, δήλωνε πλήρη άγνοια για την αγορά των επιδίκων προϊόντων, σε βαθμό που προωθούσε θέση ότι τούτα πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν για εργασίες που εκτέλεσε ο Μ.Ε.2 και η ομάδα του, άσχετες με τον ίδιο και την Εναγόμενη, ο συνήγορος της τελευταίας, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2, υπέβαλε σ΄ αυτόν ότι τα επίδικα τιμολόγια αφορούν στον Μ.Υ.1 και όχι στην εταιρεία του, Εναγόμενη. Επίσης, η θέση του Μ.Υ.1 περί του ότι, κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη εκτελούσε εργασίες προς όφελος της Α.Η.Κ. και όχι της Α.ΤΗ.Κ., προωθήθηκε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο. Θεωρώ, ότι, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής, ο Μ.Υ.1 θα μπορούσε να ανεύρει στοιχεία μέσω της Α.Η.Κ. ή και της Α.ΤΗ.Κ., προς υποστήριξή της (της θέσης), π.χ. τιμολόγια ή αποδείξεις πληρωμών ή έγγραφες προσφορές ή άλλως πως, που να αποδεικνύουν ότι τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη εκτέλεσε έργα μόνο προς όφελος της Α.Η.Κ. και όχι της Α.ΤΗ.Κ. Σημειώνω, συναφώς, ότι, ο ισχυρισμός περί του ότι τα επίδικα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν σε έργα που εκτελούσε η Εναγόμενη σε συγκεκριμένες περιοχές της Επαρχίας Λεμεσού προς όφελος της Α.ΤΗ.Κ., τέθηκε από τον Μ.Ε.1 σε χρόνο πολύ προγενέστερο του χρόνου που κατέθεσε ενόρκως ο Μ.Υ.1 ενώπιον του Δικαστηρίου και δη σε χρόνο που του επέτρεπε, να ανεύρει στοιχεία για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του και όχι να προβάλλει τούτον με τόση γενικότητα και εντελώς αστήρικτα. Στη βάση των ανωτέρω, τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, στο βαθμό που τούτη συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, δεν την αποδέχομαι. Τελικά ευρήματα Με γνώμονα τη πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας και τα όσα, στο αρχικό στάδιο της παρούσας, καταγράφηκαν ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καταλήγω και στα πιο κάτω επιπρόσθετα ευρήματα: Αντισυμβαλλόμενη της Ενάγουσας στις έξι συναλλαγές που οδήγησαν στην έκδοση των έξι επίδικων τιμολογίων ήταν η εναγόμενη εταιρεία, η οποία συμβλήθηκε με την πρώτη, τόσο μέσω του Μ.Ε.2 και του XXXXX (υπάλληλοι-αντιπρόσωποί της), όσο και του Μ.Υ.1, διευθυντή της, μέσω τηλεφώνου, ως ο Μ.Ε.1 περιέγραψε. Έναντι της οφειλής της Εναγόμενης σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Η Εναγόμενη, μέσω του Μ.Υ.1, ήταν συνεχώς ενήμερη για το εκάστοτε υπόλοιπο, καθώς επίσης και για το τελικό οφειλόμενο ποσό, μιας και στον Μ.Υ.1 απεστάλη η τελική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2), και ουδέποτε, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, διαμαρτυρήθηκε ως προς αυτό. Στη βάση δε σχετικού ισχυρισμού του Μ.Ε.1 σε ερώτηση του Δικαστηρίου, αποτελεί περαιτέρω εύρημά μου ότι μία εκ των φορών που απεστάλη στον Μ.Υ.1 το τεκμήριο 2 ήταν στις 27.01.2012 και δη εφτά και πλέον μήνες πριν τη καταχώρηση της αγωγής. Νομική Πτυχή Συνεπεία της βασικής νομικής βάσης της αγωγής, και δη της παράβασης συμφωνίας, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[2]. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά την ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα πρόκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω τελικών μου ευρημάτων και με γνώμονα το νομικό πλαίσιο που διέπει τα επίδικα ζητήματα, είναι εντελώς αβίαστα που καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι η εκδοχή της περί παράβασης, από πλευράς της Εναγόμενης, της μεταξύ τους συμφωνίας, είναι πολύ πιο πιθανή παρά όχι, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης ως η απαίτησή της. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι κατόπιν συμφωνία της με την Εναγόμενη πώλησε στη τελευταία, σε έξι περιπτώσεις, τα προϊόντα της που αναφέρονται επί των τιμολογίων, τεκμήριο 3, και η Εναγόμενη, παρά τις υποσχέσεις της, μέσω του Μ.Υ.1, ότι θα κατέβαλλε το τίμημα πώλησής τους, μέχρι σήμερα δεν το έπραξε. Επίσης ότι η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού για τις δοσοληψίες αυτές, η οποία απεστάλη επανειλημμένα στο διευθυντή της Εναγόμενης, Μ.Υ.1, χωρίς ο τελευταίος ή άλλο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγομένης να διαμαρτυρηθεί για το περιεχόμενό της και τούτο, πάντα, υπό την κοινή κατανόηση ότι η αποσταλείσα κατάσταση λογαριασμού, ανεξαρτήτως του ονόματος στο οποίο τηρείτο, αφορούσε στις επίδικες δοσοληψίες μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, στη βάση παράβασης συμφωνίας, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για €2.081, πλέον 9% τόκος (ως ο σχετικός, αναγραφόμενος επί εκάστου τιμολογίου, όρος) από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής[3] μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά μια υποβολή του συνηγόρου της Εναγόμενης, ο Μ.Ε.1 ήταν γραμματέας της Ενάγουσας. [2] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. [3] Η τελευταία συναλλαγή έγινε στις 14/4/2011, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 8/10/2012 χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο