← Κύπρος

Ακριτίδης ν. C & P Future Design Ltd, εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία P.L.J. Studio D' Interni, Αρ. Αγωγής: 8239/11, 31/10/2019

Ακριτίδης ν. C & P Future Design Ltd, εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία P.L.J. Studio D' Interni, Αρ. Αγωγής: 8239/11, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A739 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8239/11 Μεταξύ: Ακριτίδης XXXXX Ενάγοντας και C & P Future Design Ltd, εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία P.L.J. Studio D' Interni Εναγόμενη Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κα Χριστοφόρου για κ. Δημήτρη Παυλίδη Για Εναγόμενη: Κος Χατζηδημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, στη βάση δηλώσεων που έγιναν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Ενάγοντας επιζητεί, πλέον, την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας (στο εξής "Εναγόμενη"), μόνο για γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμό, που, ως ισχυρίζεται, υπέστη στη Νιγηρία επί του δείκτη του δεξιού του χεριού καθ' ον χρόνο ασκούσε τα καθήκοντα του ως εργοδοτούμενος της. Πιο συγκεκριμένα, στη βάση δήλωσης της συνηγόρου του Ενάγοντα, ο τελευταίος εγκατέλειψε κάθε απαίτηση σε σχέση με τον δικογραφημένο τραυματισμό του επί του χιαστού συνδέσμου του δεξιού του γόνατος, καθώς επίσης και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετική με ειδικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του στο χέρι. Σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, τούτος, περί τις 16 Σεπτεμβρίου του 2011 αναχώρησε για Νιγηρία ως εργοδοτούμενος της Εναγόμενης για σκοπούς εκτέλεσης εργασίας που ανέλαβε η τελευταία να εκτελέσει στη χώρα αυτή. Κατά την εκεί εκτέλεση των καθηκόντων του, και καθ' ον χρόνο βρισκόταν επί σκάλας και τοποθετούσε εξωτερικά διαχωριστικά, στην προσπάθεια του να τοποθετήσει μέρος του διαχωριστικού αυτού τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να αποκοπεί ο τένοντας του δείκτη του δεξιού του χεριού. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι, ο τραυματισμός του οφείλεται στην αμέλεια εργοδότη που επέδειξε η Εναγόμενη έναντι του. Προς τούτο, υπό στοιχεία (α) μέχρι (π), στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης, παραθέτει λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης. Δεν μου διαφεύγει, στη βάση πάντα του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, ότι οι λεπτομέρειες που δικογραφούνται στη παράγραφο 10 τιτλοφορούνται ως «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ». Μια τέτοια δικογράφηση, ωστόσο, δεν είναι ορθή και δεν επαρκεί για να νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να προωθεί την αγωγή του και επί της νομικής βάσης της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, πόσο μάλλον όταν δεν γίνεται καν αναφορά στο νόμο ή στο κανονισμό που κατά τον ίδιο η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβασή του. Το ζήτημα εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, και στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A577, Πολιτική Έφεση 140/2011, απόφαση ημερομηνίας 22.12.2016, όπου και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Έχοντας παραθέσει τα ανωτέρω, είναι κατ΄ αρχάς οφειλόμενη η παρατήρηση ότι στην έκθεση απαίτησης γίνεται λόγος στην παρ. 6 περί λεπτομερειών αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της εφεσίβλητης εταιρείας. Παρά ταύτα, δεν υπάρχει καμία απολύτως εξειδικευμένη αναφορά σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραβίαση νόμιμου καθήκοντος. Έχει πλειστάκις αναφερθεί στη νομολογία ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από τη θεμελίωση της παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη κ.ά.

(2008)1 Α.Α.Δ. 432, αλλά και πιο πρόσφατα στη Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σια Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα και M.K. Stavrinos Limited v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. αρ. 378/2009 και 386/2009, ημερ. 10.7.2015, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης νομίμων καθηκόντων αποτελεί θεραπεία του κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχίζεται ή να αναμειγνύεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια έστω και αν η ίδια ζημιά είναι δυνατό να προέλθει είτε από συμπεριφορά που συνάδει με συνήθη αμέλεια, είτε με συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νομίμου καθήκοντος. Το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό ή θεωρητικό διότι στην πρακτική του διάσταση, η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγωγίμων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C.155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60. Περαιτέρω, απαιτείται σύμφωνα με τη Δ.19 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παραβίαση νομίμων καθηκόντων, (δέστε και Ελπινίδη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 και Annual Practice 1958, Order 19 Rule 15, στις σελ. 468-169). Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης. Η υπεράσπιση Η Εναγόμενη, με την υπεράσπιση της, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή έχει το αρμόδιο δικαστήριο της Νιγηρίας και όχι το παρόν δικαστήριο συνεπεία του γεγονότος ότι το κατ' ισχυρισμό επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα στη Νιγηρία. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, η Εναγόμενη, μέσω της υπεράσπισης της, αρνείται την όποια σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου με τον Ενάγοντα, τον οποίο και χαρακτηρίζει ως αυτοεργοδοτούμενο, καθώς επίσης και αρνείται ότι ασκούσε οποιοδήποτε έλεγχο στην εργασία τού. Επίσης αρνείται ότι ο Ενάγοντας υπέστη τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του καθ' ον χρόνο εργαζόταν προς όφελος της. Επιπροσθέτως, στην Υπεράσπιση, προβάλλεται και η θέση ότι η εταιρεία που είχε την ευθύνη του εργοταξίου είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Νιγηρία, και ότι ήταν υπό την επίβλεψη της εταιρείας αυτής που εκτέλεσε ο Ενάγοντας εργασίες. Ακόμα, ότι, η ρηθείσα νιγηριανή εταιρεία είχε προμηθεύσει τον Ενάγοντα με ειδική στολή, κράνος, γάντια, μάσκα, γυαλιά, τα οποία θα έπρεπε να φέρει για σκοπούς ασφάλειας, πράμα που ο Ενάγοντας δεν έπραττε, ισχυριζόμενος ότι, με τη χρήση τους, μειωνόταν η εργασιακή του απόδοση και/ή ασφυκτιούσε λόγω καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στη Νιγηρία. Δικαιοδοσία Στη βάση του δεδομένου ότι η Εναγόμενη δεν εγκατέλειψε τη θέση της περί μη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθίσταται επάναγκες όπως το ζήτημα αυτό εξεταστεί πρώτο, μιας και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η θέση αυτή της Εναγόμενης ευσταθεί, κάθε άλλη ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία της αγωγής θα επείχε πλέον εντελώς ακαδημαϊκής σημασίας. Ζήτημα δικαιοδοσίας ενός δικαστηρίου να εκδικάσει μια αγωγή θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και των εκεί αναφερόμενων νομικών βάσεων της αγωγής (βλ. Μουρτζινός ν. Global Cruises SA
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160). Ως ήδη υπεδείχθη ανωτέρω, στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων του Ενάγοντα, η παρούσα αγωγή εδράζεται στη νομική βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας και ειδικότερα της αμέλειας εργοδότη. Αποτελεί κοινό τόπο αμφοτέρων των πλευρών (προκύπτει από τις αγορεύσεις των συνηγόρων τους) ότι, τόσο αναφορικά με τα αστικά αδικήματα, όσο και σε σχέση με την ευθύνη εργοδότη στη βάση των προνοιών του Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1996, Ν.89(Ι)/1996(έστω και αν ο νόμος αυτός δεν συσχετίστηκε με την παρούσα αγωγή, ελλείψει σχετικής δικογράφησης), είναι επιτρεπτό για ημεδαπό δικαστήριο να εκδικάσει και αποφανθεί επί διαφοράς που σχετίζεται με τραυματισμό που επήλθε στην αλλοδαπή, νοουμένου, ωστόσο, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει, επί τούτου, η νομολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τα αστικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και η αμέλεια, επί της οποίας και εδράζεται η παρούσα αγωγή, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 3 του Κεφ. 148, ως τούτο τροποποιήθηκε με τον Ν.129(Ι)/2006, είναι δυνατό να εκδικαστεί η επίδικη διαφορά από το παρόν Δικαστήριο στην περίπτωση που κανόνας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου επιτρέπει τούτο (βλέπε Άρθρο 3
(2)(β)). Αυτό προβάλλει και η συνήγορος του Ενάγοντα εις απάντηση της θέσης της Εναγόμενης περί μη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η οποία, στην αγόρευση της, για να αναχαιτίσει την υπό εξέταση θέση της Εναγόμενης, παραπέμπει στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ 1059, αυθεντία στην οποία γίνεται αναφορά και από τον συνήγορο της Εναγομένης. Στη βάση του δεδομένου αυτού, και συμφωνώντας με αμφότερους τους συνηγόρους ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν από πλευράς του Ενάγοντα για να είναι επιτρεπτό το παρόν Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι αυτές οι οποίες επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Safarino (ανωτέρω), προχωρώ ευθύς αμέσως να παραθέσω αυτούσια τη σχετική τοποθέτηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση: «Προϋπόθεση, όπως διαπιστώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, για την ανάληψη δικαιοδοσίας σε σχέση με αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στο εξωτερικό, αποτελεί η απόδειξη ότι η πράξη που συνθέτει το αγώγιμο δικαίωμα συνιστά αστικό αδίκημα και στη χώρα του εξωτερικού όπου επιδιώκεται η προστασία του. Για την ανάληψη δικαιοδοσίας πρέπει να καταφανεί ότι η αμφισβητούμενη πράξη ή ενέργεια συνιστά αστικό αδίκημα τόσο βάσει του δικαίου της χώρας της αλλοδαπής, όσο και βάσει του ημεδαπού δικαίου [....................................] Επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας για αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σε χώρα της αλλοδαπής, προϋποθέτει ‑ (α) προσδιορισμό της χώρας της αλλοδαπής στην οποία διαπράχθηκε ή επαπειλείται η διάπραξη του αστικού αδικήματος, και (β) την ύπαρξη των προϋποθέσεων για ανάληψη της δικαιοδοσίας, η σημαντικότερη των οποίων είναι ο προσδιορισμός της ζημιογόνου πράξης ως αστικού αδικήματος κατά το δίκαιο της χώρας της αλλοδαπής.» Στη βάση των πιο πάνω προϋποθέσεων, είναι έκδηλα και εντελώς αβίαστα που προκύπτει ότι η θέση της Εναγόμενης περί μη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι ορθή. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι ο Ενάγοντας, ούτε δικογραφικά ισχυρίζεται, αλλά ούτε και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ο τραυματισμός που υπέστηκε οφειλόταν σε πράξη ή παράληψη η οποία αποτελεί αστικό αδίκημα κατά το δίκαιο της Νιγηρίας και δη της χώρας στην οποία, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, τούτος τραυματίστηκε. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου σφραγίζει την τύχη της παρούσας αγωγής που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να την εκδικάσει. Ελλείψει δε μαρτυρίας ως προς τον σχετικό με τα επίδικα ζητήματα νόμο της Νιγηρίας, καθίσταται και αδύνατος ο έλεγχος αναφορικά με το κατά πόσο θα μπορούσε, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Chaplin v. Boys [1969] 2 All E.R. 1085 (στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος του Ενάγοντα) να θεωρηθεί (έναντι του Νιγηριανού νόμου) ως ειδικότερος ο νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά συνέπεια να μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας. Παρά την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την τύχη της παρούσας αγωγής, για να υπάρχει καταγραμμένη και η επί της ουσίας της αγωγής κρίση του παρόντος δικαστηρίου στην περίπτωση που ήθελε εφετειακά κριθεί λανθασμένη ή κρίση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, σημειώνω και τα εξής: Η αγωγή, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, θα απορριπτόταν, μιας και η μαρτυρία του Ενάγοντα[1] κρίνεται εντελώς αναξιόπιστη σε βαθμό που είναι αδύνατο επί αυτής να προκύψουν οποιαδήποτε ευρήματα ως προς τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ο Ενάγοντας προώθησε αντιφατικούς ισχυρισμούς και ουσιώδεις ισχυρισμοί του συγκρούονται και με τα παραδεκτά, ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονότα. Επίσης, καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να προωθήσει μόνο ισχυρισμούς που βοηθούσαν την υπόθεσή του, ανεξαρτήτως του κατά πόσο τούτοι ήταν αληθείς ή όχι. Επέδειξε δε, ξεκάθαρη πρόθεση υπεκφυγής όταν βρισκόταν αντιμέτωπος με ερωτήσεις οι οποίες ήθελαν προηγούμενες τοποθετήσεις του να μην ευσταθούν και/ή να συγκρούονται με τις επόμενες σχετικές τοποθετήσεις του. Προς αιτιολόγηση της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα σημειώνω τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας, ερωτηθείς κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του αναφορικά με το κατά πόσο χειρουργήθηκε για σκοπούς αντιμετώπισης του τραύματος του επί του δείκτη του δεξιού του χεριού απάντησε καταφατικά. Καταφατικά απάντησε και στο ερώτημα αν η ρηθείσα εγχείρηση στοίχισε το ποσό που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 3, το οποίο, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι πρόκειται για εκτίμηση του κόστους ενδεχόμενης εγχείρηση για αντιμετώπιση του ρηθέντος τραύματος η οποία εκτίμηση ετοιμάστηκε από τον Δρ. Αλ. Αλκιβιάδους. Παρά τις σαφέστατες, μόλις πιο πάνω θέσεις του, τόσο περί το ότι εγχειρίστηκε στο δείκτη του δεξιού του χεριού, όσο και περί το ότι το κόστος εγχείρησης ανερχόταν στο ποσό των €2350 (κόστος χειρουργείου €1750, πλέον κόστος κλινικής €600)[2], μετά το πέρας της μαρτυρίας του, και σε χρόνο πριν κλείσει την υπόθεση του, η συνήγορος του προέβη σε παραδεκτά γεγονότα που θέλουν το τραύμα του ενάγοντα να μην αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση και τον ίδιο να μην έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για αντιμετώπιση του. Μέρος δε των παραδεκτών αυτών γεγονότων, είναι και το ότι το τεκμήριο 3 απλά αποτελεί μια εκτίμηση του Δρ. Αλκιβιάδους αναφορικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το επίδικο τραύμα του ενάγοντα και μόνο. Αξίζει, συναφώς, να σημειωθεί ότι, καμία εξήγηση δεν δόθηκε, είτε από τον ενάγοντα, είτε, έστω, από τη συνήγορο του (αν και κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο), αναφορικά με την δια ζώσης τοποθέτηση του πρώτου. Πέραν της πιο πάνω ουσιώδους αντίφασης που παρατηρείται στη μαρτυρία του ενάγοντα, τούτος προώθησε και συγκρουόμενους ισχυρισμούς σε σχέση με την μηνιαία μισθοδοσία του κατά τον επίδικο χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, αποτέλεσε θέση του ενάγοντα, η οποία προωθήθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, ότι το μηνιαίο εισόδημα του ήταν €
  1. Ισχυρίστηκε δε, ότι, η επιταγή, Τεκμήριο 15, αφορούσε στην καταβολή του μισθού του για τον τελευταίο μήνα που αναχώρησε από την Νιγηρία, τον οποίο και καθόρισε ως τον Νοέμβριο του
  2. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, βρισκόμενος αντιμέτωπος με υποβολή που του ζητούσε να επιβεβαιώσει την προηγούμενη τοποθέτησή του ότι ο μηνιαίος μισθός του ήταν €1500, άλλαξε την προηγούμενη, σύμφωνη, σχετική θέση του, και ισχυρίστηκε ότι ο μισθός του, καθ΄ ον χρόνο θα παρείχε τις υπηρεσίες του στη Νιγηρία, είχε συμφωνηθεί με τον διευθυντή της εναγόμενης να είναι μεγαλύτερος των €1500, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίσει το ύψος αυτού. Περιορίστηκε απλά να σημειώσει ότι, στη βάση των ενδεχόμενων υπερωριών, θα μπορούσε να ξεπεράσει και το ποσό των €
  3. Συναφώς με τα πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι στη Νιγηρία εργάστηκε για δύο μήνες και συγκεκριμένα μεταξύ 16/9/11 και 15/11/
  4. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, για την εργασία που εκτέλεσε κατά τους δύο αυτούς μήνες πληρώθηκε από την εναγόμενη μόνο €
  5. Παρά τις πιο πάνω τοποθετήσεις του, βρισκόμενος αντιμέτωπος κατά το στάδιο της αντεξέτασής του με το ερώτημα κατά πόσο θεωρεί ότι η εναγόμενη του οφείλει οποιαδήποτε χρήματα για τον χρόνο που εργάστηκε στη Νιγηρία, απάντησε θετικά, προσδιορίζοντας την σχετική απαίτηση του στα €
  6. Και διερωτάται κανείς! Πως μπορούν οι πιο πάνω τοποθετήσεις του να συμβαδίζουν; Πόσο μάλλον όταν, πάντα στη βάση των όσων ο ίδιος ισχυρίστηκε, κατά το στάδιο των δύο αυτών μηνών εργάστηκε και τα περισσότερα Σάββατα και τούτο, προφανώς, υπό μορφή υπερωρίας; Αν πράγματι ο μηνιαίος μισθός του για την εργασία του στην Νιγηρία υπερέβαινε τα €2000, πως γίνεται να θεωρεί ότι η εναγόμενη του οφείλει μόνο €400 ενώ, ως ισχυρίστηκε, του κατέβαλε για τους δύο αυτούς μήνες μόνο €2500; Επί ενός άλλου θέματος, και συγκεκριμένα της απόδειξης πληρωμής, Τεκμήριο16, όταν αρχικά του υπεδείχθη τούτη από τον συνήγορο της εναγόμενης, αναγνώρισε τούτη και ισχυρίστηκε ότι του ζητήθηκε από τον διευθυντή της τελευταίας να την υπογράψει και ότι έπραξε τούτο, προωθώντας, ωστόσο, τον ισχυρισμό ότι, επ΄ αυτής δεν είχε καταγραφεί, πριν θέσει την υπογραφή του, η συμπλήρωση που τον θέλει να έχει την ιδιότητα του υπεργολάβου. Στην ακριβώς επόμενη σχετική τοποθέτηση του, άλλαξε άρδην στάση και αμφισβήτησε ότι η υπογραφή που αποδίδεται στον ίδιο επί του τεκμηρίου 16 είναι δική του, προβάλλοντας τη θέση ότι πρόκειται περί πλαστογραφίας. Η τελευταία αυτή τοποθέτηση του, πέραν του ότι συγκρούεται με την ακριβώς προηγούμενη, συγκρούεται και με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 33948/12,Τεκμήριο 17, η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών του, με τον ίδιο ως παραπονούμενο και με κατηγορούμενους την εναγόμενη και τον διευθυντή της. Σύμφωνα με τις εν λόγω λεπτομέρειες, οι εκεί κατηγορούμενοι φέρονται να αλλοιώνουν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 16 μετά που ο ενάγοντας υπέγραψε επ΄ αυτού. Όταν δε βρέθηκε αντιμέτωπος με το περιεχόμενο των λεπτομερειών της 1ης κατηγορίας του μόλις πιο πάνω κατηγορητηρίου (τεκμήριο 17), και αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε πλέον να επιμένει στη θέση του ότι η υπογραφή επί του τεκμηρίου 16 δεν είναι δική του, απέφυγε να τοποθετηθεί στη νέα σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη. Γενικότερα ο ενάγοντας δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και όπως σημείωσα και ανωτέρω, ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να προωθήσει ισχυρισμούς που θεωρούσε ότι βόλευαν την υπόθεση του ανεξάρτητα αν τούτοι ήταν ή όχι αληθείς. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που κατέληγα ότι το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποφανθεί επί της διαφοράς των μερών, η μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της, και δη αυτή του ενάγοντα, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά έκδηλη και την ανυπαρξία ανάγκης να αξιολογηθεί η λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία μιας και μέσω της δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ευρημάτων που θα οδηγούσαν σε επιτυχία της παρούσας αγωγής (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α. Ποινικές Εφέσεις 163/17, 164/17 και 165/17, απόφαση ημερομηνίας 7/10/2019). Στη βάση των ανωτέρω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η μόνη που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της αγωγής (ο ΜΕ2, ο μόνος άλλος μάρτυρας που κάλεσε ο Ενάγοντας, δήλωσε πλήρη άγνοια ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες τραυματίστηκε ο Ενάγοντας). [2] Επί της εκτίμησης του Δρ. Αλκιβιάδους, τεκμ.3, αναγράφεται, υπό μορφή και πάλι εκτίμησης, και το ποσό των €2000, ως εκτιμημένο κόστος για μελλοντικές φυσιοθεραπείες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.