ChouchaniK κ.α. ν. Kυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 7448/2011, 13/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A741 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7448/2011 Μεταξύ:- XXXXX ChouchaniK, Ενάγουσας -και- Kυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Εναγομένου ...................................... Αρ. Αγωγής: 8115/2011 Μεταξύ:- XXXXX XXXXX Bakakian, Ενάγοντα -και- Kυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Εναγομένου ...................................... Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Κυριάκου Για τους Εναγομένους 1 και 2: κα Παπαστεφάνου ........................................ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 9/11/11 καταχωρήθηκαν οι υπό τους ως άνω τίτλους και αριθμούς, δύο, αγωγές. Πρόκειται για αγωγές που προωθούνται (η μια από την οδηγό και η άλλη από τον ιδιοκτήτη του οχήματος που οδηγούσε η πρώτη), σε σχέση με σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία δυστυχήματος. Και οι δύο αγωγές στρέφονται εναντίον του ίδιου εναγόμενου. Κατόπιν σχετικού Αιτήματος του Ενάγοντα, ημερομηνίας 15/12/15, στις 25/2/16 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο συνενώθηκαν οι δύο αγωγές, με οδηγό την αγωγή 7448/
- Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων ζητημάτων, σημειώνεται ότι με την αγωγή 8115/11 ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX75, απαιτεί από τον εναγόμενο το ποσό των €6.800 ως ειδικές αποζημιώσεις, όλες αφορώσες το ύψος της ζημιάς που υπέστη το όχημά του συνεπεία ατυχήματος που επεσυνέβη στις 04/12/09 και για το οποίο θεωρεί ότι αποκλειστική ευθύνη φέρει ο οδηγός του έτερου ενεχόμενου οχήματος, ο οποίος τότε υπηρετούσε στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς (XXXXX Γκότσης - στο εξής «ο Γκότσης»), εξ ου και εναγάγει τον εναγόμενο, προφανώς ως υπεύθυνο για τις πράξεις των υπαλλήλων του κράτους. Με την αγωγή 7448/11, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου, για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με πραγματική οικονομική ζημιά και σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη η ίδια συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Πρόκειται για την οδηγό του οχήματος ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή 7448/
- Και στις δύο αγωγές καταχωρήθηκε Υπεράσπιση εκ μέρους του εναγόμενου, ενώ στην αγωγή 7448/11, ο εναγόμενος προωθεί και ανταπαίτηση, μέσω της οποίας επιζητεί αποζημιώσεις για το ποσό των 5.160,02 ως το κόστος για την επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα της Εθνικής Φρουράς XXXXX43 που οδηγούσε ο Γκότσης. Περιορισμός επιδίκων ζητημάτων Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των διάδικων, διά παραδεκτών γεγονότων, περιόρισαν τα επίδικα ζητήματα, ως ακολούθως: Επί πλήρους ευθύνης του εναγομένου, οι ειδικές ζημιές για τις οποίες δικαιούται σε αποζημίωση ο ενάγοντας στην αγωγή 8115/11 ανέρχονται στο ποσό των €5.
- Η δε ενάγουσα στην αγωγή 7448/2011, επίσης επί πλήρους ευθύνης του εναγομένου, δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις ύψους €625 και σε γενικές αποζημιώσεις, σε σχέση με τον επίδικο τραυματισμό της, ύψους €3.
- Όσον δε αφορά στην ανταπαίτηση του εναγομένου στην αγωγή 7448/2011, πάντα στη βάση των σχετικών ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτών γεγονότων, ο εναγόμενος, επί πλήρους ευθύνης της ενάγουσας, δικαιούται για κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης του στρατιωτικού οχήματος σε αποζημιώσεις ύψους €5.160,
- Συνεπεία των πιο πάνω παραδεχτών γεγονότων, το μόνο εναπομείναν επίδικο ζήτημα, αφορά στην αγωγή 7448/2011 και είναι αυτό της ευθύνης ως προς το ατύχημα, ζήτημα το οποίο θα προσδιορίσει και την τύχη της ανταπαίτησης του εναγομένου στη ρηθείσα αγωγή. Συνεπεία μη απαίτησης, υπό μορφή ανταπαίτησης του εναγομένου, για συνεισφορά της ενάγουσας στην αγωγή 7448/2011 για κάλυψη της ζημιάς του ενάγοντα στην αγωγή 8115/2011, τέτοιο ζήτημα δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Ακροαματική διαδικασία Από πλευράς των Εναγόντων, κατέθεσαν ενόρκως δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον Αστ. XXXXX Χρ. Πέτρου (ΜΕ1) και την ενάγουσα στην αγωγή 7448/2011 (στο εξής «η Ενάγουσα»). Από πλευράς του Εναγομένου, κατέθεσε ενόρκως ο Γκότσης (ΜΥ1). Εκδοχές των μερών Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των δύο πλευρών. Εκδοχή εναγόντων Κατά τους Ενάγοντες, στη βάση της μαρτυρίας της ενάγουσας,[1] στις 4/12/2009 και περί ώρα 11:15 π.μ. η ενάγουσα οδηγούσε το όχημα του ενάγοντα στην αγωγής 8115/2011 (στο εξής «ο ενάγοντας») στη λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λακατάμεια. Στον ίδιο δρόμο, πλην όμως με αντίθετη κατεύθυνση, κινείτο το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ
- Φθάνοντας η ενάγουσα στη συμβολή της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Ευζώνων, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, εισήλθε στη διασταύρωση καθ΄ ον χρόνο το φως στην πορεία της ήταν πράσινο και σταμάτησε εντός της συμβολής αναμένοντας έως ότου αραιώσει και ή ακινητοποιηθεί η εξ αντιθέτου τροχαία κίνηση ώστε να κατευθυνθεί δεξιά και να εισέλθει στην οδό Ευζώνων. Αν και δικογραφικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η μετέπειτα οδήγηση του οχήματος από την ενάγουσα προς τα δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ευζώνων έλαβε χώρα καθ΄ ον χρόνο το φως στην πορεία της είχε ήδη μετατραπεί σε κόκκινο, κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, και ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, η ενάγουσα αποδέχτηκε θέση της συνηγόρου του εναγομένου ότι η ενέργεια της αυτή έλαβε χώρα όταν τα φως στην πορεία της, από πράσινο μετατράπηκε σε πορτοκαλί. Προτού εκκινήσει για να κατευθυνθεί δεξιά, παρατήρησε ότι εξ αντιθέτου κινούμενο όχημα, το οποίο κινείτο στη μία εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας σταμάτησε στη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας του, καθώς επίσης και το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1 να κινείται, λίγα μέτρα πιο πίσω, στην έτερη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης διεύθυνσης με χαμηλή ταχύτητα. Υποθέτοντας η ενάγουσα ότι και ο ΜΥ1 θα ακινητοποιούσε το όχημά του στο αλτ της πορείας του, ως έπραξε και το εξ αριστερών του κινούμενο όχημα, εκκίνησε από το σημείο που βρισκόταν σε αναμονή στο μέσο της συμβολής και κινήθηκε δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ευζώνων. Την ίδια στιγμή, αντί ο ΜΥ1 να ελαττώσει περαιτέρω ταχύτητα και να ακινητοποιήσει το στρατιωτικό όχημά στο αλτ της πορείας του, ανέπτυξε ταχύτητα και εισήλθε στη συμβολή, με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε να συγκρουστεί στην αριστερή μπροστινή γωνία (στο σημείο του μπροστινού τροχού) του οχήματος του ενάγοντα που οδηγούσε η ενάγουσα και να προκαλέσει σ΄ αυτό ζημιές, αλλά και στην ίδια την ενάγουσα τραυματισμό. Η εκδοχή του εναγομένου Κατά τον εναγόμενο, στη βάση πάντα της μαρτυρίας του ΜΥ1, αν και η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων κατά τον χρόνο σύγκρουσης, οι ζημιές τους και το σημείο σύγκρουσης, είναι ως η εκδοχή των εναγόντων, εντούτοις, ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες κινήθηκαν τα ενεχόμενα οχήματα, ακριβώς πριν τη σύγκρουση, είναι εντελώς διαφορετικός απ' ό,τι αυτοί ισχυρίζονται. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον εναγόμενο, το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1 κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα πάντα με την πορεία του, με κατεύθυνση από Λακατάμεια προς Λευκωσία, και σε χρόνο που το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Ο ΜΥ1 κινούνταν με ταχύτητα περί τα 40 χ.α.ω. και χωρίς να την ελαττώσει εισήλθε στη συμβολή της ρηθείσας λεωφόρου με την οδό Ευζώνων με σκοπό να περάσει απέναντι προς Λευκωσία. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα του ενάγοντα (οδηγούμενο από την ενάγουσα) να του ανακόπτει την ελεύθερη και νόμιμη πορεία του προς τα εμπρός σε χρόνο που το φως στην πορεία του ήταν, ακόμα, πράσινο. Η απόσταση των οχημάτων ήταν πολύ κοντινή με αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατή η αποφυγή της σύγκρουσης, παρά τη χρήση των φρένων και ελιγμού προς τα αριστερά.. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, μεταξύ άλλων, προκλήθηκαν και υλικές ζημιές στο όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ
- Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Έχοντας ήδη σημειώσει ανωτέρω τις εκδοχές των δύο πλευρών, κρίνω, επίσης, ορθό, στο σημείο αυτό, να παραθέσω διάφορα γεγονότα επί των οποίων οι δύο πλευρές συμφωνούν και/ή έθεσαν σύμφωνες θέσεις και/ή εν πάση περιπτώσει, προωθήθηκε, ως προς αυτά, αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία[2]. Τούτα (τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα) έχουν ως ακολούθως: H σύγκρουση των οχημάτων επήλθε εντός της συμβολής σε απόσταση 13 μέτρα μετά τη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας ΜΥ1 και 18,40 μέτρα (σε ευθεία γραμμή) μετά τη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας της ενάγουσας. Το δε σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε χώρο της συμβολής από τον οποίο λογικά θα διερχόταν το στρατιωτικό όχημα αν συνέχιζε την προς τα εμπρός πορεία του με σκοπό να κατευθυνθεί προς Λευκωσία. Συνεπεία της σύγκρουσης, το όχημα του Ενάγοντα υπέστη ζημιές στην αριστερή μπροστινή γωνία του με επίκεντρο το σημείο του αριστερού μπροστινού τροχού του και κατέληξε σε τελική θέση με κλίση βορειοδυτική, με το βορειότερο σημείο του να βρίσκεται περίπου 9 μέτρα απόσταση από το σημείο σύγκρουσης. Το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1, μετά τη σύγκρουση, κατέληξε σε τελική θέση με κλίση, επίσης βορειοδυτική, με το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται στο κέντρο και δεξιά κάτω από το όχημα. Το ατύχημα έγινε εν ώρα ημέρας, και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος στεγνή και το οδόστρωμα στη συμβολή επίπεδο. Αμφότεροι οι οδηγοί είχαν πολύ καλή ορατότητα η οποία ήταν πέραν των 50 μέτρων μιας και εξέλειπε οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο για περιορισμό της. Κατά την άφιξη του ΜΕ1 στη σκηνή τα φώτα τροχαίας που έλεγχαν τη συμβολή λειτουργούσαν κανονικά. Ο ΜΕ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (τεκμήριο 5), το οποίο υπεδείχθη στους ενεχόμενους οδηγούς, με το περιεχόμενο του οποίου συμφώνησαν και οι δύο. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής μετατράπηκε, από τον ΜΕ1, σε συμμετρικό (τεκμήριο 3) με το περιεχόμενο του οποίου συμφώνησαν, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους, οι ενεχόμενοι οδηγοί. Όλες οι αναγραφόμενες επί του τεκμηρίου 3 μετρήσεις/αποστάσεις αφορούν σε μέτρα. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1 εντοπίζονται στον μπροστινό προφυλακτήρα, τη γρίλια και το δεξιό μπροστινό φανάρι. Τα φώτα τροχαίας που έλεγχαν τη συμβολή δεν είχαν βέλος προτεραιότητας για οποιοδήποτε οδηγό προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και περιορίζονταν σε φώτα τροχαίας με τρεις στρογγυλές ενδείξεις σε κάθετη διάταξη, και δη κόκκινο, πορτοκαλί και πράσινο. Νομική Πτυχή Οδική αμέλεια Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή, και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγούσε αμελώς, είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή παραλήψεις του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή παραλήψεις του πρώτου, θα πρέπει, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, να εξεταστεί το κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 1(Α) Α.Α.Δ. 218, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίννη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383, Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004). Αναφορικά με τις υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας παρατηρούνται τα εξής: Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Θεοδώρα Κορέλλη κ.ά. v. Κωνσταντίνου Λουκά
(1999)1Γ ΑΑΔ 1755, η κατανομή ευθύνης σε περιπτώσεις όπου οχήματα οδηγούνται από αντίθετη κατεύθυνση και ένας στρίβει δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του από την αντίθετη κατεύθυνση ερχομένου οχήματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλέπε επίσης Alexandrou v. Gamble
(1974)1 CLR 5, Avgousti v. Hadjichristodoulou
(1975)1 CLR 35, Diet v. Loizides
(1978)1 CLR 233, Panayiotou v. Christofi and another
(1983)1 CLR 143, Kasinou v. Efstathiou
(1984)1 CLR 77, Avraam v. Andreou and another
(1988)1 CLR 39, Ιωάννη ν. Χ''Αναστάση
(1991)1 ΑΑΔ 345, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη
(1994)1 ΑΑΔ 494 και Χήρα v. Παπαϊωάννου
(1995)1 ΑΑΔ 665). Στην εν λόγω υπόθεση (Κορέλλη), ενώ η εφεσείουσα, που ήταν μαθητευόμενη οδηγός, οδηγούσε το όχημα του πατέρα της τύπου πικ-απ με συνοδηγό τον ίδιο, κατά μήκος της κύριας οδού Λάρνακας-Δεκέλιας, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με πρόθεση να στρίψει από τα φώτα τροχαίας δεξιά προς τον παρακαμπτήριο που οδηγεί στον κύριο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας. Τη στιγμή που τα δύο οχήματα εισέρχονταν στη συμβολή, το φως στη πορεία τους ήταν πράσινο. Η σύγκρουση έγινε σε ένα σημείο που απείχε 22.40 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ του εφεσίβλητου και 20.90 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ της εφεσείουσας. Πριν από τη σύγκρουση το όχημα της εφεσίβλητης είχε αφήσει ίχνη φρένων 3.40 μέτρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιμέρισε την ευθύνη κατά 60% σε βάρος του εφεσίβλητου και κατά 40% σε βάρος της εφεσείουσας. Με την έφεση της η εφεσείουσα επιζητούσε την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης ισχυριζόμενη ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη για το ατύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατανομή της ευθύνης στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εύλογη αφού η εφεσείουσα εισήλθε στη διασταύρωση με ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να αντιμετωπίσει ορατούς κινδύνους, όπως η διακίνηση του αυτοκινήτου του εφεσίβλητου στη διασταύρωση. Πιο συγκεκριμένα, αποφασίστηκε ότι «Παρά τη δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου, η εναγόμενη 1 σε καμία ενέργεια προέβηκε είτε ελαττώνοντας ταχύτητα, ή προειδοποιώντας τον Ενάγοντα με τη σειρήνα της ή τα φώτα της και αυτό συνιστά αμέλεια. Όπως επίσης συνιστά αμέλεια η μη ψύχραιμη αντιμετώπιση του πραγματικού πλέον κινδύνου που δημιουργήθηκε με το να προβεί σε αποτρεπτική ενέργεια με το τιμόνι, αντί να το αφήσει.» Στην υπόθεση Αναστασία Ορφανίδου v. Γεωργίου Περνάρου
(1994)1 ΑΑΔ 253, τα αυτοκίνητα των διαδίκων συγκρούστηκαν στην ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας διασταύρωση μεταξύ των οδών Ν. Παττίχη και Λεωφ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να υποστεί σοβαρά τραύματα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων, βρήκε ότι η εφεσείουσα είχε μπει στη διασταύρωση ενώ το φως από την πλευρά της ήταν κόκκινο και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου και ότι για το λόγο αυτό έφερε αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, κατάληξη η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ελένη Χήρα ν. Γεράσιμου Παπαϊωάννου (ανωτέρω), η εφεσείουσα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη λεωφόρο Σαλαμίνος με πρόθεση να στρίψει δεξιά, στη γέφυρα Κάνιγγος. Στη διασταύρωση, η οποία ελεγχόταν με φώτα τροχαίας, πήρε τη δεξιά λωρίδα για να προχωρήσει να στρίψει δεξιά. Ο εφεσίβλητος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του από την αντίθετη κατεύθυνση, με σκοπό να προχωρήσει ευθεία προς τη λεωφόρο Σαλαμίνος. Τα φώτα ήσαν πράσινα και για τους δύο. Η εφεσείουσα δέχθηκε πως έκαμε ελαφρά στροφή του αυτοκινήτου της προς τα δεξιά, όπου είχε σκοπό να πάει, οπόταν ο εφεσίβλητος ήρθε από απέναντι και κτύπησε πάνω στο δεξιό άκρο του αυτοκινήτου της. Στο σχεδιάγραμμα που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο εξεταστής της υπόθεσης, το αυτοκίνητο της εφεσείουσας τοποθετήθηκε με κλίση προς τα δεξιά 1-2 π. πίσω από τη νοητή γραμμή που ενώνει το άνοιγμα της λεωφόρου Στασίνου. Ο εφεσίβλητος, που προχωρούσε ίσια αντιμετώπισε το στρίψιμο της εφεσείουσας προς την πορεία του προσπαθώντας να οδηγήσει και ο ίδιος την μοτοσικλέτα του δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αντικείμενο της έφεσης ήταν, μεταξύ άλλων, ο καταμερισμός της ευθύνης για το δυστύχημα σε 70% στην οδηγό του αυτοκινήτου και 30% στον μοτοσικλετιστή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πιο πάνω κατάληξη, απέδωσε 100% ευθύνη στην εφεσείουσα οδηγό του αυτοκινήτου υποδεικνύοντας ότι υπό τις περιστάσεις η εφεσείουσα η οποία άρχισε να στρίβει προς τα δεξιά προτού προχωρήσει στο κέντρο της διασταύρωσης, απέκοψε το δρόμο του εφεσίβλητου ο οποίος δεν είχε το χρόνο αλλά ούτε την ευκαιρία να κάνει οτιδήποτε άλλο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (16η έκδοση, Sweet & Maxwell), αναφέρεται, στη σελίδα 522, ότι, γενικά ένας οδηγός οχήματος δεν έχει οποιοδήποτε καθήκον σε τροχαία κίνηση που εισέρχεται σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας κατά παράβαση των φώτων. Αν όμως διαπιστώσει οχήματα να περνούν ενάντια στα φώτα τροχαίας πρέπει να λάβει τη δέουσα και εύλογη προσοχή να αποφύγει τη σύγκρουση. Περαιτέρω, υποδεικνύεται ότι οι οδηγοί που δεν είναι σε δρόμο προτεραιότητας έχουν υποχρέωση να παρακολουθούν την τροχαία κίνηση προτού μπουν στη διασταύρωση και να δίνουν προτεραιότητα στα οχήματα που διέρχονται τον κύριο δρόμο[3]. Συντρέχουσα Αμέλεια Για να είναι δε δυνατό να αποδοθεί έστω και μερική (συντρέχουσα) ευθύνη στον οδηγό του οχήματος που έχει προτεραιότητας διέλευσης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, υπό τις περιστάσεις, το έτερο όχημα, αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο, τον οποίο αντιλήφθηκε ή στον οποίο ο μέσος συνετός οδηγός θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του, και ότι, ενώ είχε ή θα είχε (στη περίπτωση που έστρεφε τη προσοχή του προς το κίνδυνο) την δυνατότητα να λάβει αποτρεπτικά, μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, μέτρα ώστε να αυτοπροστατευτεί, απέτυχε να τα λάβει. Επ' ουδενί, όμως, δεν μπορεί το καθήκον επιμέλειας του οδηγού του οχήματος που έχει προτεραιότητα διέλευσης, να επεκταθεί έναντι του κάθε (μη ήδη υπαρκτού), δυνητικού κινδύνου, όταν ο κίνδυνος αυτός μπορεί να προκύψει μόνο συνεπεία αμέλειας του έτερου οδηγού. Ως έχει αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 642. Η ευθύνη που αναζητείται ώστε να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αποτυχία λήψης μέτρων αυτοπροστασίας εκεί που τούτα, υπό τις περιστάσεις που προκαλείται η ζημιά στο διάδικο, αποτελούν εύλογα και δυνατά μέτρα που αναμενόμενο ήταν να ληφθούν από το μέσο συνετό οδηγό που θα βρισκόταν στη θέση του. Το δε βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλεια, το φέρει ο διάδικος που την αιτιάται (βλέπε, Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ, v. Mohammad Al Sharif,
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. 189/11, ημερ. 15/5/17 και Ελένη Κατσουνάρη, ν Κυπριακή Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2018:A93, Πολ. Εφ. 57/2012, ημερ. 27/2/2018). Αξιολόγηση μαρτυρίας Αντιμετώπιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Κρίνεται, επίσης, αναγκαίο να σημειωθεί ότι, ένας εμπειρογνώμονας δύναται να παραπέμψει στο περιεχόμενο βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων, η αξία του οποίου (περιεχομένου) θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρεται συναφώς ότι, η βιβλιογραφία, δεν αποτελεί μαρτυρία per se, αλλά είναι δυνατόν να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ο οποίος παραπέμπει σ' αυτήν και την επεξηγεί (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Concha v. Murieta
(1989)40 Ch. D. 543, Davie v. The Magistrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard and Others v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust
(2005)ScotCs CSIH 10 - 10.1.2005). Αντιμετώπιση λοιπών μαρτύρων Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). ME1 O ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια στο βαθμό που η μνήμη του δεν το πρόδιδε. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της συνηγόρου του εναγομένου, η οποία, στην ουσία, περιορίστηκε στο να θέσει σ΄ αυτόν ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα με μόνο σκοπό, μέσω της μαρτυρίας του, να διαφωτιστεί το Δικαστήριο έτι περισσότερο σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα που περιβάλλουν την αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΕ1 έδιδε σαφείς και άμεσες απαντήσεις και με γλαφυρότητα επεξήγησε το χώρο της σκηνής του δυστυχήματος και το περιεχόμενο του σχετικού συμμετρικού σχεδίου που ετοίμασε, σε βαθμό που το Δικαστήριο κατάφερε, επί της μαρτυρίας του, να σχηματίσει εικόνα του χώρου στον οποίο και επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Στο βαθμό δε που κατέθετε ως εμπειρογνώμονας, και δη ως εξεταστής ατυχημάτων και ως πρόσωπο ικανό να αποτυπώνει επί χάρτου, σε μορφή σχεδίου, τη σκηνή ενός δυστυχήματος, με τη μαρτυρία του έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, στοιχεία και λεπτομέρειες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί, στη βάση τους, αφενός να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών του και αφετέρου να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα ή συμπεράσματα. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της και επ' αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ενάγουσα και ΜΥ1 Η ενάγουσα, σε αντιδιαστολή, ως θα διαφανεί πιο κάτω, με τον ΜΥ1, μου έκανε καλή, γενικά, εντύπωση ως μάρτυρας. Ειδικότερα, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες κινήθηκε δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ευζώνων, θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Από την άλλη, η σχετική εκδοχή του ΜΕ1, στη βάση και κάποιων παρεμφερών, πλην όμως συναφών θέσεων που προώθησε, κρίνεται ως μη πειστική και ως συγκρουόμενη με την κοινή λογική. Θέλω φυσικά να σημειώσω ότι, η γενικότερη εικόνα του ΜΥ1, καθ' ον χρόνο κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν εικόνα ενός προσώπου που έλεγε την αλήθεια, αλλά προσώπου που ήταν έτοιμος να προωθήσει κάθε ισχυρισμό, ανεξαρτήτως αληθείας ή μη τούτου, απλά γιατί με αυτόν (τον ισχυρισμό) θα επωμιζόταν η όλη ευθύνη για το δυστύχημα στην ενάγουσα. Ενδεικτικά της πιο πάνω μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας και του ΜΕ1 είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, παρά τη δικογραφημένη θέση της, θέση που συμβαδίζει και με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση που της λήφθηκε από τον ΜΕ1 κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος (τεκμήρια 1Α (αγγλικό κείμενο) και 1Β (μετάφραση στα Ελληνικά)), που θέλει την ενέργειά της να κινηθεί δεξιά εντός της συμβολής προς οδό Ευζώνων να πραγματοποιείται αφού προηγουμένως το φως στην πορεία της μεταβλήθηκε σε κόκκινο, κατά την αντεξέτασή της, και τούτο συνεπεία της ειλικρίνειας που τη διακατείχε, αποδέχτηκε ότι η ενέργειά της αυτή έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο το φως στην πορεία της είχε μετατραπεί από πράσινο σε πορτοκαλί. Ήταν δε πειστικότατη όταν σε υποβολή της συνηγόρου του εναγομένου περί του ότι απέκοψε την πορεία του στρατιωτικού οχήματος καθ' ον χρόνο το φως στην πορεία της ήταν πράσινο στρογγυλό, απάντησε ότι, μόνο κάποιος που επιθυμούσε να αυτοκτονήσει θα προέβαινε σε μια τέτοια ενέργεια, έχοντα ήδη, προηγουμένως, αναφέρει ότι πρόσεξε το στρατιωτικό όχημα να κινείται προς τη συμβολή με αντίθετη προς την ίδια κατεύθυνση. Από την άλλη, ο ΜΥ1 στην προσπάθειά του να πείσει ότι ορθώς κινείτο με 40 χ.α.ω. και ότι ήταν αδύνατο υπό τις περιστάσεις, είτε να αναπτύξει ταχύτητα, είτε να ελαττώσει, απότομα, τούτη, ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο υπήρχε πολύ πυκνή τροχαία κίνηση που δεν του επέτρεπε να προβεί σε οποιαδήποτε αυξομείωση ταχύτητας καθότι, είτε θα συγκρουόταν με το όχημα το οποίο ακολουθούσε σε πολύ κοντινή απόσταση (αν ανέπτυσσε ταχύτητα), είτε το όχημα που τον ακολουθούσε σε πολύ κοντινή απόσταση θα συγκρουόταν επί του στρατιωτικού οχήματος (αν ελάττωνε απότομα ταχύτητα). Ερωτηθείς ειδικά ως προς την απόσταση που τον χώριζε από τα φώτα τροχαίας που έλεγχαν την πορεία του όταν έστρεψε, για πρώτη φορά, την προσοχή του προς αυτά, προσδιόρισε τούτη στα 10 με 20 μέτρα. Ερωτηθείς, ακολούθως, ως προς τον αριθμό των οχημάτων που κινούνταν μπροστά του εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας σε σημείο, ωστόσο, πριν τη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας του (σημείο στο οποίο εντοπίζεται και ο πάσσαλος των φώτων τροχαίας στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας κατά τον προηγούμενο προσδιορισμό απόστασης), ισχυρίστηκε ότι τούτα ήταν δύο ή τρία οχήματα, προσθέτοντας ότι, τυχόν αύξηση ταχύτητας από πλευράς του θα είχε ως αποτέλεσμα να συγκρουστεί επί του προπορευόμενου του οχήματος και τούτο εις απάντηση υποβολής ότι πριν εισέλθει στη συμβολή ανέπτυξε ταχύτητα. Σε άλλο όμως σημείο της μαρτυρίας του, ξεχνώντας, προφανώς, τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, τοποθέτησε το αμέσως προπορευόμενό του όχημα σε μια απόσταση 15 μέτρων από τον ίδιο και προσδιόρισε το μήκος των οχημάτων, γενικότερα, περί τα πέντε μέτρα. Θέση, που στη βάση του ισχυρισμού του ότι απείχε από το αλτ της πορείας του περί τα 10 μέτρα, καθιστά τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης προπορευόμενων οχημάτων πριν το αλτ στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ανυπόστατο. Η μαρτυρία του ΜΥ1 συγκρούεται και με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, μιας και ο ισχυρισμός του περί του ότι έθεσε τα φρένα του οχήματος που οδηγούσε σε λειτουργία σε βαθμό που οι τροχοί του οχήματος μπλόκαραν και σύρθηκαν επί της ασφάλτου, σύρσιμο το οποίο, κατά τον μάρτυρα, άφησε ίχνη τροχοπέδηση επί της ασφάλτου, συγκρούεται με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 και 5 (συμμετρικό και πρόχειρο σχέδιο), από τα οποία ελλείπουν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι, ο ΜΕ1 ρωτήθηκε ειδικά (τελευταία ερώτηση της αντεξέτασης του από τη συνήγορο του εναγομένου) ως προς το κατά πόσο οποιοδήποτε από τα ενεχόμενα οχήματα άφησε ίχνη τροχοπέδησης, και η αρνητική απάντησή του δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης, ενώ στην κατάθεσή του στην αστυνομία, αναφερόμενος ειδικά για την ταχύτητα που τηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο προσδιόρισε τούτη γύρω στα 40 χ.α.ω., προσθέτοντας ότι «έτσι χωρίς να ελαττώσω ή να αυξήσω ταχύτητα μπήκα στη συμβολή .», στη δια ζώσης μαρτυρία του, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΥ1ισχυρίστηκε ότι η ταχύτητα του ήταν 20χ.α.ω., 30χ.α.ω., 40χ.α.ω., ή ακόμα και μεγαλύτερη, χωρίς να εξηγήσει γιατί ένιωσε την ανάγκη να διαφοροποιήσει την αρχική απόλυτη θέση του. Αναφορικά με το πότε, για πρώτη φορά, είδε το όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι το είδε όταν τούτο ήδη κινείτο μπροστά του αποκόπτοντας την πορεία του, αναφέροντας σχετικά ότι, δεν το είδε πιο πριν γιατί δεν είχε λόγο να βλέπει παρά μόνο μπροστά του και δη προς την κατεύθυνση που σκοπούσε να κινηθεί. Ωστόσο, με δεδομένη τη μη αμφισβητούμενη θέση του ΜΕ1 περί επαρκούς ορατότητας αμφοτέρων των οδηγών, χωρίς φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, πέραν των 50 μέτρων, ο ισχυρισμός του ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν δυνατό για τον ίδιο να αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος της ενάγουσας προηγουμένως, το οποίο τοποθετείται (από την Ενάγουσα) εντός της συμβολής ακινητοποιημένο σε σημείο που απέχει λιγότερο από δύο μέτρα (προκύπτει από τις μετρήσεις επί του τεκμηρίου 3 σε συνάρτηση με το σχετικό σημείο που υπέδειξε η ενάγουσα) από την νοητή γραμμή που ενώνει τις δυτικότερες άκρες των νησίδων που χωρίζουν τις δύο κατευθύνσεις της λεωφόρου Στροβόλου, κρίνεται μη πειστικός. Η δε θέση του, με την οποία ασχολήθηκα και προηγουμένως, ότι μόλις αντιλήφθηκε την ενάγουσα να του αποκόπτει τον δρόμο έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του τα οποία ενεργοποιήθηκαν μπλοκάροντας τους τροχούς, συγκρούεται και με άλλη δική του θέση, την οποία επίσης ανάφερα ανωτέρω, ότι τυχόν απότομο φρενάρισμά του, καθ' ον χρόνο το φως στη πορεία του ήταν πράσινο, θα είχε ως αποτέλεσμα το όχημα που τον ακολουθούσε να συγκρουστεί μαζί του λόγω πολύ πυκνής τροχαίας κίνησης, κάτι, ωστόσο, που δεν συνέβη. Σε τέτοιο βαθμό ήταν έτοιμος να προωθήσει ισχυρισμούς για να αποφύγει την ευθύνη του, ανεξαρτήτως αληθείας τούτων, που κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που το όχημα που οδηγούσε, στην τελική του θέση, έχει κλίση βορειοδυτική, είναι γιατί, πέραν από τη χρήση των φρένων του, προέβη και σε ελιγμό προς τα αριστερά ο οποίος και είναι η αιτία που παρατηρείται αυτή η κλίση. Τέτοιος όμως ισχυρισμός, παρά τη σημαντικότητά του, δεν προωθήθηκε στην κατάθεση που του λήφθηκε από τον ΜΕ2, ούτε και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, παρά μόνο στο στάδιο της αντεξέτασής του. Είμαι της γνώμης ότι, αν ο ισχυρισμός του περί ελιγμού ήταν αληθής, θα προβαλλόταν εξ αρχής και όχι υπό τις περιστάσεις που προβλήθηκε. Ακόμα, ο κατά τη μια εκδοχή του ισχυρισμός του ότι η τροχαία κίνηση ήταν πολύ πυκνή σε βαθμό που τυχόν ανάπτυξη από πλευράς του ταχύτητας θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το, πολύ κοντά του, προπορευόμενό του όχημα, συγκρούεται και με την κοινή λογική, μιας, και, στην περίπτωση που τούτος (ο ισχυρισμός) ήταν αληθής, η ενάγουσα, στην προσπάθειά της να κινηθεί στην οδό Ευζώνων, θα συγκρουόταν με ένα τέτοιο προπορευόμενο του όχημα. Συγκρούεται, ακόμα και με την έτερη θέση του, που θέλει την απόσταση που τον χώριζε από το όχημα της ενάγουσας, όταν τούτο του ανέκοπτε ήδη την πορεία, να του επιτρέπει να θέσει τα φρένα σε λειτουργία, τούτα να μπλοκάρουν τους τροχούς και να συρθεί το όχημα στην άσφαλτο προτού επέλθει η σύγκρουση των οχημάτων. Τέλος, η θέση του ΜΥ1 που θέλει το ατύχημα να λαμβάνει χώρα καθ' ον χρόνο το φως στην πορεία αμφοτέρων των ενεχόμενων οχημάτων ήταν πράσινο, συγκρούεται και με τη μη αμφισβητούμενη θέση της ενάγουσας (δεν αντεξετάστηκε επί τούτου, ούτε ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε κάτι διαφορετικό), που θέλει το εξ αριστερών του ΜΥ1 κινούμενο όχημα να ακινητοποιείται στη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας του σε χρόνο πριν ο ΜΥ1 προσεγγίσει τούτη. Στη βάση των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ1, στο βαθμό που τούτη συγκρούεται με την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Παρά την κρίση μου ότι η ενάγουσα, γενικότερα, είπε την αλήθεια στο δικαστήριο, εντούτοις, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, συγκεκριμένος ισχυρισμός της δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πρόκειται για τον ισχυρισμό της που θέλει τον ΜΕ1, προ της άφιξής του στη γραμμή στάσης (αλτ) της πορείας του, να ελαττώνει ταχύτητα και να κινείται εις τρόπον που άφηνε να νοηθεί ότι σκοπούσε να ακινητοποιήσει το όχημά του πριν τη συμβολή και ότι ακολούθως ανέπτυξε ταχύτητα για να εισέλθει σε αυτή. Τέτοιος ισχυρισμός απουσιάζει από την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για ουσιαστικό ισχυρισμό, που αν όντως ευσταθούσε, η λογική θέλει τούτος να προβαλλόταν στην πρώτη ευκαιρία που είχε η ενάγουσα να αναφέρει την εκδοχή της ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Τουναντίον, συγκρούεται και με τη σχετική αναφορά της στην κατάθεσή της τεκμήριο 1Α όπου αναφέρει «On the right lane a few metters behind the car that stopped, I saw a military car moving. Because the light was red I assumed that it will stopped. So I start to turning right. When I turned that military car didn't stop to the red light, entered to the juction and hit me on the left-frond site of my car.» [4] Είναι ξεκάθαρο από την αναφορά της αυτή, ότι η υπόθεσή της ενάγουσας ότι το στρατιωτικό όχημα θα σταματούσε στο αλτ της πορείας του, βασίστηκε στο χρώμα του φωτός που έλεγχε την πορεία των ενεχόμενων οχημάτων και όχι στην συμπεριφορά που επεδείκνυε ή την ταχύτητα που διατηρούσε τούτο. Κατά τα λοιπά, και με τη διευκρίνιση της ότι τη στιγμή που επιχειρεί τη δεξιόστροφη κατεύθυνση το φως στη πορεία της είχε ήδη, από πράσινο, μετατραπεί σε πορτοκαλί («κίτρινο» κατά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, στο εξής «ο Κ.Ο.Κ.»), χρόνος, κατά τον οποίο και ο ΜΥ1, αντί να σταματήσει, εισήλθε στη συμβολή, τη μαρτυρία της ενάγουσας την αποδέχομαι. Τελικά ευρήματα Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των αρχικών ευρημάτων μου, προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τις 4/12/2009 και περί ώρα 11:15 π.μ. η ενάγουσα οδήγησε το όχημα του ενάγοντα εντός της συμβολής που συνδέει τη λεωφόρου Στροβόλου με την οδό Ευζώνων και ακινητοποίησε τούτο σε σημείο που δεν εμπόδιζε τη διέλευση των εξ αντιθέτου κινούμενων οχημάτων. Όταν το φως στην πορεία αμφοτέρων των ενεχόμενων οχημάτων, από πράσινο, μετετράπη σε κίτρινο και βλέποντας η ενάγουσα το εξ αριστερών του ΜΥ1 κινούμενο όχημα να ελαττώνει ταχύτητα και να ακινητοποιείται στη γραμμή στάσης της πορείας του (αλτ) και το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1 να κινείται σε κάποια απόσταση από τη ρηθείσα γραμμή στάσης, υποθέτοντας η τελευταία, στη βάση του χρώματος των φώτων τροχαίας (κίτρινο), ότι ο ΜΥ1 θα σταματούσε και αυτός στη γραμμή στάσης της πορείας του, οδήγησε το όχημα του ενάγοντα δεξιόστροφα με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ευζώνων. Την ίδια στιγμή, ο ΜΥ1 συνέχισε την προς εμπρός πορεία του και εισήλθε και αυτός στη συμβολή με αποτέλεσμα τα οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο που υποδεικνύεται επί των τεκμηρίων 3 και 5. Στη βάση δε του δεδομένου ότι η ενάγουσα, αρχικώς, ήταν ακινητοποιημένη, εν αντιθέσει με τον ΜΥ1 ο οποίος κινείτο με ταχύτητα περί τα 40 χ.α.ω. (ο σχετικός ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε), και με δεδομένη την απόσταση που διένυσε ο ΜΥ1 εντός της συμβολής (13μ.) σε αντιδιαστολή με την πολύ μικρότερη απόσταση που διένυσε η ενάγουσα από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένη μέχρι και το σημείο σύγκρουσης (4-5μ.[5]), κρίνω ότι μπορώ λογικά[6] να επιβεβαιώσω τη αποδεχθείσα ήδη θέση της ενάγουσας ότι και ο ΜΥ1 εισήλθε εντός της συμβολής καθ' ον χρόνο το φως στην πορεία του ήταν κίτρινο. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Στη βάση των τελικών μου ευρημάτων, σε συνάρτηση, πάντοτε, με τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι προφανές ότι αμφότεροι οι οδηγοί οδήγησαν τα ενεχόμενα οχήματα αμελώς έναντι του άλλου, με αποτέλεσμα η οδική τους συμπεριφορά να αποτελεί, τη γενεσιουργό αιτία που προκάλεσε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Με δεδομένη την ανταπαίτηση του εναγόμενου στην αγωγή 7448/2011, το μόνο ζήτημα προς εξέταση είναι η αμέλεια του ενός οδηγού έναντι του άλλου και όχι η αναζήτηση ενδεχόμενης συντρέχουσας αμέλειας από πλευράς, αφενός του ΜΥ1 και αφετέρου, στα πλαίσια της ανταπαίτησης, της ενάγουσας. Και τα δύο οχήματα κινήθηκαν εντός συμβολής που ελέγχεται από φώτα τροχαίας με τρόπο που αποτελούσαν κίνδυνο το ένα στο άλλο, καθ' όν χρόνο το φως που έλεγχε τη πορεία τους ήταν κίτρινο. Σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ., ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, όταν το φως στη πορεία ενός οχήματος είναι κίτρινο, «σημαίνει «ΣΤΑΜΑΤΑ» στη γραμμή. Μπορείτε να προχωρήσετε αν το «ΚΙΤΡΙΝΟ» άναψε αφού ήδη έχετε διασταυρώσει τη γραμμή ή είσθε τόσο κοντά σ' αυτή, που αν σταματήσετε, δυνατό να προκαλέσετε δυστύχημα». Με το νέο Κ.Ο.Κ.
(2013), «ΚΙΤΡΙΝΟ» σημαίνει απαγόρευση όπως και η ένδειξη κόκκινου φανού, εκτός αν κατά τη στιγμή της αλλαγής της ένδειξης από πράσινο σε κίτρινο το όχημα βρισκόταν τόσο κοντά στη γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες που καθιστούσε επικίνδυνη τη στάση του οχήματος πριν από τη γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες». Στη βάση του δεδομένου αυτού, και με την ενάγουσα να έχει ήδη εισέλθει στη συμβολή σε χρόνο που το φως στην πορεία της ήταν πράσινο (με επακόλουθη υποχρέωσή της να εγκαταλείψει τούτη πριν καταστεί το όχημα που οδηγούσε εμπόδιο για τη λοιπή τροχαία κίνηση), προτεραιότητα διέλευσης είχε η τελευταία, μιας και ο ΜΥ1 όφειλε να σταματήσει στη γραμμή στάσης της πορείας του. Εν απουσία εκδοχής από πλευράς του εναγόμενου που να θέλει το στρατιωτικό όχημα, είτε να έχει διασταυρώσει ήδη τη γραμμή στάσης όταν άναψε το κίτρινο, είτε να εισέρχεται στη συμβολή σε χρόνο που το φως της πορείας του είναι κίτρινο για αποφυγή πρόκλησης δυστυχήματος (η μόνη σχετική θέση του ΜΥ1 είναι ότι εισήλθε στη συμβολή όταν το φως στη πορεία του ήταν πράσινο και ότι τα οχήματα που τον ακολουθούσαν, αν δεν προκαλούνταν το δυστύχημα, θα εισέρχονταν και αυτά στη συμβολή με πράσινο φως και θα συνέχιζαν κανονικά τη πορεία τους), οι σχετικές εξαιρέσεις του Κ.Ο.Κ. δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για την οδική συμπεριφορά του ΜΥ
- Όπως, όμως και να έχουν τα πράγματα, τα δύο ενεχόμενα οχήματα όφειλαν, υπό τις περιστάσεις, τουλάχιστον, να μην κινηθούν εις τρόπον που θα αποτελούσαν κίνδυνο το ένα έναντι του άλλου. Τουναντίον, με δεδομένη την επαρκέστατη ορατότητα αμφοτέρων των οδηγών, αφενός, η μη αντίληψη, από πλευράς του ΜΥ1, (α) της παρουσίας του οχήματος του ενάγοντα, ακινητοποιημένο, στη συμβολή και, (β) της μετέπειτα εκκίνησής του προς τα δεξιά, και αφετέρου, η ενέργεια της ενάγουσας να εκκινήσει και να κατευθυνθεί προς δεξιά, καθ' ον χρόνο το στρατιωτικό όχημα κινούνταν προς το μέρος της χωρίς να δεικνύει οποιαδήποτε πρόθεση να μην εισέλθει στη συμβολή, ενέργεια που, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, θα ήταν επιτρεπτή (εξαιρέσεις του Κ.Ο.Κ.[7]), αποτελούν οδική συμπεριφορά των ενεχόμενων οδηγών, που υπολείπεται της αναμενόμενης, υπό τις ίδιες περιστάσεις, οδικής συμπεριφοράς ενός μέσου συνετού οδηγού. Στη βάση δε, του δεδομένου ότι η αμελής συμπεριφορά αμφοτέρων των οδηγών επιδείχθηκε καθ' ον χρόνο το φως που έλεγχε την πορεία αμφοτέρων ήταν κίτρινο, και δη απαγορευτικό διέλευσης για τον εναγόμενο, και επιτρεπτό για την ενάγουσα να κινηθεί προς τα δεξιά μόνο στη περίπτωση που δεν θα αποτελέσει κίνδυνο σε τρίτους, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, ο εναγόμενος (ως εκ προστήσεως υπεύθυνος για τις ενέργειες του ΜΥ1) φέρει 60% ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, και η ενάγουσα 40%. Έχοντας κρίνει ως ανωτέρω, και με τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις των διαδίκων συμφωνημένες στη βάση πλήρους ευθύνης του εναγομένου σε αμφότερες τις αγωγές, και της ενάγουσας, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, στην αγωγή 7448/2011, προχωρώ ευθύς αμέσως να αποσυνενώσω τις αγωγές και να εκδώσω, στην κάθε μία απόφαση. Αποσυνένωση αγωγών Κατ' ακολουθία των πιο πάνω καταλήξεων, στο στάδιο αυτό, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. Απόφαση στην αγωγή 8115/2011 Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η ενάγουσα, ο ΜΥ1 και ο εναγόμενος (συνεπεία της εκ του νόμου προνοούμενης εκ προστήσεως ευθύνης του), αποτελούν συναδικοπραγούντες (Joint Tortfeasors) του αστικού αδικήματος της αμέλειας έναντι του ενάγοντα στην αγωγή 8115/2011 και επομένως υπέχουν και οι τρεις, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ευθύνης για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του (βλέπε πολιτική Έφεση127/09, Μάριος Βαττή v Χρυστάλλα Αυξεντίου κ.α, ημερομηνία απόφασης 10.1.14). Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας της παρούσας αγωγής επέλεξε να στρέψει την αγωγή του μόνο εναντίον του εναγόμενου και όχι εναντίον και της ενάγουσας στην αγωγή 7448/2011, δεν αποτελεί εμπόδιο για τον ίδιο για να τύχει πλήρους αποζημίωσης από τον εναγόμενο που επέλεξε να εναγάγει. Επομένως και πάντοτε με γνώμονα τα ευρήματα μου, στη βάση και των παραδεχτών γεγονότων που περιβάλλουν την αγωγή αυτή, ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των €5.000,00, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 8.12.2011 (ημερομηνία καταχώρηση της αγωγής) εναντίον του εναγόμενου. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στη κλίμακα €2.000 - €10.
- Απόφαση στην αγωγή 7448/2011 Ως προς την αγωγή 7448/2011, με γνώμονα τα πιο πάνω ευρήματα και κατάληξη μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €1.950,00 ως γενικές αποζημιώσεις (ύψος γενικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης Εναγόμενων €3.250,00, μείον 40% αμέλειας της ενάγουσας €1.300,00). Επιπρόσθετα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €375,00 (ποσό ειδικών ζημιών της ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης εναγομένου €625,00 μείον 40% αμέλειας της ενάγουσας €250,00), ως ειδικές αποζημιώσεις. Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία του ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά πάροδο είκοσι τριών και πλέον μηνών από την πρόκληση του ατυχήματος, ενώ, ευχερώς, η ενάγουσα μπορούσε μετά πάροδο κάποιων ημερών από το ατύχημα να προβεί σε ενέργειές για καταχώρηση της αγωγής, κρίνω ότι, ο νόμιμος τόκος θα πρέπει να επιδικαστεί από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Το ίδιο ισχύει και για το επιδικασθέν ποσό των γενικών αποζημιώσεων, το οποίο θα φέρει, επίσης, νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στη κλίμακα €2.000 - €10.000, στη βάση του αθροίσματος των επιδικασθέντων γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. Ανταπαίτηση στην αγωγή 7448/
- Ως προς την ανταπαίτηση του εναγόμενου, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και κατάληξης μου, τούτη επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, στα πλαίσια της, εκδίδεται απόφαση υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας για το ποσό των €2.064,00 (40% των ειδικών αποζημιώσεων €5.160,02, που δηλώθηκαν ότι δικαιούται ο εναγόμενος επί πλήρους ευθύνης της ενάγουσας), πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 5.7.2012 (ημερομηνία καταχώρησης του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, τα έξοδα της ανταπαίτησης, στην κλίμακα μέχρι €2.000 - €10.000, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε και αναφορά σε αυτή θα γίνει κατά την παράθεση της κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας. [2] Μεγάλο μέρος της αποτελεί η μαρτυρία του ΜΕ
- [3] Στην υπόθεση McIntyre v. Coles
(1996)1 NLR 831, 834, ο Λόρδος Sellers ανάφερε τα ακόλουθα: "It is a well - recognized and conventional practice, rather than a rule ..that the vehicle which has the other on his right hand side is the give-way vehicle. It may not be established as obligatory but it is a very salutary guiding principle." [4] Αυτούσια μεταφορά από την κατάθεση της ενάγουσα που λήφθηκε στη αγγλική. [5] Προκύπτει από τις μετρήσεις του τεκμηρίου 3 σε συνάρτηση με το σημείο ακινητοποίησης του οχήματος που υπέδειξε η ενάγουσα. [6] Αφορά σε κρίση που προκύπτει στη βάση της λογικής για την οποία δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα (βλ. Κορέλλη (ανωτέρω)). [7] Δεν παραγνωρίζω ότι ανωτέρω σημείωσα ότι οι εξαιρέσεις του Κ.Ο.Κ. δεν είναι βοηθητικές για τον εναγόμενο. Τούτο γιατί, ο εναγόμενος δεν τις επικαλείται προς υποστήριξή του, ελλείψει σχετικής εκδοχής. Όσον όμως αφορά στην οδική συμπεριφορά της ενάγουσας, το γεγονός ότι υπό περιστάσεις το κίτρινο επιτρέπει διέλευση, καθίσταται σχετικό για τη εν προκειμένω κρίση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο