Μ. Σ. ν. ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 487/2017, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:32 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Στ. Χριστοδούλου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 487/2017 Μεταξύ: Μ. Σ. Αιτήτρια -και- ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ Καθ' ης η αίτηση ------------- Ημερομηνία: 29η Μαΐου, 2019. Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Π. Αριστοτέλους ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια εργαζόταν στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση ως Σχολική Βοηθός Νηπιαγωγείου μέχρι την 1.9.2016 που αφυπηρέτησε. Είναι η θέση της, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι αποτελούσε ρητό όρο ότι με τη λήξη της απασχόλησης της θα εδικαιούτο να λάβει ως φιλοδώρημα αποχώρησης το 1/24 του τελευταίου μηνιαίου μισθού της για κάθε μήνα της συνολικής απασχόλησης της. Έτσι, με βάση τις τελευταίες μηνιαίες απολαβές της που ανέρχονταν στα €1250,14 ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να λάβει υπό μορφή φιλοδωρήματος και ή χαριστικής πληρωμής αφυπηρέτησης, το ποσό των €19.790-, το οποίο η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να της καταβάλει. Η Καθ' ης αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει την αξίωση της Αιτήτρια και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε δήλωση και/ή συμφωνία γραπτή ή προφορική, ότι αυτή θα λάμβανε οποιοδήποτε επιπλέον ποσό πέραν αυτών που εδικαιούτο. Επίσης, ότι στην Αιτήτρια καταβλήθηκε το ποσό των €6.929,75 ως κατοχύρωση και το ποσό των €14.592,61 ως Ταμείο Προνοίας και ότι δεν νομιμοποιείται στην αξίωση της για φιλοδώρημα αποχώρησης βάσει οποιασδήποτε γραπτής και ή προφορικής συμφωνίας και ή οποιασδήποτε άλλης σύμβασης. Περαιτέρω θέτει ως προδικαστικό ζήτημα την καθ' ύλη αναρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου («Δ.Ε.Δ.») να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε αγορεύσεις και από τις δύο πλευρές. Αγορεύοντας ο κ. Αριστοτέλους, εισηγήθηκε ότι η αξίωση της Αιτήτριας δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. ως προσδιορίζεται στο άρθρο 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/67) και δη ότι δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση που προκύπτει από σύμβαση εργασίας με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του Νόμου (βλ. Toni & Guy Limassol Ltd κ.α. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496). Επίσης ότι δεν εμπίπτει στα πλαίσια του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) ως έχει τροποποιηθεί, καθώς η Αιτήτρια ουδέποτε απολύθηκε για οποιονδήποτε λόγο. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο κ. Νικολάου επικαλούμενος το άρθρο 12
(1)(β) του Νόμου εισηγήθηκε ότι η αξίωση της Αιτήτρια αποτελεί συμπληρωματικό ή παρεμπίπτον θέμα της εργατικής διαφοράς και ότι μέσα σ' αυτά το δικαιοδοτικό πλαίσιο μπορεί το Δικαστήριο να το εξετάσει. Επίσης ότι αποτελεί φιλοδώρημα εντός των πλαισίων του άρθρου 12
(1)(ε) που προσδίδει δικαιοδοσία στο Δ.Ε.Δ. Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, ημερ. 10/10/2014, ECLI:CY:AD:2014:A764, τα οποία παραθέτουμε: «. Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ. 113: «Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given.» Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618 που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δ.Ε.Δ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Στο άρθρο 12 του Νόμου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του που περιορίζεται στην επίλυση εργατικών διαφορών. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., τη διάγνωση και απόφαση, μεταξύ άλλων, των ακολούθων διαφορών ως προσδιορίζονται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Μέσα από την Αγγλική νομολογία προκύπτει ότι η έννοια της εργατικής διαφοράς, όπως την συναντάμε στα πιο πάνω νομοθετήματα, καθορίζεται με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και στο περιεχόμενο της. H εμβέλεια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί, εξετάστηκε στην Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, όπου στην σελ 1387 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το δικαιοδοτικό πεδίο στο οποίο εντάσσεται η κρινόμενη θα είναι πλήρες αν αναφερθούμε και στο άρθρ. 12(ε) του Ν. 8/67 μετά την τροποποίησή του από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο αρ. 79
(1)/96, το οποίο έχει διευρύνει τα δικαιοδοτικά όρια του Δ.Ε.Δ. για να συμπεριλάβει: «(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Όμως πρέπει να λεχθεί ότι η παραπάνω νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στις 18.10.96, ενώ ο τερματισμός της απασχόλησης του εφεσείοντα έγινε προγενέστερα στις 18.5.96. Έτσι ο τροποποιημένος νόμος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σ' αυτή την υπόθεση. Πριν από την τροποποίηση, η υλική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. ήταν περιορισμένη στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Αλλά διαφορές χωρίς το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της εμβέλειας του Δ.Ε.Δ. Όπως το έθεσε ο Κωνσταντινίδης, Δ. στην Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, 1022: «(β) Το κεντρικό χαρακτηριστικό των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων είναι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου, και όχι ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της.» Ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Ν. 79
(1)/96 έχει διευρύνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (Βλ. Elbee Ltd
(1999)1 A.Α.Δ. 149, 154-155). Η έννοια της αυτοτελούς αξίωσης όπως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε και στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd (ανωτέρω), όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Από το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων είναι σαφές, ότι ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και δεν περιλαμβάνει αξίωση που προκύπτει από τον τερματισμό ή τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Επομένως, αξίωση όπως αυτή της Αιτήτριας, που συνδέεται με τη λήξη της σύμβασης εργασίας και όχι με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της ή οφείλονται και είναι πληρωτέα από την εργοδότηση της, δεν εμπίπτει στον όρο της αυτοτελούς αξίωσης ως αυτός συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Νόμου 8/67. Περαιτέρω μια τέτοια αξίωση δεν αποτελεί παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα ως η πρόνοιες του άρθρου 12
(1)(β) του εν λόγω νομοθετήματος, καθώς δεν συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη αξίωση και συνιστά τη μόνη αξίωση της Αιτήτριας. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του τροποποιητικού Νόμου 79(Ι)/96, των αυτοτελών αξιώσεων στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ, επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Διαφορετικά δεν θα τίθετο η ανάγκη προσθήκης της υποπαραγράφου (ε). Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και ότι καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Με βάση το άρθρο 64Α παρ. 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09, «
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. (υπ)..................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Στ. Χριστοδούλου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο