Χιώτη ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αγωγή Αρ. 865/2014, 28/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 865/2014 Μεταξύ: XXXX Χιώτη, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένης ------------------------------------ Ημερ.: 28.1.2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Αβραάμ για Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κ. Χ. Αναστασίου για Μάκης Αναστασίου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά την ακρόαση της αγωγής δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Έγιναν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν από κοινού 21 τεκμήρια. Αυτά συνθέτουν το ιστορικό υπόβαθρο της αγωγής. Δεν είναι όλα ουσιώδη γεγονότα. Την 31.3.2010 ανοίχθηκε στην Εναγόμενη Τράπεζα λογαριασμός στο όνομα του Ενάγοντα, XXXX Χιώτη. Την 21.4.2010 δόθηκε στο λογαριασμό το όνομα «XXXX Χιώτης για XXXX Μόκα», με τον Ενάγοντα να παραμένει ο αποκλειστικός δικαιούχος του λογαριασμού. Η Μόκα αντιμετώπιζε σοβαρή ασθένεια και έπρεπε να μεταβεί άμεσα στην Αμερική για θεραπεία. Έγινε έκκληση στο κοινό από τον Ενάγοντα για οικονομική βοήθεια και οι εισφορές του κοινού στον πιο πάνω λογαριασμό ξεπέρασαν τις €500.
- Προς διευκόλυνση του σκοπού ανοίχθηκαν ακόμα τρεις λογαριασμοί από τους οποίους οι δύο σε δολάρια Αμερικής, όλοι με το ίδιο καθεστώς. Ο Ενάγοντας διατηρούσε και πέντε καθαρά προσωπικούς λογαριασμούς στη Τράπεζα, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο €4.101,
- Κατά την 26.3.2013 οι εννέα λογαριασμοί είχαν καθαρό πιστωτικό υπόλοιπο €512.644,
- Σε «Κατάσταση Λογαριασμών Πελάτη μετά από το Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας για τη Λαϊκή Τράπεζα» που εξέδωσε η τελευταία την 22.5.2013 (Τεκμ.1 μέρος) καταγράφεται ότι το ποσό της απομείωσης ήταν €412.644,46 και το εξασφαλισμένο ποσό €100.
- Σε κατάσταση ιδίας ημερομηνίας τιτλοφορούμενη «Υπόλοιπα Λογαριασμών στις 18.5.2013 για Μεταφορά στην Τράπεζα Κύπρου» καταγράφονται διάφορα υπόλοιπα στους λογαριασμούς που συμποσσούνται σε €95.252,67 (Τεκμ.1 μέρος). Προδήλως είναι τα ποσά που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Δεν εξηγήθηκε γιατί το ποσό είναι μικρότερο των €100.
- Αξιώνεται αναγνωριστική απόφαση ότι η Τράπεζα οφείλει στον Ενάγοντα €532.269,08 και ότι εμποδίζεται να επικαλείται οποιοδήποτε νομικό εμπόδιο ώστε να αρνείται την οφειλή ή να αποφεύγει την πληρωμή του Ενάγοντα. Περαιτέρω, αξιώνεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Τράπεζας για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους, ενώ το ίδιο ποσό διεκδικείται διαζευκτικά ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας από την Τράπεζα και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δεν έγινε οιαδήποτε δήλωση εκ μέρους του Ενάγοντα αλλά, πρόδηλα, μετά την παρουσίαση των παραδεκτών γεγονότων η αξίωση περιορίζεται στο ποσό των €412.644,
- Η αναγνώριση ότι η Τράπεζα οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό της αξίωσης ή το ποσό των €412.644,46 δεν μπορεί να συνιστά αυτοτελή θεραπεία. Γενικά, τυχόν τέτοιας αναγνώρισης θα πρέπει να ακολουθήσει ο επιδικασμός του ποσού υπέρ του δικαιούχου. Και στην περίπτωση που επιδικάζεται κάποιο ποσό ως οφειλή ή αποζημίωση, η αναγνώριση ότι αυτό οφείλεται ή ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημίωση είναι εγγενή στοιχείο του επιδικασμού και δεν χρειάζεται να επιβεβαιώνεται με αναγνωριστική απόφαση. Στη συνέχεια αναφορά στην Εναγόμενη θα γίνεται ως η Λαϊκή Τράπεζα, γιατί έτσι αναφερόταν στις σχετικές Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που την αφορούν αλλά και στη θεμελιακή απόφαση Χριστοδούλου κ.ά ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά,
(2013)3 Α.Α.Δ. 427 στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στη συνέχεια. Η αποτυχία της Τράπεζας να αποπληρώσει τον Ενάγοντα στο στάδιο που αυτή εκδηλώθηκε ήταν το αποτέλεσμα της λήψης και εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης της. Τα μέτρα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας λήφθηκαν με Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, (Ν.17(Ι)/2013). Με την αγωγή δεν εγείρονται ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Νόμου αυτού ή των σχετικών Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων. Σημειώνεται ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 έχει καταργηθεί από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016, (Ν.22(Ι)/2016)(άρθρο 116). Καμιά αναφορά δεν έγινε στο Νόμο αυτό από τους δικηγόρους των μερών. Ενδεχομένως γιατί όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του προηγούμενου Νόμου θεωρούνται ότι λήφθηκαν δυνάμει του τελευταίου Νόμου και θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρις ότου ολοκληρωθούν, ανακληθούν ή ακυρωθούν (άρθρο 115
(1)). O περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, στη συνέχεια ο Νόμος, προνοούσε στο άρθρο 7
(1)πέντε μέτρα εξυγίανσης που μπορούσαν να εφαρμοστούν είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό. Τα μέτρα αυτά (παρ.(α) - (ε) του άρθρου 7
(1)) αναπτύσσονταν στα άρθρα 8 μέχρι 12 που ακολουθούσαν. Αναφορικά με την Λαϊκή Τράπεζα εφαρμόστηκε το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών της, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου. Αυτό έγινε με την Κ.Δ.Π. 104/2013. Αναφορικά με μια άλλη τράπεζα, την Τράπεζα Κύπρου, εφαρμόστηκε το μέτρο εξυγίανσης της διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 7
(1)(ε) και 12 του Νόμου. Αυτό έγινε με την Κ.Δ.Π. 103/2013 (βλ. Χριστοδούλου, 463). Αναφορά στην περίπτωση των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου εξυπηρετεί για σκοπούς αντιπαραβολής με την περίπτωση των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας, όπως ήταν ο Ενάγοντας, και την υπόδειξη ουσιώδους διαφοράς που κρίνει και την έκβαση της αγωγής. Στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου η Αρχή Εξυγίανσης είχε την εξουσία δυνάμει του άρθρου 12, που αφορά στη διάσωση με ίδια μέσα, να απομειώσει ή να μετατρέψει υποχρεώσεις της Τράπεζας σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας της (άρθρο 12
(3)(α)) και να μειώσει ή να μηδενίσει οφειλόμενες υποχρεώσεις της Τράπεζας (άρθρο 12
(3)(β)). Γενικά, κάθε κατάθεση συνιστά υποχρέωση στην τράπεζα για καταβολή του ποσού της κατάθεσης στον δικαιούχο όταν αυτός το ζητήσει. Με την Κ.Δ.Π. 103/2013, η Αρχή Εξυγίανσης μετέτρεψε ποσοστό 37,5% των καταθέσεων κάθε καταθέτη της Τράπεζας Κύπρου πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α (καν.6
(1)(ii)(α)) και μηδένισε και αντικατέστησε το υπόλοιπο 22,5% από τίτλο σύμφωνα με το Παράρτημα Α (καν.6
(1)(ii)(β)) και μηδένισε και αντικατέστησε προσωρινά το εναπομένον 40% από τίτλο σύμφωνα με το Παράρτημα Β. Δεσμεύτηκε δηλαδή ποσοστό 22,5% για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών, και ποσοστό 40% με όρους ως προς επιτόκια, αποπληρωμή σε περίπτωση εκκαθάρισης, προτεραιότητα ως προς άλλες υποχρεώσεις της Τράπεζας και μετατροπή σε κατάθεση (βλ. Χριστοδούλου, 463-4). Ως αποτέλεσμα ο καταθέτης της Τράπεζας Κύπρου του οποίου μέρος των καταθέσεων μετατράπηκε σε μετοχές τάξης Α δεν δικαιούται πλέον το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που έτσι μετατράπηκε και δεν μπορεί με αγωγή να το διεκδικήσει από την Τράπεζα Κύπρου. Καθόσον αφορά τα άλλα δύο ποσοστά υπήρχε πρόνοια στα δύο παραρτήματα ότι ουδεμία απαίτηση θα μπορούσε να υφίσταται κατά της Τράπεζας Κύπρου για αποπληρωμή εκτός στην περίπτωση εκκαθάρισης της. Τα αποτελέσματα της Κ.Δ.Π. 103/2013 προνοούνται στο Νόμο. Τα πιο κάτω εδάφια του άρθρου 12, που όπως αναφέρθηκε αφορά στο μέτρο εξυγίανσης της διάσωσης με ίδια μέσα, είναι σχετικά: «
(6)Όταν η Αρχή Εξυγίανσης μηδενίζει την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο ενός χρέους ή μιας υποχρέωσης, το εν λόγω χρέος ή η υποχρέωση και οι όποιοι μη δεδουλευμένοι, μέχρι τη στιγμή που εφαρμόζεται το μέτρο, τόκοι, ή άλλες συσσωρευμένες οφειλές που προκύπτουν από αυτά, θεωρούνται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμα σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα, που υπόκειται σε εξυγίανση ή κάθε διάδοχο ίδρυμα, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου.» «
(7)Όταν η Αρχή Εξυγίανσης μειώνει εν μέρει, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο ενός χρέους ή μιας υποχρέωσης- (α) το χρέος ή η υποχρέωση εξοφλείται κατ' αναλογία του ποσού της μείωσης και το ποσό της μείωσης δεν είναι αποδείξιμο σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή κάθε διάδοχο ίδρυμα, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, (β) το σχετικό μέσο ή η συμφωνία που δημιούργησε το αρχικό χρέος ή η υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο του χρέους ή της υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αξίας και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να καθορίσει η Αρχή Εξυγίανσης.» «
(15)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(16)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα.» Στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας δεν έγινε διάσωση με ίδια μέσα. Δεν χρησιμοποιήθηκαν δηλαδή οι καταθέσεις ή μέρος των καταθέσεων των καταθετών της για να εξυγιανθεί η Τράπεζα. Με το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρου, που εφαρμόστηκε με την Κ.Δ.Π. 104/2013, μεταβιβάστηκαν στην τελευταία όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας, εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράτημα Ι, ενώ σε σχέση με τις καταθέσεις των καταθετών της μόνο η υποχρέωση αποπληρωμής μέχρι του ποσού των €100.000. Η υποχρέωση αποπληρωμής του υπολοίπου των καταθέσεων, πέραν των €100.000, παρέμεινε στη Λαϊκή Τράπεζα. Η Κ.Δ.Π. 104/2013 προνοούσε ότι: «5.
(1)Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα Ι, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος.
(2)Η Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο μόνο τις ακόλουθες υποχρεώσεις υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος: (α) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την παροχή στη Λαϊκή Τράπεζα έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας. (β) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (εξαιρουμένης οποιασδήποτε κατάθεσης σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100,000) ευρώ. για καταθέσεις στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) το πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 8, είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις.» Και πως: «7.
(1)Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης και εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα και στο Νόμο, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως: (α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου.» Ως αποτέλεσμα ο καταθέτης που είχε κατάθεση στη Λαϊκή Τράπεζα που υπερέβαινε τις €100.000 απέκτησε δικαίωμα να του καταβληθούν €100.000 από την Τράπεζα Κύπρου. Εφόσον ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα του στην Τράπεζα Κύπρου με πιστωτικό υπόλοιπο €100.000 έχει ικανοποιηθεί και δεν διατηρεί περαιτέρω αξίωση έναντι της Τράπεζας Κύπρου. Το δικαίωμα του για πληρωμή από τη Λαϊκή Τράπεζα για το υπόλοιπο ποσό της κατάθεσης του δεν έχει εξαλειφθεί με οιοδήποτε Νόμο ή Κανονισμό. Το Δικαστήριο δεν έχει παραπεμφθεί σε οιαδήποτε πρόνοια του Νόμου, του άρθρου 9 ή γενικά, ή των Κ.Δ.Π. που αφορούν την Λαϊκή Τράπεζα που να εξαλείφει, διαγράφει ή έστω αναστέλλει την υποχρέωση της για αποπληρωμή των πιστωτικών υπολοίπων των καταθετών της πέραν των €100.000. Αντίθετα, στον Καν.11 της Κ.Δ.Π. 104/2013 αναφέρεται ότι οι καταθέσεις που δεν μεταφέρθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου «δεν θεωρούνται ως μη διαθέσιμες καταθέσεις δυνάμει του άρθρου 12
(1)(α) του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 και δεν ενεργοποιούν τη διαδικασία αποζημίωσης καταθετών δυνάμει του εν λόγω Νόμου ή και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών». Είναι δηλαδή, με αναφορά στο Νόμο αυτό, διαθέσιμες. Η πρόνοια λειτουργεί ώστε οι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας να μη δικαιούνται σε εξασφαλισμένο ποσό €100.000 στη βάση των καταθέσεων τους που δεν μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης επικαλούνται ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα και της Λαϊκής Τράπεζας έχουν καταστεί άκυρες εφόσον η εκτέλεση τους είναι πλέον αδύνατη. Επικαλούνται το άρθρο 56
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 το οποίο προνοεί ότι «Σύμβαση προς τέλεση πράξης η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη». Επικαλούνται ακόμα απόσπασμα από τους Halsbury's Laws of England, 4η Έκδ., παρ.453
(4)όπου αναφέρεται ότι «Another familiar example of frustration is to be found where impossibility of performance has arisen through subsequent changes in the law. Where performances of the contract has been rendered impossible by an Act of Parliament passed after the contract was made, then the promisor is excused from performing his promise (unless it appears that he intended to bind himself with reference to the future state of the law), for the presumption is that the parties intend to contract with reference to the law as exciting at the times when the contract is made.». Είναι η θέση τους ότι η έκδοση της Κ.Δ.Π. 104/2013 εμποδίζει πλέον την Λαϊκή Τράπεζα να εκτελέσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Ενάγοντα. Η Χριστοδούλου επεξηγεί γιατί ο καταθέτης της Λαϊκής Τράπεζας δεν είχε δικαίωμα προσφυγής κατά των Κ.Δ.Π. που αφορούσαν την Λαϊκή Τράπεζα και ότι η θεραπεία του ήταν με αστική αγωγή με το μέτρο της αποζημίωσης του, με αναφορά στον Νόμο και τις Κ.Δ.Π. που αφορούσαν την Λαϊκή Τράπεζα, να καθορίζεται από το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου που προνοεί ότι «Οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Η ίδια αρχή αποτυπώνεται στο άρθρο 44Α του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου του 2016. Αναφέρεται στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Χριστοδούλου ότι (σελ.461): «. είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του Άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο.» Περαιτέρω ότι (σελ.464): «Ο επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Περαιτέρω ότι (σελ.465): «. το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το Άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Περαιτέρω ότι (σελ.466): «Η πρόνοια του Άρθρου 3
(2)(δ), η θεμελιακή σημασία της οποίας έχει ήδη τονισθεί, ότι οι πιστωτές της τράπεζας δεν θα ευρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως εκ της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης από ότι θα ευρίσκοντο αν τα μέτρα δεν ελαμβάνοντο, απευθύνεται στην υποχρέωση τόσο των τραπεζών όσο και της Πολιτείας, με συνέπεια την αστική ευθύνη της Πολιτείας προς εφαρμογή του Νόμου.» Καταλήγει η απόφαση ότι (σελ.466): «Το μόνο θέμα που μπορεί λοιπόν να απασχολήσει σε οποιαδήποτε διαδικασία είναι το ήδη διατυπωθέν, κατά πόσο, και, αν ναι, σε ποία έκταση, ο οποιοσδήποτε καταθέτης έχει ζημιωθεί από τα μέτρα εξυγίανσης περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν είχαν ληφθεί.» Το πιο πάνω καταληκτικό απόσπασμα της Χριστοδούλου δεν διατυπώνει τη θέση ότι η μόνη αξίωση που γενικά μπορεί να υφίσταται από ένα καταθέτη της Λαϊκής Τράπεζα είναι η οικονομική ζημιά του καταθέτη από τα μέτρα εξυγίανσης μείον τη ζημιά που θα είχε εάν τα μέτρα δεν λαμβάνονταν και η Λαϊκή Τράπεζα εκκαθαριζόταν. Αυτή είναι η αξίωση έναντι εκείνων που ευθύνονται ή προκάλεσαν τα μέτρα από την οποία δεν εξαιρείται η ίδια η Τράπεζα. Αυτή ήταν η διάσταση που ενδιέφερε στη Χριστοδούλου ώστε να καταδειχθεί πώς τα μέτρα επηρέαζαν τα αστικά δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας για αποπληρωμή της κατάθεσης του κάθε καταθέτη της στη βάση της συμβατικής τους σχέσης παρέμενε. Στην έκταση βέβαια που υπερέβαινε το ποσό των €100.000 το οποίο ικανοποιήθηκε με το άνοιγμα λογαριασμού με το πιο πάνω πιστωτικό υπόλοιπο με δικαιούχο τον καταθέτη στην Τράπεζα Κύπρου. Εξηγείται στην Χριστοδούλου η διάσταση της σχέσης της Τράπεζας με τους καταθέτες της. Αναφέρεται ότι (σελ.462): «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» Στην Χριστοδούλου επιβεβαιώνεται η μετά τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου και των Κ.Δ.Π. διατήρηση της συμβατικής σχέσης της Λαϊκής Τράπεζας με τους καταθέτες της ως πιστωτές της. Αναφέρεται ότι (σελ.460): «Ο όποιος επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής διέρχεται μέσα από τις καταληκτικές ενέργειες της ίδιας της υπό εξυγίανση τράπεζας και απευθύνεται στην ανταπόκριση της ή όχι στις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι των καταθετών. Οι συνέπειες της παρέμβασης της Πολιτείας, μέσω του Διατάγματος, στη σχέση της Λαϊκής με τους καταθέτες της παραπέμπουν σε αιτιάσεις που οι καταθέτες μπορούν να έχουν εναντίον της Πολιτείας σε αστικές διαδικασίες». Περαιτέρω ότι (σελ.460-1): «Τα όποια δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής, αν αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς από την πώληση των εργασιών της, δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων αλλά στα πλαίσια αστικών διαδικασιών εναντίον της ίδιας της Λαϊκής στη βάση της συμβατικής σχέσης ή στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης και κατ' επέκταση και της Δημοκρατίας ως έχουσας, δια της παρέμβασης της αυτής μέσω της Κεντρικής Τράπεζας στα της Λαϊκής, ενδεχομένως προκαλέσει ζημία στους καταθέτες. Είναι σε εκείνα τα πλαίσια που θα μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των ενεργειών της Δημοκρατίας δυνάμει των Διαταγμάτων και η όποια ζημία έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες από τις ενέργειες εκείνες, περιλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν τον όποιο επηρεασμό των προτεραιοτήτων και εξασφαλίσεων, τον επηρεασμό ως εκ της ενδεχομένως μη συμφέρουσας αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων (με αναφορά και στα τρία Διατάγματα 97, 105 και 103), τον επηρεασμό ως εκ της ανισότητας μεταχείρισης που μπορεί να προκύπτει ως εκ της επιλεκτικής μεταβίβασης υποχρεώσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στις μη μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις δυνάμει του Παραρτήματος ΙΙ) και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής. Και είναι στα ίδια εκείνα πλαίσια που θα μπορούν να κριθούν οι όποιες άλλες αστικές ευθύνες ήθελαν αποδοθεί από προηγούμενες ενέργειες είτε στη Δημοκρατία είτε στην ίδια τη Λαϊκή, στις οποίες και σε τελευταία ανάλυση παραπέμπουν προσφυγές με αναφορά στα γεγονότα στα οποία βασίζονται, περιλαμβανομένης της όποιας προηγηθείσας ευθύνης για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και της όποιας αποτυχίας κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης.» Τι θα μπορούσε να λάβει ο Ενάγοντας στην περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας είναι απότοκο του ποσού που η Τράπεζα έχει υποχρέωση να του πληρώσει. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση εκκαθάρισης εταιρείας. Αυτό είναι το ένα ποσό της εξίσωσης που θα κρίνει την αξίωση του στη βάση του άρθρου 3
(2). Το δεύτερο ποσό, που πρέπει να αφαιρεθεί από το πρώτο, είναι το ποσό που θα έχει λάβει ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης. Επομένως, η διαπίστωση ότι ο Ενάγοντας έχει να λαμβάνει από την Λαϊκή Τράπεζα €412.644,46 και ότι η Τράπεζα έχει υποχρέωση να του αποπληρώσει το ποσό αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να θεμελιωθεί η όποια αξίωση του για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Νόμου όπως επεξηγείται στην Χριστοδούλου. Εάν η θέση των δικηγόρων της Εναγομένης ότι η σύμβαση μεταξύ του Ενάγοντα και της Τράπεζας είχε καταστεί άκυρη, το υπόβαθρο θα είχε εκλείψει και ο Ενάγοντας δεν θα είχε το δικαίωμα για αποζημίωση όπως αυτό περιγράφεται στη Χριστοδούλου. Στο άρθρο 3
(2)(β) του Νόμου αναφέρεται ότι «οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4.» Το άρθρο 4
(1)προνοεί ότι στην περίπτωση εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση εφαρμόζονται τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου που αφορά σε συγκεκριμένες προνομιακές πληρωμές και στη συνέχεια, αντί να εφαρμόζεται το εδάφιο
(3)του άρθρου 300, εφαρμόζεται το εδάφιο 3 του άρθρου 4 του Νόμου. Οι παρ. (α), (β) και (γ) του άρθρου 4
(3)αφορούν σε έξοδα που σχετίζονται με τη διαδικασία της εξυγίανσης. Η παρ.(δ) αφορά σε οφειλές προς το Ταμείο Προστασίας Καταθετών και Κρατική στήριξη ή εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν στο υπό εξυγίανση ίδρυμα. Η περίπτωση του Ενάγοντα και κάθε καταθέτη της Λαϊκής Τράπεζας εμπίπτει στην παρ.(ε) που αφορά σε «άλλα χρέη ή απαιτήσεις που δεν εξασφαλίζονται με επιβάρυνση στην περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση.» Στο άρθρο 4
(4)προνοείται ότι «Στην περίπτωση όπου το διαθέσιμο ποσό για πληρωμή οποιωνδήποτε χρεών ή απαιτήσεων ως διαλαμβάνονται στο εδάφιο
(3)δεν επαρκεί για την πλήρη εξόφλησή τους τα εν λόγω χρέη ή απαιτήσεις μειώνονται κατ' αναλογία. Για οποιαδήποτε πληρωμή χρεών ή απαιτήσεων, τηρείται αυστηρά η σειρά προτεραιότητας, ως αυτή διαλαμβάνεται στο εδάφιο
(3).» Σύμφωνα με το άρθρο 4
(5)οι μέτοχοι θα λάβουν μόνο εφόσον ικανοποιηθούν όλοι οι πιο πάνω, απότοκο της αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 3
(2)(α) και (β). Συνεπώς κατά την εφαρμογής του άρθρου 4
(3)ο Ενάγοντας θα παρουσιάσει το χρέος που έχει η Εναγομένη προς αυτόν ώστε, εάν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία προς διανομή να εισπράξει, ισότιμα με τους άλλους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας, ότι του αναλογεί. Εάν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία προς διανομή, γιατί αναλώθηκαν όπως προνοείται στο άρθρο 300
(1)και
(2)του περί Εταιρειών Νόμου και τις κατηγορίες του άρθρου 4
(3)του Νόμου που προηγούνται των χρεών προς τους καταθέτες, δεν θα λάβει οτιδήποτε. Είτε λάβει κάτι, είτε καθόλου εφόσον «τα εν λόγω χρέη ή απαιτήσεις μειώνονται κατ' αναλογία» το υπόλοιπο που δεν θα έχει πληρωθεί ουσιαστικά εξαλείφεται. Εκείνο θα είναι και το χρονικό σημείο που θα πάψει η Εναγόμενη να οφείλει προς τον Ενάγοντα. Το χρέος που θα παρουσιάσει ο Ενάγοντας κατά τον πιο πάνω στάδιο είναι το ποσό των €412.644,46. Εάν για παράδειγμα υπάρχουν κεφάλαια που ικανοποιούν το 10% των καταθέσεων όλων των καταθετών θα του αποδοθεί ποσό £41.264,44 και το υπόλοιπο ποσό των €371.380,02 θα εξαλειφθεί. Εάν δεν υπάρχουν κεφάλαια το ποσό θα μειωθεί κατά 100% και θα εξαλειφθεί πλήρως. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν θα του οφείλει οτιδήποτε. Τότε είναι που ο Ενάγοντας θα έχει απωλέσει το ποσό που, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Μέχρι τότε η Εναγόμενη του το χρωστά και το χρέος δεν έχει διαφορά εάν είναι στη βάση παραδεκτού λογαριασμού ή εξ αποφάσεως χρέους. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 και σήμερα ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016 και οι Κ.Δ.Π. που αφορούν την Λαϊκή Τράπεζα δεν έχουν επενεργήσει ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να απαλλαγεί των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι των καταθετών της, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα. Συνεπώς, η Λαϊκή Τράπεζα χρωστά στον Ενάγοντα το υπόλοιπο μέρος της κατάθεσης του. Το γεγονός ότι δεν έχει τη δυνατότητα να του το αποπληρώσει γιατί τα περιουσιακά της στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα της μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου δεν ανατρέπει το δικαίωμα. Πρακτική σημασία έχει και ουσιαστική. Ο Ενάγοντας δεν θα δυνηθεί εκ των πραγμάτων να εκτελέσει την δικαστική απόφαση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και ο Νόμος δεν του επιτρέπει να καταχωρήσει αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της. Θα αναμένει το στάδιο της εκκαθάρισης όπου θα διαφανεί κατά πόσο θα του αποδοθεί οποιοδήποτε μέρος του ποσού που έχει να λαμβάνει από την Λαϊκή Τράπεζα. Με τα δεδομένα αυτά και δεδομένου ότι η Λαϊκή Τράπεζα αναγνώριζε τα κατατεθειμένα ποσά και συνεπώς την οφειλή ήταν, ενδεχομένως, εκ του περισσού η επιδίωξη έκδοσης δικαστικής απόφασης γι' αυτήν. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €412.644,46 με νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι εκκρεμούν σε όλα τα Επαρχιακά Δικαστήρια της Κύπρου πολλές υποθέσεις καταθετών εναντίον της Εναγομένης και άλλων για αποζημιώσεις στη βάση των όσων υποδείχθηκαν στην Χριστοδούλου. Το αποτέλεσμα στην παρούσα αγωγή δεν πρέπει να παρερμηνευτεί, αλλά να γίνει κατανοητό στην ορθή του διάσταση. Με την εκδοθείσα απόφαση επιβεβαιώνεται το χρέος της Εναγομένης προς συγκεκριμένο καταθέτη που είναι το υπόβαθρο για την απόδοση σε αυτόν οιουδήποτε ποσού κατά την εκκαθάριση της Εναγομένης και την προώθηση τυχόν αξίωσης του για αποζημιώσεις στη βάση των όσων υποδείχθηκαν στην Χριστοδούλου. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Others Actions / Final Αναφορά: Συμβατική Οφειλή Τράπεζας υπό Εξυγίανση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο